Você está na página 1de 2

«Ἐγενόμην ἐν Πνεύματι ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος» (Ἀπ.

1,10)

Περίοδος Δ΄ - Ἔτος ΚΖ΄ Κυριακὴ ΙΓ΄Λουκᾶ (Λουκ. 18,18-27) Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος
Φλώρινα - ἀριθμ. φύλλου 1624 28 Νοεμβρίου 2010 Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

«Οὐ κλέψεις» (Λουκ. 18,24)

Α κούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο


εὐαγγέλιο. Διὰ μέσου αὐτοῦ ὁ Κύριος μᾶς
δίνει σήμερα ἕνα χρυσὸ κλειδί, μὲ τὸ ὁποῖο
θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴ ἀλλοῦ. Ἐξ ἀφορμῆς
αὐτῆς τῆς ἐπισήμου δηλώσεως τοῦ νέου, τὴν
ὁποία δέχθηκε καὶ ὁ Κύριος, ὅτι «Ὅλα αὐτὰ τὰ
μπορεῖς ν᾽ ἀνοίξῃς τὴν πόρτα τοῦ παραδείσου. φύλαξα ἀπὸ μικρός», θὰ ἤθελα νὰ βάλουμε
Ποιό εἶνε τὸ κλειδὶ αὐτό; Ἀκοῦστε. τὸ χέρι στὴν καρδιὰ και νὰ ρωτήσουμε· τηροῦ-
*** με ἐμεῖς τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ; Διότι ἡ τήρη-
Μιὰ μέρα, λέει, ἦρθε κάποιος, ἔπεσε στὰ πό- σις τῶν ἐντολῶν εἶνε τὸ χρυσὸ κλειδὶ μὲ τὸ
δια τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσε. Ἦταν ὁποῖο μπαίνεις στὸν παράδεισο.
νέος, πλούσιος καὶ ἄρχοντας. Σ᾽ αὐτὸν δηλαδὴ Θὰ χρειάζονταν πολλὰ κηρύγματα γιὰ νὰ
ὑπῆρχαν νιᾶτα, πλοῦτος, ἐξουσία, τὰ τρία ἀγαθὰ ἐξετάσουμε ἐὰν τηροῦμε τὶς ἄλλες ἐντολές·
ποὺ ζηλεύει ὁ κόσμος, ἀλλὰ καὶ οἱ τρεῖς μεγάλοι τὸ «μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, …, μὴ ψευ-
πειρασμοὶ τοῦ βίου. Ὅταν κανεὶς εἶνε νέος, ὅ- δομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν
ταν τὸ πορτοφόλι του εἶνε γεμᾶτο, ὅταν εἶνε ἀ- μητέρα σου». Ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἐντολὲς θέλω σή-
νεβασμένος σὲ ἀξιώματα, λησμονεῖ τὸ Θεό. μερα νὰ ζυγιστοῦμε σὲ μία μόνο, ἐντολὴ στὴν
Τὰ νιᾶτα τὸν σπρώχνουν στὴν ἀκολασία, τὸ ὁποία ἐμεῖς, τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος, εἴμαστε πολὺ
χρῆμα στὴν πλεονεξία, καὶ ἡ ἐξουσία στὴν ὑ- ἐλλιπεῖς· ἡ ἐντολὴ αὐτὴ εἶνε τὸ «μὴ κλέψῃς».
περηφάνεια ποὺ εἶνε χειρότερη ἀπ᾽ τ᾽ ἄλλα. ***
Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος τοῦ σημερινοῦ εὐαγγε- Ἡ ἐντολὴ αὐτή, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε σε-
λίου δὲν ἀναπαυόταν σ᾽ αὐτά· ζητοῦσε κάτι ἀ- βαστὴ σ᾽ ἐμᾶς. Ἀπὸ μικρὸς ὁ Ἕλληνας μαθαί-
νώτερο. Γι᾽ αὐτὸ ἔρχεται στὸ Χριστὸ καὶ λέει· νει νὰ κλέβῃ. Τὸ παιδάκι ἁπλώνει τὰ χεράκια
«Τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνιο του μέσα στὸ σπίτι καὶ κλέβει διάφορα πράγμα-
ζωή;». Ὁ Κύριος τοῦ λέει· «Τὰς ἐντολὰς οἶδας· τα· βγαίνει στὴ γειτονιά, πηδάει φράχτες, ρη-
μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς…». (Προσέξατε; μάζει ξένα δέντρα. Κι ὅταν μαζεύεται στὸ σπί-
πρῶτα βάζει τὸ «μὴ μοιχεύσῃς»· διότι ὑπάρ- τι, ἡ μάνα, ἀντὶ νὰ πάρῃ μιὰ βέργα νὰ τοῦ
χουν περιπτώσεις ποὺ ἡ μοιχεία εἶνε χειρό- σπάσῃ τὰ χέρια, πολλὲς φορὲς τὸ καμαρώνει.
τερη ἀπ᾽ τὸ φόνο· τὸ νὰ διαλύσῃς ἕνα ἀντρό- Κλέβει ὁ μικρός, κλέβει ἡ ὑπηρέτρια ποὺ
γυνο εἶνε φοβερώτερο ἀπὸ φόνο). «Μὴ μοι- καταφέρνει μερικὲς φορὲς νὰ γδύσῃ ὁλόκλη-
χεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδο- ρο τὸ σπίτι. Μὰ καὶ ἡ κυρία, ποὺ μαλώνει τὴν ὑ-
μαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μη- πηρέτρια ποὺ ἔκλεψε, κλέβει ἡ ἴδια ἀπὸ τὸ
τέρα σου» (Λουκ. 18,20). Ὁ νέος ῥίχνει μιὰ ματιά, ξε- πορτοφόλι τοῦ ἀντρός της, ὄχι γιὰ νὰ δώσῃ ἐ-
φυλλίζει τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς του, καὶ λέει· Ὅλα λεημοσύνες ἀλλὰ γιὰ δικά της εἴδη πολυτελεί-
αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ μικρός. Τότε ὁ Κύριος τοῦ ας. Κλέβουν μέσ᾽ στὸ σπίτι, ἀλλὰ κλέβουν καὶ
λέει· Ἂν θέλῃς λοιπὸν νὰ πετάξῃς πιὸ ψηλά, ἔξω· κλέβει ὁ ἔμπορος, ποὺ τεντώνει τὸ ὕφα-
τότε πρέπει νὰ βαδίσῃς ἕνα δύσκολο μονοπά- σμα γιὰ νὰ κερδίσῃ ἕνα ρούπι· κλέβει ὁ μπα-
τι, τὴν ἄκρα αὐταπάρνησι. «Πάντα ὅσα ἔχεις πώ- κάλης, ποὺ νοθεύει τὰ ἐμπορεύματα ἢ ζυγί-
λησον καὶ διάδος πτωχοῖς» (ἔ.ἀ. 18,22). Νά μιὰ ἐν- ζει λειψά· κλέβει ὁ ῥάφτης ἢ ἡ μοδίστρα, ποὺ
τολὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σήμερα μέσα στοὺς χι- δὲν σοῦ ἐπιστρέφει τὸ ὕφασμα ποὺ περίσσεψε·
λιάδες πλουσίους οὔτε ἕνας δὲν παρουσιά- κλέβει καὶ ὁ φαρμακοποιὸς –κάτι πολὺ σοβα-
ζεται πρόθυμος νὰ τὴν ἐκτελέσῃ. ρώτερο, γιατὶ ἔχει νὰ κάνῃ μὲ τὴν ὑγεία– καὶ
Ἀλλ᾽ ἀδελφοί μου, ἐγὼ θ᾽ ἀφήσω αὐτὸ τὸ σοῦ δίνει φάρμακο νοθευμένο, ζυμάρι ἀντὶ
δύσκολο μονοπάτι, τὴν ἄκρα αὐταπάρνησι, καὶ κινίνη. Καὶ ποιός δὲν κλέβει! Κλέβουν αὐτοὶ
2
ποὺ ἔχουν στὰ καταστήματα καὶ τὰ ἐργοστά- γοραπωλησίες, στὶς προῖκες κ.λπ., εἶνε πραγμα-
σιά τους τόσους ἐργάτες καί, ἐνῷ τοὺς στύ- τικά; ―Οὔτε ἕνα στὰ χίλια, πάτερ, μοῦ λέει·
βουν σὰ λεμόνι κι ἀπ᾽ τὴ δουλειά τους κερδί- ὅλα εἶνε πολὺ λιγώτερα, γιὰ νὰ γλυτώσουνε
ζουν ἑκατομμύρια καὶ γλεντοκοποῦν στὸ ἐξω- ἀπὸ τὸ φόρο… Ὅλοι κλέβουν τὸ δημόσιο. Γι᾽
τερικό, σ᾽ αὐτοὺς δίνουν ψίχουλα, κι αὐτὰ ὄχι αὐτὸ τὸ κράτος μας κατήντησε ψωραλέο. Νο-
ἐγκαίρως ἀλλὰ καθυστερημένα, κ᾽ οἱ ἐργάτες μίζουν, ὅτι τὸ νὰ κλέψῃς τὸ γείτονα εἶνε ἁ-
τρέχουν στὸ Ι.Κ.Α. καὶ στὰ δικαστήρια γιὰ νὰ μαρτία, τὸ νὰ κλέψῃς τὴν πατρίδα δὲν εἶνε.
διεκδικήσουν ἕνα μικρὸ μισθό. Κλέβουν ὅμως –νά Καὶ καταρρέει καὶ χρεωκοπεῖ τὸ κράτος. Ἔτσι
᾽μαστε δίκαιοι– καὶ οἱ ἐργάτες καὶ οἱ ὑπάλλη- ξέρετε ποῦ κατήντησε τὸ ὄνομα Ἕλληνας;
λοι, ποὺ δὲν κάνουν τὴ δουλειά τους ὅπως Πάρτε ἕνα λεξικὸ γαλλικό· Γκρέκ = κλέφτης.
πρέπει, ἀλλὰ δὲ βλέπουν τὴν ὥρα πότε νὰ τε- Ὅταν συνιστοῦν στὸ ἐξωτερικὸ κάποιον Ἕλ-
λειώσῃ ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ἑβδομάδα καὶ ὁ μήνας ληνα, ὁ ἄλλος λέει· Ὄμορφη ἡ Ἑλλάδα, τὰ νη-
γιὰ νὰ εἰσπράξουν τὸ μισθό· κ᾽ ἔτσι ὅλα ξέφτι- σιά της, τὰ βουνά της, τὰ χιόνια της· ἀλλὰ φυ-
σαν, γιατὶ ἐργασία πραγματικὴ δὲν γίνεται. λαχτῆτε - κουμπωθῆτε ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες…
Νὰ προχωρήσουμε περισσότερο; Τώρα τὰ Ὡς Ἕλληνα μὲ ἐνδιαφέρει τὸ καλὸ ὄνομα
Χριστούγεννα κάθε βράδυ θὰ διασκεδάζουν. τῆς πατρίδος καὶ ὅλοι πονοῦμε γι᾽ αὐτό. Ἀλλὰ
Στρώνουν πράσινο τραπέζι καὶ μέχρι τὶς πρω- ἐδῶ μέσα στὴν ἐκκλησιὰ θέλω διαφορετικὰ
ινὲς ὧρες ἡ ἀριστοκράτισσα κυρία καὶ ὁ κύ- νὰ ζυγίσω τὴν κλοπή. Ὄχι ἐξ ἐπόψεως προσ-
ριος μὲ τὴ λιμουζίνα θὰ κάνουν τὸ σπίτι τους βολῆς τοῦ ὀνόματός μας. Ὄχι. Μὲ ἐνδιαφέ-
χαρτοπαικτικὴ λέσχη. Ἂν εἶχα δικαίωμα θὰ ρει, ὅτι τὸ «Οὐ κλέψεις» εἶνε ἡ ἐντολὴ τοῦ
πήγαινα νὰ γράψω ἀπ᾽ ἔξω· «Προσοχή, ἐδῶ Θεοῦ, μία ἀπὸ τὶς δέκα ἐντολές (Ἔξ. 20,14. Δευτ. 5,19).
λῃσταρχεῖο!». Τώρα τὶς ἅγιες ἡμέρες θὰ κα- Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει τὰ ἁμαρ-
ταντήσῃ ὅλη ἡ χώρα ἕνα καζῖνο καὶ ἕνας τζό- τήματα καὶ λέει· «Μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι,
γος καὶ μία χαρτοπαικτικὴ λέσχη. Τελευταίως οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε μοιχοί, …οὔτε πλε-
ἔφεραν ἀπ᾽ ἔξω κάτι μηχανήματα ποὺ εἶνε πα- ονέκται οὔτε κλέπται…, οὐχ ἅρπαγες βασι-
γίδες ποὺ ξαφρίζουν τὰ πορτοφόλια τῶν φτω- λείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» (Α΄ Κορ. 6,9-10). Κα-
χῶν. Καὶ τί λένε· «῾Ρίξε μιὰ δραχμούλα, νὰ κερ- ταλάβατε; γιὰ τὸν κλέφτη ἡ πόρτα τῆς βασι-
δίσῃς δέκα, ἑκατό, διακόσες, τρακόσες». Καὶ λείας τοῦ Θεοῦ εἶνε κλειστή.
ὁ φτωχὸς ῥίχνει τὸ φράγκο του, καὶ δὲν κερ- Καὶ μὴ νομίσετε ὅτι τὰ κλεμμένα ἔχουν καμ-
δίζει τίποτα· χάνει τὸ φράγκο του καὶ τὸ τάλ- μιὰ προκοπή. Λέει κάποιος ἅγιος· Θέλεις νὰ
ληρό του καὶ τὸ δεκάρικό του καὶ τὸ εἰκοσά- χάσῃς τὴν περιουσία σου; κοντὰ στὶς 100 δρα-
ρικό του, καὶ πάει νηστικὸς στὸ σπίτι, γιὰ νὰ χμές, ποὺ ἔβγαλες ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα σου, πρόσ-
πάῃ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μηχανήματος τὴ νύχτα θεσε 1 κλεμμένη· θὰ χάσῃς καὶ τὶς ἄλλες 100.
νὰ τὸ ξεκλειδώσῃ καὶ νὰ μαζέψῃ τρακόσες ἢ Ἔχεις 100 πρόβατα; ἂν κλέψῃς 1 καὶ τὸ βάλῃς
καὶ πεντακόσες δραχμές. Ὅταν τὸ 1959 βρέ- μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα, θὰ χάσῃς καὶ τὰ 100. Ἔτσι εἶ-
θηκα στὴν Κοζάνη ἔγινα ἔξω φρενῶν, κατη- νε. Τὸ κλεμμένο πρᾶγμα εἶνε φωτιὰ ποὺ καίει.
γόρησα εἰσαγγελεῖς - ἀπορῶ πῶς δὲ μὲ πιά- ***
σανε. Διότι πῆγε ἐκεῖ ἕνα τέτοιο ἀμερικάνικο Ποιό εἶνε λοιπὸν τὸ συμπέρασμα; Προτιμό-
μηχάνημα, ρουλέττα, καὶ σὲ μιὰ βδομάδα ξά- τερο φτωχὸς μὲ τὸ φτωχὸ Χριστό, παρὰ ἑκα-
φρισε τὰ φτωχαδάκια, κι οὔτε εἰσαγγελέας κι- τομμυριοῦχος μὲ τὸ διάβολο. Αὐτὸ νὰ πιστεύ-
νήθηκε οὔτε πρόεδρος οὔτε ἀστυνομία. Ἂν ουμε καὶ ἔτσι νὰ ζοῦμε, ἀδελφοί μου, καὶ αὐ-
κανένα παιδάκι πουλάῃ στὸ δρόμο κανένα τὴ θὰ εἶνε ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου. Ἂς ἀκού-
κουλούρι, τὸ πιάνουν· ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ μεγάλο σουμε καὶ τὸ ἄλλο ποὺ λέει ἡ Γραφή· Κι ἂν
κλέφτη, ποὺ ἐγκατέστησε τὶς ρουλέττες, δὲν ἀκόμα μπροστὰ στὰ πόδια σου τρέχῃ ποτάμι
τὸν πιάνουν. Μία κατάστασι ἀθλιότητος. τὸ χρυσάφι, μὴ προσηλώνεις σ᾽ αὐτὸ τὴν καρ-
Τί φωνάζεις; θὰ μοῦ πῆτε. Αὐτὸ μπορῶ νὰ διά σου καὶ μὴν ἁπλώσῃς τὸ χέρι σου (Ψαλμ. 61,11).
κάνω. Δὲν ἔχω ἐγὼ κοσμικὴ ἐξουσία. Ἂν εἴ- Ζῆσε μὲ τιμιότητα καὶ ἐργατικότητα. Ἄφησε
χαμε στὸν τόπο μας μιὰ τίμια διακυβέρνησι, παράδειγμα στὸν κόσμο καὶ στὰ παιδιά σου.
θὰ βλέπαμε, ἂν θὰ ὑπῆρχαν τότε ρουλέττες, Ζῆσε μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Καὶ νά ᾽σαι βέβαιος·
χαρτοπαίγνια, οἶκοι ἀνοχῆς, ἐκφυλισμός. «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ
Κλέβουν συνεχῶς. Καὶ μόνο αὐτοί; Στὴ Λά- ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται
ρισσα συνάντησα ἕνα συμβολαιογράφο. Τὸν παντὸς ἀγαθοῦ» (Ψαλμ. 33,11). Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ
εἶδα καὶ ἔγραφε συνεχῶς συμβόλαια. ―Αὐτὰ κράτος εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
τὰ νούμερα, τοῦ λέω, ποὺ σημειώνεις στὶς ἀ- (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Μαρίνης Ἡλιουπόλεως - Ἀθηνῶν τὴν 27-11-1960. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 28-11-2010.
Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε χωρὶς περικοπὲς στὸ cd 17αΆ τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ» (πληροφορίες στὸ τηλέφωνο 23850-28868)