All Voc
All Voc
1
προσόν, ταλέντο acute οξύς, έντονος
accordingly ανάλογα, άρα, εποµένως, adamant ανένδοτος, ανυποχώρητος
συµφώνως adapt προσαρµόζω
account περιγραφή, δίνω λογαριασµό, adaptation διασκευή, προσαρµογή
εκτίµηση, λογαριάζω, λογαριασµός, addict αφωσιώνοµαι, εθίζω-οµαι
υπολογίζω, υπολογισµός addictive εθιστικός
account for αναλογώ, εξηγώ, additive πρόσθετη ουσία, βελτιωτικό
αποτελώ, λογοδοτώ (συντηρητικά, χρωστικές κλπ)
accountable υπόλογος adept επιδέξιος, ειδήµων, ικανός
accredit αποδίδω (πχ µία πράξη) adequate αρκετός, επαρκής,
accrue αθροίζω, αυξάνω, προσθέτω, ικανοποιητικός
συσσωρεύω adhere to εµένω, τηρώ, κολλώ,
accumulate µαζεύω, συγκεντρώνω, προσκολλώ
συσσωρεύω-οµαι adherent οπαδός κόµµατος κλπ
accurate ακριβής, ορθός, σωστός adhesive κολλώδης, κολλητικός,
accused κατηγορούµενος συγκολητικός
achievement κατόρθωµα adjacent γειτονικός, διπλανός,
acknowledge αναγνωρίζω, συνορεύων, συνεχόµενος,
παραδέχοµαι, βεβαιώνω παραλαβή παρακείµενος
επιστολής, δίνω σηµασία σε κπ adjoin γειτονεύω, εφάπτοµαι
(χαιρετώ) adjourn αναβάλλω, διακόπτω
acknowledged αναγνωρισµένος συνεδρίαση
acknowledgement παραδοχή, adjust ρυθµίζω
αναγνώριση / πληθ. ευχαριστίες adjustment ρύθµιση, προσαρµογή
(στην αρχή βιβλίου) administer διαχειρίζοµαι, δίνω,
acquaint ενηµερώνω, κάνω γνωστό, διοικώ, παρέχω
εξοικειώνω administer διαχειρίζοµαι, διοικώ,
acquaint myself with sth δίνω, παρέχω, χορηγώ, απονέµω
εξοικειώνοµαι µε δικαιοσύνη, χορηγώ φάρµακο
acquaintance γνωριµία, γνωστός, admissible οµολογητός, παραδεκτός
εξοικείωση, οικειότητα admission παραδοχή, είσοδος
acquainted γνωρίζων, γνώριµος, admit επιτρέπω είσοδο, παραδέχοµαι
γνωστός admittance είσοδος
acquiescence συναίνεση admonish επιπλήττω, νουθετώ
acquire αποκτώ, παίρνω admonition επίπληξη, νουθεσία
acquisition απόκτηση (κυρίως adolescence εφηβεία
γνώσεων), απόκτηµα, αγορά adopt υιοθετώ, εφαρµόζω
acquit αθωώνω, απαλλάσσω adoption υιοθεσία, υιοθέτηση
activity απασχόληση, ασχολία, adorn στολίζω, κοσµώ
δράση, δραστηριότητα, adroit έξυπνος, επιδέξιος
δραστικότητα, ενεργητικότητα, adulate κολακεύω, καλοπιάνω
εργασία, κίνηση advancement προαγωγή, πρόοδος,
actually πράγµατι, πραγµατικά, στην προκαταβολή
πραγµατικότητα, στην πράξη advent ερχοµός, έλευση, εµφάνιση
2
adverse ενάντιος, εχθρικός, δυσµενής, σοκαρισµένος
αντίθετος, αντίξοος agile ευκίνητος, ευέλικτος, σβέλτος,
adversely δυσµενώς, αντίξοα εύστροφος
adversity αντιπαλότητα, αντιξοότητα aging γήρανση
advocate υποστηρικτής, υπέρµαχος, agitated νευρικός, ταραγµένος
συνήγορος agonize αγωνιώ, βασανίζω, υποφέρω
affability φιλικότητα aground προσαραγµένος
affable καταδεκτικός, φιλικός ail ενοχλώ, πάσχω, προκαλώ πόνο
affair υπόθεση, ζήτηµα, ερωτική ailment αδιαθεσία
σχέση airstrip διάδροµος προσγείωσης
affiliate επηρεάζω, προσποιούµαι airtight αεροστεγής
affiliated που συνδέεται, που aisle διάδροµος ανάµεσα σε
συνεργάζεται, που έχει σχέσεις µε καθίσµατα/ράφια
affinity έλξη, συµπάθεια, σχέση, akin παραπλήσιος, συγγενεύω
συγγένεια, συνάφεια akin to που µοιάζει µε, παραπλήσιος
affirm (επι)βεβαιώνω µε
affirmative καταφατικός alarmingly ανησυχητικά
afflict πλήττω, προσβάλλω (πχ για albeit αν και, µολονότι
ασθένεια) alert άγρυπνος, έξυπνος, έτοιµος για
affliction πλήγµα, βάσανο, συµφορά, δράση, καλώ σε ετοιµότητα,
κακό, θλίψη, οδύνη προειδοποιώ, ξύπνιος, σε εγρήγορση,
affluence πλούτη, ευηµερία επαγρυπνών
affluent εύπορος, ευηµερών, alibis άλλοθι, απολογία
πλούσιος alienate απαλλοτριώνω, αποξενώνω,
afford ανέχοµαι το κόστος, µπορώ να προκαλώ υποχώρηση
φέρω βάρη, παρέχω alienate myself from αποξενώνοµαι
affront προσβολή, αντιµετωπίζω, alight αναµµένος, λάµπων,
προσβάλλω κατεβαίνω, προσγειώνοµαι
afloat επιπλέω align eυθυγραµίζω
afresh εκ νέου, από την αρχή alignment ευθυγράµµιση, συµµαχία,
after-effects παρενέργειες, συνέπειες συµµόρφωση, κατά σειρά παράταξη,
aftermath συνέπεια, απόηχος, σειρά αντικειµένων
επακόλουθα, συνέπειες all along απ' την αρχή
against all odds ενάντια σε όλες τις all but σχεδόν, περίπου
δυσκολίες all in εξαντληµένος
ageless αγέραστος all in all λαµβανοµένων όλων υπόψην
agent (χηµ.) ουσία all the same όµως, ωστόσο, παρόλα
aggravate χειροτερεύω, επιδεινώνω, αυτά
εκνευρίζω all told εντελώς, καθ' ολοκληρία
aggregate ολικό άθροισµα, allay κατευνάζω, µετριάζω
συναθροιστικός, συναθροίζω, allegation κατηγορία, ισχυρισµός
υπολογίζω το σύνολο allege ισχυρίζοµαι, επικαλούµαι
aggression επιθετικότητα alleged φερόµενος ως, υποτιθέµενος,
aghast εµβρόντητος, άναυδος, δήθεν, αποκαλούµενος,
3
ισχυριζόµενος αµφιταλαντεύεται
alleviate ανακουφίζω πόνο, ambush ενέδρα, καρτέρι,
ανακουφίζω, καταπραϋνω παρασύροµαι σε
alleviate απαλύνω amebic αµοιβαδοειδής
alley στενό δροµάκι ανάµεσα σε ameliorate βελτιώνω
κτίριο, σοκάκι amenable πειθήνιος, υπάκουος,
alliance συµµαχία ευπειθής, πρόθυµος να ακολουθήσει,
allocate διαθέτω, κατανέµω, επιδεκτικός
προσδιορίζω amenable πρόθυµος, πειθήνιος,
allot διαθέτω, παραχωρώ, κατανέµω δεικτικός
allowance επίδοµα, επιτρεπόµενο amendement διόρθωση,
ποσό/βάρος κλπ, χαρτζιλίκι τροποποίηση, τροπολογία
alloy κράµα µετάλλω, µειγνύω amenities ανέσεις, ευκολίες
allude to παραπέµπω σε, αναφέροµαι amiable ευχάριστος, φιλικός,
έµµεσα σε καλοσυνάτος, συµπαθητικός
allurement σαγήνευση, δέλεαρ, έλξη amicable φιλικός
alluring σαγηνευτικός amiss στραβός, εσφαλµένος, κακώς,
ally-(pl. allies) σύµµαχος απρεπώς, εσφαλµένως, λανθασµένα
aloof απόµακρος, ψυχρός amity οµόνοια
alter αλλάζω, τροποποιώ, µεταποιώ amorous ερωτικός
ρούχο amount to ανέρχοµαι σε
alteration τροποποίηση, αλλαγή amplifier ενισχυτής
altercation καβγάς, φιλονικία amplify αυξάνω, ενισχύω τον ήχο,
alternately διαδοχικά, εναλλάξ, εκ αναπτύσσω ιδέα/δήλωση, επεκτείνω
περιτροπής ιδέα/δήλωση, επεκτείνοµαι σε κάτι
alternative εναλλακτικός, amplitude πλάτος
εναλλακτός, εναλλακτική λύση amputate ακρωτηριάζω
alternatively εναλλακτικά an unknown quantity
altitude ύψος πρόσωπο/πράγµα για το οποίο δεν
altogether εντελώς, τελείως, γνωρίζουµε τίποτα
συνολικά anagelsic αναλγητικό, παυσίπονο
amass συγκεντρώνω ancestor πρόγονος
(χρήµατα/δύναµη κλπ), συσσωρεύω ancestry καταγωγή, πρόγονοι,
χρήµατα κλπ γενεαλογία
ambidextrous αµφιδέξιος, αυτός που angina στηθάγχη
χρησιµοποιεί εξίσου καλά και τα δύο angle άποψη, γωνία, δείχνω µε δική
χέρια µου οπτική
ambience ατµόσφαιρα, κλίµα (µτφ) anguish πόνος, οδύνη, στενοχωρώ
ambient περιβαλλοντολογικός animate έµψυχος, ζωντανός,
ambiguous αµφιλεγόµενος, ασαφής, ζωντανεύω
διφορούµενος animosity έχθρα
ambition φιλοδοξία annex προσαρτώ χώρα ή περιοχή
ambivalent αναποφάσιστος, (συν. βίαια), προσαρτώ εδάφη
αβέβαιος, αβεβαιότητα, που annexation προσάρτηση
4
annihilate εξοντώνω, εκµηδενίζω, καταλαµβάνω, συλλαµβάνω κπ,
εξολοθρεύω, εξαφανίζω αντιλαµβάνοµαι
annihililation εξολόθρευση, apprehension ανησυχία
εξόντωση, αφανισµός apprehensive ανήσυχος, φοβισµένος
annotations σηµειώσεις, σχόλια (σε apprentice µαθητευόµενος
βιβλίο/κείµενο) apprise ενηµερώνω, πληροφορώ,
announce αγγέλλω ειδοποιώ
annul ακυρώνω, ανακαλώ approach πλησίασµα, πλησιάζω,
(γάµο/συµφωνία κλπ) προσεγγίζω, προσέγγιση
answerable υπόλογος, υπεύθυνος appropriate οικειοποιούµαι,
anticipate επισπεύδω, προβλέπω, σφετερίζοµαι
προεξοφλώ, προσδοκώ, περιµένω, approximate κατά προσέγγιση,
προλαµβάνω προσεγγίζω
anticipation προσδοκία, αναµονή approximately περίπου
antidepressant αντικαταθλιπτικό approximation προσέγγιση
antiquity αρχαιότητα apt to αρµόζων, που έχει τάση να, που
antler κέρας ελαφιού/ταράνδου τείνει να
aperture άνοιγµα, διάφραγµα φακού, aptitude κλίση, ικανότητα
τρύπα aptitude for sth κλίση, ικανότητα
appall προκαλώ φρίκη, σοκάρω aptly κατάλληλα, εύστοχα
appalled σοκαρισµένος, aquatic υδρόβιος
συγκλονισµένος arbitrarily αυθαίρετα, τυχαία,
appalling φοβερός απρογραµµάτιστα, δεσποτικά
apparent εµφανής arbitrary αυθαίρετος (για
apparently ξεκάθαρα, προφανώς απόφαση/πράξη κλπ)
appeall to έκκληση, καταµάχητη arbitrate ρυθµίζω, διαιτητεύω,
έλξη, απευθύνοµαι, συγκινώ, µεσολαβώ
επικαλούµαι, ελκύω, κάνω έφεση, arch αψίδα, καµάρα, καµάρα του
κάνω έκκληση ποδιού (στην πατούσα)
appease ικανοποιώ, καθησυχάζω, archive αρχείο
κατευνάζω, συµβιβάζοµαι, καλµάρω ardent διακαής, ζεστός, λαµπρός,
append προσαρτώ φλογερός, ένθερµος πχ υποστηρικτής
appendage µέλος/εξωτερικό όργανο ardor διακαής πόθος
σώµατος arduous απότοµος, δύσκολος,
appended προσαρτηθείς εντατικός, κοπιαστικός, επίπονος,
appendicitis σκωληκοειδίτιδα κουραστικός
applaud χειροκροτώ, επευφηµώ arguable αµφίβολος, αµφισβητήσιµος
appoint διορίζω, ορίζω ώρα/µέρος argument διαφωνία, επιχείρηµα,
apportion διανέµω αναλογικά, όρισµα, συζήτηση
καταµερίζω arid ξερός (για γη), ξηρός (για
appraisal αξιολόγηση, εκτίµηση κλίµα/καιρό), άνυδρος, άγονος,
appreciable υπολογίσιµος, αισθητός ανιαρός
apprehend αντιλαµβάνοµαι, arise (arose-arisen) προκύπτω,
καταλαβαίνω, κατανοώ, απορρέω
5
armament (πολεµικός) εξοπλισµός (σηµαίνοντος προσώπου)
armistice ανακωχή assault επίθεση, σωµατική επίθεση,
arouse προκαλώ πχ ενδιαφέρον, επιτίθεµαι βίαια, βιαιοπραγώ
εξάπτω, ξεσηκώνω assemble συναντιέµαι,
arrange διευθετώ, κανονίζω συγκεντρώνω-οµαι (για κόσµο),
array συλλογή, διάταξη, ποικιλία, συναρµολογώ
παρατάσσοµαι, ενδύοµαι assembly line γραµµή/ζώνη/τράπεζα
arrears καθυστερηµένες οφειλές συναρµολόγησης προϊόντος σε
arrest the spread of the disease εργοστάσιο
περικόπτω τη διάδοση της assent συγκατάθεση, εγκρίνω
αρρώστιας assert βεβαιώνω, διαµαρτύροµαι,
arrive at a decision φτάνω σε µία διεκδικώ, ισχυρίζοµαι, δηλώνω,
απόφαση υποστηρίζω
arrogance αλαζονεία, υπεροψία, assertion ισχυρισµός, δήλωση
αυθάδεια assertive αποφασιστικός, γεµάτος
arrogant αλαζόνας, αυθάδης, αυτοπεποίθηση, κατηγορηµατικός,
υπερόπτης, φαντασµένος επιβλητικός, δυναµικός
arrogantly αλαζονικά, υπεροπτικά asset ατού, περιουσιακό στοιχείο
arson εµπρησµός assets ενεργητικό εταιρείας
articulate ευκρινής (για λόγο), που assign δίνω, ορίζω, παραχωρώ,
εκφράζεται µε σαφήνεια και ευκολία αναθέτω
(για άνθρωπο), αρθρώνω, έναρθρος, assignment (σχολ) εργασία
µιλώ καθαρά assimilate αφοµοιώνω-οµαι
artifact αντικείµενο που έχει ιστορική association σωµατείο, σύλλογος,
αξία, τεχνούργηµα, χειροποίητο σχέση, συνεργασία, συναναστροφή,
αντικείµενο συνειρµός
artificial τεχνητός assorted διαφόρων ειδών
as a last resort σαν τελευταίο assume αναλαµβάνω καθήκοντα,
καταφύγιο (όταν όλα τα άλλα έχουν υποθέτω
αποτύχει) assumed υποτεθείς
as one όλοι µαζί, σαν ένας assumed name ψευδώνυµο
ascend ανεβαίνω, αναρριχώµαι, assumption υπόθεση, εικασία,
ανεβαίνω, καταλαµβάνω ανάληψη εξουσίας
ascertain διαπιστώνω, εξακριβώνω assurance ασφάλεια, διαβεβαίωση,
ascribe to αποδίδω αυτοπεποίθηση, εγγύηση, υπόσχεση,
aspiration φιλοδοξία, βλέψη, σιγουριά
επιδίωξη, αντικείµενο πόθου, assured σίγουρος (µε
λαχτάρα, φιλοδοξία αυτοπεποίθηση), σίγουρος (να
aspire επιδιώκω, φιλοδοξώ, συµβεί)
αναρριχώµαι, ανέρχοµαι astonishing εκπληκτικός
aspiring που φιλοδοξούν (να γίνουν) astonishment έκπληξη, κατάπληξη
assail επιτίθεµαι, προσβάλλω astounded κατάπληκτος
assailant επιτιθέµενος astounding eκπληκτικός
assassination δολοφονία astray εκτός ορθού δρόµου, σε
6
σφάλµα attainment επίτευγµα, κατόρθωµα
astringent δριµύς, οξύς, καυστικός attempt προσπάθεια
astute οξυδερκής, έξυπνος attentive που παρακολουθεί µε
at a loss τά 'χω χαµένα, είµαι προσοχή, περιποιητικός
σαστισµένος attest αποδεικνύω, µαρτυρώ,
at a standstill ακινητοποίηση πιστοποιώ, βεβαιώνω, ορκίζω,
at all costs πάσει θυσία επιβεβαιώνω, επιµαρτυρώ
at all events εν πάσει περιπτώσει attic σοφίτα
at any rate όπως και να έχει, τέλος attire ενδυµασία, αµφίεση
πάντων, τουλάχιστον attitude to/towards διάθεση, θέση,
at ease άνετα νοοτροπία, στάση
at hand διαθέσιµος (κοντά σε τόπο ή attorney δικηγόρος
χρόνο) attribute έµφυτο χαρακτηριστικό,
at large ελεύθερος (για επικίνδυνους χαρακτηριστικό γνώρισµα, ιδιότητα,
ανθρώπους/ζώα), γενικά, εν µέρει επίθετο, αποδίδω σε
at length λεπτοµερώς και για πολλή auction δηµοπρασία, πλειστηριασµός,
ώρα πουλώ σε πλειστηριασµό
at liberty ελεύθερος (για audacious απερίσκεπτος, αυθάδης,
φυλακισµένο άνθρωπο/ζώο) πρωτότυπος και ζωηρός, τολµηρός
at random στην τύχη, audacity θράσος, αναίδεια,
απρογραµµάτιστα, χωρίς θρασύτητα
καθορισµένο στόχο, χωρίς audibility ακουστότητα
εικόνες/µέθοδο, χωρίς κατεύθυνση audible που ακούγεται
at sb's discretion στην κρίση κάποιου audition ακρόαση
at stake σε κίνδυνο, που διακυβεύεται augment αυξάνω
at the expense of σε βάρος augur προµηνύω
at the finale στο τέλος auspicious ευοίωνος, ελπιδοφόρος
at the forefront of sth στην πρώτη austere λιτός, απέριττος, ασκητικός,
γραµµή αυστηρός, σκληρός (χωρίς ανέσεις)
at the outset από την αρχή austerity λιτότητα, αυστηρότητα
at will κατά βούληση austerly απέριτος, ασκητικός,
at your disposal στη διάθεσή σου αυστηρός
at your disposal στη διάθεσή σου authoritarian απολυταρχικός
atoll κοραλιογενές νησί authorivate επιτακτικός
atrocity φρικτή πράξη, αγριότητα, authorize εξουσία, εξουσιοδοτώ
φρικαλεότητα auxiliary βοηθητικός, βοηθός
attach επισυνάπτω, προσκολλώ, avail όφελος
προσδίδω avail yourself of sth επωφελούµαι
attachment προσκόλληση, εξάρτηµα, avenge εκδικούµαι κπ, παίρνω
έγγραφο που συνοδεύει ε-µαίλ εκδίκηση για
attack επίθεση, επιθετικός παίχτης, averse to ενάντιος, αντίθετος
επιτίθεµαι aversion απέχθεια, αποστροφή
attain κατορθώνω, επιτυχαίνω, avert αποτρέπω κτ κακό, αποφεύγω,
πραγµατοποιώ, αποκτώ αποστρέφω το βλέµµα
7
avertive αποτρεπτικός διασκορπίζω
aviation αεροπλοία banner πανό
avid ενθουσιώδης, πρόθυµος, banquet επίσηµο γεύµα προς τιµή κπ,
φανατικός, ακόρεστος, άπληστος γιορτάζω µε επίσηµο γεύµα
avidly πρόθυµα barbed αγκαθωτός
awakening ξύπνηµα barely µόλις, σχεδόν καθόλου
aware που έχει επίγνωση, ενήµερος bargain καλή αγορά, παζάρι,
awareness ενηµερότητα, εξυπνάδα συµφωνία, παζαρεύω, συµφωνώ
awe δέος, σέβας, τρόµος, φόβος barge µαούνα, πέφτω πάνω σε κτ,
awesome φοβερός, που προκαλεί δέος παρεµβαίνω
awestruck εντυπωσιασµένος barge in εισβάλλω, επεµβαίνω
awkward δυσάρεστος, στενόχωρος, bark φλοιός δέντρου, γάβγισµα,
αµήχανος, που προκαλεί αµηχανία, γαβγίζω, µιλώ δυνατά και θυµωµένα
δύσκολος, άβολος, αδέξιος bark up the wrong tree κάνω λάθος
awry λοξός barn αχυρώνας, κτίριο όπου
babble µουρµουρίζω, µιλώ παραµένουν λεωφορεία/φορτηγά
ακατάληπτα, κελαρύζω όταν δεν χρησιµοποιούνται
backdrop σκηνικό από ύφασµα στο barrage φράγµα
βάθος σκηνής barren (για γη) άγονος, που δεν
backlash έντονη αντίδραση του παράγει καρπούς/σπόρους
κοινού barricade οδόφραγµα, οχύρωµα,
backlog σωρός καθυστερηµένης στήνω οδόφραγµα
δουλειάς barrier ύφαλος, φράγµα, εµπόδιο
backtrack επιστρέφω από τον ίδιο barter ανταλλαγή εµπορική, υλικό
δρόµο, υπαναχωρώ (µτφ) ανταλλαγής, εµπορεύοµαι µε
backup βοήθεια, υποστήριξη, ανταλλαγή
εφεδρεία base αγενής, βάση, βασίζω
backwash επακόλουθο συν. bash χτυπώ µε δύναµη, κριτικάρω
δυσάρεστο έντονα
badge διακριτικό σήµα, έµβληµα bashful ντροπαλός, δειλός
baffle µπερδεύω, βρίσκοµαι σε basil βασιλικός
σύγχυση, προκαλώ απορία basin κοιλάδα
bail εγγύηση για αποφυλάκιση bask λιάζοµαι, απολαµβάνω πχ
bail out βοηθώ σε άσχηµη εύνοια
κατάσταση, πέφτω µε αλεξίπτωτο batch φουρνιά, οµάδα, σωρός
bait δόλωµα batter βοµβαρδίζω, συντρίβω, χτυπώ,
ballot µυστική ψηφοφορία, συνολικός δέρνω, χτυπώ δυνατά
αριθµός ψήφων battle to δίνω µάχη για να
bandage επίδεσµος bay όρµος, κόλπος, οριοθετηµένος
bandit ληστής, µέλος συµµορίας που χώρος πχ στάθµεσης/αποθήκευσης
επιτίθεται σε ταξιδιώτες be alert to sth είµαι έτοιµος να
bandwidth εύρος ζώνης, εύρος αντιδράσω
φάσµατος be all ears είµαι όλος αυτιά,
banish εξορίζω, διώχνω κπ/κτ, ανυποµονώ ν' ακούσω κάτι
8
be at fault είµαι υπεύθυνος για κτ be out of practice είµαι ντεφορµέ
be at odds with sb διαφωνώ be out on your ear απολυµένος,
be at one with συµφωνώ απόλυτα µε, αναγκασµένος να φύγω
αισθάνοµαι ότι είµαι κοµµάτι από κτ be possessed of sth είµαι
be backed up είµαι µπλοκαρισµένος προικισµένος, έχω, νιώθω
εξαιτίας κυκλοφοριακής be teeming with είµαι γεµάτος (µε
συµφόρησης ανθρώπους/ζώα κλπ)
be beset with/by sth διακατέχοµαι, be the apple of sb's eye είµαι
βασανίζοµαι από πολύτιµος για κπ
be bound to που είναι βέβαιος (ότι θα be up in arms είµαι πολύ θυµωµένος
συµβεί) be wary of είµαι επιφυλακτικός για κτ
be conscious of έχω επίγνωση beacon φάρος
be contingent on εξαρτώµαι από bead χάντρα, σταγόνα, σταγονίδιο
be done for είµαι τελειωµένος beak ράµφος
be done up είµαι beam ακτίνα φωτός, δοκάρι, δοκός
ντυµένος/στολισµένος bear down on sb/sth πλησιάζω
be done with έχω τελειώσει κτ απειλητικά
be found in abudance βρίσκοµαι σε bear it in mind έχω υπ' όψη µου,
αφθονία θυµάµαι
be head and shoulders (above sb) bear out επιβεβαιώνω, στηρίζω
είµαι κλάσσεις ανώτερος από άλλους (ισχυρισµούς)
be held responsible for θεωρούµαι bear up αντιµετωπίζω θαραλλέα,
υπαίτιος για κάτι κάνω κουράγιο, αντέχω
be in a tight spot είµαι σε δύσκολη bearing σχέση, επίπτωση, παράστηµα
θέση beaver κάστορας
be in arrears χρωστάω, οφείλω beckon γνέφω, δελεάζω, προσκαλώ
be in awe of sb/sth κπ/κτ µου beggar ζητιάνος
προκαλεί δέος begrudge ζηλεύω, δίνω απρόθυµα,
be in dire straits είµαι σε πολύ δυσανασχετώ επειδή πρέπει να κάνω
δύσκολη κατάσταση κάτι
be in tune with συµφωνώ µε beguile απατώ, γοητεύω, εξαπατώ,
be in two minds αµφιταλαντεύοµαι εξαπατώµαι από τεχνάσµατα
be locked in είµαι εγκλωβισµένος σε behold βλέπω, παρατηρώ, προσέχω,
(µτφ) πρόσεχε!
be on the alert είµαι προσεκτικός και belated αργοπορηµένος πολύ,
προετοιµασµένος αργοπορών
be on the decline βρίκοµαι σε πτώση belittle µειώνω, υποτιµώ
be on the nioght shift είµαι στη bellow µουγκρίζω σαν ταύρος
νυχτερινή βάρδια belt ζώνη, ζώνω, τραγουδώ δυνατά
be out and about ξαναστέκοµαι στα bemused µπερδεµένος, σαστισµένος
πόδια µου µετά από ασθένεια, benchmark σηµείο αναφοράς
ταξιδεύω από το ένα µέρος στο άλλο benefactor ευεργέτης, δωρητής
be out for the count είµαι/βγαίνω νοκ beneficiary δικαούχος, κληρονόµος
άουτ, κοιµάµαι του καλού καιρού benevolent αγαθοεργός,
9
καλοκάγαθος, φιλανθρωπικός, blacksmith σιδεράς
γεµάτος καλοσύνη, φιλάνθρωπος blade λεπίδα, πτερύγιο
benign καλοκάγαθος, καλοσυνάτος, έλικα/προπέλας κλπ
πράος bland χωρίς ενδιαφέρον, αδιάφορος,
bent on αποφασισµένος να (κάνει κτ) άγευστος
bequeath κληροδοτώ blandishment δόλωµα, θέλγητρο,
bequest κληροδότηµα, κληροδοτώ κολακεία
bereaved τεθλιµµένος blank κενός, άδειος, ανέκφραστος,
bereft συντετριµµένος άδειο διάστηµα σε κτ γραπτό, κενό
berserk µαινόµενος blare βγάζω διαπεραστικό ήχο πχ για
beseech εκλιπαρώ, ικετεύω σειρήνες
αγωνιωδώς, παρακαλώ blast έκρηξη, ριπή ανέµου, σάλπισµα,
beset καταπονώ, περικυκλώνω, ήχος κόρνας/σειρήνας/πνευστού
περιστοιχίζω οργάνου, ανατινάζω
besiege πολιορκώ blatant οφθαλµοφανής, κραυγαλέος,
bestow παρέχω, απονέµω, δίνω κατάφωρος, σκανδαλώδης,
bet στοιχηµατίζω ολοφάνερος
betray προδίδω bleach άσπρισµα, λεύκανση,
betrayal προδοσία λευκαντικό, αποχρωµατίζω,
beverage ποτό ασπρίζω,λευκαίνω, ξεθωριάζω,
bewildering που προκαλεί σύγχυση προκαλώ αποχρωµατισµό
bewitch µαγεύω bleak ζοφερός, µουντός, κρύος,
bewitching µαγευτικός, γοητευτικός παγερός (για καιρό), γυµνός (για
biased προκατειληµµένος τοπίο)
bicker λογοµαχώ bleary θολός (για µάτια)
bid απόπειρα, προσπάθεια, προσφορά bleed αιµορραγώ, κάνω αφαίµαξη,
οικονοµική αποσπώ χρήµατα
bigot προκατειληµµένος, ρατσιστής bleeper τηλεειδοποίηση
bigoted στενόµυαλος, αδιάλλακτος blemish ψεγάδι
bilateral διµερής blend µείγµα, ταιριάζω, ανακατεύω,
billboards ταµπλό για διαφηµίσεις ανακατώνω, αναµιγνύω, συνδυάζω,
billowing τεράστιος ταιριάζω αρµονικά
bind δέσιµο, δεσµός, δένω, δεσµεύω, blessed ευλογηµένος, µακάριος
συνδέω, ενώνω, εµποδίζω, blinder παρωπίδα, εµπόδιο όρασης
προσδένοµαι, υποχρεώνω blinding εκτυφλωτικός
binocular διοπτρικός, χρησιµοποιών blink ανοιγοκλείνω τα µάτια
και τα δύο µάτια bliss τέλεια ευτυχία, παράδεισος
biomass βιοµάζα blissful πανευτυχής
bite δαγκώνω blister φουσκάλα, φουσκαλιάζω
biting καυστικός blithe αδιάφορος, που αδιαφορεί για
bizarre παράξενος, αλλόκοτος αυτό που κάνει
blackout γενική διακοπή ρεύµατος, blitz περίοδος έντονης
προσωρινή απώλεια δραστηριότητας, ξαφνική επίθεση
όρασης/µνήµης/αισθήσεων (συν. από αέρος)
10
blizzard χιονοθύελλα, ισχυρός άνεµος bogus ψευδής, ψεύτικος, κάλπικος
µε χιόνι, µεγάλη χιονόπτωση boisterously βίαια
blob σταγόνα, κηλιδώνω, µουτζαλιά bold τολµηρός, απότοµος, ατρόµητος,
block οικοδοµικό τετράγωνο άφοβος, παράτολµος, ριψοκίνδυνος,
blockade αποκλεισµός ευκρινής, ευδιάκριτος
blockbuster ταινία που σπάει τα boldness τόλµη
ταµεία bolster / bolster up υποστηρίζω
blocked µπλοκαρισµένος bolt ορµώ, το σκάω, µανταλώνω, το
blood vessel αιµοφόρο αγγείο βάζω στα πόδια, σταµατώ να
bloom άνθισµα, άνθος, ένδειξη υποστηρίζω κόµµα κλπ
φρεσκάδας και νεότητας, λουλούδι, bond δεσµός, οµόλογο, ποσό
περίοδος ανθίσµατος, ανθίζω εγγύησης που καταβάλλεται για
blossom ανθίζω, εξελίσσοµαι (κατά αποφυλάκιση
τρόπο θετικό) bony κοκκαλιάρης, ψάρι µε πολλά και
blot µουτζούρα, κηλίδα, στίγµα µικρά κόκκαλα
blow my top γίνοµαι έξαλλος book κλείνω δωµάτιο σε ξενοδοχείο,
blowout κλατάρισµα λάστιχου, κανονίζω ταξίδι/ξενοδοχείο,
γλέντι, πάρτι, εύκολη νίκη κανονίζω κάτι εκ των προτέρων,
blow-up µεγέθυνση (πχ προκρατώ θέση
φωτογραφίας), ξέσπασµα θυµού boom κρότος, φράγµα, ανέρχοµαι
bludgeon χτύπηµα boost αυξάνω, ενισχύω, βελτιώνω,
blueprint κάνω προσχέδιο, προωθώ
σχεδιάγραµµα, κυανοτυπία boost the prestige of sb/sth ενισχύω
bluff µπλοφάρω το πρεστίζ κπ/κτ
blunder γκάφα, κάνω λάθος από booty λεία
άγνοια/βλακεία, κάνω γκάφα border on πλησιάζω, αγγίζω (τα
blunt αµβλύς, απότοµος, όρια), συνορεύω
απερίφραστος, ωµός, αµβλύνω, bore προκαλώ πλήξη, ανοίγω τρύπα
µετριάζω borough δήµος, διοικητικό
bluntly καθαρά, χωρίς περιστροφές διαµέρισµα
blur αδιαφάνεια, συσκότιση, θαµπός, bottleneck σηµείο όπου στενεύει ο
θολούρα, θολή εικόνα, θολώνω, δρόµος, κώλυµα
θαµπώνω botulism αλλαντίαση, είδος σοβαρής
blurt φωνάζω τραχιά και µε τροφικής δηλητηρίασης
σκαιότητα bough κλαδί δέντρου
bluster βίαιη οχλαγωγία, βίαιος boulder ογκόλιθος
άνεµος, δρω µε θορυβώδεις απειλές, bounce αναπήδηση, αναπηδώ,
καυχώµαι αλαζονικά επιταγή χωρίς αντίκρισµα,
blustering (για άνεµο) θυελλώδης επιστρέφει επιταγή (η τράπεζα),
boast καυχιέµαι, περηφανεύοµαι, ζωντάνια, πηδώ ξαφνικά
υπερηφανεύοµαι για κάτι που έχω, bounce back συνέρχοµαι,
έχω (κτ αξιόλογο/αξιέπαινο), επανέρχοµαι
διαθέτω bound βέβαιος, υποχρεωµένος,
boggle διστάζω, έχω ενδοιασµούς κατευθυνόµενος προς, αναπηδώ,
11
καθορίζω τα όρια λαδώνω, δωροδοκώ
boundary όριο, σύνορο, περιοριστικό bridle χαλινώνω (άλογο)
όριο, σύνορα brief ενηµερώνω
bourgeoisie µεσαία τάξη briliantly λαµπρά
bow υποκλίνοµαι, γέρνω το κεφάλι brim χείλος ποτηριού/φλυτζανιού
boycott διαδικασία µποϊκοτάζ, κλπ, γύρος/γείσο καπέλου
µποϊκοτάρω brisk γρήγορος, ζωηρός, απότοµος,
brace στηρίζω ταβάνι/τοίχο, κοφτός (για τόνο φωνής/τρόπο)
προετοιµάζω-οµαι για κάτι bristle σκληρή τρίχα, τρίχα βούρτσας
δύσκολο/δυσάρεστο broadcast εκποµπή
brag καυχιέµαι (ραδιοφώνου/τηλεόρασης),
braid κοτσίδα, σιρίτι πρόγραµµα
brainstem εγκεφαλικό στέλεχος (ραφιόφώνου/τηλεόρασης), ευρέως,
brainstorming άντληση ιδεών από εκπεµπόµενος, εκπέµπω σήµα
οµάδα ανθρώπων, κατιδεασµός broadly ευρέως, πλατειά
brandish κουνώ, κραδαίνω broil ψήνω στη σχάρα (του φούρνου),
απειλητικά (κυρίως όπλο), ανεµίζω ψήνω στο γκριλ, ψήνοµαι (µτφ)
απειλητικά broker µεσίτης, πράκτορας
brash αυθάδης brood τσούρµο, γενιά νεοσσών,
brass µπρούντζος µελαγχολώ
brawl καυγάς, συµπλοκή brood over συλλογίζοµαι, σκέφτοµαι
brazen θρασύς, αδιάντροπος, brow µέτωπο, φρύδι, κορυφή λόφου
µπρούτζινος browridge η ράχη του µετώπου
breach παραβίαση, ρήγµα, ρήξη, browse χαζεύω σε µαγαζί, κοιτάζω
διακοπή σχέσεων πεταχτά, ξεφυλλίζω, βόσκω
break the news to sb λέω (άσχηµα) brush βούρτσα, πινέλο, βουρτσίζω,
νέα σε κπ ξεσκονίζω
breakaway αποµάκρυνση, απόσπαση brush-off αγενής άρνηση/απόρριψη
breakdown µηχανική βλάβη, brushwork (για ζωγράφο) τεχνική
διάλυση, αποτυχία, (νευρικός) brusque (για τρόπους) απότοµος,
κλονισµός κοφτός
break-in διάρρηξη brute ωµός, κτηνώδης
breakout δραπέτευση (συν οµαδική) brute force βία
breakthrough budge σαλεύω, µετακινώ-ούµαι
εντυπωσιακή/σηµαντική ελαφρά, υπαναχωρώ, αλλάζω γνώµη
ανακάλυψη/εφεύρεση, καινοτοµία buffer ανακόπτω, αναχαιτίζω,
break-up διάλυση (πχ µαλακώνω, προστατεύω, µειώνω τις
σχέσης/επιχείρησης) δυσάρεστες επιπτώσεις που έχει κτ
breed ράτσα, αναπαράγοµαι, buffet κυλικείο, ράπισµα, χαστούκι,
εκτρέφω, προκαλώ γροθιά, γρονθοκοπώ, χτυπώ
breeding ground εστία κακού διαδοχικά, γρονθοκοπώ, χαστουκίζω,
brevity µικρή διάρκεια, λακωνισµός, χτυπώ µε το χέρι
συντοµία build-up βαθµιαία αύξηση
bribe λάδωµα, ποσό δωροδοκίας, bulb βολβός, λάµπα, λυχνία
12
bulge εξέχω, είµαι φουσκωµένος µε by degrees αργά και σταδιακά
bulk όγκος, το µεγαλύτερο µέρος από by dint of µέσω, χάρη σε
κάτι by far κατά πολύ
bulky ογκώδης by hand φτιαγµένος στο χέρι
bully εκφοβίζω by means of χρησιµοποιώντας, µέσω
bullying εκφοβισµός by rights κανονικά (δίκαια)
bulwark προπύργιο by way of για να, µε την πρόθεση να,
bump γδούπος, καρούµπαλο, δίκην, εν είδει, µε την πρόθεση να
εξόγκωµα, µικρό τρακάρισµα, bygone περασµένος, παρελθών
χτύπηµα, πρήξιµο, χτυπώ bypass παράκαµψη, παρακάµπτω
bundle δέσµη, µάτσο by-produt υποπροϊόν
buoyant κεφάτος, αισιόδοξος, τιµές bystander παριστάµενος θεατής
µε ανοδική τάση, που µπορεί να cache κρύπτη, περιεχόµενο κρύπτης,
επιπλεύσει κρύβω σε κρύπτη
burgeon ανθίζω, µπουµπουκιάζω cadaver πτώµα
burial site τόπος ταφής cadet µαθητής
burnout εξάντληση, µεγάλη κούραση αστυνοµικής/στρατιωτικής σχολής
burrow λαγούµι, υπόγεια φωλιά, cajolery το να καλοπιάνεις κπ
ανοίγω λαγούµι σκάβοντας, ψάχνω, calamity συµφορά, καταστροφή,
σκαλίζω, ανασκαλεύω όλεθρος, συµφορά
bush αγριότοπος, θάµνος, χαµόκλαδο, calculable υπολογήσιµος, µετρήσιµος
µοιάζω µε θάµνο, φυτεύω θάµνους calculating υστερόβουλος, ιδιοτελής,
bushel µπούσελ, µονάδα µέτρησης συµφεροντολόγος
δηµητριακών ίση µε 36,4 λίτρα calculus λογισµός
bust σπάζω, κάνω αιφνιδιαστική caliber διαµέτρηµα, ποιοτικό επίπεδο,
επιδροµή µε σκοπό της ολκή, διαµέτρηµα πυροβόλου όπλου/
έρευνα/σύλληψη (για αστυνοµία), βληµάτων του
υποβιβάζω σε βαθµό (στρατ.) call a spade a spade λέω τα
bustle φασαρία/ζωηράδα, κινούµαι σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη
ζωηρά call it a day σταµατώ τη δουλειά για
bustling γεµάτος ζωή/κίνηση πχ για σήµερα, φτάνει για σήµερα
πόλη call it quits πατσίζω, παραιτούµαι,
butcher εκδοροσφαγέας, κρεοπώλης, παρατάω κτ
σφάζω ζώα για τροφή call the shots κάνω κουµάντο, παίρνω
butt γόπα, αποτσίγαρο τις αποφάσεις
butt γόπα, αποτσίγαρο callous αναίσθητος, σκληρός,
buyout εξαγορά όλων/περισσότερων άσπλαχνος, ανηλεής
µετοχών επιχείρησης calve παράγω νέο κοµµάτι
buzz βουίζω, βοµβώ, είµαι γεµάτος camouflage καµουφλάζ, συγκάλυψη,
κίνηση/δραστηριότητα καµουφλάρω, συγκαλύπτω
by and by σύντοµα camper τροχόσπιτο
by and large σε γενικές γραµµές candid ειλικρινής, ντόµπρος
by common consent µε συναίνεση candidacy υποψηφιότητα
όλων cane καλάµι, βέργα, βίτσα, µπαστούνι
13
canister µεταλλικό δοχείο castaway ναυαγός
canola oil κραµβέλαιο casual αβασάνιστος, αδιάφορος,
canopy κλινοσκέπασµα, τέντα σκιάς, απερίσκεπτος, πρόχειρος,
υφασµάτινο κάλυµµα, επιφάνεια ανεπίσηµος (για ρούχο), τυχαίος,
αλεξίπτωτου, θόλος δάσους, σκιάδα, επιπόλαιος, προσωρινός
προστέγασµα casualty θύµα
cap καλύπτω, σκεπάζω πολέµου/ατυχήµατος/µάχης, απώλεια
capability ικανότητα categorical κατηγορηµατικός,
capacious ευρύχωρος απόλυτος
capacity χωρητικότητα, ικανότητα, cater for καλύπτω, ικανοποιώ
ιδιότητα, ρόλος, θέση ανάγκες
capillary action τριχοειδής έλξη cater to καλύπτω, ικανοποιώ τις
capital punishment θανατική ποινή επιθυµίες κπ (συν. αποδοκιµαστικά)
capricious ιδιότροπος, άστατος cause a stir προκαλώ σάλο,
captivate γοητεύω, αιχµαλωτίζω αναταραχή
captivating σηαγηνευτικός, που caution προσοχή, προφύλαξη,
ξελογιάζει προειδοποίηση
captive αιχµάλωτος cautionary που προεισοποιεί, που
carcass πτώµα, ψοφίµι, πλαίσιο συµβουλεύει
λάστιχου αυτοκινήτου cavity κοιλότητα, κοίλωµα, κουφάλα
cardiovascular καρδιοαγγειακός δοντιού
cargo φορτίο cease παύω, σταµατώ
carnivore σαρκοφάγο ζώο ceasefire κατάπαυση πυρός
carnivorous σαρκοφάγος, cede εκχωρώ, παραχωρώ
σαρκοφόρος γη/δικαιώµατα
carriage (of a typerwriter) κινητό celebrated φηµισµένος, ξακουστός
τµήµα µηχανής (σαριό κλπ, ανάλογα celibate αγνός
µε το είδος της µηχανής) cellular κυτταρικός
carriage return αλλαγή σειράς κατά cement ενώνω µε τσιµέντο,
τη δαχτυλογράφηση συγκολλώ, ενδυναµώνω,
carry-on µικρή ταξιδιωτική τσάντα κατοχυρώνω, παγιώνω
που µεταφέρει κπ µαζί του στο censor λογοκριτής, λογοκρίνω
αεροπλάνο censorship λογοκρισία
carve σκαλίζω (πέτρα/ξύλο), censure επίκριση, µοµφή, επικρίνω,
χαράσσω, κόβω κρέας σε αποδοκιµάζω
φέτες/κοµµάτια census απογραφή πληθυσµού
cascade µικρός καταρράκτης, center on εστιάζοµαι
οτιδήποτε θυµίζει καταρράκτη cerebral palsy εγκεφαλική παράλυση
cash rebate έκπτωση, επιστροφή cerebrospinal fluid εγκεφαλονωτιαίο
χρηµάτων υγρό
cast ρίχνω certification πιστοποίηση, βεβαίωση
βλέµµα/χαµόγελο/φως/δίχτυ certify πιστοποιώ
ψαρέµατος, πετώ, αποβάλλω δέρµα cessation παύση
(για φίδι), επιλέγω ηθοποιό chamber αίθουσα σε δηµόσιο κτήριο,
14
θάλαµος, κοιλότητα chip σπάω στην άκρη
changeover αλλαγή (από ένα choke πνίγοµαι από φαγητό/καπνό,
σύστηµα/µέθοδο σε άλλο) πνίγω, στραγγαλίζω
chant απαγγέλω chop µπριζόλα, φέτα, ποιότητα,
ρυθµικά/τραγουδιστά, ψάλλω σφραγίδα, σφραγίδα ποιότητας,
char καρβουνιάζω, κόβω σε κοµµάτια, χτύπηµα σαν µε
απανθρακώνω-οµαι τσεκούρι, κόβω, λιανίζω, αλλάζω
chariot άρµα κατεύθυνση
charred µαυρισµένος, choppy (για θάλασσα) κυµατώδης,
καρβουνιασµένος ταραγµένος
chastise επικρίνω, επιπλήττω, chore µικροδουλειά, αγγαρεία,
µαλώνω αυστηρά βαρετή δουλειά
chatter φλυαρώ, χτυπώ από το christen βαπτίζω
κρύο/φόβο δόντια chronicle χρονικό, εξιστορώ,
chatter φλυαρία, κελάρυσµα, καταγράφω γεγονότα
τερέτισµα chubby στρουµπουλός, τροφαντός
checked µε καρό σχέδιο chuckle κρυφογελώ
check-in χώρος ελέγχου chunk µεγάλο κοµµάτι από
εισιτηρίου/αποσκευών σε ψωµί/ξύλο, µεγάλη ποσότητα από κτ
αεροδρόµιο, έλεγχος churn out παράγω σωρηδόν
εισιτηρίου/αποσκευών σε cinder θράκα
αεροδρόµιο cipher κρυπτογραφία
checkout ταµείο (σε σούπερµάρκετ), circulate κυκλοφορώ
ώρα αναχώρησης από ξενοδοχείο circumspect επιφυλακτικός,
check-up γενική ιατρική εξέταση προσεκτικός, συνετός
cheerless άκεφος, µελαγχολικός, circumstances περιστάσεις, συνθήκες
ζοφερός circumstantial συµπτωµατικός,
chemical compound χηµική ένωση περιστασιακός, συµπερασµατικός,
cherish αγαπώ, νοιάζοµαι, διατηρώ έµµεσος (πχ για αποδέιξεις),
στη µνήµη µε αγάπη, τρέφω ελπίδες ενδεικτικός, που υποδηλώνει κτ αλλά
κλπ δεν το αποδεικνύει
chide επιπλήττω, µαλώνω circumvent παρακάµπτω
chiefly κυρίως cite αναφέρω, παρουσιάζω, παραθέτω
chieftain αρχηγός φυλής απόσπασµα βιβλίου κλπ
chiken pox ανεµοβλογιά civilian πολιτικός (µη στρατιωτικός)
childish απλός, ξεµωραµένος, claim ισχυρισµός
παιδικός claimant διεκδικητής
childlike σαν παιδί clamber σκαρφαλώνω µε δυσκολία
chilling ανατριχιαστικός clamor κατακραυγή, φασαρία,
chime χτυπώ, σηµαίνω (για διαµαρτύροµαι έντονα, κατασιγάζω,
καµπάνα/ρολόι) φωνάζω
chimes µελωδός (κρεµαστά clamp σφίγγω, µαγκώνω
διακοσµητικά που κουδουνίζουν µε clan σόι, οµάδα ανθρώπων (που έχουν
τον αέρα) κτ κοινό)
15
clandestine κρυφός, µυστικός (συχνά clog επιβάρυνση, τσόκαρο, κλείνω,
παράνοµος), που γίνεται στα κρυφά βουλώνω, φρακάρω, φράζω,
clang παράγω δυνατό µεταλλικό ήχο εµποδίζω, συσσωµατώνοµαι
clank µεταλλικός ήχος αλυσίδας, cloning κλωνοποίηση
χτυπώ (κάνοντας µεταλλικό ήχο) close-down οριστικό κλείσιµο (πχ
clarify διευκρινίζω, αποσαφηνίζω εργοστασίου)
clarity σαφήνεια, διαύγεια, clot θρόµβος αίµατος, θροµβώνω,
καθαρότητα πήζω
clarity διαύγεια clump συστάδα
clash σύγκρουση, συµπλοκή, clumsy αδέξιος, χοντροκοµµένος,
διαφωνία, ασυµφωνία, δυνατός άβολος, κακοφτιαγµένος
µεταλλικός ήχος cluster οµάδα οµοειδών που
clasp σφίγγω, κρατώ κτ σφιχτά, εµφανίζονται/φυτρώνουν µαζί,
σφιχταγγαλιάζω δέσµη, σύµπλεγµα, συστάδα,
classification ταξινόµηση συγκεντρώνοµαι σε οµάδα
classified απόρρητος, ταξινοµηµένος clutch λαβή, άρπαγµα, πιάσιµο,
κατά κατηγορία συµπλέκτης αυτοκινήτου, κρατώ
classify ταξινοµώ σφιχτά
clatter κρότος, κροτάλισµα clutter φορτώνω µε άχρηστα
claw νύχι ζώου/πτηνού, δαγκάνα αντικείµενα
clay πηλός coalition συµµαχία, συνασπισµός
clean-up καθαρισµός κοµµάτων
clear δίνω επίσηµη άδεια για κάτι coarse αγενής, τραχύς,
clearance εκκαθάριση, άδεια, χοντροκοµµένος, άτεχνος, κοινός,
εξουσιοδότηση, ελεύθερος χώρος υνηθισµένος
µεταξύ δύο αντικειµένων coastguards ακτοφυλακή
clearing ξέφωτο coax καλοπιάνω, καταφέρνω κπ να
cleft µερικώς διαχωρισµένος, σχισµή κάνει κτ
clement επιεικής cocoon κουκούλι
clench σφίγγω coerce sb into sth υποχρεώνω,
(γροθιές/δόντια/χέρια/σαγόνι πχ από εξαναγκάζω µε απειλές κπ να κάνει
θυµό), κρατώ γερά, σφίγγω κτ
click χτυπώ, ηχώ (µ' ένα σύντοµο coercive εξαναγκαστικός
ξηρό κρότο) co-found συνιδρύω
climactic κρίσιµος (για cognitive γνωστικός (που σχετίζεται
γεγονός/χρονική στιγµή) µε την γνώση), διανοητικός, της
cling κρατώ σφιχτά, κολλάω, κατανόησης, της αντίληψης
προσκολλώµαι σε cognizant γνώστης, ενήµερος
cling (clung-clung) κολλώ, πιάνοµαι, cohabit συζώ, συνυπάρχω
κρατιέµαι σφιχτά, εξαρτώµαι cohabitation το να συζεί κπ,
συναισθηµατικά συνύπαρξη
clink κουδουνίζω, τσουγγρίζω coherence συνοχή
cloak µανδύας, κρύβω, µεταµφίεση, coherent που έχει συνοχή/ειρµό,
µεταµφιέζοµαι, σκεπάζω λογικός, κατανοητός, συνεπής
16
λογικά, συναφής, συµφασικός, µνήµη κάποιου
συνδεδεµένος, που έχει τις αισθήσεις commemorative αναµνηστικός,
του και µπορεί να µιλήσει (µε εορταστικός, υπενθυµιστικός
συνοχή) commence αρχίζω, ξεκινώ
cohesion ενότητα, συνοχή commend επαινώ, εγκωµιάζω,
coil σπείρα (από σκοινί/σύρµα κλπ.) προτείνω, συστήνω
coincide συµπίπτω, συµβαίνω την ίδια commensurate ανάλογος, αντίστοιχος
στιγµή commentary περιγραφή, σχολιασµός
collaborate συνεργάζοµαι αγώνα
collapse κατάπτωση, λιποθυµία, commercialize εκµεταλεύοµαι
συντριβή, καταρρέω, λιποθυµώ, εµπορικά
συντρίβοµαι commission αναθέτω έργο, αναθέτω
collateral παράπλευρος, δευτερεύων σε κπ να κάνει κτ
collateral damage παράπλευρη commit διαπράττω αδίκηµα, δεσµεύω
απώλεια commitment αφοσίωση, αποστολή,
collision σύγκρουση, πρόσκρουση διάπραξη, εγκλεισµός σε
colony αποικία φυλακή/ψυχιατρείο, κατάθεση σε
column κολόνα, στύλος, στήλη νοµοθετική επιτροπή, υποσχεση,
καπνού/εφηµερίδας κλπ υποχρέωση
comb χτενίζω, ερευνώ παντού committee επιτροπή
combat µάχη, πολεµώ, καταπολεµώ, commodious ευρύχωρος, άνετος
µάχοµαι (χώρος)
combust αναφλέγοµαι commodity προϊόν, αγαθό
combustible εύφλεκτος common consent συναίνεση όλων
come close to - ing λίγο έλειψε να commonplace συνηθισµένος,
come down with αρρωσταίνω από τετριµµένος, κοινός
come into force αρίζω να ισχύω commotion φασαρία, αναστάτωση
come to grief αποτυγχάνω, πηγαίνω communal κοινός, κοινόχρηστος
στραβά, παθαίνω ατύχηµα commute πηγαινοέρχοµαι καθηµερινά
come to grips κατανοώ, αντιµετωπίζω µε συγκοινωνία για τη δουλειά µου,
come to hand βρίσκοµαι πρόχειρος, (νοµ.) µετατρέπω ποινή
είµαι διαθέσιµος compact στριµωγµένος, συµπαγής,
come to light έρχοµαι στο φως, συνεπτυγµένος
αποκαλύπτοµαι companionship συντροφιά
come to the point φτάνω στο compared with σε σύγκριση µε,
κυριότερο σηµείο της συζήτησης συγκριτικά µε
come up προκύπτω compartment διαµέρισµα τρένου,
comeback επιστροφή, επάνοδος ιδιαίτερος χώρος, χώρισµα, τµήµα
comedown ξεπεσµός, κατάντια compass διαβήτης µετρήσεων,
come-on πράξη που γίνεται για να πυξίδα, διαβήτης (όργανο), όρια,
δελεάσει κπ φάσµα, περιοχή
commemorate υπενθυµίζω, καλώ σε compassion συµπόνια
ενθύµηση, γιορτάζω την µνήµη compassionate συµπονετικός
commemoration τελετή/πράξη στη compatibility αρµονία, συµβατότητα
17
compatible συµβατός composed αποτελούµενος από,
compel αναγκάζω, εξαναγκάζω, ήρεµος, ψύχραιµος
επιβάλλω, υποχρεώνω compositing δηµιουργία σύνθετης
compellable εξαναγκάσιµος εικόνας
compellation ονοµασία, προσφώνηση composition σύνθεση
compelling εξαναγκαστικός, composure ψυχραιµία, αυτοκυριαρχία
ακαταµάχητος (για επιχειρήµατα) compound µείγµα, χηµική ένωση,
compensate (for) αντισταθµίζω, επιδεινώνω, κάνω χειρότερο,
αναπληρώνω αναµιγνύω
compensation αποζηµίωση comprehensible κατανοητός
competence ικανότητα, δικαιοδοσία compress συµπιέζω, συµπτύσσω
competent αρµόδιος, διαγωβιζόµενος, comprise αποτελούµαι από, αποτελώ,
ικανός συνίσταµαι από, περιλαµβάνω,
competition ανταγωνισµός, εµπεριέχω, απαρτίζοµαι από
διαγωνισµός compromise συµβιβασµός,
competitive ανταγωνιστικός συµβιβάζω-οµαι, εκθέτω, βάζω σε
competitor ανταγωνιστής κίνδυνο
compilation συλλογή, συµπίληµα, compulsive παθολογικός (για
σύνταξη (πχ βιβλίου) παρόρµηση που δεν ελέγχεται), που
compile συντάσσω, συλλέγω καθηλώνει
complacent κοµπλίσιντ αυτάρεσκος, compulsory υποχρεωτικός
εφησυχασµένος, ικανοποιηµένος από conbust αναφλέγοµαι
τον εαυτό του conceal κρύβω, αποκρύπτω
complaint παράπονο, γκρίνια concede παραδέχοµαι, αναγνωρίζω,
complement συµπλήρωµα παραχωρώ
complementary συµπληρωµατικός conceit έπαρση
completion αποτελείωση, conceivable πιθανός, που µπορεί να
τελειοποίηση φανταστεί/σκεφτεί κανείς
complexion επιδερµίδα, όψη, conceive συλλαµβάνω (ιδέα)
χαρακτήρας (µτφ.), µορφή, εικόνα conception επινόηση, σύλληψη
(µτφ.) ιδέας/σχεδίου, ιδέα, αντίληψη, (ιατρ.)
compliance υπακοή, συµµόρφωση σύλληψη
compliant υποχωρητικός, ενδοτικός concerned ανήσυχος, ενδιαφερόµενος
complication επιπλοκή, περιπλοκή, conciliate συµφιλιώνω, κατευνάζω
µπέρδεµα conciliatory συµφιλιωτικός,
complicity συνέργεια, συµµετοχή σε διαλλακτικός
παράνοµη δραστηριότητα concise συνοπτικός, µεστός
compliment φιλοφρόνηση, τιµή, concisely συνοπτικά, περιεκτικά
φιλοφρονώ conclusive αδιαµφισβήτητος
complimentary δωρεάν, conclusively αδιαµφισβήτητα,
φιλοφρονητικός πειστικά
comply συµµορφώνοµαι, υπακούω concord οµόνοια, αρµονία
component µέρος, τµήµα, κοµµάτι, concordance συµφωνία, αρµονία
συστατικό, εξάρτηµα concrete απτός, συγκεκριµένος,
18
τσιµεντένιος, χειροπιαστός congregate συναθροίζοµαι
concur (with) συµφωνώ, συµπίπτω, congress συνέδριο
συγκλίνω, συναινώ congruence συµφωνία, οµοιότητα,
condemn καταδικάζω, αποδοκιµάζω αρµονία, αναλογία
condense υγροποιούµαι (για conjoin συνδέω-οµαι, ενώνω-οµαι
αέρια/ατµούς), συµπυκνώνω-οµαι conjunction συνδυασµός, σύνδεσµος
condiment άρτυµα, αρωµατικό γραµµατικής, συνδυασµός
φαγητού, καρύκευµα γεγονότων
conditional υπό όρους, που εξαρτάται conjure up φέρνω στο νου, θυµίζω
από κτ connive κονάιβ συνεργώ (δι' ανοχής),
condone ανέχοµαι, παραβλέπω, δείχνω ανοχή, παραβλέπω, κάνω τα
συγχωρώ στραβά µάτια
conducive συντελλών, συµβάλλων, connoisseur ειδήµονας, ειδικός,
συντελεστικός, που συµβάλλει σε, γνώστης
που επιτρέπει/ευνοεί κτ conscientious ευσυνείδητος
conduct διεξάγω, διευθύνω ορχήστρα, conscious που έχει επίγνωση, που έχι
οδηγώ κπ κάπου, είµαι αγωγός τις αισθήσεις του, συνειδητός, που
(φυσ.) ενδιαφέρεται πολύ για κτ
confer συσκέπτοµαι consecutive διαδοχικός, συνεχόµενος,
conference συνέδριο, συνδιάσκεψη, συναπτός
σύσκεψη consensus οµοφωνία, κοινή
confession οµολογία, παραδοχή, συναίνεση, σύµφωνη γνώµη
εξοµολόγηση consent συγκατάθεση, συναίνεση,
confidant έµπιστο πρόσωπο, συγκατατίθεµαι, συναινώ, συµφωνώ
µυστικοσύµβουλος consequence συνέπεια, αποτέλεσµα,
configuration διαµόρφωση, διάταξη απόρροια, επακόλουθο, σηµασία,
confine to περιορίζω-οµαι σε σπουδαιότητα
confined περιορισµένος (για χώρο) consequence συνέπεια, σηµασία
confirm επιβεβαιώνω consequent που απορρέει, που
confirmation επιβεβαίωση, οφείλεται, επακόλουθος
επαλήθευση conservation προστασία, σώσιµο,
confiscate κατάσχω διατήρηση
conflict αντίθεση (ιδεών), σύγκρουση conservative συντηρητικός
conform συµµορφώνοµαι, conserve συντηρώ, διατηρώ,
προσαρµόζοµαι, εναρµονίζοµαι προστατεύω
confrontation αντιπαράθεση considerable αξιοσηµείωτος,
congenial κοντζίνιαλ ευχάριστος, σηµαντικός σε αξία/σπουδαιότητα,
ταιριαστός, κατάλληλος για δουλειά σε µεγάλη ποσότητα
congested γεµάτος κόσµο, µε πολλή considerate που νοιάζεται για τους
κίνηση, µε άλλους
συνωστισµό/κυκλοφοριακή consist of αποτελούµαι από,
συµφόρηση, µπουκωµένη µύτη συνίσταµαι από, απαρτίζοµαι από
conglomeration συνονθύλευµα, consistency συνέπεια, σταθερότητα,
κοινοπραξία επιχειρήσεων πυκνότητα, σύσταση
19
consistenly σταθερά, συνεπώς contemptuous περιφρονητικός, που
consistent with σύµφωνος µε περιφρονεί
console παρηγορώ contend ισχυρίζοµαι, διατείνοµαι,
consolidate εδραιώνω, σταθεροποιώ, µάχοµαι, αγωνίζοµαι
ενισχύω, παγιώνω, ενσωµατώνω, contender υποψήφιος, διεκδικητής
ενοποιώ, συγχωνεύω content ικανοποιηµένος, που αρκείται
consolidation ένωση, συγχώνευση, σε, πρόθυµος να κάνει κτ
ενοποίηση contention άµιλλα, ανταγωνισµός,
conspicuous περίβλεπτος, εµφανής, καβγάς, σηµείο τριβής/διαφωνία
ευδιάκριτος, που τραβά την contentious αµφιλεγόµενος
προσοχή, που ξεχωρίζει contest ανταγωνίζοµαι, διεκδικώ,
conspiracy συνωµοσία, σκευωρία αγωνίζοµαι για, προσβάλλω,
conspire συνωµοτώ αµφισβητώ (την εγκυρότητα)
constitute αποτελώ, συνιστώ, contiguous που εφάπτεται, που
συγκροτώ συνορεύει
constitution σύνταγµα contingency ενδεχόµενο, απρόοπτη
constitutional συνταγµατικός εξέλιξη
constraint περιορισµός contingent που εξαρτάται από,
constrict στενεύω, περιορίζω αποστολή (οµάδα ανθρώπων πχ σε
construction κατασκευή συνάντηση/συνέλευση)
constructive εποικοδοµητικός contort στρίβω µε βία, συστρέφω
construe ερµηνεύω, εξηγώ contour περίγραµµα
consul πρόξενος contract συστέλλοµαι, κολλώ
consultant σύµβουλος ασθένεια, συνάπτω
consume καταναλώνω συµβόλαιο/σύµβαση
consumerism καταναλωτισµός contraction σύσπαση
consumerist οπαδός καταναλωτισµού contradict αντιλέγω, αντιφάσκω,
consumptive φυµατικός διαψεύδω
contagious µεταδοτικός, contradiction αντίφαση, διάψευση
µολυσµατικός contrast αντιπαραβάλλω, έρχοµαι σε
contain περιέχω, συγκρατώ, αντίθεση
περιορίζω contribution συνεισφορά
contain αναχαιτίζω, συγκρατώ contrive καταφέρνω, κατορθώνω,
contaminant µολύνον υλικό επινοώ, προσχεδιάζω
contaminate µολύνω controversial επίµαχος,
contaminated µολυσµένος αµφιλεγόµενος
contamination µόλυνση controversy διένεξη, διαµάχη,
contemn περιφρονώ, καταφρονώ συζήτηση
contemplate θεωρώ, µελετώ convenience ευκολία, άνεση
contemplation περισυλλογή, convenient αναπαυτικός, βολικός,
στοχασµός, προσήλωση του εύκολος, κατάλληλος, πλεονεκτικός
βλέµµατος σε κτ convention κοινωνική σύµβαση,
contempt περιφρόνηση συµβατικότητα, συνέδριο, συνθήκη
contemptible άξιος περιφρόνησης πχ µεταξύ δύο κρατών
20
conventional παραδοσιακός, µεγαλοπρεπής
συµβατικός, συνηθισµένος counsel συµβουλεύω
conversion µετατροπή counselor σύµβουλος, συνήγορος
convert µετατρέπω-οµαι countdown αντίστροφη µέτρηση
convertible µετατρέψιµος countenance όψη, ύφος, έκφραση
convey αποδίδω, µεταφέρω, εκφράζω, counter αντεπίθεση, αντίθετος,
µεταδίδω πχ συναισθήµατα, ενάντιος, εχθρικός, ταµειακή
µεταφέρω µηχανή, αντιµετωπίζω, εκµηδενίζω
conviction καταδίκη, καταδικαστική counteract εξουδετερώνω,
απόφαση, πεποίθηση προλαµβάνω, αναχαιτίζω,
conviction πεποίθηση, βεβαιότητα καταπολεµώ
coordinate συντονίζω counterattack αντεπίθεση
cope αντιµετωπίζω, τα βγάζω πέρα counterbalance αντισταθµίζω
copious άφθονος counterfeit ψεύτικος, πλαστός
cop-out αποφυγή counterpart οµόλογος
καθήκοντος/υποχρέωσης coup άθλος, εντυπωσιακό κατόρθωµα
copper χαλκός courtecy ευγένεια, φιλοφρόνηση
copulate with συνουσιάζοµαι courtier αυλικός, κόλακας
cordial εγκάρδιος covert µυστικός, συγκαλυµµένος
core πυρήνας, κέντρο καρπού, cover-up συγκάλυψη
κεντρικό µέρος, το πιό σηµαντικό cowardice δειλία
κοµµάτι cozy ζεστός, φιλικός, άνετος
corn καλαµπόκι, κόκκος, διατηρώ σε crack ραγίζω, σπάω
αλάτι crackle τρίζω (για ξερόκλαδα/ξύλα
corner παγιδεύω, στριµώχνω που καίγονται), κροταλίζω
coroner ιατροδικαστής, ανακριτής cracks γραµµές
που διενεργεί έρευνα για φόνο cradle κούνια µωρού, λίκνο, κοιτίδα
corporeal σωµατικός (σε craft χειροτεχνία, τέχνη, κατεργαριά
αντιδιαστολή µε crafty πονηρός, πανούργος, δόλιος
πνευµατικό/διανοητικό), υλικός cram παραγεµίζω, στριµώχνω
corpse πτώµα ανθρώπινο, σώµα cramp περιορίζω, εµποδίζω
ζωντανό/νεκρό cramped στενόχωρος, περιορισµένος
corpulent παχύσαρκος crash βροντή, ήχος σπασίµατος,
correlation συσχέτιση, συσχετισµός συντριβή, εντατικός, συντρίβω,
correspond αντιστοιχώ, συµπίπτω, καθοδηγώ µε φωνές, ηχώ µε κρότο
αλληλογραφώ crash course ταχύρρυθµο πρόγραµµα
corresponding αντίστοιχος, ανάλογος µαθηµάτων
corroborate επιβεβαιώνω, στηρίζω crate κιβώτιο, καφάσι
(δήλωση/στοιχεία κλπ) crave λαχταρώ, ποθώ
corrugate σχηµατίζω πτυχές και craving σφοδρή επιθυµία, λαχτάρα
αυλάκια crawl αργή πρόοδος, µπουσουλώ,
corruption διαφθορά, γλωσσ. έρπω, σέρνοµαι, προχωρώ αργά/µε
παρεκφορά δυσκολία
costly δαπανηρός, λαµπρός, crawl to sb σέρνοµαι µπροστά σε κπ
21
(προσπαθώ να τον καλοπιάσω) crust κόρα, κρούστα, φλοιός της γης
creak τρίζω cuddle αγκαλιάζω τρυφερά
crease ζάρα, τσαλάκωµα, τσάκιση πχ cue σύνθηµα για να κάνω κτ, στέκα
σε παντελόνι, ρυτίδα, ζαρώνω µπιλιάρδου, κάνω σινιάλο, δίνω
credentials προσόντα, σύνθηµα, κάνω νόηµα/νεύµα σε κπ
διαπιστευτήρια, πιστοποιητικά να κάνει κτ
credibility αξιοπιστία culinary µαγειρικός, γαστρονοµικός
credibility gap έλλειψη αξιοπιστίας culminate κορυφώνοµαι, καταλήγω,
credible πιστευτός, αξιόπιστος κλιµακώνοµαι
credibly αξιόπιστα culpable (νοµ.) ένοχος, αξιόποινος
credit πίστωση, πιστωτικό υπόλοιπο culprit ένοχος, φταίχτης
λογαριασµού, αναγνώριση, cult της µόδας
επιδοκιµασία cultivate καλλιεργώ
creditor πιστωτής cumbersome ογκώδης, βαρύς,
credo αρχές, πεποιθήσεις, τα πιστεύω βραδυκίνητος
creep γλιστρώ αθόρυβα, έρπω, cumulative αθροιστικός
µπουσουλώ, αναρριχώµαι (για φυτό) cunning πονηρός, πανούργος
crescent το σχήµα της ηµισελήνου curable θεραπεύσιµος, ιάσιµος
crest κορυφή, λοφίο, έµβληµα curb χαλιναγωγώ, τιθασσεύω
cringe ζαρώνω, µαζεύοµαι curfew απαγόρευση κυκλοφορίας
crinkle ζαρώνω, τσαλακώνω-οµαι curiosity περιέργεια
cripple σακατεύω curl έλικα, µπούκλα, κατσαρών,
crisscross δίκτυο, σταυρωτός, προχωρώ ελικοειδώς, συστρέφω,
σταυρωτά, περνώ και ξαναπερνώ σγουραίνω
crooked όχι ίσιος, µε στροφές currency κυκλοφορία, νόµισµα
cross section εγκάρσια τοµή, (χώρας), πέραση, συνάλλαγµα,
αντιπροσωπευτικό δείγµα τρέχουσα χρήση
cross-check επαληθεύω, current τρέχων, τωρινός,
διασταυρώνω διαδεδοµένος, που χρησιµοποιείται
cross-current ρεύµα (νερού) curriculum πρόγραµµα
crossover πέρασµα, αλλαγή (πχ από µαθηµάτων/σπουδών, πρόγραµµα
ένα µουσικό ρεύµα σε άλλο) διδασκόµενης ύλης
crouch µαζεύοµαι, ζαρώνω, λυγίζω τα σχολείου/πανεπιστηµίου κλπ
γόνατα cursory βιαστικός, πρόχειρος
crucial κρίσιµος, καθοριστικός, curt απότοµος, κοφτός
ζωτικής σηµασίας curtail περικόπτω, µειώνω
crude πρόχειρος, άξεστος, curtly απότοµα, κοφτά
πρωτόγονος, µη εξελιγµένος, curve σχηµατίζω καµπύλη, κυρτώνω
χονδροειδής, ακατέργαστος, αργός cushion µαξιλάρι, προσκέφαλο,
crumb ψίχουλο, µικρή ποσότητα µετριάζω τα αποτελέσµατα,
crumble καταρρέω, θρυµατίζω-οµαι προστατεύω από δύναµη/τράνταγµα,
crumple καταρρέω, τσαλακώνω καταστέλλω αγνόώντας
crush συντριβή, συνωστισµός, custody επιµέλεια, φύλαξη,
συντρίβω-οµαι, συνωστίζοµαι προφυλάκιση
22
customary που συνηθίζεται, debit χρέωση, ποσό ανάληψης
συνηθισµένος, συνήθης debris συντρίµµια, χαλάσµατα
cutback µείωση debtor χρεωστής, οφειλετης
cut-off σηµείο/όριο όπου σταµατά κτ decay σαπίζω, χαλάω, παρακµάζω
cut-out φιούρα/σχέδιο κλπ που έχει decayed σάπιος (για δόντι),
κοπεί από χαρτί/ξύλο κλπ σαραβαλιασµένος
cutting διαπεραστικός, κοφτερός, deceitful ανέντιµος, παραπλανητικός
κόψιµο, προσβλητικός, σοδειά decent ευπρεπής, καθώσπρέπει,
dab πιέζω/σκουπίζω ελαφρά αρκετά καλός, της προκοπής
dairy γαλακτοκοµικός, deception εξαπάτηση
γαλακτοπαραγωγικός deceptive απατηλός, παραπλανητικός
dam φράγµα decimate αποδεκατίζω, εξοντώνω
damp υγρός, µελαγχολία, υγραίνω, decipher αποκρυπτογραφώ, βγάζω
µουσκεύω, αποθαρρύνω νόηµα
dangle κρέµοµαι πχ για κλειδιά, decisive αποφαστικής σηµασίας,
κουνάω πέρα-δώθε κρίσιµος, αποφασιστικός
daring τολµηρός, ριψοκίνδυνος declaration κήρυξη, διακύρηξη,
dart ακόντιο, βλήµα, βελάκι, ορµώ, δήλωση
εκτοξεύοµαι, πετάγοµαι, εξακοντίζω declare αναγγέλλω, απευθύνοµαι,
dash ορµώ, τρέχω γρήγορα, σπεύδω, δηλώνω, διαβεβαιώνω, διακηρύσσω,
τρέχω, εκφενδονίζω, χτυπώ / πετώ µε εκφράζω, κηρύσσω, λέω
δύναµη decline αρνούµαι ευγενικά
dated παλιοµοδίτικος, απαρχαιωµένος (πρόσκληση κλπ)
daunt πτοώ, τροµάζω, φοβίζω, decompose αποσυντίθεµαι, σαπίζω
αποθαρρύνω decoy δόλωµα, κράχτης, δελεάζω,
daunted αποθαρρυµένος παγιδεύω
daunting αποθαρρυντικός, που πτοεί decree ψήφισµα, διάταγµα, νοµική
dawdle χασοµερώ, χαζεύω απόφαση, βούλευµα, θεσπίζω
dawn on συνειδητοποιώ, µου περνά dedicate αφιερώνω
από το µυαλό deduce συµπεραίνω
daycare center παιδικός σταθµός deduct αφαιρώ
dazed ζαλισµένος, σαστισµένος deductive συµπερασµατικός
dazzle (για φως) τυφλώνω, θαµπώνω, deed έργο, πράξη, κατόρθωµα
στραβώνω, εντυπωσιάζω (µτφ) deem κρίνω, θεωρώ
dead end αδιέξοδο defect αποσκιρτώ, αυτοµολώ,
dead heat ισοπαλία αποστατώ, προσχωρώ σε άλλη
deadline προθεσµία, χρονικό όριο παράταξη
deadlock αδιέξοδο πχ σε defective ελλαττωµατικός
διαπραγµατεύσεις defer αναβάλλω, µεταθέτω χρονικά
dean πρύτανης defiance περιφρόνηση, ανυπακοή,
dearth έλλειψη, ανεπάρκεια απείθεια
debase υποτιµώ, υποβαθµίζω deficiency ατέλεια, µειονέκτηµα,
debasement υποτίµηση, εξευτελισµός έλλειψη
debatable αµφισβητήσιµος deficient ελλιπής
23
deficit έλλειµµα προϋπολογισµού κλπ delve ψάχνω (µέσα σε κτ), σκαλίζω
defile βεβηλώνω demarcation οριοθέτηση,
definitive οριστικός, απόλυτος, ο διαχωρισµός, σύνορα
καλύτερος στον τοµέα του demeaning εξευτελιστικός
deflate ξεφουσκώνω πχ λάστιχο, demeanor συµπεριφορά, διαγωγή
κλονίζω την αυτοπεποίθηση κλπ, demolish κατεδαφίζω, ανατρέπω,
µειώνω κπ/κτ, µειώνω τον ανατρέπω επιχείρηµα, συντρίβω,
πληθωρισµό νικώ µε µεγάλη διαφορά, διαλύω
deflect αλλάζω κατεύθυνση, στρέφω demonstration διαδήλωση, επίδειξη,
αλλού, εκτρέπω εκδήλωση πχ αγάπης
deft επιδέξιος demoralizing αποθαρρυντικός, που
defuse εκτονώνω (µία κατάσταση) ρίχνει το ηθικό
defy δεν επιδέχοµαι, αψηφώ demote υποβιβάζω
degenerate εκφυλισµένος, denomination θρησκευτικό δόγµα,
διεφθαρµένος, ξεπεσµένος, νοµισµατική αξία, µονάδα χρηµατική
εκφυλίζοµαι, χειροτερεύω, denote σηµαίνω, δηλώνω
επιδεινώνοµαι denounce καταδικάζω κπ/κτ δηµόσια,
degrading εξευτελιστικός, καταγγέλλω κπ στην αστυνοµία
ταπεινωτικός dense κουτός, πυκνός, αργόστροφος
delay αναβάλλω, χρονοτριβώ density πυκνότητα
delectable απολαυστικός, τερπνός dent βαθούλωµα, βαθουλώνω,
delegate αντιπρόσωπος, αναθέτω, βουλιάζω
δίνω εντολή, εξουσιοδοτώ, deodorant αποσµητικό
µεταβιβάζω dependable αξιόπιστος
delegation αντιπροσωπεία, αποστολή, depict απεικονίζω
οµάδα εκπροσώπων, ανάθεση, deplete εξαντλώ, αδειάζω, µειώνω
µεταβίβαση πχ ευθυνών, depletion µείωση, εξάντληση πχ
αρµοδιοτήτων αποθέµατος
deleterious επιβλαβής deplore αποδοκιµάζω, επικρίνω,
deliberate σκόπιµος, εσκεµµένος, που καταδικάζω, οικτίρω
γίνεται αργά και προσεκτικά, depose εκθρονίζω, καθαιρώ
σκέφτοµαι/µελετώ προσεκτικά deposit προκαταβολή, κατάθεση
delicacy λεπτότητα, ευπάθεια, χρηµάτων, εγγύηση χρηµατική
ευγένεια, αβρότητα, λιχουδιά depot αποθήκη, σταθµός
delight απόλαυση τρένου/λεωφορείου
delinquent παράνοµος, που εµφανίζει depreciation υποτίµηση χρηµατικής
τάση για παρανοµία αξίας
delirious που παραληρεί (από depress αδυνατίζω, αποκαρδιώνω,
χαρά/πυρετό) θλίβω, καταστέλλω, ταπεινώνω,
delude εξαπατώ πιέζω, πατώ (πχ πλήκτρα)
deluge κατακλυσµός, ραγδαία βροχή, depressant κατευναστικός
κατακλύζω depression µελαγχολία, κατάθλιψη,
delusion αυταπάτη, πλάνη, κατάπτωση, κατάπτωση ηθικού,
ψευδαίσθηση αποθάρρυνση, θλίψη, χαµήλωµα
24
deprivation στέρηση σπίτι για τιµωρία
deprive sb/sth of sth στερώ deter αποθαρρύνω, αποτρέπω
deprived στερηµένος deteriorate επιδεινώνοµαι,
deputy αναπληρωτής, χειροτερεύω
αντικαταστάτης, βοηθός σερίφη determination καθορισµός.
derision περίγελος προσδιορισµός
derive αποκοµίζω, αντλώ deterrence αποτροπή, αποθάρρυνση,
derive from αποκοµίζω, αντλώ, αναχαίτιση
προέρχοµαι από deterrent αποτρεπτικός παράγοντας
derive from αποκοµίζω, αντλώ, detest απεχθάνοµαι, µισώ
προέρχοµαι detonate εκρήγνυµαι, προκαλώ
descend κατεβαίνω, κατέρχοµαι έκρηξη, πυροδοτώ, εκπυρσοκροτώ
descendant απόγονος detour παράκαµψη, λοξοδρόµηση
descent καταγωγή detractor συκοφάντης
desert εγκαταλείπω, παρατώ, detriment ζηµιά, βλάβη
λιποτακτώ detrimental επιβλαβής, επιζήµιος
designate ορίζω, ονοµάζω, devaluation υποτίµηση νοµίσµατος
ανακυρήσσω devastate (για µέρος) ρηµάζω,
desolate ερηµωµένο µέρος, µόνος και καταστρέφω, αφανίζω, ισοπεδώνω,
δυστυχισµένος άνθρωπος (για άνθρωπο) συντρίβω, θλίβω
despair απελπισία devastated συντετριµµένος
despair of απελπίζοµαι deviate αποκλίνω, παρεκκλίνω
desperate απεγνωσµένος, devious ύπουλος, ανέντιµος
απελπισµένος devise επινοώ
despicable απαίσιος, ποταπός devoid of άδειος, στερηµένος,
despondent απελπισµένος, στερούµενος, που του λείπει κτ
αποκαρδιωµένος devoted αφοσιωµένος
destitute άπορος, εξαθλιωµένος, devotion αφοσίωση
πάµφτωχος, που στερείται devour καταβροχθίζω,
desultory αµεθόδευτος, ασυνάρτητος, διαβάζω/κοιτάζω λαίµαργα,
χωρίς συνοχή καταστρέφω, κατασπαράζω, αφανίζω
detach βγάζω, αποσπώ dew δροσιά του πρωινού, πάχνη
detached αδιάφορος, ψυχρός και dictate υπαγορεύω, διατάζω,
απόµακρος, ανεπηρέαστος, προστάζω, ορίζω, επιβάλλω
αµερόληπτος, που δεν ενώνεται µε dietary διαιτητικός
τα άλλα (για σπίτι) diffident άτολµος, ντροπαλός,
detail αναφέρω λεπτοµερώς συνεσταλµένος
detain θέτω υπό κράτηση, εµποδίζω diffraction διάθλαση φωτός
κπ να φύγει πχ από αστυνοµικό diffuse διάχυτος, φλύαρος,
τµήµα/νοσοκοµείο, καθυστερώ κπ σχοινοτενής, µακρόσυρτος,
detect ανακαλύπτω, διακρίνω, διαχέω-οµαι, εξαπλώνω-οµαι
ανιχνεύω, παρατηρώ diffusion διάχυση, διάδοση
detect ανιχνεύω, παρατηρώ digging σκάψιµο
detention αναγκαστική παραµονή στο dignified αξιοπρεπής
25
dilapidated ετοιµόρροπος, (για υγρό/αέριο), εκβάλλω (για
σαραβαλιασµένος, ερειπωµένος ποταµό)
dilate ευρύνω, διαστέλλοµαι, ανοίγω, discipline επιβαλλω πειθαρχία σε
διευρύνοµαι disclose αποκαλύπτω
diligence επιµέλεια, προσοχή, disclosure αποκάλυψη
εργατικότητα disconcerting που προκαλεί
diligent επιµελής, εργατικός αµηχανία/αναστάτωση
dilute διαλύω, αραιώνω υγρό, discontent δυσαρέσκεια
µετριάζω, αλλοιώνω discount αντιπαρέρχοµαι,
dim αµυδρός (για φως, ανάµνηση παραβλέπω, κάνω έκπτωση, πουλώ
κλπ), σκοτεινός (για µελλοντικές µε έκπτωση
εξελίξεις), χωρίς αρκετό φως, discredit δυσφηµώ, κηλιδώνω,
δυσδιάκριτος (λόγω έλλειψης αµφισβητώ ότι κτ είναι αλήθεια
φωτός), θαµπός, θολός, ζοφερός discreet διακριτικός, µε τακτ
diminish µειώνω-οµαι, υποβιβάζω, discrepancy διαφορά, απόκλιση,
υποτιµώ, λιγοστεύω ασυµφωνία, ανακολουθία
diminutive µικροσκοπικός, discrete χωριστός, διαχωρισµένος
µικροκαµωµένος discretion σύνεση, διακριτικότητα,
dimple λακάκι στο µάγουλο/πιγούνι, ορθή κρίση, εχεµύθεια, ελευθερία
µικρό κοίλωµα σε επιφάνεια βούλησης
din βρόντος, θορυβώ, βροντώ, discrimination διάκριση, µεροληψία,
ξεκουφαίνω ορθή κρίση/επιλογή, διαφοροποίηση,
dingy µουντός, σκοτεινός και διάκριση
βρώµικος discursive ασυνάρτητος, χωρίς
dip βουτώ κτ σε υγρό, χαµηλώνω πχ συνοχή, που πηδά από το ένα θέµα
για τιµές, πέφτω στο άλλο
dire τροµερός, φοβερός (για κίνδυνο, disdain περιφρόνηση
ανάγκη κλπ) disembark αποβιβάζοµαι από
dire strais δύσκολη κατάσταση πλοίο/αεροπλάνο
disapproval αποδοκιµασία disengage αποδεσµεύω, αποσυνδέω,
disarming αφοπλιστικός αποσυµπλέκω
disarray αποδιοργάνωση, σύγχυση, disfigure παραµορφώνω
αναστάτωση disfigured παραµορφωµένος
disband διαλύω-µαι (για οµάδα) disgrace ντροπή, εξευτελισµός,
discard πετώ, ξεφορτώνοµαι ατίµωση, οτιδήποτε προκαλεί
discern διακρίνω, παρατηρώ ντροπή/ατίµωση
discernible ορατός, αισθητός, disguise µεταµφιέζοµαι, κρύβω,
ευδιάκριτιος αποκρύπτω, συγκαλύπτω
discerning οξυδερκής, που ξέρει να disgust αηδία
διακρίνει, που αναγνωρίζει την καλή disheartening αποθαρρυντικός,
ποιότητα αποκαρδιωτικός
discharge δίνω εξιτήριο σε ασθενή, disinterested αµερόληπτος,
απαλλάσσω, απολύω, αφήνω ανιδιοτελής, αδιαάφορος, που δε
ελεύθερο κρατούµενο, εκχύνω-οµαι δείχνει ενδιαφέρον για κτ
26
disintergrate διασπώµαι, κλπ)
αποσυντίθεµαι, διαλύοµαι, dispose τακτοποιώ, ταξινοµώ
συντρίβοµαι dispose of πετώ
dislocate εξαρθρώνω, χαλώ disposed διατεθειµένος
dislodge αποπέµπω, εκτοπίζω, διώχνω disposition χαρακτήρας,
dismantle αποσυναρµολογώ, ιδιοσυγκρασία, προδιάθεση, τάση,
ξεµοντάρω, διαλύω, λύνω, διάθεση
παροπλίζω dispute αµφισβητώ, διεκδικώ
dismay απογοήτευση, κατάπληξη disqualify αποκλείω παίχτη κλπ,
(συν. από κτ δυσάρεστο), φόβος, απορρίπτω κπ
φοβίζω, απογοητεύω disregard αγνοώ, αψηφώ
dismayed απογοητευµένος disreputable ανυπόληπτος,
dismiss απολύω, διώχνω, βγάζω, κακόφηµος
απαλλάσσω, απορρίπτω disrupt αποδιοργανώνω, διαταράσσω,
(ιδέες/σκέψεις κλπ), παραβλέπω, διακόπτω (λειτουργία/ρυθµό κλπ)
(νόµ) σταµατώ την εκδίκαση µίας disseminate διαδίδω (πχ φήµες),
υπόθεσης διασπείρω
dismissal απόλυση, αγνόηση, το να dissemination διασπορά
αψηφά κπ κτ dissent διαφωνώ, αντιτίθεµαι
dismissive υποτιµητικός, dissipate διαλύω-οµαι,
περιφρονητικός εξανεµίζω-οµαι, σπαταλώ, χαραµίζω
disorganize αποδιοργανώνω dissolute έκλυτος, ακόλαστος
disown αποκηρύσσω, απαρνούµαι, dissolve λειώνω, διαλύω-οµαι σε
αποποιούµαι υγρό, διαλύω πχ γάµο/συµφωνία,
disparaging υποτιµητικός, µειωτικός διαλύω-οµαι πχ για πλήθος
disparate αταίριαστος, ανόµοιος dissolve διαλυµένος (για υγρά και
disparity διαφορά, ανοµοιότητα, συµφωνίες-οργανισµούς), υγροποιώ,
ανισότητα αποσυνθέτω, καταλύω
dispatch αποστέλλω γράµµα/δέµα, dissuade αποτρέπω
στέλνω κπ/κτ κάπου, ξεµπερδεύω µε distaste αποστροφή
κπ/κτ γρήγορα distend πρήζω-οµαι, διογκώνω-οµαι
dispel διώχνω, διαλύω πχ φόβους distill διυλίζω, αποστάζω
dispense δίνω, διανέµω, παρέχω, distinct ευδιάκριτος, διαφορετικός
χορηγώ distinction διαφορά, διάκριση, τιµή
disperse διασκορπίζω-οµαι, distinctive χαρακτηριστικός
διαδίδω-οµαι, διαλύω-οµαι distinguished διαπρεπής, σεβάσµιος,
displace αντικαθιστώ, εκτοπίζω, που έχει κοµψή/αρχοντική εµφάνιση
παίρνω τη θέση κπ, µετακινώ, distort παραµορφώνω,
παραγκωνίζω, µετατοπίζω, διαστρεβλώνω, παραποιώ
αναγκάζω κπ να γίνει πρόσφυγας distract eκτρέπω την προσοχή,
display έκθεση, επίδειξη, εκδήλωση συγχύζω, τρελαίνω
συναισθηµάτων distracted αφηρηµένος, που δεν
disposable µίας χρήσης, διαθέσιµος µπορεί να συγκεντρωθεί σε κτ, που
προς χρήση (για χρήµατα/κεφάλαιο τον απασχολεί κάτι
27
distraction περισπασµός, ενόχληση ας)
distress στενοχώρια, δυσκολίες, dome θόλος
δυστυχία, κίνδυνος, επικίνδυνη domestic violence οικογενειακή βία
κατάσταση domineer δυναστεύω, φέροµαι
district περιοχή, διοικητική αυταρχικά
περιφέρεια, τµήµα dominion εξουσία, κυριαρχία,
disturbance ενόχληση, αναστάτωση, επικράτεια
φασαρία, επεισόδιο, διατάραξη, donation δωρεά
διαταραχή πχ ψυχική donor δωρητής
ditch αυλάκι, χαντάκι don't mention it παρακαλώ, τίποτα
diverge αποκλίνω, αποµακρύνοµαι, doom καταστροφή, αφανισµός
χωρίζω, διίσταµαι, διαφέρω, doomed καταδικασµένος
περεκκλίνω, ξεφεύγω dormant λανθάνων, αδρανής
diverge from αποκλίνω, διίσταµαι dormitory φοιτητική εστία, κοιτώνας
divergence απόκλιση dote on υπεραγαπώ κπ
divergent αποκλίνων double-barreled (για όπλο) δίκαννο
diverse διάφοροι dough ζύµη
diversify διαφοροποιώ, ποικίλλω, down and out που δεν έχει χρήµατα
προσδίδω ποικιλία και ζει στους δρόµους, απένταρος
diversion αλλαγή κατεύθυνσης, και άστεγος
εκτροπή, αντιπερισπασµός, down in the mouth θλιµµένος
διασκέδαση, ψυχαγωγία downfall καταστροφή, ξεπεσµός
diversity ποικιλία, ποικιλοµορφία downgrade υποβαθµίζω
divert αποσπώ (την προσοχή), downhill κατηφορικός
εκτρέπω, διασκεδάζω, στρέφω downplay µειώνω τη σηµασία
αλλού, διοχετεύω downpour νεροποντή
divident µέρισµα downright φανερός, σκέτος, καθαρός,
divine θεϊκός πλήρης
divisive που διχάζει downright dunstable ντόµπρος
divulge αποκαλύπτω, κοινολογώ downside µειονέκτηµα, άσχηµη
do away with καταργώ πλευρά, τα αρνητικά µιας
docile πειθήνιος, υπάκουος κατάστασης
dock αποβάθρα φορτοεκφόρτωσης, downsize (για εταιρεία) κάνω
δεξαµενή επισκευής πλοίων, περικοπές, µειώνω το
προβλήτα, εδώλιο κατηγορουµένου προσωπικό/εργατικό δυναµικό
documentation έγγραφα (που downstream επακόλουθος
αποδεικνύουν κτ) downturn οικονοµική ύφεση
dodge πραγµατοποιώ ελιγµό για να draft προσχέδιο, συναλλαγµατική,
αποφύγω κτ, αποφεύγω να κάνω κτ ρεύµα αέρα, ρουφηξιά, γουλιά
domain τοµέας drag σέρνω κπ/κτ, σέρνοµαι, κινούµαι
δραστηριότητας/αρµοδιότητας κλπ, αργά και µε κόπο, τραβολογώ,
αρµοδιότητα, δικαιοδοσία κπ/κτ, παραταβώ, κρατώ πολλή ώρα
επικράτεια, τοµέας,πεδίο drain σωλήνας αποχέτευσης,
(γνώσης/δραστηριότητας/αρµοδιότητ στραγγίζω, αποξηραίνω, πίνω,
28
στραγγίζω, αδειάζω ποτήρι, αναποφάσιστος, αβέβαιος,
φλυτζάνι, εξαντλώ/στραγγίζω µτφ αµφιλεγόµενος, ύποπτος, αµφίβολος,
drainage αποχέτευση, αποστράγγιση αµφισβητήσιµος
drained εξαντληµένος dump πετώ, ξεφορτώνοµαι
draw sb in παρασύρω, αναγκάζω κπ dune αµµόλοφος
να πάρει µέρος σε κτ duplicate διπλός (για αντίγραφο),
draw up συντάσσω έγγραφο, βγάζω αντίγραφο, αναπαράγω,
σταµατώ (για όχηµα) ανατυπώνω
drawback µειονέκτηµα, ελλάττωµα durable ανθεκτικός, γερός
drawer συρτάρι dusk σούρουπο
drawer συρτάρι dust σκόνη, ξεσκονίζω
dread φοβάµαι, τρέµω dutiful ευσυνείδητος, υπάκουος, µε
dreadful τροµερός, φριχτός αίσθηση καθήκοντος
dreary µελαγχολικός, ανιαρός duty-bound υποχρεωµένος
dregde(s) βυθοκορώ, εµβαθύνω dwell on sth/sb σκέφτοµαι/µιλάω
dregs κατακάθι, µούργα συνέχεια για κτ/κπ
drench µουσκεύω dwelling κατοικία
dribble βγάζω σάλια, στάζω, κάνω dwindle φθίνω, λιγοστεύω, µειώνοµαι
τρίπλες στο ποδόσφαιρο βαθµιαία
drift παρασύροµαι από dye βάφω πχ µαλλιά/ύφασµα
ρεύµα/νερό/αέρα, κινούµαι αργά eager ένθερµος, ενθουσιώδης, που
προς µία κατεύθυνση ανυποµονεί για κτ, πρόθυµος
drill τρυπάνι, δοκιµαστική άσκηση, earnest σοβαρός, ειλικρινής,
στρατιωτικά γυµνάσια, εκπαίδευση ευσυνείδητος
drill (for oil) κάνω γεώτρηση ease ανακουφίζω/καταπραϋνω πόνο,
drip σταγόνα, στάζω, στάλαγµα, χαλαρώνω, κινούµαι αργά,
χάχας (αργκό) διευκολύνω
drizzle ψιχαλίζει, ραντίζω, στάζω, easygoing καλόβολος, βολικός
ρίχνω υγρό eavesdrop κρυφακούω
droll φαιδρός, κωµικός, αστείος ebb άµπωτη
drone κηφήνας, βοµβώ, βουίζω eco-friendly φιλικός προς το
droop γέρνω, λυγίζω, µελαγχολώ, περιβάλλον
χάνω το κέφι µου economic οικονοµικός, σχετιζόµενος
droplet σταγονίδιο µε οικονοµία
dropout κπ που παρατάει economical όχι σπάταλος, συνετός µε
σχολείο/σπουδές του διαχείριση χρηµάτων
drought ξηρασία economize εξοικονοµώ
drowback µειονέκτηµα edge out εκτοπίζω κπ σταδιακά
drowsiness νωθρότητα, υπνηλία edible φαγώσιµος
drudgery αγγαρεία edict διάταγµα
drug treatment φαρµακευτική αγωγή edifice µεγάλο και εντυπωσιακό
dub αδέξιος, δίνω τίτλο, προσθέτω κτήριο
ήχο σε ταινία eerie αλλόκοτος και τροµακτικός,
dubious επιφυλακτικός, δύσπιστος, απόκοσµος
29
efface εξαλείφω, διαγράφω, σβήνω προεκτείνω (-οµαι)
επιγραφές/αναµνήσεις κλπ elongated επιµήκης
efficacious δραστικός, eloquence ευγλωττία, ευφράδεια
αποτελεσµατικός (για φάρµακο) eloquent εύγλωττος, ευφραδής
efficient αποδοτικός elucidate εξηγώ, διασαφηνίζω
effort προσπάθεια elude ξεφεύγω, διαφεύγω
effusive διαχυτικός elusive δυσεύρετος, άπιαστος,
egotistical που περιαυτολογεί, φευγαλέος, (άνθρωπος/στόχος κλπ),
γεµάτος έπαρση απροσδιόριστος
egregious στυγερός emaciate αδυνατίζω πολύ
eitorial κύριο άρθρο emaciated κοκαλιάρης
eject διώχνω, βγάζω έξω, βγάζω, emancipation απελευθέρωση,
πετώ, εκτοξεύω (πχ για χειραφέτηση
µηχανήµατα), εκδιώκω, κάνω έξωση, embankment ανάχωµα
πετώ έξω, εκτοξεύω-οµαι, embarkation επιβίβαση (σε πλοίο)
εκτινάσσοµαι embed χώνω, ενσωµατώνω, σφηνώνω
elaborate περίπλοκος, προσεγµένος, embedded σφηνωµένος, χωµένος,
πολύπλοκος, περίτεχνος, ριζωµένος (µτφ) (για αντιλήψεις)
λεπτοµερής, αναπτύσσω, embellish στολίζω, γαρνίρω,
επεξεργάζοµαι, περιγράφω εµπλουτίζω, διανθίζω µε (ψεύτικες)
λεπτοµερώς, παραθέτω λεπτοµέρειες λεπτοµέρειες
elaborate on περιγράφω λεπτοµερώς, embezzle καταχρώµαι χρήµατα,
αναπτύσσω υπεξαίρω
elapse παρέρχοµαι (για χρόνο), περνώ emblem έµβληµα
(για χρόνο) embodiment προσωποποίηση,
elated περιχαρής, κατενθουσιασµένος ενσάρκωση
elective αιρετός, εκλεγόµενος, embody ενσωµατώνω, ενσαρκώνω,
προαιρετικός (για θεραπευτική ενσωµατώνω, περιλαµβάνω
αγωγή/µάθηµα) embossed ανάγλυφος, διακοσµηµένος
elevate προάγω, σηκώνω ψηλά, µε ανάγλυφα σχέδια
ανυψώνω, εξυψώνω embrace αποδέχοµαι, αγκαλιάζω,
elicit αποσπώ (απάντηση), προκαλώ ασπάζοµαι/ενστερνίζοµαι πχ ιδέες,
(αντίδραση), αποσπώ πληροφορίες, περιλαµβάνω, υιοθετώ
εκµαιεύω, προκαλώ emergence εµφάνιση, ανάδυση
αντίδραση/συναίσθηµα emigrate µεταναστεύω, ξενιτεύοµαι,
eligible δικαιούµενος, που έχει τα αποδηµώ
προσόντα, που θεωρείται καλη eminent διαπρεπής, επιφανής,
επιλογή για σύζυγος εξαιρετική/αξιοσηµείωτη ικανότητα
eliminate εξολοθρεύω, αφανίζω, emission εκποµπή
βγάζω από τη µέση, αφαιρώ, φωτός/αερίων/ρύπων κλπ
αποκλείω, εξαλείφω, αποµακρύνω, emit εκπέµπω, εκφωνώ
αποβάλλω, αποκλείω από emotive υποβλητικός, συγκινητικός,
διαγωνισµό, σκοτώνω, καθαρίζω που προκαλεί δυνατά συναισθήµατα
elongate επιµηκύνω (-οµαι), empathize συπάσχω µε κπ, κατανοώ
30
τα συναισθήµατα κλπ κπ engage τραβώ την προσοχή,
empower εξουσιοδοτώ, δίνω το προσλαµβάνω/απασχολώ υπάλληλο,
δικαίωµα/τη δυνατότητα συµπλέκοµαι/εµπλέκοµαι σε µάχη
empty άδειος, αδειάζω engage in µετέχω, ασχολούµαι,
emulate εµιούλεϊτ µιµούµαι, εµπλέκοµαι
αντιγράφω, ακολουθώ (κπ/κτ που engagement υποχρέωση πχ
θαυµάζω) επαγγελµατική
enable δίνω τη δυνατότητα σε κπ, engaging γοητευτικός, θελκτικός
καθιστώ δυνατό/ικανό engrave χαράσσω
enact θεσπίζω νόµο, engrossed απορροφηµένος
αναπαριστώ/παίζω ρόλο/έργο engulf περιβάλλω, τυλίγω, ζώνω,
enactment νοµοθεσία, νόµος κυριεύω
encapsulate συνοψίζω, εκφράζω enhance βελτιώνω, αυξάνω, ενισχύω
συνοπτικά τα κύρια σηµεία enlighten διαφωτίζω, κατατοπίζω
encase βάζω σε θήκη, περικλείω enlightened ενήµερος, χωρίς
enchanted µαγεµένος, γοητευµένος, προκαταλήψεις
ενθουσιασµένος enlightening διαφωτιστικός
encircle περικυκλώνω, περιβάλλω, enlightenment διαφώτιση,
περιστοιχίζω κατατοπισµός
enclose περιφράσσω, περιβάλλω πχ enlist κατατάσσοµαι (στο στρατό),
για φράχτη, εσωκλείω σε επιστολή στρατολογώ-ούµαι, επιστρατεύω,
enclosed που περιβάλλεται από τοίχο, κατατάσσοµαι
που εσωκλείεται σε γράµµα enlivened ζωηρεµένος
encompass περιλαµβάνω, περιβάλλω enormity τεράστια έκταση, µεγάλη
encounter αντιµετωπίζω, συναντώ σοβαρότητα πχ προβλήµατος,
encrypt κωδικοποιώ φρικαλεότητα, τραγωδία
encryption κωδικοποίηση στοιχείων enrage εξοργίζω
encumber παρεµποδίζω, παρακωλύω enraged εξοργισµένος
endanger θέτω σε κίνδυνο enraptured συνεπαρµένος,
endangered απειλούµενος καταγοητευµένος
endeavor έντονη προσπάθεια, enrollment εγγραφή σε σχολείο κλπ
απόπειρα, προσπαθώ ensue έποµαι, ακολουθώ
endorse υποστηρίζω, επιδοκιµάζω, ensure εξασφαλίζω
οπισθογραφώ (για επιταγή), entail συνεπάγοµαι, καθιστώ
διαφηµίζω προϊόν αναγκαίο
endow δωρίζω, κάνω δωρεά, προικίζω entangle µπλέκω, µπερδεύω
endowed προικισµένος enterprise εγχείρηµα, τόλµηµα,
endurance αντοχή επιχείρηση, επιχειρηµατικό πνεύµα
endure υποµένω, αντέχω (στο χρόνο) enthrall συναρπάζω
enduring που διαρκεί πολύ, που enthralling συναρπαστικός
αντέχει enthrone ενθρονίζοµαι
enfold αγκαλιάζω, κρατώ στην enthuse µιλώ µε ενθουσιασµό για
αγκαλιά µου, περιβάλλω, τυλίγω κπ/κτ, ενθουσιάζω κπ
enforce επιβάλλω entice παρασύρω, δελεάζω
31
entirety πληρότητα errant που παραστρατεί, άπιστος
entitle δίνω το δικαίωµα, επιτρέπω, erratic αλλοπρόσαλος, άστατος,
δίνω τίτλο σε βιβλίο κλπ ασταθής, ακανόνιστος, άτακτος
entity οντότητα erroneous λανθασµένος, εσφαλµένος
entrant αρχάριος σε ένα χώρο, erroneously λανθασµένα, εσφαλµένα
υποψήφιος σε διαγωνισµό erudite πολυµαθής, µορφωµένος
entrenched καθιερωµένος, erupt εκρήγνυµαι, ξεσπώ
εδραιωµένος eruption έκρηξη, ξέσπασµα
entrepreneur επιχειρηµατίας escalate κλιµακώνω-οµαι,
entrust αναθέτω, επιφορτίω κπ µε κτ αυξάνω-οµαι (σε ένταση κλπ)
entwine τυλίγω, µπλέκω escort συνοδεύω
enumerate απαριθµώ espionage κατασκοπία
enunciate λέω, προφέρω καθαρά, essence ουσία, κύριο χαρακτηριστικό,
διατυπώνω/εκφράζω ιδέες κλπ εκχύλισµα
καθαρά και µε ακρίβεια establish ιδρύω, δηµιουργώ,
envelop τυλίγω, καλύπτω, σκεπάζω καθιερώνω, εδραιώνω, δηµιουργώ
enviable αξιοζήλευτος σχέσεις, εξακριβώνω, διαπιστώνω
envious που ζηλεύει, που φθονεί establish διαπιστώνω
envision οραµατίζοµαι, φαντάζοµαι, estate κτήµα, κοµµάτι γης που ανήκει
προβλέπω σε κπ, περιουσία, περιουσιακά
envy ζήλια, ζηλεύω, φθονώ στοιχεία
epaulette επωµίδα (διακριτικό esteem εκτίµηση, υπόληψη, σεβασµός
στρατιωτικής στολής) esteemed κύρους, µε υπόληψη
epitomize είµαι προσωποποίηση, estimate υπολογίζω, εκτιµώ,
αποτελώ τυπικό παράδειγµα, προϋπολογίζω
εκφράζω eternal αιώνιος, παντοτινός,
equal ίσος, εξισούµαι, εξισώνω ατελείωτος (µτφ)
equate εξισώνω, θεωρώ κτ evacuate εκκενώνω
ίσο/αντίστοιχο µε κτ άλλο evade αποφεύγω κπ/κτ, ξεφεύγω από
equip εξοπλίζω, εφοδιάζω κπ/κτ, αποφεύγω υποχρέωση,
equivalent ισοδύναµος, αντίστοιχος υπεκφεύγω
equivocal διφορούµενος (για evaluate εκτιµώ, αξιολογώ
λέξη/δήλωση), µυστήριος, evaporate εξατµίζω-οµαι,
απροσδιόριστος, αµφίβολος (για εξανεµίζοµαι
πράξη/συµπεριφορά) evaporation εξάτµιση
era εποχή, περίοδος evasive ασαφής, µε υπεκφυγές
eradicate εξαλείφω, καταστρέφω evenly-lit οµοιόµορφα φωτισµένος
eradication εξάλειψη, εκρίζωση eventful επεισοδιακός, γεµάτος
erase σβήνω γεγονότα
erect ανεγείρω, χτίζω, στήνω όρθιο, eventual ενδεχόµενος, τελικός
ανορθώνω eventually τελικά
erode διαβρώνω-οµαι, φθείρω-οµαι ever so πάρα πολύ
errand θέληµα (προς εξυπηρέτηση everlasting αιώνιος, παντοτινός,
άλλου) αδιάκοπος
32
evict κάνω έξωση, διώχνω λεπτοµερής (για έρευνα/λίστα κλπ),
eviction έξωση διεξοδικός (πχ για έρευνα),
evident προφανής, ολοφάνερος εξονυχιστικός
evince εκδηλώνω, δείχνω, φανερώνω exhibit έκθεµα, πειστήριο σε δίκη,
evoke προκαλώ συναίσθηµα, φέρνω έκθεση
στο νου αναµνήσεις exhilarating απολαυστικός,
evolve αναπτύσσω-οµαι, εξελίσσοµαι ευχάριστος, συναρπαστικός
exacerbate επιδεινώνω, χειροτερεύω, exhort προτρέπω, παροτρύννω
παροξύνω (έντονα), παραινώ
exaggerate υπερβάλλω, ξεπερνώ, exile εξορία, εξόριστος, εξορίζω
υπερβαίνω exonerate απαλλάσσω (από
exalted υψηλός (για αξίωµα/θέση κατηγορία), αθωώνω
κλπ), πανευτυχής exorbitant εξωφρενικός για τιµή,
exasperation αγανάκτηση, οργή υπέρογκος
excavate ανασκάπτω expand διαστέλλω, εκτείνω-οµαι,
excavation ανασκαφή, µέρος όπου εξαπλώνω-οµαι
γίνεται ανασκαφή expansion επέκταση, διεύρυνση
exceed υπερβαίνω, υπερβάλλω expansive εκτεταµένος
excel διαπρέπω expansively πυκνά
exceptional εξαιρετικός expatriate απόδηµος, οµογενής,
excerpt περικοπή, απόσπασµα από εκπατρίζοµαι
βιβλίο κλπ expectant που περιµένει µε
excessive υπερβολικός, υπέρµετρος ανυποµονησία, που περιµένει παιδί
exclaim αναφωνώ expedient σκόπιµος, πρόσφορος,
exclude αποκλείω αποτελεσµατικός
exclusive αποκλειστικός, µόνο για expedite ελεύθερος, από εµπόδια,
λίγους και εκλεκτούς, κλειστός/που επισπεύδω, καθαρίζω από εµπόδια
δεν δέχεται εύκολα µέλη (για λέσχη expedition αποστολή
κλπ) expel αποβάλλω από σχολείο, διώχνω,
excrete εκκρίνω εκδιώκω, αποπέµπω, απελαύνω
excruciating βασανιστικός, expend ξοδεύω, αναλώνω
ανυπόφορος (για πόνο) χρόνο/χρήµα κλπ
execution εκτέλεση, εφαρµογή expendable ξοδευτέος
σχεδίου, εκτέλεση εγκληµατία expenditure δαπάνη, έξοδα
exemplary υποδειγµατικός, experimental πειραµατικός,
παραδειγµατικός (για τιµωρία) δοκιµαστικός
exempt απαλλάσσω, εξαιρώ expertise πείρα, ειδικευµένη γνώση
exemption απαλλαγή expire λήγω, εκπνέω, πεθαίνω
exeptional εξαιρετικός, ασύγκριτος, explicit σαφής, ρητός
σπάνιος exploit ανδραγάθηµα, άθλος,
exert ασκώ πχ επιρροή εκµεταλλεύοµαι
exhale εκπνέω, ξεφυσώ explosive εκρηκτικός
exhausting εξαντλητικός exponent υποστηρικτής, υπέρµαχος
exhaustive πλήρης, εξαντλητικός, ιδέας, άτοµο πολύ επιδέξιο σε κτ
33
expose εκθέτω οργιαστικός (για βλάστηση)
exposition παρουσίαση, ανάπτυξη exult χαίροµαι, θριαµβεύω
απόψεων κλπ, έκθεση προϊόντων exultation αγαλλίαση, χαρά
exposure έκθεση πχ στον ήλιο, eye socket κόγχη οφθαλµού
αποκάλυψη, προβολή στον τύπο, eyelid βλέφαρο
δηµοσιότητα fab υπερβολικά καλός, έξοχος
expulsion αποβολή µαθητή, fable µύθος
αποποµπή, εκδίωξη, απέλαση fabric ύφασµα, δοµή, διάρθρωση
expunge εξαλείφω, σβήνω fabricate επινοώ, κατασκευάζω
exquisite εξαιρετικός, εξαίσιος, οξύς, (ιστορία κλπ)
έντονος (για πόνο/συναίσθηµα) fabrication επινόηση, χάλκευση,
extemporaneous αυτοσχέδιος κατασκεύασµα, µύθευµα,
extend επεκτείνω, παρατείνω, επινοηµένη ιστορία
εκτείνω-οµαι, απλώνω-οµαι, fabulous καταπληκτικός, υπέροχος,
τεντώνω πχ το χέρι µου εξαίσιος, έξοχος, πολύς, πολύ
extended εκτεταµένος µεγάλος, αµύθητος
extensive εκτενής, εκτεταµένος facade φασάντ πρόσοψη κτηρίου,
extensively εκτεταµένα προσωπείο, µάσκα
extenuating ελαφρυντικός facet φάσιτ όψη προβλήµατος, έδρα
exterior εξωτερικός πολύτιµου λίθου
exterminate εξοντώνω, εξολοθρεύω facetious αστείος, περιπαικτικός,
external εξωτερικός ευτράπελος
externalize εξωτερικεύω facile εύκολος, που γίνεται χωρίς
(σκέψεις/συναισθήµατα κλπ) πολλή σκέψη/προσπάθεια
extinguish σβήνω φωτιά, εξαλείφω, facilitate διευκολύνω
σβήνω πχ ελπίδες factitious πλαστός, ψεύτικος,
extort αποσπώ, παίρνω δια της βίας πλασµατικός
extract απόσπασµα (πχ από βιβλίο), factual τεκµηριωµένος, πραγµατικός
απόσταγµα, εξάγω, βγάζω, αποσπώ faculty ικανότητα, πανεπιστηµιακή
extrapolate εικάζω µε βάση σχολή, σύνολο µελών ∆ΕΠ
υπάρχοντα στοιχεία fad µανία, µόδα
extravagance σπατάλη, πολυτέλεια fade ξεθωριάζω, σβήνω, µειώνοµαι
extravagant υπερβολικός, σπάταλος, failing ελάττωµα
πολυδάπανος faint αµυδρός, εξασθενηµένος,
extremely υπερβολικά ανεπαίσθητος, πολύ µικρός (πχ για
extremities άκρα (σώµατος) ελπίδα), µε τάση για λιποθυµία
extremity άκρο, απώτατο σηµείο, faint-hearted λιγόψυχος, δειλός
έπακρο fair δίκαιος, σωστός, αρκετά µεγάλος,
extricate ξεµπλέκω ανοιχτόχρωµος, αίθριος
extrinsic εξωγενής, ξένος fairly αρκετά
extrovert εξωστρεφές άτοµο fake αποµίµηση, αντιγραφή, ψεύτικος
extrude εξωθώ, βγάζω µε πίεση fall into place γίνοµαι σαφής
exuberant γεµάτος fall through αποτυγχάνω
ζωντάνια/ενέργεια, πληθωρικός, fallacious εσφαλµένος
34
fallacy πλάνη, εσφαλµένη αντίληψη, fatality βίαιος θάνατος (από
εσφαλµένος συλλογισµός ατύχηµα/πόλεµο κλπ), θύµα βίαιου
fallible υποκείµενος σε θανάτου
λάθη/σφάλµατα, µη αλάθητος fated προορισµένος από τη µοίρα
fallout ραδιενεργός σκόνη στην fateful µοιραίος
ατµόσφαιρα µετά από πυρηνική fathom οργή, κατανοώ, βυθοµετρώ
έκρηξη, επιπτώσεις, άσχηµα fatigue κόπωση, µεγάλη κούραση
αποτελέσµατα (πράξης κλπ) fatten up παχαίνω (ζωό)
falls καταρράκτης faucet βρύση
falsehood ψευτιά, ψέµµα, αναλήθεια faulty (για µηχανήµατα)
falsify πλαστογραφώ, παραποιώ, ελαττωµατικός, (για σκέψη)
νοθεύω εσφαλµένος
falter παραπαίω, τρεκλίζω, fauna πανίδα
παραπατώ, κοµπιάζω, τρέµω (για fawn κολακεύω, γλείφω (µτφ)
φωνή), διστάζω, κλονίζοµαι feasible εφικτός, πραγµατοποιήσιµος
famine λιµός feast συµπόσιο, φαγοπότι,
famous ξακουστός, γνωστός, θρησκευτική γιορτή, πανδαισία
διάσηµος feat άθλος, κατόρθωµα, επίτευγµα
fanciful φανταστικός, µη ρεαλιστικός, feature παρουσιάζω, προβάλλω/έχω
µε ιδιόρρυθµο στυλ, φανταχτερός ως κύριο χαρακτηριστικό
fang κυνόδοντας ζώου, δαγκάνα feces περιττώµατα
εντόµου federal οµοσπονδιακός
far be it from me to do sth δεν είναι feeble άψυχος, διστακτικός,
δική µου δουλειά (να...) αδύναµος, ασθενικός, ασθενής, µη
farce κωµωδία, φάρσα αποτελεσµατικός (πχ για
farcical γελοίος, φαιδρός επιχείρηµα/δικαιολογία)
fare ναύλα, τιµή εισιτηρίου, επιβάτης feebly αδύναµα, εξασθενηµένα
ταξί, τα καταφέρνω/τα πάω (καλά, feedback σχόλια, αντιδράσεις κλπ (πχ
άσχηµα) κοινού/αναγνωστών), ανταπόκριση
far-fetched παρατραβηγµένος, που (για την επιτυχία/χρησιµότητα
δεν πείθει πράγµατος)
far-off µακρινός (σε τόπο/χρόνο) feign προσποιούµαι
far-reaching µεγάλης έκτασης, feisty δυναµικός, αποφασιστικός
µεγάλης σηµασίας (πχ felicity ευτυχία, ευστοχία,
µεταρρυθµίσεις) καταλληλότητα
far-sighted διορατικός, πρεσβύωπας fellow όµοιος, που βρίσκεται στην
fascinate γοητεύω, συναρπάζω ίδια κατάσταση
fasten ασφαλίζω, δένω, προσδένω, fellowship αλληλεγγύη,
στερεώνω συντροφικότητα, σύλλογος,
fastidious λεπτολόγος, σχολαστικός, υποτροφία
δύσκολος (µτφ), ιδιότροπος µε την felony κακούργηµα
τάξη και την καθαριότητα feminine θηλυκός
fasting period περίοδος νηστείας fence περιφράσσω, ξιφοµαχώ
fatal µοιραίος, θανατηφόρος fend προστατεύω
35
fend for oneself τα βγάζω πέρα φλόγα, αψύς, οξύθυµος, φλογερός,
µόνος, συντηρούµαι µόνος µου παράφορος καυτερός (για
fend off αποκρούω, αποφεύγω φαγητό/ποτό)
fender φτερό figurative µεταφορική έκφραση,
αυτοκινήτου/ποδηλάτου, κιγκλίδωµα πίνακας που απεικονίζει κπ/κτ όπως
τζακιού πραγµατικά είναι
ferment προκαλώ/υφίσταµαι ζύµωση figure out καταλαβαίνω, βγάζω
ferocious φερόσας άγριος, σκληρός συµπέρασµα, υπολογίζω
fertile γόνιµος, παραγωγικός filament νηµάτιο, ίνα (κυρ. νήµα
fertilize γονιµοποιώ, λιπαίνω πυράκτωσης λαµπτήρα)
fervent ένθερµος, διακαής file αρχειοθετώ, υποβάλλω, καταθέτω
fervently θερµά, διακαώς (πχ αίτηση), προχωρώ ένας-ένας
fervid φλογερός, σφοδρός προς µία κατεύθυνση (για οµάδα
fervor θέρµη, πάθος, ζέση ανθρώπων), λιµάρω
fester κακοφορµίζω, µολύνοµαι (για filling σφράγισµα, γέµιση
πληγή), φουντώνω (για θυµό κλπ) filth βρωµιά
festive φέστιβ γιορτινός filthy βρόµικος, αισχρός, ανήθικος
fetch (πηγαίνω και) φέρνω, πιάνω fin πτερύγιο ψαριού, πτερύγιο
τιµή σταθεροποίησης σε αεροπλάνο κλπ
fetter εµοδίζω, περιορίζω κπ, δένω τα finance οικονοµικά, δηµόσια
πόδια φυλακισµένου µε αλυσίδες οικονοµικά, οικονοµικοί πόροι,
fetus φίτας έµβρυο χρηµατοδοτώ
feud φεντ έχθρα, βεντέτα, finance bill οικονοµικό νοµοσχέδιο
µακροχρόνια έχθρα, φέουδο, τιµάριο finding εύρηµα, πόρισµα, απόφαση
feverish µε πυρετό, πυρετώδης δικαστή, ετυµηγορία ενόρκων
few and far between σπάνιοι fine-tune βελτιώνω, διορθώνω
fiber ίνα, ίνες κάνοντας µικροαλλαγές
fickle άστατος, ευµετάβλητος, finite πεπερασµένος, περιορισµένος
αναξιόπιστος, που αλλάζει εύκολα firm σφιχτός, σκληρός, σταθερός,
γνώµη ακλόνητος, οριστικός, στέρεος,
fictitious φανταστικός, πλασµατικός, γερός, σταθερός
ανύπαρκτος fiscal οικονοµικός
fiddle φιντλ παίζω αφηρηµένα στα fistful χούφτα
δάχτυλά µου, "µαγειρεύω" fit κρίση αρρώστιας/θυµού/γέλιου κλπ
λογαριασµούς, κάνω κοµπίνα, παίζω fitting εξάρτηµα πχ σε έπιπλο, πρόβα
µουσική µε βιολί ρούχου
fidelity πίστη, αφοσίωση, ακρίβεια, fixation εµµονή
πιστότητα fixed ακίνητος, αµετάβλητος, πάγιος,
fidget στριφογυρίζω νευρικά σταθερός, στερεωµένος
fidgety ανήσυχος, νευρικός fizz αφρίζω (για ποτό)
field hospital νοσοκοµείο στηµένο flaccid πλαδαρός, χαλαρός
πρόχειρα κοντά στο πεδίο της µάχης flack πράκτορας τύπου
fiery φαϊερι εύφλεκτος, ευερέθιστος, flagrant κατάφωρος, σκανδαλώδης
πύρινος, κόκκινος, πυρώδης, σα flair κλίση, ταλέντο
36
flake λεπτό φύλλο από κτ, νιφάδα αντοχής (για αντικείµενο), µη
flamboyant επιδεικτικός, πειστικός (για επιχείρηµα)
φανταχτερός flinch τινάζοµαι, τραβιέµαι από
flameproof άκαυτος φόβο/πόνο κλπ
flammable εύφλεκτος fling πετώ, ρίχνω, χυµώ
flank βρίσκοµαι στη µία ή και στις flip χτυπώ/τινάζω ελαφρά µε τα
δύο πλευρές αντικειµένου κλπ δάχτυλα, στρίβω νόµισµα,
flap φτερουγίζω, χτυπώ τα φτερά, αναποδογυρίζω
κουνώ πάνω-κάτω, ανεµίζω (για flit πετώ/κινούµαι γρήγορα και
πανιά) ελαφρά από ένα σηµείο σε άλλο
flare τρεµοσβήνω, ξεσπώ, φουντώνω float αποκριάτικο άρµα
(πχ για θυµό), φαρδαίνω στο κάτω floating κυµαινόµενος, µεταβλητός
µέρος (για ρούχο) flock κοπάδι, συρρέω, µαζεύοµαι
flare-up ξέσπασµα (πχ θυµού), floodlight προβολέας
έκρηξη flop πέφτω βαριά/αδέξια, σωριάζοµαι,
flashback µέρος ταινίας κλπ που αποτυγχάνω παταγωδώς
κάνει αναδροµή στο παρελθόν flora χλωρίδα
flattery κολακεία flounder φλάουντερ παραπαίω, έχω
flaunt επιδεικνύω µε αυταρέσκεια δυσκολίες, σαστίζω, κοµπιάζω, τα
flaunting επιδεικτικός µπερδεύω, τσαλαβουτώ
flaw ελάττωµα, ψεγάδι, ατέλεια flourish ανθώ, ευηµερώ
flawed ελαττωµατικός, αφελής, flow ροή, παροχή, εισροή,
λανθασµένος πληµµυρίδα
flawless άψογος fluctuate διακυµαίνοµαι,
flawlessly άψογα, τέλεια αυξοµειώνοµαι, ανεβοκατεβαίνω
flax λινάρι fluency in sth ευφράδεια στις
flea ψύλλος γλώσσες
fleck στίγµα, κηλίδα, µικρή ποσότητα, fluent που µιλά µε ευχέρεια µία ξένη
πιτσιλιά γλώσσα, που µιλιέται µε ευχέρεια
flee τρέποµαι σε φυγή (για γλώσσα)
fleece προβιά, τοµάρι, είδος µαλακού fluffy χνουδωτός, αφράτος
υφάσµατος fluke ξαφνική επιτυχία, άγκιστρο
fleet στόλος άγκυρας
flex κάµπτω, λυγίζω, τεντώνω flurried αναστατωµένος,
flick χτυπώ απότοµαι και γρήγορα (µε µπερδεµένος
µαστίγιο/σχοινί κλπ), τινάζω (κυρ. µε flush µατσωµένος, κοκκινίζω (πχ από
το δάχτυλο), τινάζω χτυπώ ελαφρά, θυµό), καθαρίζω πχ σωλήνα
τινάζω/πετώ/διώχνω µε ελαφρύ αφήνοντας νερό να τρέξει µέσα του,
χτύπηµα, κινώ-ούµαι µε γρήγορες τραβώ καζανάκι
και απότοµες κινήσεις flustered ανάστατος, αλαφιασµένος
flicker τρεµοπαίζω, τρεµοφέγγω flutter µικροστοίχηµα, φτερουγίζω,
flight σειρά σκαλοπατιών ανάµεσα σε ανεµίζω, πεταρίζω, κινούµαι
δύο ορόφους γρήγορα και ελαφρά, χτυπώ γρήγορα
flimsy ψεύτικος (µτφ), µικρής και ακανόνιστα (για καρδιά)
37
flutter µικροστοίχηµα, ανεµίζω, forebear πρόγονος
κυµατίζω foreboding κακό προαίσθηµα
flux ροή, ρευστότητα forecast προβλέπω
fly into a rage θυµώνω ξαφνικά forefather πρόγονος, προπάτορας
focus συγκεντρώνοµαι forefront πρώτη γραµµή, προσκήνιο,
foliage φύλλωµα εξέχουσα θέση
folk παραδοσιακός, λαϊκός foregoing προηγούµενος, που έχει
follow suit κάνω το ίδιο (όπως και οι προαναφερθεί
άλλοι) foreground πρώτο πλάνο
follow-up κτ που (φωτογραφίας/εικόνας), προσκήνιο
συνεχίζει/συµπληρώνει/αναπληρώνει foreman αρχιεργάτης, εργοδηγός,
κτ που έχει προηγηθεί επιστάτης, επικεφαλής ενόρκων
folly τρέλα, ανοησία, απερισκεψία foremost πρώτος, κύριος
foment υποδαυλίζω forensic
fond στοργικός, τρυφερός, που εγκληµατολογικός/ιατροδικαστικός
αγαπά/συµπαθεί κπ/κτ, που του forerruner προάγγελος, πρόδροµος
αρέσει κπ/κτ foresake εγκαταλείπω, παρατάω
foolhardy βλακωδώς τολµηρός, foresee προβλέπω
παράτολµος, απερίσκεπτος foreshadow προµηνύω, προαγγέλλω
foolproof αλάνθαστος, που δεν foresight προνοητικότητα
µπορεί να παέι στραβά (για σχέδιο forestall προλαµβάνω
κλπ) foretell προφητεύω, προβλέπω,
foothill λόφος στους πρόποδες προλέγω
οροσειράς forethought προνοητικότητα
foothold στήριγµα του ποδιού σε forewarning προειδοποίηση
αναρρίχηση, πάτηµα (µτφ), βάση, forfeit φόρφιτ ενέχυρο, πρόστιµο,
σταθερή θέση στερούµαι, χάνω δικαίωµα
footing πάτηµα, βάση forge πλαστογραφία, πλαστογραφώ,
footnote υποσηµείωση, κπ/κτ που θα σφυρηλατώ, κοπιάζω να
το(ν) θυµούντα αλλά όχι ως κπ/κτ δηµιουργήσω κτ επιτυχές και µε
σηµαντικό διάρκεια
footwork ο τρόπος που κινεί κπ τα format τρόπος σχεδίασης και
πόδια του σε χορό/άθληµα, παρουσίασης, σχήµα και µέγεθος
ικανότητα να αντιδρά κπ γρήγορα βιβλίου/περιοδικού κλπ
και σωστά σε δυσκολία/κίνδυνο κλπ formation σχηµατισµός
for all ενάντια σε όλα formative καθοριστικός, της
for all I care αδιαφορώ διάπλασης, διαµορφωτικός
for all I know όσο γνωρίζω formative years τα χρόνια της
for want of λόγω έλλειψης ανάπτυξης/ διάπλασης, τα
forage ζωοτροφή καθοριστικά χρόνια
forbear συγκρατούµαι, αποφεύγω να formidable φοβερός, τροµερός,
πω/κάνω κτ επιβλητικός, που εµπνέει
forceful δυναµικός, επιβλητικός, φόβο/δέος/θαυµασµό
ισχυρός, σθεναρός formulate διαµορφώνω, διατυπώνω
38
forsaken εγκαταλειµµένος fraudulent αθέµιτος, δόλιος
forthcoming προσεχής, διαθέσιµος, fraught with sth γεµάτος
που µπορεί να δοθεί αµέσως (δυσκολίες/κινδύνους κλπ)
forthright ειλικρινής, ευθύς fray ξεφτίζω (για ύφασµα),
fortify οχυρώνω, ενισχύω, δυναµώνω οξύνω-οµαι, ταράζω-οµαι (για
fortress οχυρό, οχυρό µεγάλο, φυσικό νεύρα/θυµό)
οχυρό freckle φακίδα
fortuitous τυχαίος, συµπτωµατικός freelance ελεύθερος επαγγελµατίας
fortunate τυχερός freeway αυτοκινητόδροµος
forward αποστέλλω, διαβιβάζω, freight φορτίο, µεταφορά
στέλνω στην καινούρια διεύθυνση, εµπορευµάτων
προωθώ, προάγω frenzied έξαλλος, αλλόφρων,
fossil απολίθωµα µανιασµένος
fossil fuel καύσιµο που προέρχεται frenzy παροξυσµός
από απολιθωµένη οργανική ύλη freshman πρωτοετής σε
foster θετός, ανατρέφω, καλλιεργώ, πανεπιστήµιο/κολέγιο
περιθάλπτω, τρέφω, υποδαυλίζω, fret στενοχωριέµαι, είµαι ανήσυχος
υποθάλπτω friction τριβή, προστριβή, διένεξη
foul κάνω φάουλ, λερώνω, µπλέκοµαι frigid ψυχρός (αέρας/άνθρωπος)
(για σκοινί) frills περιττά στολίδια
foundation θεµέλιο, βάση, ίδρυµα, fringe κρόσσι
ίδρυση fringe benefits πρόσθετες παροχές σε
fraction µικρό κοµµάτι/µέρος από κτ, εργαζόµενο
κλάσµα frisky ζωηρός, παιχνιδιάρης
fracture κάταγµα, ράγισµα frivolous επιπόλαιος, ανόητος
fragile εύθραστος, αδύµανος frizzy πολύ κατσαρά µαλλιά
fragment θραύσµα, κοµµάτι frontal lobe µετωπιαίος λωβός
fragmentary αποσπασµατικός, frontier σύνορο, µεθόριος
ατελής frost παγετός, πάχνη
fragrance άρωµα, ευχάριστη froth αφρός µπίρας κλπ, οτιδήποτε
µυρωδιά, ευωδιά επουσιώδες ή ανάξιο λόγου
frail αδύναµος, ασθενικός, εύθραστος frown συνοφρυώνοµαι
frame-up πλεκτάνη, σκευωρία frown (at) κατσουφιάζω
framework σκελετός, πλαίσιο, frugal οικονόµος, ολιγαρκής, λιτός
σύστηµα, δοµή fruitless άκαρπος, που δεν έχει
franchise εκώρηση δικαιώµατος αποτέλεσµα
πώλησης αγαθώνυπηρεσιών σε frustate αποθαρρύνω, εκµηδενίζω,
συγκεκριµένη περιοχή, δικαίωµα καταβάλλω, µαταιώνω, νικώ
ψήφου frustated απογοητευµένος,
frank ειλικρινής δυσαρεστηµένος
frantic αλλόφρων, τρελός (από fudge υπεκφεύγω
αγωνία/φόβο κλπ), ξέφρενος, fuel τροφοδοτώ µε καύσιµα, δίνω
φουριόζικος, µανιώδης τροφή σε φήµες κλπ, αυξάνω
fraud απάτη, απατεώνας fugitive φυγάς
39
fulfill ικανοποιώ πχ ανάγκη, γνώµη του, στερώ σε κπ την
πραγµατοποιώ πχ όνειρο, ελευθερία του λόγου
εκπληρώνω πχ υπόσχεση/υποχρέωση gain κέρδος, πλεονέκτηµα
fulfilling που σε ικανοποιεί gait βάδισµα, τρόπος βαδίσµατος
fulsome υπερβολικά επαινετικός, gale θύελλα, έκρηξη, ξέσπασµα
γλοιώδης γέλιου
fumble ψηλαφώ, ψαχουλεύω, gall αναίδεια, θράσος, χολή
πασπατεύω, δυσκολεύοµαι να gallant ευγενικός, γενναίος,
µιλήσω καθαρά ή να βρω τις θαραλλέος, ιπποτικός
κατάλληλες λέξεις gamble ρίσκο
fume εξοργίζοµαι, γίνοµαι έξω gambling χαρτοπαιξία, τζόγος,
φρενών, βγάζω καπνό/ατµό στοιχήµατα
function λειτουργώ, δουλεύω gangway σκάλα πλοίου (για
fund χρηµατικό απόθεµα, κεφάλαιο επιβίβαση)
χρηµάτων gape χάσκω, κοιτάζω µε το στόµα
fundamental βασικός, θεµελιώδης ανοιχτό
fundamentals θεµελιώδεις αρχές, garbled µπερδεµένος, δυσνόητος (για
βασικά στοιχεία, βασικές αρχές ιστορία/µήνυµα κλπ)
fungus µύκητας garish χτυπητός, φανταχτερός
furnish επιπλώνω, προµηθεύω, garment ένδυµα
εφοδιάζω garnish γαρνίρω, διακοσµώ
furnish (sb with sth) παρέχω, garrison φρουρά
προµηθεύω gasp κενό, άνοιγµα, τρύπα, χάσµα, κτ
furrow αυλάκι, αυλακιά, ρυτίδα που λείπει από πχ γνώσεις, µου
furry µαλλιαρός, χνουδάτος κόβεται η ανάσα, ασθµαίνω,
further προάγω, προωθώ προσπαθώ να ανασάνω
furtive κλεφτός (για µατιά), κρυφός, gastrointestinal γαστρενετερικός
ύπουλος, κρυψίνους gather συγκεντρώνω-οµαι,
fury οργή, µανία µαζεύω-οµαι, συµπεραίνω, συνάγω,
fuse ασφάλεια ηλεκτρική, φιτίλι (πχ αυξάνω (πχ ταχύτητα)
σε βόµβα), µηχανισµός που κάνει gaudy φανταχτερός, κακόγουστος
βόµβα να εκραγεί (πχ σε gauge υπολογίζω, εκτιµώ, αξιολογώ,
συγκεκριµένη ώρα), συγχωνεύοµαι κρίνω
fusion συγχώνευση µε τήξη, gauze γάζα
ανακάτεµα, σύνθεση gawk ηλίθιος, µπούφος
fuss αναστάτωση, σάλος, φασαρία, gaze προσηλωµένο βλέµµα, ατενίζω
ντόρος geared ειδικά
futile µάταιος, ανώφελος φτιαγµένος/τροποποιηµένος για ένα
futility µαταιότητα, το ανώφελο συγκεκριµένο σκοπό,
fuzzy χνουδωτός, φουντωτός (για προσαρµοσµένος σε ειδικές
µαλλιά), θαµπός, ασαφής, απαιτήσεις
συγκεχυµένος gem πολύτιµος λίθος, διαµάντι,
gabble φλυαρώ, µιλώ µπερδεµένα στολίδι, (µτφ) καµάρι
gag φιµώνω, εµποδίζω κπ να πει τη gene γονίδιο
40
generalize γενικεύω, βγάζω γενικό gist νόηµα, ουσία
συµπέρασµα (από λίγα γεγονότα) give it a name πες µου τι θα γίνει
generate γεννώ, προκαλώ, παράγω give sb a fair idea about sth δίνω µία
generation γενιά καλή ιδέα για κτ
generic to χαρακτηριστικός give sth a go κάνω προσπάθεια
genetically modified γενετικά giveaway δώρο που δίνεται µε κπ
µεταλλαγµένος προϊόν, κτ που προδίδει/αποκαλύπτει
genial φιλικός, ευχάριστος, glacial παγετώδης, βραδυκίνητος,
πρόσχαρος αργός
genre είδος, στυλ (στην τέχνη) glacier παγετώνας
gentle ευγενικός, αβρός, πράος, glance βλέµµα, µατιά
απαλός, ήπιος, ήρεµος gland αδένας
geomancy γαιωµαντεία glare αγριοκοιτάζω, λάµπω
germ µικρόβιο, σπόρος, σπέρµα, αρχή εκτυφλωτικά
(πχ ιδέας) glaring κατάφωρος, ολοφάνερος,
gesticulate χειρονοµώ καθώς µιλάω εκτυφλωτικός, άγριος, θυµωµένος
gesture χειρονοµία (πχ για βλέµµα)
get improvements on the way of glazed (για µάτια) απλανής,
doing sth βελτιώνοµαι στον τρόπο ανέκφραστος
που κάνω κάτι gleam λάµψη, αναλαµπή, αχτίδα
get on sb's nerves µου τη δίνει στα (µτφ)
νεύρα glean from σταχυολογώ, µαζεύω
get one's foot in the door καταφέρνω πληροφορίες µία-µία, µαζεύω
να µπω σ' έναν επαγγελµατικό χώρο ένα-ένα, µαζεύω αυτά που αφήνουν
get the sack απολύοµαι από εργασία οι θεριστές
get the wrong end of the stick δεν glide γλιστρώ, κυλώ αθόρυβα
αντιλαµβάνοµαι τι έχει ειπωθεί glimmer τρεµοφέγγω
getaway απόδραση, διαφυγή glimmer τρεµολάµπω
get-together συγκέντρωση glimpse παίρνει το µάτι µου, βλέπω
ghastly φρικτός, τροµερός, απαίσιος φευγαλέα, αρχίζω να καταλαβαίνω
giddy που ζαλίζεται, που νιώθει κτ
ίλιγγο, (παρα)ζαλισµένος (από glint λαµπυρίζω, αστράφτω
ευτυχία κλπ), που προκαλεί glitter αστράφτω, λαµποκοπώ
ζαλάδα/ίλιγγο gloat δείχνω χαιρεκακία, καµαρώνω
gifted χαρισµατικός, ταλαντούχος, (εγωιστικά)
προικισµένος global warming αναθέρµανση του
giggle χασκογελώ πλανήτη
gill βρόγχι, ψαρεύω µε κάθετο δίχτυ, gloomy µουντός, σκοτεινός,
κοπέλα καταθλιπτικός, ζοφερός, σκυθρωπός,
gimmick κόλπο, τέχνασµα µελαγχολικός
(διαφηµιστικό) glorify εκθειάζω, µεγαλοποιώ,
gine sb a standing ovation εξυµνώ
χειροκροτώ κπ όρθιος (µε glorious λαµπρός, ένδοξος, υπέροχος,
ενθουσιασµό) απολαυστικός
41
glossy στιλπνός, γυαλιστερός, που gradually σταδιακά
τυπώνεται σε ιλουστρασιόν χαρτί graduation αποφοίτηση, τελετή
(για περιοδικό) αποφοίτησης/απονοµής πτυχίων
glow λάµπω, φεγγοβολώ, grain κόκκος, σπυρί (πχ ρυζιού),
αναψοκοκκινίζω σιτηρά, πολύ µικρή ποσότητα,
glower βλέµµα βλοσυρό, βλέπω κόκκος µτφ
βλοσυρά grandeur µεγαλείο, µεγαλοπρέπεια,
glowing ενθουσιώδης (πχ ανωτερότητα
κριτική/περιγραφή κλπ) grandiose ποµπώδης, εξεζητηµένος,
glut πληθώρα, υπεραφθονία, µεγαλοπρεπής, µεγαλεπήβολος
κορεσµός grant αναγνωρίζω, δίνω, παραχωρώ,
gluttonous λαίµαργος παρέχω, ικανοποιώ αίτηµα/επιθυµία,
gnarled ροζιασµένος παραδέχοµαι, χορηγώ
gnaw τραγανίζω, ροκανίζω grant επίδοµα, επιχορήγηση,
goad κίνητρο, κεντρίζω, προκαλώ βοήθηµα
go-ahead άδεια σε κπ για να κάνει κτ, granule κόκκος
"το πράσινο φως" graphic παραστατικός, γλαφυρός
gobble καταβροχθίζω (ιδιαίτερα για κτ δυσάρεστο)
go-between µεσάζων grasp κατανόηση, γνώση, αρπάζω,
godly θεϊκός γραπώνω, κατανοώ, αντιλαµβάνοµαι
going-over εξονυχιστικός έλεγχος, grate τρίβω τυρί κλπ, εκνευρίζω
επιθεώρηση, ξυλοδαρµός gratify ικανοποιώ, δίνω ευχαρίστηση,
goings-on περίεργα ικανοποιώ επιθυµία κλπ
γεγονότα/καµώµατα gratifying που σε
golden opportunity η καλύτερη ικανοποιεί/ευχαριστεί
ευκαιρία gratitude ευγνωµοσύνη
gorge τρώω λαίµαργα, περιδροµιάζω gratuitous αδικαιολόγητος, αναίτιος
gorgeous υπέροχος, πανέµορφος grave σοβαρός, ανησυχητικός,
gospel ευαγγέλιο σοβαρός, µε σοβαρό ύφος
gouge σκάβω, ανοίγω (τρύπα/άνοιγµα gravely σοβαρά
µε αιχµηρό αντικείµενο) gravity βαρύτητα, σοβαρότητα (πχ
govern κυβερνώ, ελέγχω, επηρεάζω κατάστασης)
gown τουαλέτα (φόρεµα), τήβεννος graze γρατζουνιά, βόσκω, γδέρνω,
grab αρπάζω, παίρνω, τρώω κλπ κτ γρατζουνίζω
στα γρήγορα grease γράσο, λίπος
graceful κοµψός, γεµάτος χάρη, grease sb's palm δωροδοκώ κπ,
ευγενικός, αβρός λαδώνω κπ
gracious ευγενικός, καταδεκτικός, greed απληστία
φιλεύσπλαχνος, καλοσυνάτος greedy άπληστος
gradation βαθµίδα, διαβάθµιση green άπειρος, αδαής, ανώριµος,
graded βαθµολογηµένος, αφελής, νέος, άωρος, πρασινάδα
ταξινοµηµένος green behind the ears αρχάριος
gradual βαθµιαίος, σταδιακός, πλαγιά greenhouse gas αέρια που εκλύονται
που δεν είναι απότοµη λόγω του φαινόµενου του
42
θερµοκηπίου για κτ
greet χαιρετώ, υποδέχοµαι, κάνω growl γρυλίζω
κπ/κτ δεκτό µε συγκεκριµένο τρόπο, grown-up ενήλικας
αντιδρώ σε κπ/κτ grudge κακία, µνησικακία
grid πλέγµα, σχάρα, δίκτυο, grudging απρόθυµος, που γίνεται µε
ηλεκτρικό δίκτυο το ζόρι
grievance παράπονο grueling επίπονος, εξαντλητικός
grieve θρηνώ, θλίβω grueling ξεθεωτικός, εξαντλητικός,
grim πολύ σοβαρός, βλοσυρός, επίµονος
δυσάρεστος, δυσοίωνος, ζοφερός, grumble γκρινιάζω
(για µέρος) καταθλιπτικό grumpy γκρινιάρης, κακόκεφος
grin πλατύ µειδίαµα, χαµογελώ grunt γρυλίζω, µουγκρίζω, βογγώ
πλατιά, δείχνω τα δόντια guardian φρουρός, φύλακας,
χαµογελώντας κηδεµόνας
grind (ground-ground) αλέθω, guidelines κατευθυντήριες γραµµές
κοπανίζω, κάνω σκόνη, τροχίζω, guilt ενοχή, αίσθηµα ενοχής, ευθύνη,
ακονίζω, τρίβω, τρίζω, πιέζω κτ µε υπαιτιότητα
δύναµη σε µία επιφάνεια guise επίφαση, προσωπείο, πρόσχηµα,
grip λαβή, έλεγχος, κρατώ σφιχτά, αµφίεση, ενδυµασία
συναρπάζω, διακατέχω, κυριεύω (πχ gulf κόλπος, αγεφύρωτο χάσµα
για συναίσθηµα) gullible εύπιστος, αφελής
gripe γκρινιάζω, παραπονιέµαι gulp γουλιά, ρουφηξιά
gripping συναρπαστικός gunponder µπαρούτι
grit αµµοχάλικο, τσαγανό, κότσια, gunsmith οπλουργός
αποφασιστικότητα gurgle κελαρύζω
groan βογγώ gush αναβλύζω/ρέω/πετάγοµαι
groom περιποιούµαι, καθαρίζω, ορµητικά (για υγρό), υπερεκεθειάζω
βουρτσίζω ζώο, κπ/κτ, µιλώ µε υπερβολικό
προετοιµάζω/εκπαιδεύω κπ για θέση θαυµασµό/συναίσθηµα για κπ/κτ
κλπ gust ριπή ανέµου, δυνατό και ξαφνικό
groove αυλάκι, αυλακιά, εγκοπή φύσηµα, ξαφνικό ξέσπασπα (πχ
grope ψηλαφίζω, ψαχουλέυω, γέλιου), (για άνεµο) φυσώ δυνατά
κινούµαι/προχωρώ ψηλαφητά habitable κατοικήσιµος
gross ακαθάριστος πχ για εισόδηµα, habitat φυσική κατοικία, φυσικό
κατάφωρος πχ για αδικία, απαίσιος, περιβάλλον ζώου/φυτού, βιότοπος
αηδιαστικός, αισχρός, χυδαίος habitation κατοίκηση, κατοικία
grotesque αφύσικος, αλλόκοτος, habitual συνήθης, τυπικός, άνθρωπος
γελοίος, παράλογος, τερατώδης, που κάνει κτ από συνήθεια, καθ' έξιν
αποκρουστικός hack κόβω, πελεκώ
grounded προσγειωµένος, ρεαλιστής haggle παζαρεύω
grounding βασικές γνώσεις hail χαλάζι, επευφηµώ, χαιρετίζω ως,
groundless αβάσιµος σταµατώ ταξί/λεωφορείο,
grounds κήπος, έκταση, λόγοι, αιτίες φωνάζω/καλώ κπ
grow out of sth γίνοµαι πολύ µεγάλος hallmark ξεχωριστό χαρακτηριστικό,
43
σφραγίδα ποιότητας, σταµπάρω µε εκνευρίζω, ταλαιπωρώ, βασανίζω,
στάµπα ποιότητας παρενοχλώ
hallucination παραίσθηση, harbor κρύβω πχ καταζητούµενο,
ψευδαίσθηση τρέφωυποψίες κλπ
halt σταµάτηµα, παύση, σταµατώ, hard-and-fast απαράβατος, άκαµπτος
παύω κανόνας κλπ
halting διστακτικός, που κοµπιάζει hard-bitten σκληροτράχηλος
halve µοιράζω στα δύο hardcover βιβλίο µε σκληρό
hamlet µικρό χωριό εώφυλλο
hammer σφυροκοπώ, κοπανάω, harden σκληραίνω
χτυπώ κατ' επανάληψη, διαλύω, νικώ hardened που έχει σκληρύνει,
πολύ εύκολα αµετανόητος
hammock αιώρα hard-heated πρακτικός, ρεαλιστής,
hamper εµποδίζω, παρακωλύω που δεν επηρεάζεται από
hand and foot που δεν µπορεί να συναισθήµατα
ενεργήσει ελεύθερα hard-line αδιάλλακτος,
hand in παραδίδω (πχ εργασία) σκληροπυρηνικός
hand in glove που συνεργάζονται hardship κακουχίες
στενά (περνούν πολλές ώρες µαζί) hardy ρωµαλέος, σκληραγωγηµένος,
συν. για κάτι παράνοµο φυτό κλπ που αντέχει στο κρύο
hand in hand χέρι-χέρι harness ζεύω, τιθασσεύω,
hand over fist γρήγορα, σε µεγάλες εκµεταλλεύοµαι ενέργεια/φυσική
ποσότητες για κτ που πηγή κλπ
κερδίζεις/χάνεις harsh σκληρός, αυστηρός, τραχύς,
handcuffs χειροπέδες δριµύς, άγριος (πχ για τον καιρό),
handful χούφτα, µικρός αριθµός πολύ έντονος (πχ για χρώµα/φως),
ανθρώπων κλπ, χούφτα µτφ εκτυφλωτικός
handicap µειονέκτηµα harvest σοδειά, θερισµός
handle χειρίζοµαι, ασχολούµαι µε, hassle ενόχληση, δυσκολία
αγγίζω, κρατώ, ακουµπώ µε τα χέρια hasty βιαστικός
handout φυλλάδιο, ελεηµοσύνη hatch εκκολάπτοµαι
handover παράδοση (πχ ελέγχου σε hatred µίσος
κπ άλλο), µεταβίβαση, παράδοση (πχ haul τραβώ/σέρνω κτ βαρύ
κπ στην αστυνοµία) haunt στέκι, στοιχειώνω, βασανίζω
handpicked επίλεκτος (για ιδέα)
handrail στήριγµα (σε σκάλες κλπ) have a fit παθαίνω κρίση (από θυµό
handshake χειραψία, βρίσκοµαι σε κλπ)
επικοινωνία have a (lot of) nerve έχω πολύ
handy βολικός, εύχρηστος, χρήσιµος, θράσος
επιδέξιος, ικανός στα χέρια have feet of clay έχω αδυναµίες και
hangar υπόστεγο ελαττώµατα που δεν φαίνονται εκ
hang-out µέρος όπου ζει/συχνάζει κπ πρώτης όψεως
haphazard τυχαίος, χωρίς οργάνωση have no option but πρέπει, δεν έχω
harass ενοχλώ, παρενοχλώ, επιλογή, δέν έχω άλλη επιλογή από
44
το να heir κληρονόµος, διάδοχος
have one foot in the grave έχω το heirloom έαρλουµ οικογενειακό
ένα πόδι στον τάφο κειµήλιο
have words with sb φιλονικώ, helping µερίδα φαγητού
λογοφέρνω µε κπ hence εξ ου, ως εκ τούτου, γι' αυτό το
haven καταφύγιο λόγο
havoc ερήµωση, καταστροφή, χάος, henceforth στο εξής, από τώρα/τότε
καταστρέφω και στο εξής
hawk γεράκι, πολεµοχαρής πολιτικός, herald (προ)αναγγέλω, κηρύσσω κπ
που υποστηρίζει βίαιες λύσεις ως κτ
hay σανός herd αγέλη, κοπάδι
hazard κίνδυνος, αποτολµώ µία herdivore χορτοφάγος
εικασία, θέτω σε κίνδυνο hereditary κληρονοµικός
hazardous επικίνδυνος heritage κληρονοµιά (συν.
haze θολούρα, καταχνιά, οµίχλη, πολιτιστική)
παραζάλη, σύγχυση hesitate διστάζω
head κατευθύνοµαι, ηγούµαι, είµαι hesitation αναποφασιστικότητα,
επικεφαλής, χτυπώ µπάλα µε το δισταγµός, διστακτικότητα
κεφάλι heyday αποκορύφωµα, ακµή
head over heels τρελά ερωτευµένος, hibernate πέφτω σε χειµέρια νάρκη
ερωτευµένος ως τα µπούνια hibernation χειµερία νάρκη
headstrong ξεροκέφαλος hide δέρµα, τοµάρι
heal επουλώνω-οµαι, γιατρεύω hideous απαίσιος, αποκρουστικός
heap σωρός, στοίβα, σαραβαλάκι high season υψηλή περίοδος (πχ σε
hearing ακοή, ακρόαση, ακροαµατική ξενοδοχείο)
διαδικασία high-flier άτοµο µε φιλοδοξίες και
hearsay φήµες, διαδόσεις την ικανότητα να πετύχει σε κτ
hearten εµψυχώνω, ενθαρρύνω high-handed αυταρχικός, δεσποτικός
hearth τζάκι, πυροστιά highlight τονίζω, υπογραµµίζω, κάνω
hearty εγκάρδιος, πολυ ευδιάθετος ή ανταύγειες στα µαλλιά
διαχυτικός, ρωµαλέος, εύρωστος, high-pitched τσιριχτός, οξύς (πχ για
γενναίο/χορταστικό γεύµα, όρεξη φωνή)
µεγάλη high-ranking υψηλόβαθµος
heave σηκώνω/σπρώχνω/πετώ κτ high-spirited ζωηρός, δραστήριος,
πολύ βαρύ, ανεβοκατεβαίνω ρυθµικά κεφάτος
heavy-handed αδέξιος, τραχύς στους hike πεζοπορία, µεγάλη/ξαφνική
τρόπους του, άξεστος άνοδος σε τιµές
hedge υπεκφεύγω, φράζω hilarious ξεκαρδιστικός
heed προσοχή, δίνω προσοχή hinder παρακωλύω, εµποδίζω
heedless απρόσεκτος, αδιάφορος, hindrance εµπόδιο, κώλυµα,
αλόγιστος παρεµπόδιση, παρακώλυση
heighten ενισχύω-οµαι, εντείνω-οµαι, hindsight η εκ των υστέρων γνώση
αυξάνω-οµαι hinge µεντεσές, άρθρωση, εξαρτώµαι
heinous απεχθής, αποτρόπαιος hint υπαινίσσοµαι
45
hiss σφυρίζω (σα φίδι/µέσα από τα hot-tempered οξύθυµος
δόντια/αποδοκιµαστικά) hound κυνηγόσκυλο
hitch κάνω/ταξιδεύω µε ωτοστόπ, household appliances συσκευές
προσδένω, αγκιστρώνω οικιακής χρήσης
hive κυψέλη howl ουρλιάζω, σκούζω
hoard θησαυρός, απόθεµα χρηµάτων huddle στριµώχνοµαι από κρύο/φόβο,
κλπ που κρατά κπ κρυµµένο, κουλουριάζοµαι
κοµπόδεµα, συσσωρεύω, hum µουρµουρίζω τραγούδι, σφύζω
αποθηκεύω, µαζεύω από ζωή/δράση
hoarse βραχνός human rights advocate
hoax απάτη, φάρσα υποστηρικτής ανθρωπίνων
hobble κουτσαίνω, περπατώ δικαιωµάτων
κουτσαίνοντας humane ανθρώπινος, ευσπλαχνικός,
hoist σηκώνω, ανυψώνω, ανελκύω συµπονετικός
hollow κοίλος, κούφιος, humanistic ανθρωπιστικός
βαθουλωµένος (πχ για µάτια), humble ταπεινός
υπόκωφος, ψεύτικος, απατηλός humdrum πληκτικός, ανιαρός
homely σπιτικός, απλός, οικείος, humid υγρός, νοτερός
άνετος humidity (για καιρό/αέρα) υγρασία,
homesick που νοσταλγεί το σπίτι νοτιά
του/την πατρίδα του humiliating εξευτελιστικός
homicide ανθρωποκτονία από humiliation εξευτελισµός
πρόθεση humor κάνω το κέφι κπ (συν.
homogeneous οµοιογενής συµφωνώντας µαζί του παρά τις
honk κορνάρω αντιρρήσεις µου ή ανεχόµενος τις
honorary τιµητικός, επίτιµος παραξενιές του), ικανοποιώ τις
hood κουκούλα, καπό αυτοκινήτου ιδιοτροπίες κπ
hook πιάνω µε αγκίστρι/γάτζο, hump εξόγκωµα εδάφους, καµπούρα
κουµπώνω µε γατζάκια hunch διαίσθηση, προαίσθηµα,
hoot θορυβώδες γέλιο, κορνάρισµα, υποψία, καµπούρα, καµπουριάζω
φωνή κουκουβάγιας hung-up πρόβληµα
hop περνώ κτ πηδώντας, χοροπηδώ (συναισθηµατικό/ψυχολογικό),
horde ορδή, πλήθος δυσκολία
horrendous φοβερός hurdle εµπόδιο στον αθλητισµό,
horror τρόµος, φρίκη, φρικιαστικός, δυσκολία, εµπόδιο
τροµακτικός hurdle φράχτης, εµπόδιο
hospitable φιλόξενος hurl εκτοξεύω, πετώ
host φιλοξενώ διοργάνωση, hurting χτύπηµα
παρουσιάζω στην τηλεόραση/στο hurtle τρέχω µε ορµή
ραδίόφωνο hush σιγή
hostage όµηρος husk φλοιός, φλούδα, τσόφλι
hostile εχθρικός, αφιλόξενος οσπρίων/σιτηρών/ορισµένων ξηρών
hostility εχθρότητα, εχθρικότητα, καρπών, κέλυφος
εναντίωση husk φλοιός, κέλυφος, τσόφλι
46
husky βραχνός immense τεράστιος
hustle σπουδή, βιασύνη, σπρώχνω, immerse βυθίζω, βουτώ κτ σε
κάνω κπ να κινηθεί γρήγορα, immerse oneself in sth βυθίζοµαι,
σκουντώ, βιάζοµαι απορρόφώµαι
hut παράγκα immersion βύθιση
hyperactive υπερκινητικός immigrate µεταναστεύω, µετοικώ,
iceberg παγόβουνο εποικώ
icon είδωλο, εκκλησιαστική εικόνα imminent αναµενόµενος, επικείµενος
idealize εξιδανικεύω immobile ακίνητος
idle άσκοπος, τεµπέλης, αδρανής, immobilize ακινητοποιώ
ένεργος immortal αθάνατος
if I were in sb's shoes αν ήµουν κπ, immune που έχει ανοσία σε,
αν ήµουν στη θέση κπ απρόσβλητος
ignite ανάβω, αναφλέγω-οµαι, immune system ανοσοποιητικό
πυροδοτώ σύστηµα
ignition ανάφλεξη αυτοκινήτου, immunity ανοσοποίηση
πυροδότηση impact αντίκτυπος, σύγκρουση,
ignorant ανίδεος, αµαθής επηρεάζω, έχω αντίκτυπο
ill-advised απερίσκεπτος impair βλάπτω, καταστρέφω,
ill-conceived που έχει σχεδιαστεί κλονίζω, διαταράσσω
άσχηµα impair βλάπτω, καταστρέφω,
ill-defined ασαφής εξασθενίζω
ill-disposed µη φιλικός, αρνητικά impaired εξασθενηµένος, που έχει
διατεθειµένος υποστεί βλάβη/φθορά
illegible δυσανάγνωστος impale σουβλίζω, ανασκολοπίζω
illegitimate παράνοµος, νόθος, impart µεταδίδω
εξώγαµος impartial αµερόληπτος,
ill-founded αβάσιµος απροκατάληπτος
illicit παράνοµος impassable αδιάβατος
illiterate αγράµµατος impeccable άµεµπτος, άψογος
ill-mannered κακότροπος, ανάγωγος, impeccable άψογος, τέλειος,
αγενής αψεγάδιαστος
illuminate φωτίζω, φωταγωγώ, impede παρακωλύω, εµποδίζω,
διασαφηνίζω παρεµποδίζω
illuminated φωτισµένος, (για impediment εµπόδιο, κώλυµα,
χειρόγραφο) εικονογραφηµένος, (σωµατική/νευρική) δυσχέρεια,
διακοσµηµένος µε έγχρωµες δυσκολια στην οµιλία
µικρογραφίες impel ωθώ, παρακινώ
illuminating διαφωτιστικός impending επικείµενος
illusion ψευδαίσθηση impenetrable αδιαπέραστος,
illustrate εικονογραφώ, επεξηγώ ακατανόητος
illustrious περίφηµος, επιφανής, imperative κτ που πρέπει να γίνει
διαπρεπής, ξακουστός άµεσα, µέληµα
immeasurable ανυπολόγιστος imperceptible ανεπαίσθητος,
47
αµυδρός improvement on βελτίωση
imperceptibly ανεπαίσθητα improvise αυτοσχεδιάζω
imperial αυτοκρατορικός impudent αναιδής
impersonate µιµούµαι, υποδύοµαι impulse παρόρµηση, ώθηση
impertinence αυθάδεια impulsive αυθόρµητος, παρορµητικός
impertinent αναιδής, αυθάδης in accordance with σύµφωνα µε
impetuous επιπόλαιος, απερίσκεπτος, in anticipation of σε αναµονή
παρορµητικός in conjunction with από κοινού, µαζί
impetus ώθηση, κινητήρια δύναµη µε, σε συνεργασία µε
impinge on έχω αντίκτυπο, επιδρώ in due course όταν έρθει η ώρα, στην
implacable αδυσώπητος, ώρα του
ανυποχώρητος, αµείλικτος in duplicate σε δύο αντίγραφα
implant εµφυτεύω, ενσταλάζω, in earnest σοβαρά (για τα καλά)
εντυπώνω στο νου in effect στην πραγµατικότητα, σε
implicate εµπλέκω, ενοχοποιώ ισχύ
implication υπονοούµενο, in hand διαθέσιµος (για
υπαινιγµός, ενοχοποίηση, επίπτωση, χρόνο/χρήµατα), µε το οποίο
ανάµιξη, συµµετοχή ασχολείται κανείς, υπό έλεγχο, υπό
implicit υπονούµενος, έµµεσος, που εκτέλεση
εξυπακούεται, ανεπιφύλακτος, in jeopardy σε κίνδυνο
αµέριστος in length σε µήκος
implore εκλιπαρώ in many respects από πολλές απόψεις
imply υπονοώ, υποδηλώνω, in moderation µε µέτρο
συνεπάγοµαι in one's wake από πίσω, µετά από,
imponderable αστάθµητος στο πέρασµά του
import σηµασία in parallel with παράλληλα
importation εισαγωγή (προϊόντος) in peril σε κίνδυνο
impose επιβάλλω in public µπροστά σε άλλους
imposing επιβλητικός in respect of σχετικά µε
imposition επιβολή φόρου κλπ, in retrospect εκ των υστέρων
κατάχρηση πχ καλοσύνης in revenge for σε αντίποινα
impotent αδύναµος, ανίσχυρος in reverse όπισθεν
impoverish καθιστώ κπ φτωχό, in terms of όσον αφορά, σε σχέση µε
αποδυναµώνω in the act of κατά τη διάρκεια της
impoverished φτωχός, πράξης
εξασθενηµένος in the air αβέβαιος, εκτεταµένος
impracticable ανέφικτος, in the flesh µε σάρκα και οστά
ανεφάρµοστος in the hope that µε την ελπίδα να
impressionable ευεπηρέαστος, in the line of duty στο βωµό του
δεκτικός καθήκοντος
imprint αποτυπώνω, εντυπώνω in the long run µακροπρόθεσµα
improper ανέντιµος, απρεπής, in the midst of sth ενώ (κατά τη
ανάρµοστος, ακατάλληλος, διάρκεια)
εσφαλµένος, αντικανονικός in the offing πιθανό να συµβεί
48
in the soup σε µπελάδες ανικανότητα
in the wake of µετά, ως επακόλουθο inconclusive µη τελεσίδικος, µη
in the way of από την άποψη οριστικός, αµφισβητήσιµος, που δεν
in this neck of the woods στην οδηγεί σε συµπέρασµα/αποτέλεσµα
περιοχή inconsiderate αναίσθητος, αδιάφορος
in view of λαµβάνοντας υπόψη (ως προς τα συναισθήµατα των
inaccessible απρόσιτος, απλησίαστος άλλων)
inadequacy ατέλεια inconsistency ασυνέπεια, αντίφαση,
inadvertent ακούσιος, αθέλητος ασυµφωνία
inadvertently αθέλητα, ακούσια, από inconsolable απαρηγόρητος
απροσεξία inconspicuous που περνάει
inane ανόητος, κενός απαρατήρητος
inanimate άψυχος incontrovertible αναµφισβήτητος
inappropriate ακατάλληλος inconvenient άβολος, ακατάλληλος
inaugural εναρκτήριος incorporate ενσωµατώνω,
inaugurate καθιστώ κπ σε αξίωµα, συµπεριλαµβάνω
εγκαινιάζω incorrigible αδιόρθωτος, που δε
inauguration εγκατάσταση σε συµµορφώνεται
αξίωµα, ορκωµοσία (προέδρου), incredible απίστευτος
εγκαίνια incredulity δυσπιστία
inborn έµφυτος incriminate ενοχοποιώ
inbuilt ενσωµατωµένος inculcate εµφυσώ, ενσταλλάζω,
incapacitate καθιστώ κπ ανίκανο (πχ εντυπώνω στο νου
για δουλειά) incur υφίσταµαι, επιβαρύνοµαι µε,
incapacitated ανίκανος επισύρω πχ οργή
incarnation ενσάρκωση indebted υπόχρεος, χρεωµένος (για
incentive κίνητρο χώρες κλπ)
inception ξεκίνηµα, έναρξη indecency απρέπεια
incessant αδιάκοπος, ακατάπαυστος indecipherable δυσανάγνωστος, που
incessantly ασταµάτητα δεν µπορεί να αποκρυπτογραφηθεί
incidence συχνότητα εµφάνισης indecisive αναποφάσιστος, µη
φαινοµένου αποφασιστικός, µη οριστικός
incident περιστατικό, γεγονός indefatigable ακούραστος
incidental συµπτωµατικός, indefinite απροσδιόριστος (για
δευτερεύων χρόνο), αόριστος, ασαφής (για ιδέες
incidentally παρεµπιπτόντως κλπ)
incite υποκινώ, υποδαυλίζω, indeterminate ακαθόριστος,
ενθαρρύνω απροσδιόριστος
inclination διάθεση, τάση, κλίση index ευρετήριο, οικονοµικός δείκτης,
inclined to που θέλει/τείνει να συντάσσω ευρετήριο,
inclusive συνολικός, που αναπροσαρµόζω (µισθό/σύνταξη)
περιλαµβάνει τιµαριθµικά
incoming εισερχόµενος, επερχόµενος indicate δείχνω, µαρτυρώ, δηλώνω
incompetency ανεπιτηδειότητα, έµµεσα, υποδεικνύω, µαρτυρώ,
49
αποτελώ ένδειξη, υποδηλώνω infallible αλάθητος, αλάνθαστος, που
indicative ενδεικτικός, δηλωτικός δεν αποτυγχάνει ποτέ
indigenous αυτόχθωνας, εγχώριος, infamous διαβόητος
ντόπιος, γηγενής, ιθαγενής infantile παιδαριώδης, παιδιάστικος
indigestion δυσπεψία, βαρυστοµαχιά infantry πεζικό
indignant αγανακτισµένος infatuated ξετρελαµένος,
indiscernible δυσδιάκριτος ξελογιασµένος
indiscernible δυσδιάκριτος infect µολύνω
indiscreet αδιάκριτος, χωρίς τακτ infection µόλυνση, λοίµωξη
indispensable απολύτως infectious µεταδοτικός
απαραίτητος, ουσιώδης infer συνάγω, συµπεραίνω
indisputable αδιαφιλονίκητος, inferior κατώτερος, υποδεέστερος
αδιαµφισβήτητος inferiority κατωτερότητα
indistinct συγκεχυµένος, infertile άγονος
δυσδιάκριτος infest κατακλύζω, µαστίζω,
indivisible αδιαίρετος, αδιαχώρητος λυµαίνοµαι
indolent αδρανής, οκνηρός, ράθυµος, infiltrate διεισδύω, κάνω να
τεµπέλης διεισδύσει
induce παρακινώ, προτρέπω, infinite άπειρος, απέραντος,
προκαλώ, επιφέρω απεριόριστος
induction εισαγωγή, µύηση σε infirmity ασθένεια, αδυναµία,
επάγγελµα, οµάδα κλπ, τελετή πάθηση
µύησης inflame εξαγριώνω, εξάπτω,
indulge ενδίδω σε, ικανοποιώ επιδεινώνω µία κατάσταση
(επιθυµίες), κακοµαθαίνω, εντρυφώ, inflamed ερεθισµένος, φλεγµονώδης
ικανοποιώ, κάνω τα χατήρια, inflammation φλεγµονή
παραδίδοµαι σε κπ inflate φουσκώνω (για λάστιχο/τιµές
indulge yourself with sth ενδίδω σε, κλπ)
επιτρέπω στον εαυτό µου (συν. inflation πληθωρισµός
απόλαυση) inflict καταφέρω, επιφέρω, υποβάλλω
indulgence απόλαυση κπ σε κτ δυσάρεστο
indulgent που υποχωρεί, που κάνει τα inflow εισροή
χατήρια, επιεικής, ανεκτικός influential µε επιρροή, που ασκεί
industrious εργατικός, επιµελής επιρροή
ineptitude ανικανότητα, αδεξιότητα influx εισροή, συρροή
inert αδρανής, άτονος, ακίνητος, informative κατατοπιστικός,
ανενεργός ενηµερωτικός
inevitable αναπόφευκτος infrared υπέρυθρος
inexhaustible ανεξάντλητος infrastructure υποδοµή
inexorable που δεν µπορείς να το infringe καταπατώ πχ δικαιώµατα,
σταµατήσεις/αλλάξεις παραβιάζω
inexplicable ανεξήγητος infuriate εξοργίζω
inextricable αλληλένδετος. infuse εµποτίζω, εµφυσώ, ενσταλάζω,
αδιαχώριστος αφήνω τσάι/βότανα κλπ σε ζεστό
50
νερό για να φτιάξω ρόφηµα χρηµάτων/χρόνου/ιδεών κλπ,
ingenious ευφυής, πολυµήχανος, εισαγωγή δεδοµένων, εισάγω
εφευρετικός, µεγαλοφυής, έξυπνος πληροφορίες/δεδοµένα σε
(για σχέδιο κλπ) υπολογιστή
ingenuous ιντζένιουας αγαθός, inquest έρευνα για αιτία θανάτου,
αφελής συζήτηση για αιτία ήττας/αποτυχίας
ingest ιντζέστ καταπίνω (τροφή/νερό inquire ζητώ πληροφορίες
κλπ) inquiry έρευνα, ζήτηση πληροφοριών
ingot ράβδος (χρυσού κλπ) inquisitive αδιάκριτος, περίεργος,
ingratiate προσπαθώ να κερδίσω την ερευνητικός, ανήσυχος
εύνοια κπ inquisitively µε περιέργεια, αδιάκριτα
ingratiate oneself with sb προσπαθώ insane τρελός, παράφρων, παλαβός
να κερδίσω την εύνοια κπ insatiable ακόρεστος,
ingratitude αχαριστία, αγνωµοσύνη ανικανοποίητος, αχόρταγος
inhabit κατοικώ, ζω σε inscribe χαράσσω
inhabited κατοικηµένος inscription επιγραφή
inhale εισπνέω insensible απρόσβλητος,
inherent εγγενής, έµφυτος, που ασυγκίνητος, αναίσθητος, ανίδεος,
ενυπάρχει ανυποψίαστος
inherit κληρονοµώ insensitive χωρίς τακτ
inheritance κληρονοµιά inseparable αχώριστος,
inhibit αναστέλλω, (παρ)εµποδίζω, αναπόσπαστος
δηµιουργώ αναστολές σε κπ insert προσθήκη, βάζω µέσα,
inhibited που νοιώθει αναστολές, προσθέτω σε κείµενο
συγκρατηµένος, ντροπαλός inset βάζω κτ σαν ένθετο
inhibition αναστολή, συστολή insidious ύπουλος πχ για ασθένεια
inhibitor αναστολέας insidiously ύπουλα
inimitable αµίµητος, µοναδικός insight ενόραση, γνώση, οξυδέρεκεια,
initial αρχικό γράµµα, αρχικός, διορατικότητα, εικόνα, αντίληψη,
µονογραφώ κατανόηση
initiate αρχίζω κτ, θέτω σε εφαρµογή, insinuate υπαινίσσοµαι
µυώ κπ σε κτ insinuate oneself into sb χώνοµαι (µε
initiative πρωτοβουλία πονηρό σκοπό), τρυπώνω, διεισδύω
inlay τοποθετώ ενθετικό κρυφά/πονηρά
υλικό/ένθεση/ενθετική insipid (για τροφή) άνοστος, ανιαρός,
διακόσµηση/µαρκετερί αδιάφορος
inmate τρόφιµος φυλακής κλπ insistence επιµονή
innate έµφυτος, εγγενής insole πάτος, εσωτερική σόλα
innermost ενδόµυχος, εσώτατος παπουτσιού
innocuous άκακος, ακίνδυνος insolent αναιδής, αυθάδης, θρασύς
innovation καινοτοµία insolvent αφερέγγυος
innovative καινοτόµος insomnia αϋπνία
innumerable αµέτρητος inspiration έµπνευση, κπ/κτ που
input συνεισφορά εµπνέει
51
install εγκαθιστώ, τοποθετώ intensively εντατικά
installment δόση πχ δανείου intent on προσηλωµένος,
instance περίπτωση, παράδειγµα αποφασισµένος
instant άµεσος, στιγµιαίος (για intentional σκόπιµος
φαγητό) interaction αλληλεπίδραση,
instantaneous ακαριαίος επικοινωνία, συνεργασία
instep καµάρα (ποδιού/παπουτσιού) interactive που αλληλεπιδρούν
instigate υποκινώ, υποδαυλίζω, βάζω intercede επεµβαίνω, µεσολαβώ υπέρ
µπρος, αρχίζω τρίτου
instigation υποκίνηση, παρότρυνση intercept κόβω το δρόµο, εµποδίζω
instigator προβοκάτορας, υποκινητής κπ/κτ να φτάσει κάπου,
instill ενσταλάζω (ιδέες κλπ), εµφυσώ παρεµβάλλοµαι στην πορεία κπ
instructive διδακτικός, µορφωτικός interconnectedness αλληλοσύνδεση
instrumental που συµβάλλει interfere with εµποδίζω, παρακωλύω
αποφασιστικά, ενόργανη µουσική interference ανάµειξη, µεσολάβηση,
insulate µονώνω, αποµονώνω, παρέµβαση
προφυλλάσσω interim προσωρινός
insulate against µονώνω, αποµονώνω interject διακόπτω οµιλητή (µε
insulation µόνωση, µονώνω επιφώνηµα/σχόλιο κλπ)
insupportable ανυπόφορος, interlocutor συνοµιλητής
αφόρητος interlude διάλειµµα, διακοπή
insurmountable ανυπέρβλητος (για intermediary µεσάζων, µεσολαβητής
δυσκολίες) intermingle αναµιγνύοµαι
intact σώος, άθικτος intermission διάλειµµα παράστασης
intake άθικτος, ανέπαφος, ποσότητα κλπ
φαγητού/ποτού που καταναλώνεται intern ειδικευόµενος γιατρός
από τον οργανισµό internal εσωτερικός
intangible απροσδιόριστος, interpret ερµηνεύω
ακαθόριστος, άϋλος interracial που γίνεται ανάµεσα σε
integral αναπόσπαστος, απαραίτητος διαφορετικές φυλές
για να είναι κτ άρτιο/πλήρες interrogate ανακρίνω
integrate ενσωµατώνω, εντάσσω, intersection διασταύρωση
συνδυάζω interval µεσοδιάστηµα
integration ενσωµάτωση, ένταξη intervene µεσολαβώ, παρεµβαίνω,
integrity ακεραιότητα επεµβαίνω, παρεµβάλλοµαι
intellect νοηµοσύνη, νόηση, διάνοια intimacy οικειότητα, στενή σχέση
(για άνθρωπο) intimate στενός, ερωτικός (για
intellectual πνευµατικός, διανοητικός σχέση), προσωπικός, ιδωτικός,
intelligible κατανοητός ενδόµυχος
intense έντονος, σφοδρός intimidate εκφοβίζω
intensely έντονα intimidated εκφοβισµένος
intensify εντείνω-οµαι, δυναµώνω intolerable αφόρητος
intensity ένταση intonation επιτονισµός
intensive εντατικός intoxicated υπό την επήρεια
52
αλκοόλ/ναρκωτικών κινείται προς τα µέσα
intrepid ατρόµητος inward-looking εγωκεντρικός
intricate περίπλοκος, πολύπλοκος irascible ευέξαπτος, οξύθυµος
intrigue εξάπτω την περιέργεια, irate εξαγριωµένος
ραδιουργώ irrational παράλογος
intriguing που κινεί το irreconcilable ασυµβίβαστος πχ για
ενδιαφέρον/την περιέργεια διάφορες απόψεις
intrinsic εγγενής, ουσιαστικός, irrecoverable ανεπαρνόθωτος, που
εσωτερικός δεν µπορείς να τον επανακτήσεις
intrinsically εγγενώς, που ενυπάρχει, irrefutable αδιάσειστος, αδιάψευστος
εσωτερικά irrelevant άσχετος
introverted εσωστρεφής irreparable ανεπαρνόθωτος
intrude on εισβάλλω, απρόσκλητος irreplaceable αναντικατάστατος
intrusion ενόχληση, αυθαίρετη irreproachable άµεµπτος, άψογος
είσοδος (για άνθρωπο/τη συµπεριφορά του)
intrusive φορτικός, αδιάκριτος, irresistible ακαταµάχητος,
ενοχλητικός ακατακίνητος
intrusively ενοχλητικά, αδιάφορα, irrespective of άσχετα µε,
φορτικά ανεξάρτητα
intuition διαίσθηση irreverent ασεβής
inundate πληµµυρίζω, κατακλύζω irreversible µη αναστρέψιµος,
invade εισβάλλω αµετάκλητος
invalid άκυρος irrevocable αµετάκλητος
invaluable ανεκτίµητος irrigate αρδεύω
invariable αµετάβλητος, irrigation άρδευση
αναλλοίωτος, σταθερός, µόνιµος irritable ευερέθιστος
invasion εισβολή irritate εκνευρίζω, εξαγριώνω,
inventory λεπτοµερής κατάλογος ερεθίζω
όλων των αντικειµένων που irritation ερεθισµός
βρίσκονται κάπου, απόθεµα, στοκ isolate αποµονώνω
inverse αντίστροφος, ανάποδος isolated αποµονωµένος, αποκοµµένος
invert αντιστρέφω, αναποδογυρίζω issue εκδίδω
investment επένδυση it stands to reason είναι προφανές
inveterate αδιόρθωτος, αθεράπευτος it strikes me that έχω την εντύπωση
invigorate αναζωογονώ, τονώνω ότι
invigorated αναζωογονηµένος jabber µιλώ γρήγορα και ακατάληπτα
invincible αήττητος, ακατανίκητος jagged µε µύτες (συν. αιχµηρές)
invoice τιµολόγιο jam στριµώχνω, χώνω, φρακάρω,
invoke επικαλούµαι εµποδίζω την κίνηση
involuntary ακούσιος jangle κουδουνίζω, παράγω δυνατό
involve εµπλέκω, ανακατεύω, επιδρώ, µεταλλικό ήχο
περικλείω, περιλαµβάνω, συνδέω, jargon επαγγελµατική φρασεολογία
συνεπάγοµαι, τυλίγω jauntily κεφάτα, ζωηρά, µε
inward εσωτερικός, εσώτερος, που αυτοπεποίθηση
53
jaunty κεφάτος, καµαρωτός, γεµάτος keep an eye to the ground µαθαίνω
σιγουριά τι γίνεται, ενηµερώνοµαι
jeer γιουχάρω, αποδοκιµάζω keep myself aloof δεν εµπλέκοµαι
jeopardize διακινδυνεύω keepsake ενθύµιο
jeopardy κίνδυνος kernel καρπός, κουκούτσι
jerk τραντάζω-οµαι, τραβώ κτ kernels µικρά κοµµάτια
απότοµα, τινάζω-οµαι kettle βραστήρας, τσαγερό
jig χοροπηδώ, αναπηδώ ζωηρά keynote κεντρική ιδέα
jingle κουδουνίζω kick-off εναρκτήριο λάκτισµα
jingoistic σοβινιστικός, εθνικιστικός kin συγγενείς, σόι
jocular διασκεδαστικός, kindle καίω, ανάβω φωτιά, διεγείρω
χιουµοριστικός ενδιαφέρον κλπ
jog σπρώχνω, σκουντώ kit σετ εργαλείων, σύνεργα
joint κοινός, συλλογικός, άρθρωση, knack επιδεξιότητα, ικανότητα
κλείδωση knapsack σακίδιο
joist δοκάρι kneel γονατίζω
jolly πρόσχαρος, κεφάτος knit πλέκω, συνδέω, ενώνω
jolt απότοµο τράνταγµα/τίναγµα, knob κουµπί ραδιοφώνου κλπ,
τραντάζω στρογγυλό πόµολο
jubilation ενθουσιασµός (για µία νίκη knockout (στην πυγµαχία) νοκ άουτ,
κλπ) κπ/κτ πολύ
judgemental που ασκεί υπερβολική ελκυστικός/εντυπωσιακός
κριτική knot (ναυτ.) κόµβος
judicius διακριτικός knotty µε κόµπους, δύσκολος,
juggle προσπαθώ να χειριστώ πολλά µπερδεµένος
πράγµατα ταυτόχρονα knowing πονηρός, όλο σηµασία (για
jumbled µπερδεµένος, ανακατεµένος βλέµµα), συνωµοτικός
junction διασταύρωση, συµβολή knowledgeable γνώστης,
juncture κρίσιµη στιγµή πληροφορηµένος
jurisdiction δικαιοδοσία, label ετικέτα, αυτοκόλλητο,
αρµοδιότητα περιγράφω/προσδιορίζω µε ετικέτα
jury ένορκοι laborious επίπονος, κοπιώδης,
just about σχεδόν δύσκολος, κοπιαστικός, επίµονος
justifiable δικαιολογηµένος lace δαντέλα, κορδόνι παπουτσιού,
justifiably δικαιολογηµένα δένω µε κορδόνι
justify δικαιολογώ ladder σκάλα
justly δίκαια, δικαιολογηµένα lag µένω πίσω, καθυστερώ
juvenile σχετικός µε ανηλίκους, lair φωλιά άγριου ζώου, ληµέρι
παιδαριώδης lame κουτσός, αστήρικτος, σαθρός,
juvenile offender ανήλικος που χωλαίνει (πχ για επιχείρηµα κλπ)
παραβάτης lament θρηνώ
keen κοφτερός (για µυαλό), οξύς (για lampblack χρωστική ουσία από
αισθήσεις) επεξεργασµένο κάρβουνο
keenness ενθουσιασµός, ζήλος lance λόγχη, εγχειρίζω, ανοίγω
54
landfill (site) χωµατερή περιοχή
landing προσγείωση, πλατύσκαλο, league συµµαχώ (κυρ. για κακό
απόβαση σκοπό)
landmark ορόσηµο leak διαρροή, διαρρέω, αφήνω κτ να
landmine νάρκη γωστοποιηθεί
landscape τοπίο lean on στηρίζοµαι σε κπ/κτ
landslide κατολίσθηση leaning κλίση, τάση
lane λουρίδα δρόµου, διάδροµος, leap πηδώ, σηµειώνω µεγάλη
αεροδιάδροµος άνοδο/πρόοδο
languid λάνγκουντ χαλαρός και leap year δίσεκτο έτος
κοµψός (για κίνηση), νωθρός lease µίσθωση, εκµίσθωση,
languish µαραζώνω, λειώνω µισθωτήριο συµβόλαιο
lantern φανάρι leash λουρί σκύλου, οµάδα από 3
lap γόνατα, γύρος σε αγώνα δρόµου ανθρώπους/ζώα
lapse ολίσθηµα, παράπτωµα, πάροδος ledge περβάζι, προεξοχή βράχου
χρόνου leech βδέλλα
larva (pl. larvae) κάµπια left-wing αριστερών πολιτικών
lash µαστιγώνω, χτυπώ δυνατά, δένω πεποιθήσεων
σφιχτά µε σκοινί legacy κληροδότηµα, κληρονοµιά
latch µανταλώνω legible ευανάγνωστος
latch on µανταλώνω legibly ευανάγνωστα
latent λανθάνων, αφανής, κρυφός, legislator νοµοθέτης
κρυµµένος, που υποβόσκει legislature νοµοθετικό σώµα
latitude γεωγρ. πλάτος legitimate νόµιµος, εύλογος, ορθός,
latter ο δε, ο τελευταίος, ο δεύτερος, νόµιµο παιδί
ο έτερος leisurely άνετος, αργά, αργός,
laudable αξιέπαινος τεµπέλικος, χωρίς βιασύνη
launch εκτόξευση, καθελκύω, lend an ear ακούω τον πόνο/το
προβάλλω πρόβληµα κπ
lavish γενναιόδωρος, σπάταλος, lenient επιεικής
πλουσιοπάροχος, άφθονος lessen µειώνω
lavishly σπάταλα let off stream βγάζω καπνούς (από
lax (για µυ) άτονος, χαλαρός θυµό)
lay down θέτω ως αρχή lethal θανατηφόρος, φονικός
lay (laid-laid) απλώνω lethally θανάσιµα, θανατηφόρα,
lay to rest αποδεικνύω ότι κτ δεν φονικά
είναι αλήθεια lethargy ατονία, νωθρότητα
layman µη ειδικός level ισοπεδώνω, κάνω έδαφος
layout διαµόρφωση (πόλης, κτηρίου επίπεδο, κατεδαφίζω, εξισώνω
κλπ), χωροταξία level-headed ψύχραιµος και συνετός
leach διυλίζω, αφαιρώ lever µοχλός, λεβιές, µέσο πίεσης
lead προβάδισµα, παράδειγµα, levy φόρος, είσπαξη, στρατολογία,
στοιχείο/πληροφορία, καλώδιο εισπράττω
leafy µε πολλά φύλλα, καταπράσινη liability ευθύνη, εµπόδιο, µεινέκτηµα
55
liable for / to υπεύθυνος, υπαίτιος, litter γέννα, πετάω απορρίµµατα
υποκείµενος σε, που έχει την τάση, livable κατοικήσιµος, υποφερτός
που έχει τη προδιάθεση, επιρρεπής, livelihood βιοπορισµός
υποκείµενος σε livestock ζώα σε φάρµα
liaison σχέση, συνεργασία loathe απεχθάνοµαι, σιχαίνοµαι
liberate απελευθερώνω, λυτρώνω locale σκηνικό (όπου γίνεται κάτι)
license δίνω επίσηµη άδεια, επιτρέπω locality περιοχή
lid καπάκι locker µικρό ντουλάπι µε κλειδαριά
lie (lay-lain) ξαπλώνω σε αποδυτήρια
lie with sb (to do sth) είναι δικό του locust ακρίδα
θέµα, αυτός ευθύνεται lodge σπιτάκι, περίπτερο κυνηγετικό,
lieutenant υπολοχαγός θυρωρείο, υποβάλλω, στεγάζω
lifespan διάρκεια ζωής lodge an official protest υποβάλλω
ligament (ανάτ.) σύνδεσµος επίσηµη διαµαρτυρία
likeness οµοιότητα lodger νοικάρης, ξένος που διαµένει
likewise το ίδιο, επίσης µε οικογένεια µε ενοίκιο
likewise το ίδιο, επίσης lofty πολύ ψηλό κτήριο/δάσος κλπ,
limb µέλος, άκρο σώµατος, χοντρό υψηλή/ευγενής ιδέα κλπ
κλαδί δέντρου log ηµερολόγιο, καταγράφω,
lime ασβέστης καταχωρίζω, κόβω δέντρα για ξυλεία
limelight προσκήνιο, δηµοσιότητα loiter χαζεύω,
limestone ασβεστόλιθος κοντοστέκοµαι/περιφέροµαι κπ
limp κουτσαίνω άσκοπα, χασοµερώ
limpid διαυγής lonesome που νιώθει µοναξιά,
lined µε γραµµές, ρυτιδιασµένος, ερηµικός
φοδραρισµένος long for λαχταρώ, ποθώ
linen ασπρόρουχα longevity µακροζωία
liner επιβατικό πλοίο γραµµής, loom προβάλλω, εµφανίζοµαι
κρουαζιερόπλοιο απειλητικά, διαγράφοµαι
linger µένω, παραµένω, παρατείνω looming επικείµενος
την παραµονή µου, χρονοτριβώ loosen χαλαρώνω, ξεσφίγγω
liposuction λιποαναρρόφηση loot λεηλατώ
liquefied υγροποιηµένος losing streak περίοδος ατυχίας, γκίνια
liquidated κεφάλαιο που έχει lousy απαίσιος
ρευστοποιηθεί lower ταπεινώνω, χαµηλώνω
lisp ψευδίζω lowly ταπεινός, κατώτερος
literacy γνώση γραφής και lozenge ρόµβος, παστίλια
ανάγνωσης lubricate λαδώνω
literal κυριολεκτικός lucid ευκρινής, σαφής, που
literally κατά γράµµα, κυριολεκτικά, χαρακτηρίζεται από διαύγεια
πιστά πνεύµατος, καθαρός, διαυγής
literary λόγιος, λογοτεχνικός, που του lucrative επικερδής
αρέσει η λογοτεχνία ludicrous γελοίος
lithe ευκίνητος, λυγερός lukewarm χλιαρός
56
lull ανάπαυλα, νηνεµία make ends meet τα φέρνω βόλτα
lumber ξυλεία (οικονοµικά)
luminance φωτισµός make good προκόβω, πετυχαίνω
luminous φωτεινός, που φωσφωρίζει make hay (while the sun shines)
lump σβώλος, άµορφη µάζα, κοµµάτι, δράττοµαι της ευκαιρίας,
εξόγκωµα εκµεταλλεύοµαι την κατάσταση,
lurch κάνω απότοµη κίνηση, κάνω κτ όσο είναι οι κατάλληλες
παραπατώ, τρικλίζω συνθήκες
lure δελεάζω, σαγηνεύω, παρασύρω make head(s) or tail(s) δε βγάζω
lurk καραδοκώ, παραµονεύω άκρη
lush οργιώδης βλάστηση, πολυτελής, make light of αντιµετωπίζω µε
γεµάτος χλιδή ελαφρότητα, δε δίνω την ανάλογη
lust πόθος σηµασία, παίρνω κτ αψήφιστα, δε
lymph gland λεµφαδένας δίνω σηµασία
mace σκήπτρο makeshift πρόχειρος, προσωρινός
madden εξαγριώνω maladjusted δυσπροσάρµοστος
magistrate κατώτερος δικαστής, malady νοσηρότητα συστήµατος κλπ,
ειρηνοδίκης πληγή µτφ, ασθένεια
magnanimous µεγαλόψυχος malaise δυσφορία, αδιαθεσία
magnificent έξοχος, εξαίσιος malevolent µοχθηρός, κακόβουλος
magnifier µεγενθυντικός φακός malformation δυσµορφία, δυσπλασία
magnify µεγεθύνω, µεγαλοποιώ, malicious κακεντρεχής
ενισχύω malnourished που υποσιτίζεται
magnitude µέγεθος, ποσότητα, malpractice αµέλεια καθήκοντος,
σηµασία, σπουδαιότητα απράβαση επαγγελµατικής
maid υπηρέτρια, καµαριέρα δεοντολογίας
maiden παρθενικός, πρώτος mammal θηλαστικό
maimed σακατεµένος mandatory υποχρεωτικός
mainland ηπειρωτική χώρα maneuverability ευελιξία, ευκολία
mainstay στυλοβάτης, στήριγµα στις µανούβρες/µετακινήσεις
mainstream δεσπόζουσα τάση mangle κατακρεουργώ, συνθλίβω
maintain διατηρώ, ισχυρίζοµαι, manhood ανδρισµός, ενηλικίωση (για
υποστηρίζω, βεβαιώνω αγόρι)
maintainance συντήρηση, διατήρηση manifest έκδηλος, φανερός, εµφανής,
majesty µεγαλείο εκδηλώνω, φανερώνω, εµφανίζω,
make µάρκα δείχνω καθαρά
make a monkey of γελοιοποιώ manifestation ένδειξη, εκδήλωση,
make a try προσπαθώ οτιδήποτε καθιστά κτ έκδηλο
make allowances for να λαµβάνω manipulate εκµεταλλεύοµαι,
υπόψη µου την αδυναµία κπ κλπ χειραγωγώ, χειρίζοµαι επιδέξια
make amends for προσπαθώ να manipulative που χειραγωγεί, που
αντιµετωπίσω µία παρελθοντική µεταχειρίζεται, που εκµεταλλεύεται
κατάσταση manned επανδρωµένος
make do βολεύοµαι µε, αρκούµαι σε manpower εργατικό δυναµικό
57
mansion αρχοντικό, µέγαρο, έπαυλη material βασικός, σηµαντικός,
mantel ράφι τζακιού σχετικός, υλικός
mantle µανδύας, στρώµα µτφ, material goods υλικά αγαθά
καλύπτω materialism υλισµός
manual εγχειρίδιο, χειρωνακτικός, materialistic υλιστικός
χειροκίνητος, που γίνεται µε το χέρι materialize εµφανίζοµαι ξαφνικά,
manual labor χειρωνακτική εργασία υλοποιούµαι, πραγµατοποιούµαι
manufacture παραγωγή, κατασκευή maternal µητρικός, προερχόµενος
manuscript χειρόγραφο από µητέρα
mar αµαυρώνω, χαλώ maternity µητρότητα
marble µάρµαρο, βώλος (παιχνίδι) matrimony γάµος, έγγαµος βίος
marbling κρέας µε καλή αναλογία mature student φοιτητής που
λίπους, χρωµατισµός ή νερά σαν πηγαίνει στο πανεπιστήµιο µερικά
µαρµάρου χρόνια αφού τελειώσει το σχολείο
march πορεία maze λαβύρινθος, κυκεώνας
marginal οριακός, µικρού meager ισχνός, πενιχρός
µεγέθους/βαθµού, περιθωριακός mean κακός, µοχθηρός, πολύ ικανός,
marital συζυγικός δεινός
mark βαθµός, σηµαίνω, σηµειώνω meander ακολουθώ ελικοειδή πορεία,
marked έντονος, αισθητός περιφέροµαι
markedly σαφώς, έντονα meddle ανακατεύοµαι σε κτ που δεν
markings σηµάδια (σε µε αφορά
ζώα/πουλιά/ξύλο) mediate µεσολαβώ, πετυχαίνω κτ µε
marrow µεδούλι, ουσία, πυρήνας µεσολάβηση
marsch βάλτος, έλος medication φαρµακευτική αγωγή,
mart αγορά (τόπος) φάρµακα
marvel θαύµα medicinal θεραπευτικός
mason χτίστης, λιθοδόµος mediocre µέτριος, της σειράς,
massacre ανθρωποσφαγή, µακελειό, ασήµαντος
σφαγή, σφάζω meditation διαλογισµός
massive ογκώδης, τεράστιος, πολύ medium (pl. media) µέσο
µεγάλος/σοβαρός meek πράος, πειθήνιος
mast κοντάρι (σηµαίας) mellow γλυκός, απαλός, ζεστός (για
masterful αυταρχικός, επιβλητικός, ήχους/χρώµατα/γεύση), µειλίχιος
αριστοτεχνικός (για ανθρώπους), ωριµάζω,
masterly αριστοτεχνικά, "µαλακώνω", ηρεµώ µε το πέρασµα
αριστοτεχνικός, επιδέξιος του χρόνου, ξεθωριάζω
mastermind εγκέφαλος (πχ memento ενθύµιο
οργάνωσης) memorable αξιοµνηµόνευτος
masterpiece αριστούργηµα memorial µνηµείο
mat χαλάκι, στρώµα (για σκήσεις memorize αποστηθίζω
γυµναστικής) menace απειλή, µπελάς, ενοχλητικό
matchless απαράµιλλος άτοµο/πράγµα κτλ
mate ταίρι, σύντροφος menacing απειλητικός
58
menial (για εργασία) ταπεινός, οφθαλµαπάτη
υποτιµητικός, που δεν απαιτεί mire βούρκος, τέλµα
ειδίκευση misapprehension παρανόηση, πλάνη
mentality νοοτροπία misappropriate καταχρώµαι,
merchandise εµπόρευµα σφετερίζοµαι, υπαιξερώ
merciful φιλεύσπλαχνος miscellaneous ποικίλος, ετερόκλητος
merge ενώνω-οµαι, συγχωνεύω-οµαι, mischief σκανταλιά, πειρακτική
ανακατεύοµαι σταδιακά διάθεση, ζηµιά, βλάβη/υλική/ηθική
merger συγχώνευση πχ εταιρειών misconception λανθασµένη
meridian µεσηµβρινός αντίληψη, αντίληψη
merit αξία, προσόν, αξίζω, δικαιούµαι misconstrue παρερµηνεύω
meticulous σχολαστικός, λεπτολόγος miscreant αιρετικός, άπιστος,
middleman µεσάζων εγκληµατίας
mighty ισχυρός, µέγας, µεγαλειώδης, miserly τσιγγούνης
επιβλητικός misgiving δισταγµός, ανησυχία, κακό
migraine ηµικρανία προαίσθηµα
migrate αποδηµώ, µεταναστεύω, mishap αναποδιά, ατύχηµα
µετοικώ misinterpret παρερµηνεύω
migration αποδηµία, µετανάστευση mislead παραπλανώ, εξαπατώ
mild ήπιος, πράος, ελαφρύς misleading παραπλανητικός
mileage απόσταση σε µίλια misnomer εσφαλµένη/ακατάλληλη
milepost ορόσηµο, σηµαντικός ονοµασία
σταθµός misplaced αδικαιολόγητος,
milieu κοινωνικό περιβάλλον, ανάρµοστος
κοινωνικός περίγυρος missile πύραυλος, βλήµα
militant µαχητικός, αγωνιστικός missionary ιεραπόστολος
militia εθνοφρουρά, πολιτοφυλακή mist οµίχλη, πούσι, καταχνιά,
millet δηµητριακό σύννεφο ψεκασµού, υδρατµοί από
mimicry µίµηση αεροζόλ
mind-blowing συναρπατικός mist σύννεφο υδρατµού, υδρατµοί
mindful που έχει επίγνωση, που από αεροζόλ
λαµβάνει υπόψη του κπ/κτ mistletoe γκι
mindless αλόγιστος, που δεν απαιτεί mitigate µετριάζω, αµβλύνω (µτφ.)
σκέψη moan βογγώ
mind-numbing πολύ βαρετός mob όχλος
mindset νοοτροπία mobilize κινητοποιώ
mine ορυχείο, µεταλλείο, νάρκη mock test εξέταση προσωµοίωσης
mingle ανακατεύοµαι, ενώνοµαι mockery γελοιοποίηση, εµπαιγµός,
minimal ελάχιστος, µηδαµινός παρωδία, κοροϊδία
minute µικροσκοπικός mode τρόπος, τρόπος λειτουργίας,
minutes πρακτικά (συνεδρίασης/δίκης µόδα
κλπ) moderate µέτριος, µετριοπαθής,
miraculous ως εκ θαύµατος λογικός, προεδρεύω
mirage αντικατοπτρισµός, moderation µέτρο
59
modestly αξιοπρεπώς, µετριοπαθώς, mortify απονεκρώνω, ταπεινώνω,
σεµνά ντροπιάζω, ντροπιάζοµαι
modesty µετριοφροσύνη, σεµνότητα, mortuary νεκροτοµείο
µετριότητα mothball µόθµπαλ ναφθαλίνη σε
modification τροποποίηση βόλους, προφυλάσσω πλοίο
modify τροποποιώ motion κίνηση, κίνηση του σώµατος,
moisten υγραίνω πρόταση σε συνεδρίαση κλπ
moisture µόιστσουρ υγρασία motivation κίνητρο
moisturize ενυδατώνω µε κρέµα motive κίνητρο, επαναλαµβανόµενο
mold µούχλα, καλούπι, εκµαγείο, θέµα, κινώ, υποκινώ
φόρµα πχ για κέϊκ motley ανοµοιογενής,
mole τυφλοπόντικας, µόλος ανοµοιόµορφος, αταίριαστος
molecule µόριο motor κινητικός
mollify κατευνάζω, ηρεµώ mound βουναλάκι, σωρός από
molt (για ζώο/πτηνό) µαδώ εποχιακά, χώµατα
αλλάζω φτέρωµα/τρίχωµα mount ανεβαίνω, αναρριχώµαι
molten λαµπρός, λιωµένος, χυτός mounted έφιππος
momentary στιγµιαίος mounting αυξανόµενος
momentous ιστορικός, βαρυσήµαντος mourn πενθώ, θρηνώ
monetary νοµισµατικός mow κουρεύω γρασίδι
monitor ελέγχω, παρακολουθώ mucus βλέννα, µύξα
monstrous τερατώδης πχ για ψέµα, muddle µπερδεύω, ανακατεύω,
τεράστιος, αποκρουστικός, συγχέω
τερατώδης muddled συγχυσµένος, µπερδεµένος
monumental µνηµειώδης, πολύ muffin τηγανίτα
σηµαντικός, τεράστιος muffle πνίγω, σβήνω (ήχο)
moody κυκλοθυµικός, κακόκεφος muffled πνιχτός (ήχος)
mooring αγκυροβόλιο mugger λαθρέµπορος
morale το ηθικό mule µουλάρι
morbid νοσηρός, µακάβριος, multifaceted πολύπλευρος πχ για
αρρωστηµένος πρόβληµα
morgue νεκροτοµείο multilateral πολύπλευρος, πολυµερής
morose µόροοζ σκυθρωπός, multitude µεγάλος αριθµός, πλήθος
κακόκεφος, θλιµµένος mumble µουρµουρίζω, ψελλίζω
morsel µπουκιά, λιχουδιά, κόβω σε munch µασουλώ
µικρά κοµµάτια mundane εγκόσµιος, καθηµερινός,
mortal θνητός, θανατηφόρος, πεζός, τετριµµένος, ανιαρός, άχαρος
θανάσιµος municipal δηµοτικός, του δήµου
mortality θνησιµότητα mural τοιχογραφία
mortally θανάσιµα, πολύ murky σκοτεινός, θολός
mortgage δάνειο µε υποθήκη για mutate προκάλώ/υφίσταµαι
αγορά σπιτιού µετάλλαξη
mortified ταπεινωµένος, mutation µετάλλαξη
ντροπιασµένος mute βουβός, άφωνος
60
mutilate ακρωτηριάζω, καταστρέφω needless περιττός, άσκοπος
mutiny ανταρσία needlewok κέντηµα, εργόχειρο
mutter µουρµουρίζω, γκρινιάζω nefarious αισχρός, φαύλος
mutual αµοιβαίος, κοινός negate αναιρώ, ακυρώνω,
muzzle φιµώνω εξουδετερώνω
mystified σαστισµένος, που τα έχει neglectful αµελής
χάσει negligence αµέλεια, απροσεξία
nag γκρινιάζω σε κπ, ενοχλώ negligent αµελής
nagging επίµονος negligible αµελητέος, ασήµαντος
naive αφελής, εύπιστος, απλοϊκός, negotiable διαπραγµατεύσιµος
ανεπιτήδευτος neighborly γειτονικός, φιλικός
nameless ανώνυµος, ακατανόµαστος nerve θράσος
namely συγκεκριµένα, δηλαδή, nerveless άτονος, άψυχος, γενναίος
κοινώς nestle κουρνιάζω, φωλιάζω
nap υπνάκος, χνούδι, παίρνω έναν neurotransmitter νευροδιαβιβαστής
υπνάκο, σηκώνω το χνούδι neutral ουδέτερος
narrate διηγούµαι, αφηγούµαι newly πρόσφατα, νεο-
narration αφήγηση, διήγηση nibble τσιµπολογώ, τσιµπώ (για
narrowly µόλις που, ίσα-ίσα φαγητό)
nasal ρινικός, έρρινος niche κατάλληλη/ταιριαστή θέση,
nasty κακός, άσχηµος, δυσάρεστος, κοίλωµα (πχ σε τοίχο)
σοβαρός nimble ευκίνητος, σβέλτος,
native ντόπιος, ιθαγενής, γενέθλιος εύστροφος
naughty άσεµνος, άτακτος, nip δαγκώνω, τσιµπώ
σκανδαλιστικός, τολµηρός no mean feat που δεν είναι εύκολο να
nauseous που νιώθει/προκαλεί αηδία πραγµατοποιηθεί
nautical ναυτικός, ναυτιλιακός noble ευγενής, ανώτερος, αρχοντικός,
naval ναυτικός (του πολεµικού αριστοκρατικός
ναυτικού) nocturnal νυχτερινός, νυχτόβιος
navigable πλωτός (πχ για ποτάµια) nod κουνώ το κεφάλι για
navigation διακυβέρνηση σκάφους, χαιρετισµό/επιδοκιµασία κλπ
ναυσιπλοϊα, σχεδιασµός πορείας nomadic νοµαδικός
navy πολεµικό ναυτικό, στόλος, nominal ονοµαστικός, κατ' όνοµα,
χρώµα µπλε-γκρι συµβολικός (για χρηµατικό ποσό)
near πλησιάζω nominate προτείνω κπ ως υποψήιο,
nearly σχεδόν διορίζω
neat νοικοκυρεµένος, nominee υποψήφιος
τακτοποιηµένος, ταχτικός nonchalant ατάραχος, αδιάφορος,
neat fuel καθαρό καύσιµο αµέριµνος
neatly έξυπνα, µε ακρίβεια nondescript βαρετός, αδιάφορος,
necessitate καθιστώ αναγκαίο πληκτικός, χωρίς κτ το ιδιαίτερο
neck and neck στήθος µε στήθος (σε nonetheless παρόλα αυτά
αγώνα) nook γωνιά, ακρούλα
neckline ντεκολτέ noose θηλιά
61
norm κανόνας, πρότυπο nurse περιθάλπτω, περιποιούµαι,
nostril ρουθούνι τρέφω, καλλιεργώ (για συναίσθηµα
nosy αδιάκριτος κλπ)
not be out fo the woods δεν είµαι nurture ανατρέφω, φροντίζω,
εκτός κινδύνου/δυσκολιών (ακόµα) καλλιεργώ, τρέφω (πχ ελπίδες)
not lift a finger δε σηκώνω ούτε το nutrient θρεπτική ουσία
δαχτυλάκι µου για να βοηθήσω nutrients θρεπτικές ουσίες
notable αξιοσηµείωτος, αξιόλογος nutrition διατροφή, θρέψη
notch εγκοπή, χαρακιά σε σχήµα βε nutritious θρεπτικός
noted ξακουστός nuzzle τρίβοµαι (µε τη µύτη σε
notewhorthy αξιοσηµειώτος ένδειξη στοργής)
noticeable αισθητός, εµφανής oath όρκος
notification επίσηµη ειδοποίηση obedient υπάκουος
notion ιδέα, έννοια, αντίληψη obese παχύσαρκος
notoriety διασηµότητα (µε κακή obesity παχυσαρκία
έννοια), κακή φήµη obituary νεκρολογία (σε εφηµερίδα)
notorious διαβόητος objecive σκοπός, στόχος
notoriously περιβόητα objection αντίρρηση, ένσταση
notwithstanding παρόλο, παρά, objective αντικειµενικός
παρόλα αυτά obligated υποχρεωµένος να κάνω κτ,
noughts and crosses (tic-tac-toe) αναγκασµένος
τρίλιζα (παιδικό παιχνίδι) obligatory υποχρεωτικός
nourish τρέφω, καλλιεργώ µτφ oblige υποχρεώνω, αναγκάζω,
novel πρωτοποριακός δεσµεύω
novelty το καινούριο, καινοτοµία obliged υπόχρεος
novice αρχάριος obliging πρόθυµος, εξυπηρετικός
noxious επιζήµιος oblique έµµεσος, πλάγιος
nozzle στόµιο, ακροφύσιο obliterate εξαλείφω, απαλείφω,
nub γροµπαλάκι, κόµπος, ουσία σβήνω
υπόθεσης oblivion λήθη, λησµονιά, το να µην
nucleous πυρηνικός καταλαβαίνει/γνωρίζει κπ τι γίνεται
nucleus (pl. :nuclei) πυρήνας γύρω του
(ατόµου/κυτάρου/οργάνωσης) oblivious ανίδεος, που δεν έχει
nudge αγκωνίζω, σκουντάω απαλά µε επίγνωση, που δεν αντιλαµβάνεται
τον αγκώνα, σπρώχνω απαλά και κτ
σιγά obnoxious απεχθής, αντιπαθητικός
nudity γύµνια, το γυµνό obscene αισχρός, πρόστυχος
nuisance ενόχληση, µπελάς obscure συγκεχυµένος, ασαφής,
nullify καθιστώ άκυρο και χωρίς κρύβω, καλύπτω, συγχέω
νοµική ισχύ, καθιστώ άχρηστο, obscurity ασηµότητα, αφάνεια, το να
εξουδετερώνω είναι κπ άγνωστος, ασάφεια
numb µουδιασµένος, µουδιάζω observable αισθητός (για αλλαγή
numerical αριθµητικός κλπ), ορατός
numerous πολυάριθµος observant παρατηρητικός
62
observatory αστεροσκοπείο χωρίς υποστήριγµα
obsessive που έχει εµµονές/µανία µε officiate εκτελώ χρέη/καθήκοντα (πχ
κπ/κτ οικοδεσπότη/γραµµατέα κλπ),
obsessive-compulsive behavior χοροστατώ
ψυχαναγκαστική συµπεριφορά officious αυταρχικός, που θέλει να
obsolete απαρχαιωµένος, δείχνει ότι έχει εξουσία, που του
ξεπερασµένος αρέσει να δίνει διαταγές
obstacle εµπόδιο offload ξεφορτώνοµαι κτ ανεπιθύµητο
obstinacy επιµονή, φορτώνοντάς το σε κπ άλλο
ισχυρογνωµοσύνη, ξεροκεφαλιά, off-peak εκτός ωρών αιχµής
πείσµα offset αντισταθµίζω
obstinate ισχυρογνώµων, offshoot κλάδος, παρακλάδι
ξεροκέφαλος, επίµονος πχ για λεκέ, offshore παραθαλάσσιος, σε
αδιάλλακτος απόσταση από την παραλία
obstinate πεισµατάρης offspring γόνος, απόγονος, απόγονοι
obstruct φράζω, παρακωλύω, ointment αλοιφή
δυσχεραίνω, µπλοκάρω πχ το δρόµο, omen οιωνός
παρεµποδίζω ominous δυσοίωνος, απειλητικός
obstruction παρεµπόδιση omission παράλειψη, το να µην
obtainable που µπορεί να αποκτηθεί συµπεριλαµβάνεται κπ/κτ κάπου
obtrusive φορτικός, ενοχλητικός, on a par with ισάξιος, στο ίδιο
ενοχλητικά έντονος επίπεδο
occasion περιστασιακός on a spree ξεφάντωµα
occasionally περιστασιακά on a whim αυθόρµητα, µε την
occupant ένοικος έµπνευση της στιγµής
occupation επάγγελµα, ασχολία, on account of εξαιτίας
κατοχή χώρας on edge νευρικός, σε υπερένταση
occurrence συµβάν, γεγονός, ύπαρξη, on end ακατάπαυστα, ασταµάτητα
εµφάνιση (πχ αρρώστιας) on hand σε ετοιµότητα, διαθέσιµος
oddity αξιοπερίεργο (άτοµο/πράγµα), on impulse αυθόρµητα, µε την
παραδοξότητα, εκκεντρικό έµπνευση της στιγµής
άτοµο/πράγµα on no account σε καµία περίπτωση
odious απεχθής, απαίσιος, πολύ on patrol σε περιπολία
αντιπαθητικός on principle για λόγους αρχής
odor άσχηµη µυρωδιά on sight αµέσως
of all people (χρησιµοποιείται για να on the air µεταδιδόµενος, στον αέρα
εκφράσει) ενόχληση/έκπληξη on the assumption that µε την
off the air µη µεταδιδόµενος από προϋπόθεση ότι
ΜΜΕ, εκτός αέρα on the dot ακριβώς, στην ώρα
off the point άσχετος, άσχετο on the grounds of µε την αιτιολογία
offender παραβάτης, ένος, υπαίτιος ότι
offense παράπτωµα, αδίκηµα, on the off chance µήπως τυχόν
προσβολή on the run σε φυγή
offhand απροετοίµαστος, πρόχειρος, on the tip of tongue στην άκρη της
63
γλώσσας µου (όταν προσπαθώ να orbit τροχιά, θέτω σε τροχιά
θυµηθώ κτ) ordain χειροτονώ ιερέα,
on the verge of στα πρόθυρα προστάζω/ορίζω (για Θεό/µοίρα)
on this/that account εξαίτίας ordeal δοκιµασία, βάσανο, µαρτύριο
αυτού/εκείνου του λόγου orderly νοικοκυρεµένος, τακτικός,
once and for all µια για πάντα φρόνιµος, πειθαρχηµένος
oncoming επερχόµενος (πχ για ordinance (κυβερνητικός κλπ)
όχηµα) κανονισµός, διάταξη, διάταγµα,
one by one ένας-ένας διαταγή
ongoing συνεχιζόµενος ore µετάλλευµα
ongoings συµβάντα (κυρ. περίεργα), orientation θέση, προσανατολισµός,
καµώµατα αρχική εκπαίδευση, κατατόπιση
on-line tutorial ενισχυτική originate προέρχοµαι, πηγάζω,
διδασκαλία µέσω διαδικτύου πρωτοεµφανίζοµαι, επινοώ
onlooker παθητικός θεατής ornament στολίδι
onrush απότοµη κίνηση προς τα ornamental διακοσµητικός
µπρος ornate πλούσια/υπερβολικά
onset αρχή, έναρξη (ιδιαίτερα για κάτι διακοσµηµένος, φορτωµένος
κακό) orphanage ορφανοτροφείο
onslaught σφοδρή επίθεση ossification κατάσταση
ooze ρέω, στάζω ακινησία/απολίθωσης, οστεοπλασία,
opaque αδιαφανής, δυσνόητος, οστέωση,
ασαφής ostensible φαινοµενικός, δήθεν,
opening άνοιγµα, αρχή πχ ταινίας, υποτιθέµενος
τελετή εγκαινίων, κενή θέση για ostracize εξοστρακίζω, αποµονώνω
δουλειά (κοινωνικά)
operational λειτουργικός πχ για out and about (γυρίζω) από 'δω και
έξοδα, έτοιµος προς χρήση από 'κει
operative σε ισχύ/χρήση/λειτουργία out in the open (για µυστικά)
opinionated ισχυρογνώµων αποκαλλυµένος
opportune κατάλληλος, πρόσφορος, out of condition όχι σε φόρµα
καίριος out of hand εκτός ελέγχου
opportunist καιροσκοπικός out of one's head τρελός, παλαβός
oppose εναντιώνοµαι, αντιτίθεµαι out of print (για βιβλία) µη
oppressed καταπιεσµένος προσφερόµενο πλέον
oppressive καταπιεστικός, out of the frying pan into the fire
τυραννικός, πνιγηρός (για τον καιρό) από µία δύσκολη κατάσταση σε άλλη
opt επιλέγω να κάνω κτ δυσκολότερη
opt for επιλέγω out of the question αδύνατο,
optical fiber οπτική ίνα αποκλείεται
optional προαιρετικός out-and-out λεπτοµερής, εντελής,
opulent πλούσιος, πολυτελής ολοκληρωµένος
oracle µαντείο, µάντης, χρησµός outbound που
orator ρήτορας φεύγει/αναχωρεί/αποµακρύνεται από
64
κάποιο µέρος outright αναµφισβήτητος, καθαρός,
outbreak ξέσπασµα πχ περίτρανος, απροκάλυπτος,
πολέµου/επιδηµίας απερίφραστος, κατηγορηµατικός
outburst ξέσπασµα, έκρηξη outrun ξεπερνώ, τρέχω πιό γρήγορα
αισθήµατος/δραστηριότητας outskirts περίχωρα
outcast απόκληρος, απόβλητος outspoken ειλικρινής, ντόµπρος,
outcome έκβαση, αποτέλεσµα σταράτος
outcry κατακραυγή outstanding εξαιρετικός,
outdated ξεπερασµένος περίβλεπτος, κύριος, σηµαντικός,
outdo υπερτερώ, ξεπερνώ εκκρεµής
outfit σύνολο ρούχων, στολή, οµάδα outstretched προτεταµένος,
ατόµων που συνεργάζονται µαζί, απλωµένος (πχ για χέρια)
σύνεργα, εξοπισµός outstrip ξεπερνώ
outflow εκροή, διαρροή outward εξωτερικός
outgoing εξωτρεφής, απερχόµενος outweigh υπερτερώ, ξεπερνώ (πχ σε
outgrow µεγαλώνω και δεν µου κάνει σπουδαιότητα)
κτ, µεγαλώνω πιό γρήγορα από κπ ovation επευφηµία, χειροκρότηµα
outing εκδροµή over the course of κατά τη διάρκεια
outlandish αλλόκοτος, ασυνήθιστος overaction υπερκινητικότητα
outlast διαρκώ/αντέχω περισσότερο overbearing αυταρχικός, δεσποτικός,
από κπ/κτ καταπιεστικός
outlaw κηρύσσω κπ/κτ παράνοµο overcast συννεφιασµένος
outlay δαπάνη, έξοδα, ξοδεύω overcome νικώ, καταβάλλω, κυριεύω
outlet διέξοδος µτφ, πρατήριο, πρίζα overdraft υπέρβαση τραπεζικού
outline περίληψη, γενικές γραµµές, λογαριασµού, ανάληψη µεγαλύτερη
περίγραµµα, σκιαγραφώ από καταθέσεις
outlook άποψη, αντίληψη, προοπτική, overdue που έχει καθυστερήσει (για
νοοτροπία, αντίληψη, θέα από ύψος, πληρωµή κλπ)
απόψεις, προοπτικές, πρόβλεψη overflow ξεχειλίζω, πληµµυρίζω
καιρού overhear ακούω τυχαία
outnumber υπερτερώ αριθµητικά overlap (για δύο ή περισσότερα
outpace πράγµατα) να είναι τοποθετηµένα
τρέχω/αυξάνοµαι/εξελίσσοµαι πιό έτσι ώστε µέρος του ενός να
γρήγορα από κπ/κτ άλλο καλύπτει µέρος του άλλου, συµπίπτω
outpouring ξεχείλισµα/ξέσπασµα εν µέρει
συναισθηµάτων κλπ overlay επικαλύπτω, επιστρώνω
output παραγωγή overlook παραβλέπω, έχω θέα σε
outrage οργή, αγανάκτηση, πράξη overly υπερβολικά
που προκαλεί οργή overpower κυριεύω, νικώ,
outrageous εξοργιστικός, εξουδετερώνω, υπερισχύω,
απαράδεκτος, σκανδαλώδης κατασυγκινώ, κυριεύω
outreach πρόγραµµα που προσφέρει overrate υπερεκτιµώ
συµβουλές/βοήθεια σε ειδικές overreact αντιδρώ µε υπερβολικό
µονάδες της κοινωνίας τρόπο
65
override απορρίπτω (κάνοντας χρήση palate ουρανίσκος, γούστο,
της εξουσίας µου), αψηφώ, αγνοώ προτιµήσεις
(πχ αντιρρήσεις), υπερισχύω, palatial µεγαλοπρεπής (για χτίρια)
υπερτερώ, προέχω, έχω pale χλωµός, ωχρός
προτεραιότητα pall σύννεφο σκόνης/καπνού, πέπλος,
overrule απορρίπτω, ανατρέπω, γίνοµαι βαρετός, παύω να προκαλώ
ακυρώνω πχ απόφαση το ενδιαφέρος
overrun κατακλύζω, µαστίζω, pallet κιβώτιο µεταφοράς βαρέων
λυµαίνοµαι, υπερβαίνω χρονικό / ειδών, αχυρόστρωµα
χρηµατικό όριο palliate απαλύνω, ανακουφίζω
oversee επιβλέπω palpable πάλπαµπολ απτός,
overshadow επισκιάζω χειροπιαστός, ολοφάνερος
oversight παράλειψη, απροσεξία palpitate πάλλοµαι, χτυπώ δυνατά
overt φανερός, έκδηλος (για καρδιά)
overtake προσπερνώ, ξεπερνώ, paltry περιφρονητέος, πενιχρός,
καταλαµβάνω, κυριεύω ασήµαντος (για ποσό)
overtax εξαντλώ (τις δυνάµεις µου) pamper κάνω όλα τα χατήρια,
overthrow ανατρέπω κπ από την παραχαίδεύω, κακοµαθαίνω
εξουσία panache στιλ, αέρας (µτφ),
overtones τόνος, χροιά, υπαινιγµός µεγαλοπρέπεια
overview γενική επισκόπηση pang σουβλιά, ξαφνικός οξύς πόνος
overwhelm κατακυριεύω, κατακλύζω pant λαχανιάζω
(για αισθήµατα), καταβάλλω, pantry κελάρι, αποθήκη
τσακίζω pantyhose καλσόν
overwhelming έντονος, par ισάξιος
ακατανίκητος, συντριπτικός parade παρέλαση
oxygenate οξυγονώνω paramedics παραϊατρικό προσωπικό,
ozone layer οζοντόσφαιρα µέλος παραϊατρικού προσωπικού
pace βήµα, ρυθµός paramount ύψιστος, ανώτατος,
pacify κατευνάζω, καλµάρω, υπέρτατος
αποκαθιστώ την ειρήνη paraphernalia σύνεργα,
packed ασφυκτικά γεµάτος συµπράγκαλα
pact σύµφωνο, συµφωνία parch ξεραίνω, στεγνώνω
pad γεµίζω/καλύπτω µε µαλακό pare περικόπτω, ξεφλουδίζω
προστατευτικό υλικό parentage καταγωγή
paddle κωπηλατώ, κουπί parish ενορία
padlock λουκέτο parity ισοτιµία, ενότητα
pageant πάζεντ διαγωνισµός parlor κατάστηµα
οµορφιάς parole απελευθέρωση/αποφυλάκιση
pail κουβάς κρατούµενου µε όρους
painstaking που απαιτεί µεγάλη parsimonious φειδωλός, οικονόµος
προσπάθεια και φροντίδα parsley µαϊντανός
palatable νόστιµος, εύγεστος, part and parcel of βασικό συστατικό
ευχάριστος, αρεστός partiality µεροληψία
66
participation συµµετοχή patter χτυπώ ελαφρά, περπατώ µε
particle µόριο ελαφρά βήµατα
parting χωρισµός, αποχωρισµός pattern µορφή, καλούπι, τύπος,
partisan οπαδός (συν. υπόδειγµα, αντιγράφω, µιµούµαι,
µεροληπτικός/χωρίς κρίση), φτιάχνω σύµφωνα µε πρότυπο
αντάρτης, φατριαστικός, φανατικός, patterned µε µοτίβο/σχέδιο, εµπριµέ
κοµµατικός paucity έλλειψη, ανεπάρκεια
partition χώρισµα, µεσότοιχος, paunch µπάκα, µεγάλη κοιλιά
διαµελισµός (γης/χώρας κλπ), paved πλακόστρωτος
χωρίζω, διχοτοµώ pavilion περίπτερο (σε
passable πάσαµπολ βατός, διαβατός, κήπο/πάρκο/έκθεση κλπ), στάδιο
µέτριος, καλούτσικος pay tribute to αποτίνω φόρο τιµής σε
passage διάβαση, δίοδος, εδάφιο, payee δικαιούχος πληρωµής
πέρασµα payroll µισθοδοσία
passageway διάδροµος peacock παγώνι
past one's prime κπ που γερνάει peal χτυπώ δυνατά (για καµπάνα),
paste πολτός, αλοιφή, αλευρόκολλα ξεσπώ σε δυνατά γέλια
pastime ενασχόληση, χόµπι peasant χωρικός, χωριάτης
pastry ζύµη, γλύκισµα pebble βότσαλο
pasture βοσκοτόπι, λειβάδι peck πεταχτό φιλί, ράµφισµα,
pat χτυπώ χαϊδευτικά τσίµπηµα
patch µικρό κοµµάτι από κάτι, peculiar παράξενος, εκκεντρικός,
µπάλωµα, µπαλώνω, κάλλυµα χαρακτηριστικός, ιδιαίτερος
µατιού, λευκοπλάστης, φερετζές, pedantic σχολαστικός
µπαλώνω pedantry σχολαστικότητα
patchy ανοµοιογενής, ανοµοιόµορφος peddle πουλώ από πόρτα σε
patent πατενταρισµένος, καταφανής, πόρτα/στους δρόµους, πλασάρω,
ολοφάνερος, παίρνω το προνόµιο διαδίδω
ευρεσιτεχνίας pedestal βάθρο (πχ αγάλµατος)
pathetic αξιολύπητος, θλιβερός pedestrian για πεζούς, πεζός
pathfinder ανιχνευτής, πρωτοπόρος (µονότονος)
pathos η δύναµη (µίας peek κρυφοκοιτάζω, ρίχνω µία
παράστασηςπεριγραφής κλπ) να κλεφτή µατιά
συγκινήσει (κοινό/ακροατές κλπ) peel ξεφλουδίζω
patient ασθενής, υποµονετικός peep κρυφοκοιτάζω, εµφανίζοµαι
patrimony πατρική κληρονοµιά, σιγά σιγά, προβάλλω, τιτιβίζω
περιουσία εκκλησίας/κράτους peer ευγενής, ευπατρίδης, εφάµµιλος,
patrol περιπολία, περιπολώ ίσος, κοιτάζω ερευνητικά, παρατηρώ
patron υποστηρικτής, αρωγός, µε προσπάθεια, προσπαθώ να
τακτικός πελάτης, θαµώνας διακρίνω
patronage πελατεία, υποστήριξη peerless ασύγκριτος, απαράµιλλος
patronize είµαι τακτικός πελάτης, peg κρεµαστάρι, πάσσαλος (για
φέροµαι συγκαταβατικά, σκηνή), στερεώνω (µε πασσάλους),
προστατεύω, πατρονάρω σταθεροποιώ (τιµές κλπ)
67
pejorative πεζόρατιβ υποτιµητικός, perfunctory τυπικός, για τους τύπους
µειωτικός (για λέξη/έκφραση κλπ) perilous πολύ επικίνδυνος
pelt προβιά, τοµάρι, δέρµα ζώου µε τη peripheral βοηθητικός,
γούνα του, χτυπώ κπ πετώντας του περιφερειακός, εξωτερικός,
κτ, εκτοξεύω, πέφτω επιφανειακός
καταρρακτωδώς (για βροχή) perish χάνοµαι, πεθαίνω, χαλώ,
pen γράφω (πχ για εφηµερίδα) φθείροµαι, χάνω, καταστρέφοµαι,
penal ποινικός, που διώκεται ποινικά χάνω
penalize τιµωρώ, επιβάλλω perjury ψευδορκία
ποινή/κυρώσεις perk "τυχερό" (µιας δουλειάς),
pending εκκρεµής, επικείµενος έκτακτη απολαβή
penetrable διαπερατός permanence µονιµότητα
penetrate διαπερνώ, διατρυπώ, permeable διαπερατός (από
διεισδύω, εισχωρώ υγρά/αέρια κλπ)
peninsula χερσόνησος permeate διαπερνώ, διαποτίζω,
penniless απένταρος διακατέχω, διαποτίζω (για ιδέες κλπ)
penny-pinching τσιγγούνης permissible επιτρεπτός, ανεκτός,
pension σύνταξη θεµιτός
pensive συλλογισµένος, σκεφτικός, permit επίσηµη άδεια
σοβαρός, µελαγχολικός perpetrate διαπράττω
pent-up καταπιεσµένος (για (έγκληµα/αδίκηµα/αµάρτηµα κλπ)
συναισθήµατα) perpetual αιώνιος, συνεχής,
penultimate προτελευταίος αδιάκοπος, ακατάπαυστος, µόνιµος
penury πενία, φτώχεια µεγάλη, perpetuate διαιωνίζω, παρατείνω
φιλαργυρία perplex σαστίζω, µπερδεύω
perceive αντιλαµβάνοµαι, διακρίνω persecute διώκω, κατατρέχω,
perceptible αισθητός, αντιληπτός ταλαιπωρώ
perceptive οξυδερκής, µε καλή persevere εµµένω, επιµένω, συνεχίζω
αντίληψη, διορατικός τις προσπάθειές µου
perch κουρνιάζω, κάθοµαι σε ψηλό persistence επιµονή, εµµονή
µέρος persistent αδιάκοπος, επίµονος
percolate διηθούµαι, φιλτράροµαι, personable ευπαρουσίαστος,
διαπερνώ, διαδίδοµαι (για εµφανίσιµος
πληροφορία), φτιάχνω καφέ φίλτρου personage προσωπικότητα, σπουδαίο
percussion κρουστά (όργανα) πρόσωπο
perdition µετά θάνατον τιµωρία, personify προσωποποιώ, είµαι η
αιώνια καταδίκη, όλεθρος, χαµός, προσωποποίηση
καταστροφή perspective άποψη, αντίληψη,
perennial µόνιµος, αιώνιος, πολυετές προοπτική, θέα
φυτό perspire ιδρώνω
perforate διατρυπώ pert αναιδής, αυθάδης
perform δρω, εκτελώ, εκπληρώνω, pertain αφορώ, ισχύω
παρουσιάζω, πληρώ όρους, pertain to αφορώ σε, ισχύω για
ερµηνεύω (ρόλο) pertinent αρµόδιος, σχετικός,
68
πρέπων, που αρµόζει ουσία, βαφή
perturb αναστατώνω, προκαλώ pike δόρυ, ακόντιο
ανησυχία pile στοιβάζω
peruse διαβάζω, µελετώ pilgrim προσκυνητής
pervade είµαι διάχυτος, διαποτίζω pillage λεηλατώ
pervasive διάχυτος, που έχει pillar στύλος, κίονας, κολόνα
διεισδύσει παντού pimple σπυράκι
perversion δαιστροφή, pin καρφιτσώνω, στερεώνω,
διαστρέβλωση, παραποίηση καθηλώνω, ακινητοποιώ
pervert διαστρέφω, διαστρεβλώνω, pinch τσιµπώ, πιέζω, µαγκώνω (µε τα
διαφθείρω δάχτυλα), µε χτυπάει (για παπούτσι)
pesky ενοχλητικός pinched (για πρόσωπο) χλωµός,
pest βλαβερό φυτό/έντοµο, παράσιτο, ωχρός, ταλαιπωρηµένος
µπελάς, ενοχλητικό άτοµο/πράγµα pine µαραζώνω
pester ενοχλώ, είµαι φορτικός pink-collar (για εργασία/βιοµηχανία
pestilential µολυσµατικός, λοιµώδης κλπ) χαµηλόµισθος, που συχνά
pet name χαϊδευτικό, υποκοριστικό απευθύνεται σε γυναίκς
petite λεπτοκαµωµένη (για γυναίκα) pinnacle αποκορύφωµα, κολοφώνας
petition ενυπόγραφη αίτηση, pinpoint επισηµαίνω, υποδεικνύω,
υποβάλλω αίτηση/αγωγή προσδιορίζω, εντοπίζω
petrified πετρωµένος, µαρµαρωµένος pioneer πρωτοπόρος
από φόβο pious ευσεβής, ευλαβικός
petty ασήµαντος, µικρός, pipe µεταφέρω µε σωλήνες,
µικροπρεπής διοχετεύω
pew στασίδι (σε εκκλησία) piping τσιριχτός (για φωνή),
phlegmatic φλεγµατικός, απαθής, διαπεραστικός
ατάραχος pit λάκκος, ανθρακωρυχείο,
phony ψεύτικος, πλαστός κουκούτσι
physician γιατρός pitch ύψος, βαθµός, τόνος ήχου,
physique σωµατική πίσσα, πετώ, ρίχνω, πέφτω µε
διάπλαση/κατασκευή δύναµη προς µία κατεύθυνση
pick sb's brains κάνω ερωτήσεις για pitcher κανάτα, καράφα
να πάρω piteous αξιολύπητος, θλιβερός
ιδέες/πληροφορίες/συµβουλές pitfall παγίδα, κρυφός κίνδυνος
picky εκλεκτικός, δύσκολος (στην pitiable αξιοθρήνητος, κλαψιάρικος
επίλογή µου) pitiless άκαρδος, άσπλαχνος
pictorial εικονογραφηµένος pittance ψίχουλα, εξευτελιστική
pier αποβάθρα, προβλήτα, µόλος αµοιβή
pierce τρυπώ pivot περιστρέφοµαι
piercing διαπεραστικός (για βλέµµα, pivotal κεντρικός, βασικός, καίριος
κραγή κλπ) placate κατευνάζω θυµό, εξευµενίζω,
piety ευσέβεια, ευλάβεια ηρεµώ
pigheaded ξεροκέφαλος placid πράος, ήρεµος, γαλήνιος
pigment πίγκµεντ µπογιά, χρωστική plague πανώλη, λοιµός, µάστιγα,
69
πληγή ευεπηρέαστος
plain κάµπος, πεδιάδα pliers πένσα
plainly καθαρά, ξεκάθαρα plight σοβαρή κατάσταση, χάλι
plaintive θρηνητικός, κλαψιάρικος plod περπατώ βαριά, σέρνω τα πόδια
plane επίπεδο plonk γδούπος, βρόντος
plank σανίδα, µαδέρι plot συνωµοτώ, σηµειώνω σε χάρτη,
plant µηχάνηµα, εγκατάσταση φτιάχνω σχεδιάγραµµα
(βιοµηχ.) plow οργώνω
plantation φυτεία ploy τέχνασµα, πονηριά
plaster πλάστερ σοβάς, γύψος pluck µαδάω, (πιάνω και) τραβώ
plate επαργυρώνω, επιχρυσώνω pluck up (the) courage (to do sth)
plateau υψίπεδο, οροπέδιο, περίοδος βρίσκω το κουράγιο (να κάνω κτ)
στασιµότητας/σταθεροποίησης plug βουλώνω τρύπα
platelet αιµοπετάλιο plumage φτέρωµα
plates πινακίδες αυτοκινήτου plumb σταθµίζω, πλήρης, ζυγίζω µε
platoon διµοιρία βάρος, κάθετος
platter πλάτερ πιατέλα, δίσκος plume σύννεφο, τολύπη (καπνού),
plaudits επιδοκιµασίες, επευφηµίες λοφίο, φτερό
plausibility άληθοφάνεια plummet πέφτω κατακόρυφα, κάνω
plausible αληθοφανής, πιστευτός, βουτιά
πειστικός, καπάτσος plunder λεηλατώ, διαρπάζω
play cat an mouse (with sb) παίζω τη plunge βουτώ, πετώ/-ιέµαι απότοµα
γάτα µε το ποντίκι (µε κπ) προς τα εµπρός/κάτω
play hookey κάνω σκασιαρχείο ply εκτελώ δροµολόγιο, χειρίζοµαι
play the dummy κάνω το βλάκα (για εργαλείο
να αποφύγω να κάνω κτ) poach σιγοβράζω, κυνηγώ/ψαρεύω
play truant κάνω κοπάνα λαθραία
plea έκκληση, δήλωση pocked γεµάτος τρύπες/βαθουλώµατα
κατηγορούµενου αν αποδέχεται ή όχι pod λουβί, περικάρπιο οσπρίων
τις κατηγορίες podium βήµα, βάθρο οµιλητή
plead εκλιπαρώ, δηλώνω αθώος ή poignant δηκτικός, δριµύς, οξύς,
ένοχος (στο δικαστήριο), συγκινητικός, θλιβερός,
επικαλούµαι, προφασίζοµαι σπαρακτικός, οδυνηρός
pleasantries φιλοφρονήσεις, point out επισηµαίνω, τονίζω
αβρότητες poise νηφαλιότητα, αυτοκυριαρχία
pleat πιέτα poised νηφάλιος, ήρεµος, αξιοπρεπής,
pledge υπόσχεση, δέσµευση, ενέχυρο πανέτοιµος
plenary απεριόριστος, απόλυτος, poke σπρώξιµο, σκούντηµα,
πλήρης, µε όλα τα µέλη παρόντα τσυγκλιά, τσιγκλάω, σκαλίζω (µε κτ
plenitude αφθονία, πληθώρα αιχµηρό)
plentiful άφθονος poke sb in the eye βγάζω το µάτι κπ
pliable εύκαµπτος, ευλύγιστος, pole στύλος, πάσσαλος, κοντάρι,
ευεπηρέαστος, ελαστικός πόλος
pliant ευλύγιστος, εύκαµπτος, politic συνετός, φρόνιµος
70
poll δηµοσκόπηση, ψηφοφορία potential δυναµικό, πιθανός,
pollen γύρη (λουλουδιών) ενδεχόµενος (στο µέλλον), δυνατός,
pollutant κάτι που µολύνει δυνατότητα/-ες, προοπτική
pompous ποµπώδης potentially πιθανόν, ενδεχοµένως
ponder καλοσκέφτοµαι, ζυγιάζω (µε potion δόση φαρµάκου/δηλητήριου,
το νου) µαγικό φίλτρο
ponderous βαρύς, πληκτικός, ανιαρός pouch σάκος, σακούλι, µάρσιπος
(για λόγο/γραφή), βαρυσήµαντος, poultry πουλερικά
βραδυκίνητος, δυσκίνητος pounce on ορµώ, επιτίθεµαι
pop the question κάνω πρόταση αιφνιδιαστικά
γάµου pound on χτυπώ, κοπανάω, χτυπώ
populace ο κόσµος, ο λαός δυνατά (για την καρδιά),
populate κατοικώ, οικίζω ψιλοκοπανίζω, κονιορτοποιώ
populous πυκνοκατοικηµένος pout σούφρωµα των χειλιών,
porous πορώδης κατσουφιάζω
portal πύλη, είσοδος power failure διακοπή ρεύµατος
portent οιωνός practicable εφικτός, εφαρµόσιµος
portion µερίδιο, τµήµα, µερίδα pragmatic ρεαλιστικός, πρακτικός
(φαγητού) prairie άδενδρο λιβάδι
portray απεικονίζω praise έπαινος, επαινώ
portrayal απεικόνιση, περιγραφή, prance περπατώ µε καµάρι
απόδοση (ρόλου) prank φάρσα
pose αποτελώ (κίνδυνο), ποζάρω, preach κηρύσσω, κάνω κήρυγµα
θέτω προς συζήτηση, θέτω precarious πρικάριας επισφαλής,
posh κοµψός, σικ, πολυτελείας αβέβαιος
possessed δαιµονισµένος, τρελός precaution προφύλαξη
possessive ζηλότυπος, κτητικός precede προηγούµαι (γίνοµαι πριν
postage ταχυδροµικά τέλη από κτ άλλο), προπορεύοµαι
posterior οπίσθιος precedence προτεραιότητα,
posterity οι µέλλουσες γενιές, προβάδισµα
απόγονοι precedent προηγούµενο (παρόµοια
posthumous µεταθανάτιος, µετά πράξη)
θάνατον precept κανόνας (συµπεριφοράς)
posthumously µετά θάνατον precinct διοικητική περιφέρεια πόλης,
postpone αναβάλλω, µεταθέτω περιφέρεια (εκλογική ή αστυνοµικού
(χρονικά) τµήµατος)
postulate αποφαίνοµαι, θέτω ή precipice πρισιπάις γκρεµός
δέχοµαι κτ ως αξίωµα precipitate εσπευσµένος, βιαστικός
posture στάση (σώµατος), τρόπος precipitous απόκρηµνος, απότοµος,
αντιµετώπισης, στάση κατακόρυφος (κλίση/πτώση/αλλαγή
potable πόσιµος κλπ), αιφνίδιος, απότοµος
potent δραστικός, αποτελεσµατικός precise ακριβής, λεπτολόγος
(πχ για φάρµακο/επιχείρηµα), precisely ακριβώς, µε ακρίβεια
δυνατός (πχ για ποτό), ισχυρός preclude αποκλείω, εµποδίζω
71
precocious πρόωρος, µε πρόωρη πρόσθετη αµοιβή, πριµ
ανάπτυξη premonition προαίσθηµα (συν. κακό)
preconceived γνώµη που έχει preoccupation έγνοια, συνεχής
σχηµατιστεί εκ των προτέρων ενασχόληση µε /ανησυχία για κτ
preconception προκατάληψη, preordained προκαθορισµένος από
προϊδεασµός Θεό /µοίρα
predator άρπαγας, αρπακτικό ζώο, prepossessing ελκυστικός,
καταστροφέας ευχάριστος
predatory αρπακτικός, ληστρικός preposterous παράλογος,
predecessor προκάτοχος, που εξωφρενικός
αντικαταστάθηκε από κπ άλλο prerequisite απαιτούµενος, που είναι
predestined προκαθορισµένος από αναγκαία προϋπόθεση για κτ
Θεό/µοίρα prerogative προνόµιο
predetermined προκαθορισµένος prescribe υποδεικνύω
predicament δύσκολη θέση, αγωγή/φάρµακο, ορίζω ως θεραπεία,
δυσχέρεια γράφω συνταγή
predicate στοιχειοθετώ, βασίζω σε, prescription συνταγή (γιατρού)
δηλώνω, βεβαιώνω prescriptive κατευθυντήριος,
predict αναµένω, προβλέπω καθοδηγητικός
predictable αναµενόµενος, present sb with sth απονέµω
προβλέψιµος (βραβείο κλπ) σε κπ
predispose προδιαθέτω presentiment προαίσθηµα κακό
predominant κυρίαρχος, που preservative συντηρητικό
δεσπόζει preserve διαφυλάσσω, συντηρώ,
pre-eminent διαπρεπής, που διατηρώ
ξεχωρίζει preside προεδρεύω
pre-empt προλαβαίνω, εµποδίζω preside over προϊσταµαι, ηγούµαι
preface πρόλογος βιβλίου prestige αίγλη, γόητρο
preferential προνοµιακός, που prestigious περίβλεπτος, που
δείχνει/του δείχνεται προτίµηση προσδίδει κύρος
pregnable που µπορεί κπ να presume υποθέτω, θεωρώ,
εκπορθήσει (για κάστρο/πόλη κλπ) προϋποθέτω, παίρνω ως δεδοµένο
prejudice προκατάληψη presumptuous αλαζονικός, αυθάδης
preliminary πρικαταρκτικός, pretense πρόσχηµα, προσποίηση
προκριµατικός pretension επιδεικτικότητα,
preliminary to πριν από εκζήτηση, αξίωση, βλέψη
prelude πρελούδιο, προοίµιο pretentious εξεζητηµένος,
premature πρόωρος, πρώιµος επιτηδευµένος
premeditated προσχεδιασµένος, εκ pretext πρόφαση
προµελέτης pretilly όµορφα, χαριτωµένα
premise βάση συλλογισµού prevail υπερισχύω, επικρατώ,
premises κτηριακές εγκαταστάσεις κυριαρχώ
premium κορυφαίος (για ποιότητα), prevalence επικράτηση, υπερίσχυση
πολύ υψηλός (για τιµή), ασφάλιστρα, prevalent πρέβαλεντ συνηθισµένος,
72
ισχύων, που επικρατεί, διαδεδοµένος ανακοίνωση, προκήρυξη
preventable που µπορεί να προληφθεί procrastinate χρονοτριβώ
prevention πρόληψη procure προµηθεύοµαι, εξασφαλίζω,
prey on sb εκµεταλλεύοµαι κπ, βρίσκω (κυρ. µε δυσκολία), αποκτώ
κυνηγώ λεία µε δυσκολία
prick τρυπώ, αγκυλώνω, τσιµπώ prod σκουντώ, τσιγκλώ, παρακινώ
prickle αγκάθι ζώου/φυτού prodigal πρόντιγκαλ άσωτος,
pride of place εξέχουσα θέση άφθονος, πλουσιοπάροχος,
prim σεµνότυφος, υπερβολικά πολυτελής, σπάταλος
ευπρεπής prodigy θαύµα, φαινόµενο,
primary κύριος µεγαλοφυία, ιδιοφυία, νεαρό άτοµο
prime κύριος, βασικός, πρωταρχικός, µε εξαιρετικές ιδιότητες
πολύ καλής ποιότητας, κατατοπίζω, profess ισχυρίζοµαι, εκφράζω
δασκαλεύω ανοιχτά, δηλώνω
primitive πρωτόγονος proffer προφέρω
principal διευθυντής (σχολείου), proficient ικανός, δεινός, έµπειρος
κυριότερος profitably επικερδώς
principally κυρίως profound πολύ σηµαντικός, έντονος,
principle αρχή, κανόνας βαθύς, βαθυστόχαστος
principles αρχές profuse άφθονος, απλόχερος
prior προηγούµενος, που προηγείται, profusely άφθονα
που έχει προτεραιότητα progression εξέλιξη, σειρά
prior to πριν από prohibit απαγορεύω, εµποδίζω
priority προτεραιότητα prohibition απαγόρευση
prismatic πρισµατικός, φωτεινός, project κατοικία για απόρους,
λαµπερός (για χρώµα) σχεδιάζω, εκτιµώ, υπολογίζω
privation στέρηση proliferate πολλαπλασιάζοµαι
probation αναστολή και θέση υπό prolific γόνιµος, παραγωγικός
αστυνοµική επιτήρηση prolong παρατείνω
probe διερευνώ, ρωτώ κπ για promenade περίπατος, σεργιάνι
προσωπικά θέµατα/µυστικά prominence εξέχουσα θέση, διάκριση
procedure διαδικασία prominent χαρακτηριστικός, εξέχων,
proceed συνεχίζω, προχωρώ (στο διακεκριµένος, που ξεχωρίζει, που
επόµενο στάδιο), µεταβαίνω, κάνω προεξέχει
κτ στη συνέχεια prompt γρήγορος, άµεσος, ταχύς, την
proceedings άσκηση δίωξης/αγωγής, κατάλληλη στιγµή, παρακινώ,
νοµικές ενέργειες, τα δρώµενα, τα παροτρύνω
τεκταινόµενα prompt γρήγορος, άµεσος, την
proceeds ειπράξεις, έσοδα, κέρδη κατάλληλη στιγµή, προκαλώ, εξωθώ
procession ποµπή prone to επιρρεπής σε, που έχει την
processor επεξεργαστής τάση να, µε προδιάθεση για
proclaim διακηρύσσω, δηλώνω, prop (υπο)στήριγµα, στύλος,
ανακοινώνω, αναγγέλλω δηµόσια αποκούµπι
proclamation ανακοινωθέν, επίσηµη propagate αναπαράγω/-οµαι,
73
πολλαπλασιάζω/-οµαι (για proverb παροιµία
φυτά/ζώα), διαδίδω, εξαπλώνω providence θεία πρόνοια
(ιδέα/πίστη κλπ), διασπείρω provident προνοητικός
propagation αναπαραγωγή, province επαρχία, διοικητική
πολλαπλασιασµός περιφέρεια
propel προωθώ, δίνω ώθηση, provincial επαρχιακός, επαρχιώτικος
εκτοξεύω, σπρώχνω, κινώ προς τα provision παροχή, προµήθεια,
εµπρός πρόνοια, µέριµνα, όρος
propel προωθώ, δίνω ώθηση σε κάτι provisional προσωρινός, µη οριστικός
propensity τάση provocation πρόκληση,
proponent υποστηρικτής, υπέρµαχος προκλητικότητα
proportion αναλογία, συµµετρία, provoke προκαλώ
µερίδα, ρυθµίζω αναλογικά prowl περιφέροµαι (συνήθως µε
proportionate ανάλογος, αναλογικός, ύποπτο σκοπό)
σε αναλογία µε κτ proximity εγγύτητα, κοντινή
proposition πρόταση, εισήγηση, απόσταση
ποσφορά (συν. εµπορική), prude σεµνότυφο άτοµο
προτεινόµενο σχέδιο (συν. prudence σύνεση, φρόνηση, προσοχή
επιχειρηµατικό/πολιτικό), υπόθεση, prudent συνετός, φρόνιµος
ζήτηµα prune κλαδεύω, περικόπτω,
proprietary που αφορά τον περιορίζω
ιδιοκτήτη/την ιδιοκτησία pry ψάχνω αδιάκριτα, χώνω τη µύτη
proprietor ιδιοκτήτης µου, αποσπώ δια της βίας
propriety ευπρέπεια pry into sth χώνω τη µύτη µου
propulsion πρόωση, προώθηση pry sth open ανοίγω µε µοχλό
prosaic κοινότοπος, ανιαρός puberty εφηβεία
prosecute διώκω ποινικά, συνεχίζω, public utility επιχείρηση κοινής
εµµένω ωφελείας (εταιρεία ηλεκτρισµού
prospect ενδεχόµενο, προπτική, κλπ)
πιθανότητα εξέλιξης, θέα, ερευνώ, pudacity θρασύτητα
ψάχω χρυσάφι/πετρέλαιο puddle λακούβα µε νερά
prospective υποψήφιος, επίδοξος, puff καπνίζω, βγάζω φυσώντας,
µελλοντικός ασθµαίνω
prospects µέλλον, προοπτικές, pull sb's leg κοροϊδεύω/δουλεύω κπ
ελπίδες pulp πολτός
prosper ευηµερώ, ακµάζω, ευηµερώ pulsate πάλλοµαι, χτυπώ ρυθµικά,
prosperous που ευηµερεί πάλλοµαι, σφύζω
prostrate ξαπλωµένος µπρούµυτα, pulse σφυγµός
συντετριµµένος pulverize κονιορτοποιώ, κάνω σκόνη
protector φρουρός, φρουρά, pump τρόµπα, αντλία, γόβα
προστατευτική διάταξη punch χτυπώ µε γροθιά
protract παρατείνω, διαιωνίζω punctilious πανκτίλιας τυπικός,
protracted παρατεταµένος σχολαστικός (ως προς τη
protrude προεξέχω συµπεριφορά/εκτέλεση καθηκόντων)
74
punctual ακριβής, συνεπής (χρονικά), queer παράξενος, αλλόκοτος
στην ώρα µου quench σβήνω (για δίψα, φωτιά)
punctuality ακρίβεια, συνέπεια στην querulous µεµψίµοιρος,
ώρα παραπονιάρης
puncture τρυπώ (για µικρή τρύπα) query απορία, ερώτηµα, ερωτηµατικό
pungent πάντζεντ έντονος, αψύς (για quest αναζήτηση, έρευνα
γεύση κλπ), δηκτικός questionable αµφισβητήσιµος,
punitive που γίνεται για τιµωρία αµφίβολος, ύποπτος
punter τζογαδόρος, παίχτης, πελάτης questionably αµφίβολα, αναξιόπιστα
purge εκκαθάριση (πολιτικού quibble υπεκφυγή, υπεκφεύγω
κόµµατος κλπ), κάνω εκκαθαρίσεις quibble over/about ψιλολογώ,
(πχ στο προσωπικό), εξαγνίζω λεπτολογώ
purification καθαρισµός quick-tempered ευέξαπτος
purify καθαρίζω, εξαγνίζω quick-witted εύστροφος
purport νόηµα, ευρύτερη έννοια, quill πένα από φτερό πτηνού
ισχυρίζοµαι, εµφανίζοµαι ως quirk παραξενιά, ιδιοτροπία
purr γουργουρίζω (για γάτα), quiver ανατριχίλα, τρέµουλο, ρίγος,
λειτουργώ κάνοντας απαλό βόµβο τρέµω (ελαφρά)
(για µηχανή) quota επιτερπόµενο όριο, µερίδιο,
pursue επιδιώκω, καταδιώκω ποσοστό
pursuit αναζήτηση, επιδίωξη, quotation απόσπασµα, µνηµόνευση
καταδίωξη αποσπάσµατος, προσφορά,
put in a good word (for sb) λέω µία υπολογισµός, παραποµπή
καλή κουβέντα για κπ quote παραθέτω, αναφέρω
put it to sb θέτω, υποβάλλω quotient πηλίκο, δείκτης
(ερώτηµα/πρόταση κλπ) rabble όχλος
put my best foot forward βάζω τα race ράτσα, γένος, συµµετέχω σε
δύνατά µου αγώνα, συναγωνίζοµαι
put sb through their paces δοκιµάζω racer δροµέας, αυτοκίνητο/άλογο
τις ικανότητες/δυνατότητες κπ κούρσας
put to rest αποδεικνύω ότι κτ δεν rack sb's brains σπάζω το κεφάλι
είναι αλήθεια µου
quail δειλιάζω, τροµάζω, πτοούµαι racket ρακέτα, φασαρία, σαµατάς
quaint γραφικός, ευχάριστα radiance λάµψη, ακτινοβολία
ιδιόρρυθµος radiant ακτινοβολών, εκπεµπόµενος
quake τρέµω (για τη γη, από φόβο, µε ακτινοβολία, λάµπων
κρύο) radiate εκπέµπω, ακτινοβολώ,
qualm τύψη, ενδοιασµός απλώνοµαι ακτινωτά
quarrel καβγαδίζω radiation ραδιενέργεια, ακτινοβολία
quarry λατοµείο, νταµάρι, θήραµα radiator καλοριφέρ
quarter τέταρτο, τρίµηνο, περιοχή, radical ριζικός, ριζοσπαστικός,
συνοικία, νόµισµα 25 σεντς δραστικός
quaver τρέµω (για φωνή) raft σχεδία
quay αποβάθρα ragged κουρελιασµένος, κουρελής,
75
ρακένδυτος, τραχύς, απότοµος raucous δυνατός και τραχύς πχ για
raging φοβερός, πολύ έντονος (για φωνή
συναίσθηµα), σφοδρός, που µαίνεται ravage καταστρέφω, ρηµάζω
rain cats and dogs βρέχει ravine χαράδρα, φαράγγι
καρεκλοπόδαρα raw ωµός, ακατέργαστος, άψητος
raise συγκεντρώνω, µαζεύω, σηκώνω, ray ακτίνα
ανεβάζω, αναφέρω, θίγω reactor αντιδραστήρας
rally πολιτική συγκέντρωση, µεγάλη readership αναγνωστικό κοινό
συγκέντρωση, συλλαλητήριο realia αντικείµενα που
ramble φλυαρώ, πολυλογώ, ρησιµοποιούνται στην τάξη για
περιπλανιέµαι, τριγυρίζω εκπαιδευτικούς σκοπούς
ramification επίπτωση, συνέπεια realization συνειδητοποίηση,
ramify διακλαδίζωµαι, διακλαδώνω συναίσθηση
rampant αχαλίνωτος, που οργιάζει realtor κτηµατοµεσίτης
rancid χαλασµένος, ταγγός realty ακίνητη περιουσία, ακίνητα
rancor έχθρα, µίσος reanimate αναζωογονώ
random τυχαίος, απρογραµµάτιστος reap θερίζω, δρέπω
range κυµαίνοµαι rear ανατρέφω, µεγαλώνω, εκτρέφω
rank κατατάσσω, ιεραρχώ rear up σηκώνωµαι στα πίσω πόδια
rank ιεραρχώ reasoning λογική, συλλογισµός
ransom λύτρα reassess επανεξετάζω
rap χτυπώ γρήγορα και πολλές φορές reassure καθησυχάζω
rapid ραγδαίος, απότοµος rebel επαναστάτης, αντάρτης
rapport στενή σχέση, καλή rebellion εξέγερση, επανάσταση
επικοινωνία rebellious επαναστικός, ανυπότακτος
raptor αρπακτικό πουλί rebound αναπηδώ, κάνω γκελ
rapture έκσταση, αγαλλίαση rebuff αποκρούω, αρνούµαι,
rarity σπανιότητα, σπάνιο απορρίπτω
άτοµο/πράγµα rebuke επιπλήττω
rash εξάνθηµα rebut αντικρούω, διαψεύδω
rasping βραχνός, ερεθισµένος rebuttal ανασκευή, απόκρουση,
rate θεωρώ, αξιολογώ, υπολογίζω, απώθηση, διάψευση
κατατάσσω recall θυµάµαι, ανακαλώ στην µνήµη
ratify επικυρώνω, εγκρίνω recapitulate ανακεφαλαιώνω
ratings ποσοστά recede αποµακρύνοµαι, ξεµακραίνω,
τηλεθέασης/ακροαµατικότητας, υποχωρώ
δείκτης receiver ακουστικό τηλεφώνου,
τηλεθέασης/ακροαµατικότητας αποδέκτης παραλήπτης
ratio αναλογία recently πρόσφατα, τελευταία
ration περιορίζω, καθορίζω receptacle δοχείο, πρίζα,
ποσότητα, βάζω δελτίο ρευµατοδότης
rational λογικός reception λήψη
rationale λογική, αιτιολογία receptive δεκτικός, επιδεκτικός
rattle κουδουνίζω, κροταλίζω receptor υποδοχέας νευρικός/χηµικός
76
recess διακοπή, σχολικό διάλειµµα, άνεργος λόγω µείωσης προσωπικού
εσοχή σε τοίχο, κάνω διάλειµµα reed καλάµι
recession οικονοµική ύφεση reef ύφαλος
rechargable επαναφορτιζόµενος reference αναφορά, µνεία, αναφέρεω,
reciprocal αµοιβαίος κάνω µνεία
recite απαγγέλλω reference book βιβλίο αναφοράς
reckless απερίσκεπτος, παράτολµος referendum δηµοψήφισµα
reckon υπολογίζω, εκτιµώ, θεωρώ refine βελτιώνω κάνοντας
reclaim παίρνω πίσω κτ, ζητώ να µου µικροαλλαγές
επιστραφεί κτ refined ραφιναρισµένος, διυλισµένος,
recline πλαγιάζω, ξαπλώνω εκλεπτυσµένος
recluse ερηµίτης refinement µικροαλλαγή για
reclusive ερµητικός, ασυντρόφευτος, βελτιωθεί κτ, βελτίωση
µοναχικός refinery διυλιστήριο
recoil (από)τραβιέµαι απότοµα (από reflective σκεπτικός, στοχαστικός,
φόβο/φρίκη κλπ) που αντικατοπτρίζει, που αντανακλα
recolonize ξαναδηµιουργώ αποικία reflex αντανακλαστικό
recommend προτείνω, συνιστώ, reflexes αντανακλαστικά
συµβουλεύω, συστήνω reform µεταρρύθµιση
recompense ανταµοίβω, αποζηµιώνω refrain αποφεύγω, απέχω
reconciliation συµφιλίωση refrain αποφεύγω, συγκρατούµαι
reconstruct αναπλάθω, ανοικοδοµώ, refuge άσυλο
ανασυνθέτω refugee πρόσφυγας
recount αφηγούµαι, εξιστορώ refurbishment ανακαίνιση
recreation ψυχαγωγία, αναψυχή refusal άρνηση, σικαίωµα
recruit στρατολογώ, επιστρατεύω επιλογής/προτίµησης
(µτφ) refuse απορρίµµατα, απόβλητα
rectal πρωκτικός refute ανατρέπω (επιχείρηµα),
rectify επανορθώνω, διορθώνω αντικρούω, διαψεύδω
recumbent πλαγιασµένος, regain ανακτώ, ξανακερδίζω
ξαπλωµένος regal εξαιρετικός, βασιλικός
recuperative αναρρωτικός, που regard σεβασµός, εκτίµηση, θεωρώ,
βοηθά στην ανάρρωση κοιτάζω, ατενίζω
recur επαναλαµβάνοµαι, regarding όσον αφορά
ξανασυµβαίνω, επανεµφανίζοµαι regardless of άσχετα µε, ανεξάρτητα
recurrence επανεµφάνιση από
φαινοµένου regency αντιβασιλεία
redeem αποζηµιώνω, αντισταθµίζω, regeneration αναγέννηση
εξοφλώ regime καθεστώς, αγωγή, δίαιτα
redemption λύτρωση, σωτηρία regiment στρατ. σύνταγµα
redistribute ανακατανέµω register µητρώο, κατάλογος
redress επανορθώνω, αποκαθιστώ registration εγγραφή, καταγραφή,
redundancy πλεονασµός καταχώρηση
redundant περιττός, πλεονάζων, regress ξαναχειροτερεύω,
77
υποτροπιάζω, ξανακυλώ (συν. για reliant εξαρτώµενος, βασιζόµενος
συµπεριφορά) relic κατάλοιπο, υπόλειµµα
regression οπισθοδρόµηση relieve ανακουφίζω, εκτονώνω
regressive οπισθοδροµικός relieved ανακουφισµένος
regretful µετανιωµένος, θλιβερός relinquish εγκαταλείπω (συχνά παρά
regrettable θλιβερός, λυπηρός τη θέλησή µου), αφήνω, παραιτούµαι
regulation κανονισµός, ρύθµιση, από κτ
ορισµός, συντονισµό, προσαρµογή relish απολαµβάνω, ευχαριστιέµαι
στους κανονισµούς reluctant απρόθυµος, διστακτικός
regulator ρυθµιστής, ελεγκτής reluctantly απρόθυµα
rehabilitate βοηθώ στην remainder το υπόλοιπο
αποκατάσταση/επανένταξη remains υπολείµµατα, αποµεινάρια,
φυλακισµένου ερείπια, κατάλοιπα, λείψανο,
rehabilitation αναµόρφωση, αδηµοσίευτο έργο συγγραφέα
αποκατάσταση remains κατάλοιπα, λείψανο,
reign βασιλεία υπολλείµµατα, αδηµοσίευτο έργο
reimbursement αποζηµίωση, συγγραφέα
επιστροφή χρηµάτων remarkable αξιοσηµείωτος
reincarnation µετεµψύχωση, remarkably αξιόλογα
µετενσάρκωση remedial θεραπευτικός, διορθωτικός,
reinforce ενισχύω επανορθωτικός
reinforcements ενισχύσεις remediation θεραπεία, γιατρικό
reins ηνία, γκέµια remembrance ανάµνηση, θύµηση,
reinstatement επαναφορά, µνήµη
αποκατάσταση remind sb of sth υπενθυµίζω σε κπ
reiterate επαναλαµβάνω (για να κτ, θυµίζω σε κπ κτ
δώσω έµφαση) reminisce αναπολώ, ξαναθυµάµαι
rejoicing αγαλλίαση, πανηγυρισµός reminiscence αναπόληση, ανάµνηση
rejuvenation ανανέωση, ξανάνιωµα remission απαλλαγή φόρου, ύφεση
relapse υποτροπή, υποτροπιάζω αρρώστιας
relay διαβιβάζω, µεταβιβάζω remit απαλλάσσω, στέλνω µε
πληροφορίες/µήνυµα, αναµεταδίδω έµβασµα
release απελευθερώνω, αφήνω, remittance έµβασµα
απαλλάσσω από καθήκοντα remnant ρετάλι, απούλητο αγαθό,
relegate υποβιβάζω, υποβαθµίζω, µικρό κατάλοιπο, ίχνος
ξαποστέλνω remnants υπολείµµατα, αποµεινάρια
relegation αποστολή, εξορία, remorse τύψεις, µεταµέλεια
υποβιβασµός θέσης remote αποµακρυσµένος, απόµερος,
relent υποχωρώ, κάµπτοµαι, ενδίδω, µακρινός, απόµακρος, ψυχρός
εξασθενίζω, µαλακώνω, µειώνοµαι, removal αφαίρεση, µετακίνηση,
ξεπέφτω µετακόµιση
relentless αµείλικτος, αδυσώπητος remunerate αµοίβω, ανταµοίβω
reliable αξιόπιστος, σίγουρος renal νεφρικός, του νεφρού
reliance εξάρτηση, στήριγµα render καθιστώ, κάνω
78
renewal ανανέωση πχ συµβολαίου, αρνούµαι
αναζωπύρωση, επανάληψη αποδοχήγνώση/πληρωµή/οποιαδήπο
renounce παραιτούµαι, αποποιούµαι τε σχέση, παρεκλίνω
τίτλο, αποκηρύσσω, απαρνούµαι repulse απωθώ, αποκρούω
renovation ανακαίνιση repulsion απέχθεια, αποστροφή
renowned ξακουστός, φηµισµένος repulsive αποκρουστικός, σιχαµερός
reparation επανόρθωση reputable ευυπόληπτος
repayment αποπληρωµή, εξόφληση requisite προϋπόθεση, αναγκαίο είδος
repeal ανάκληση, ακύρωση, resemblance οµοιότητα
ανακαλώ, κατάργηση νόµου, resent µε πειράζει, µου κακοφαίνεται,
ακυρώνω γάµο δυσανασχετώ
repel αποκρούω, απωθώ resentful πικραµένος
repel προκαλώ αηδία, αποκρούω, reserve επιφυλακτικότητα, συστολή
απωθώ reserved επιφυλακτικός,
repellent αποκρουστικός, απωθητικός συγκρατηµένος
repent µετανοώ, µετανιώνω reserves αποθέµατα
repentance µετάνοια, µεταµέλεια reservoir τεχνητή λίµνη/δεξαµενή
repentant µετανοών (παροχής υδάτων), αποθέµατα,
repercussions αντίκτυπος, ντεπόζιτο, ρεζερβουάρ
επιπτώσεις, συνέπειες reshuffle ανασχηµατισµός πχ
replacement αντικατάστάση κυβέρνησης
replenish ανανεώνω, συµπληρώνω, reside κατοικώ, µένω, διαµένω
ξαναγεµίζω residence διαµονή, κατοικία, οικία
replete γεµάτος από κτ residue υπόλειµµα, κατάλοιπο
replicate αντιγράφω, αναπαράγω resign παραιτούµαι
reportebly σύµφωνα µε αναφορά resignation παραίτηση
repose αναπαύοµαι, κατακλίνοµαι, resinous ρητινώδης
βρίσκοµαι, φυλάσσοµαι resistance αντίσταση
reprehensible κατακριτέος, µεµπτός resolute αποφασιστικός,
repress συγκρατώ (συναίσθηµα) ανυποχώρητος, ακλόνητος
repression απώθηση στο ασυνείδητο, resolutely αποφασιστικά, ακλόνητα
κατάπνιξη, καταστολή resolution λύση, διευθέτηση,
repressive καταπιεστικός, αυταρχικός απόφαση, ψήφισµα, επίλυση,
reprimand µοµφή, επίπληξη, αποφασιστικότητα, υπόσχεση (στον
επιπλήττω εαυτό µου)
reprisal αντεκδίκηση, αντίποινα resolve απόφαση, λύνω, επιλύω,
reproach κατηγορία, µοµφή αναλύω-οµαι, αποφασίζω να κάνω
reproduction αναπαραγωγή, κτ, διαλύω-οµαι
αντίγραφο έργου τέχνης resonate αντηχώ
reprove επικρίνω resort to προσφεύγω, καταφεύγω
reptile ερπετό, αµφίβιο, resound ηχώ, αντηχώ
περιφρονηµένο και ταπεινό άτοµο resource παρέχω την αναγκαία
reptilian έρπων υποστήριξη/µέσα
repudiate απαρνούµαι, αποκηρύσσω, resourceful ευρηµατικός,
79
επινοητικός, εφευρετικός, reticense µυστικοπάθεια,
πολυµήχανος επιφυλακτικότητα
respectable αξιοπρεπής, reticent λιγοµίλητος, απρόθυµος να
αξιοσέβαστος, ευπρεπής µιλήσει, κουµπωµένος,
respectful γεµάτος µε σεβασµό µυστικοπαθής
respective σχετικός, αντίστοιχος reticulated δικτυωτός (στο σχέδιο)
respiration αναπνοή retort ανταπαντώ
respite ανάπαυλα retrace επιστρέφω κάπου από τον ίδιο
responsive που δείχνει θετική δρόµο που ήρθα
αντίδραση, που αντιδρά µε retract ανακαλώ, παίρνω πίσω
ενδιαφέρον retreat καταφύγιο (µτφ), υποχωρώ,
restitution επιστροφή πράγµατος οπισθοχωρώ
στον ιδιοκτήτη του retribution τιµωρία, δίκαιη
restless νευρικός, ανήσυχος (από ανταπόδοση
πλήξη), αεικίνητος retrieve ξαναβρίσκω, ανακτώ
restorative δυναµωτικός, τονωτικός retrospective αναδροµικός, που
restore αποκαθιστώ, επαναφέρω, δηµιουργείται εκ των υστέρων (για
ανακαινίζω, αναστηλώνω σκεψη/συναίσθηµα)
restrain συγκρατώ, εµποδίζω, retrospectively αναδροµικά
αναχαιτίζω retrovert γυρίζω πίσω (σε πρότερη
restrained συγκρατηµένος, κατάσταση)
µετρηµένος reveal αποκαλύπτω, φανερώνω,
restriction περιορισµός αφήνω να φανεί
resume ξαναρχίζω, συνεχίζω µετά revel in απολαµβάνω, χαίροµαι
από διακοπή revelant σχετικός, συναφής,
resumption ανάληψη, συνέχιση (µετά σηµαντικός, ουσιαστικός
από διακοπή) revelation αποκάλυψη
resurrect ανασταίνω, αναβιώνω revengeful εκδικητικός
resurrection ανάσταση revenue πρόσοδος, έσοδα
resuscitate επαναφέρω στην ζωή κράτους/εταιρείας
retail πουλώ λιανικώς reverence σεβασµός, βαθύς
retain κρατώ, συγκρατώ, διατηρώ σεβασµός, θαυµασµός
retain συγκρατώ, διατηρώ, reversal αντιστροφή, µεταστροφή
προσλαµβάνω, εξασφαλίζω revert to επανέρχοµαι, ξαναγυρίζω σε
retake ανακαταλαµβάνω προηγούµενη κατάσταση
retaliate εκδικούµαι, κάνω αντίποινα revile διασύρω, καθυβρίζω
retaliation αντίποινα, εκδίκηση revival αναγέννηση, αναβίωση
retard καθυστερώ, επιβραδύνω, revoke ακυρώνω, καταργώ, ανακαλώ,
εµποδίζω (ανάπτυξη/εξέλιξη κλπ) αίρω
retell ξαναλέω ιστορία µε revolt against sb/sth επαναστατώ
διαφορετικό τρόπο revolt sb αηδιάζω, προκαλώ
retention παρακράτηση, µνηµονικό αποτροπιασµό
retentive που συγκρατεί εύκολα, revolting αποκρουστικός
ισχυρός (για µνήµη) οξεία, καλή revolutionary εξελικτικός
80
revolve περιστρέφοµαι rot σαπίζω
revulsion αποστροφή, απέχθεια rotate περιστρέφω-οµαι,
rewarding που προσφέρει εναλλάσσω-οµαι (για θέση εργασίας)
ικανοποίηση rotating περιστρεφόµενος
ribbon κορδέλα, ταινία rotten σάπιος, άσχηµος, πολύ κακός
γραφοµηχανής rough άγριος, τραχύς, ανώµαλος
riddle αίνιγµα, γρίφος roundabout πλάγιος, έµµεσος
ridicule περίγελως, γελιοποίηση, rousing που ξεσηκώνει, που διεγείρει
σαρκασµός, γελιοποιώ route πορεία, λεωφόρος, αποστέλλω
rift ρήξη row φιλονικία, σειρά
rigid άκαµπτος, αυστηρός, rowdy θορυβώδης, ταραχοποιός,
αδιάλλακτος φασαριόζικος
rigidity αυστηρότητα, αδιαλλαξία, rowing κωπηλασία
ακαµψία rub τρίβω
rigorous σκληρός, αυστηρός, rubbery σα λάστχο (για φαγητό),
ενδελεχής, σχολαστικός, αδύναµος (για πόδια)
προσεκτικός, άκαµπτος rubble χαλάσµατα, µπάζα
rinse ξεπλένω, ξεβγάζω rudder πηδάλιο
riot ταραχές, οχλοκρατική εκδήλωση, rudimentary στοιχειώδης,
θορυβώ υποτυπώδης
riotous ταραχώδης ruffle φραµπαλάς, ανακατεύω,
rip σχίζω-οµαι, ξηλώνω-οµαι αναταράζω, αναστατώνω, εκνευρίζω
rip σκίζω rugged ανώµαλος, άγριος, τραχύς
ripe ώριµος, γινοµένος, γίνοµαι, ruler κυβερνήτης, χάρακας
ωριµάζω ruling απόφαση δικαστική
ripen ωριµάζω rumble µπουµπουνητό, βοή
ripple ελαφρός κυµατισµός, κυµατάκι ruminate about/on/over sth
rite ιεροτελεστία, µυσταγωγία, σκέφτοµαι και ξανασκέφτοµαι κτ,
τελετή, τελετουργία, µυστήριο µυρηκάζω
rite of passage µυστήριο (γάµος, rummage έρευνα, ψάξιµο, ερευνώ,
κηδεία κλπ) ψάχνω
ritual τελετουργία, τελετουργικό rummage ψάχνω, ανασκαλεύω,
rival ανταγωνιστής, αντίπαλος σκαλίζω
rivalry ανταγωνισµός, άµιλλα, run one's eyes over sth ρίχνω µία
συναγωνισµός µατιά σε κτ
rivet καρφώνω, καθηλώνω run out on sb εγκαταλείπω, παρατάω
roam περιπλανιέµαι, τριγυρίζω run rings around sb βάζω τα γυαλιά
roar ουρλιάζω, βρυχώµαι, µουγκρίζω σε κπ, αποδεικνύοµαι καλύτερος από
rod ράβδος, βέργα κπ
roost κουρνιάζω runaway φυγάς, κπ που το έχει
roster κατάλογος, λίστα µε ονόµατα σκάσει από κάπου
και τη δουλειά που πρέπει να κάνουν run-down παραµεληµένος, σε άψογη
rostrum βήµα οµιλητή, εξέδρα, κατάσταση
βάθρο rupture σπάζω (για δοχείο/σωλήνα
81
κλπ), παθαίνω ρήξη, (ιάτρ.) σπάζω scale σκαρφαλώνω, αναρριχώµαι
rural αγροτικός scamper φεύγω τρεχάλα από
rush βιασύνη, εφόρµηση φόβο/ενθουσιασµό
rust σκουριά scan εξετάζω µε το βλέµµα µου,
rustic χωριάτικος, αγροτικός, απλός διαβάζω γρήγορα αλλά προσεκτικά,
rustle ερευνώ για τροφή, θροίζω ανιχνεύω
rustling θρόισµα scant λιγοστός, ελάχιστος
rusty σκουριασµένος scanty ανεπαρκής, λιγοστός
rut αυλάκι, αυλακιά από ρόδα στο scarce σπάνιος
έδαφος, ρουτίνα scarcity σπανιότητα, ανάγκη
ruthless άσπλαχνος, ανηλεής αποθεµάτων για ζωή
sacrifice θυσία scarred σηµαδεµένος
salient (για χαρακτηριστικο/στοιχείο scathingly καυστικά, δηκτικά, µε
κλπ) προφανής, εξέχων, περίοπτος, οξύτητα
εµφανής, βασικός scatter σκορπίζω-οµαι,
sallow ωχρός διασκορπίζω-οµαι, διασπείρω
salubrious υγιεινός, καθαρός, scavenge καθαρίζω, εργάζοµαι ως
ωφέλιµος καθαριστής, καθαρίζω από
salutary ωφέλιµος, ευεργετικός σκόνη/σκουπίδια, αποκτώ µέταλλο
salvage διάσωση από απόβλητα
salvation σωτηρία scavenger σκουπιδιάρης,
salvo χαιρετισµός, οµοβροντία, ρακοσυλλέκτης, παλιατζής, ζώο που
κανονιοβολισµός, ρίχνω οµοβροντίες τρέφεται µε πτώµατα
sanction έγκριση, επικύρωση, ποινή, scent άρωµα, ευωδιά, οσµή
κύρωση, επίσηµη έγκριση, scholar υπότροφος
συγκατάθεση schoralry λόγιος, ακαδηµαϊκός
sanctuary άσυλο, καταφύγιο scoff χλευάζω
sand άµµος scold κατσαδιάζω
sanitary υγιεινός scoop φτυαρίζω, βγάζω µε σέσουλα
sanitation υγιεινή scope περιθώρια, δυνατότητες,
sap χυµός δέντρου, αποµυζώ, προοπτική, ευκαιρία, περιθώριο,
εξαντλώ, στερεύω πεδίο, φάσµα
satiated µπουχτισµένος, κορεσµένος scorch τσουρουφλίζω-οµαι,
saturated πληµµυρισµένος, καψαλίζω-οµαι, καίω-οµαι πχ µε
µουσκεµένος, χηµικά κεκορεσµένος σίδερο ή από τον ήλιο
saunter περπατώ αργά, σεργιανίζω, scorn περιφρόνηση, περιφρονώ,
σουλατσάρω, βαδίζω νωχελικά σνοµπάρω
savage βάρβαρος, άγριος, πρωτόγονος scornful χλευαστικός, περιφρονητικός
savory αλµυρός, πκάντικος, µε ωραία scour τρίβω, διαβρώνω (µε συνεχή
γεύση/µυρωδιά τριβή) ανοίγοντας τρύπα/άνοιγµα,
saw πριόνι ψάχνω παντού, τρίβω για να
scaffold σκαλωσιά καθαρίσω, τρίβω, διαβρώνω µε
scald παθαίνω έγκαυµα από συνεχή τριβή ανοίγοντας
υγρό/χηµικό τρύπα/άνοιγµα
82
scourge µάστιγα, πληγή seduction αποπλάνηση, θέλγητρο,
scowl κατσουφιάζω, αγριοκοιτάζω γοητεία
scrabble ψαχουλεύω, σκαλίζω see fit θεωρώ σωστό/κατάλληλο
scramble σκαρφαλώνω, σπρώχνοµαι, see to sth φροντίζω, µεριµνώ
παλεύω seed σπόρος
scrap απόρριµα, πετώ κτ άχρηστο, seedy άθλιος, ελεεινός
απορρίπτω seeming φαινοµενικός
scrape ξύνω, γδέρνω seemingly φαινοµενικά
scrawl ορνιθοσκαλίσµατα, βιαστικό seep διαρρέω, διαποτίζω, διαπερνώ
γράψιµο seer προφήτης
scrawny κοκαλιάρης, κάτισχνος seethe βράζω από θυµό
screech διαπεραστική καραυγή, segment τµήµα, κοµµάτι, φέτα
τσίριγµα, στριγγλίζω (για λεµονιού/πορτοκαλιού
φρένα/λάστιχα κλπ) segregate διαχωρίζω (ανθρώπους
screech τσίριγµα ανάλογα µε τη φυλή/θρησκεία κλπ)
screen προφυλλάσσω, καλύπτω, segregation διαχωρισµός
εξετάζω προσεκτικά seize αρπάζω, πιάνω (βίαια),
scribble γράφω βιαστικά/πρόχειρα, καταλαµβάνω, συλλαµβάνω,
µουτζουρώνω κατάσχω κτ παράνοµο
scribe αντιγραφέας self-contained κλειστός,
script γραφή συγκρατηµένος, ανεξάρτητος,
scroll κύλινδρος αυτάρκης
scruffy βρόµικος, απεριποίητος self-esteem αυτοεκτίµηση,
scruples ενδοιασµοί, ηθικοί φραγµοί αυτοσεβασµός
scrupulous ευσυνείδητος, έντιµος, self-indulgent µαλθακός, που
σχολαστικός, επιµελής υποκύπτει σε πειρασµούς
sculpture γλυπτό self-possessed ήρεµος, ψύχραιµος
scurry τράχω µε µικρά βήµατα self-reliant στηριζόµενος στις δικές
seafaring ναυτικός µου δυνάµεις, αυτοδύναµος
seam ραφή self-respect αυτοεκτίµηση,
seashell θαλασσίνό κοχύλι αυτοσεβασµός
seasonable κανονικός/κατάλληλος για selfsame (the/this etc) ίδιος, ολόιδιος,
εποχή αυτός (µε κτ που προαναφέρθηκε)
seasonal εποχιακός seminary εκπαιδευτήριο,
seasoned πεπειραµένος ιεροδιδασκαλείο
seasoning καρύκευµα semi-transparent ηµιδιαφανής
secluded αποµονωµένος, απόµερος, senator γερουσιαστής
µοναχικός senile που πάσχει από γεροντική
secrete εκκρίνω άνοια
sector τοµέας sensation αίσθηση (ντόρος),
sedate ήρεµος, γαλήνιος εντύπωση
sedentary καθιστικός sensational συγκλονιστικός,
sediment κατακάθι, ίζηµα συνταρακτικός
sedition στάση, ανταρσία sensibility ευαισθησία
83
sensible λογικός, συνετός shameful επαίσχυντος, ντροπιαστικός
sensory αισθητήριος shanty παράγκα
sensual αισθησιακός sharecropping επίµορτη καλλιέργεια,
sentence ποινή, καταδίκη, καλλιέργεια ξένου κτήµατος και
καταδικάζω µοιρασιά του προιόντος µε τον
sentiment αίσθηµα, γνώµη, άποψη ιδιοκτήτη, επίµορτη καλλιέργεια
sentimentality συναισθηµατικότητα sharp κοφτερός, απότοµος, οξύς,
sentry φρουρός ευδιάκριτος
septic tank σηπτικός βόθρος shatter θρυµµατίζοµαι, σπαώ σε
sequel αυτοτελής συνέχεια κοµµάτια
ταινίας/βιβλίου, επακόλουθο shed σσεντ αποθήκη, υπόστεγο,
sequence διαδοχή, αλληλουχία, σειρά αλλάζω, ρίχνω (φύλλα/δέρµα), χύνω,
serenade κάνω καντάδα ξεφορτώνοµαι
serene ήρεµος, γαλήνιος shed light on ρίχνω φως σε
serenity γαλήνη, ηρεµία (πρόβληµα/µυστήριο κλπ)
serial που σχηµατίζει σειρά, sheen γυαλάδα
αλλεπάλληλος sheer καθαρός, πλήρης, απόλυτος,
sermon κήρυγµα σκέτος, απότοµος, απόκρηµνος
serves your right καλά να πάθεις! shelter καταφύγιο, στέγη, άσυλο
servile δουλικός, δουλοπρεπής shield προστατεύω, προφυλάσσω
session χρονική περίοδος αφιερωµένη shield προστατεύω, προφυλλάσσω
σε δραστηριότητα, συνεδρία, shift βάρδια, µετακινώ - ούµαι,
συνεδρίαση µετατοπίζω - οµαι
setback αναποδιά, ατυχία shimmer τρεµοφέγγω
setting περιβάλλον όπου συµβαίνει shingle βότσαλο, πινακίδα σε γραφείο
κάτι (δικηγορικό/ιατρείο)
setting περιβάλλον όπου συµβαίνει κτ shiver τουρτουρίζω, ριγώ, τρέµω από
settle the dilemma θέτω το δίληµµα\ φόβο/κρύο
sever κόβω, αποκόβω, διακόπτω (τις shopping spree όργιο αγορών
σχέσεις µου µε κπ) shore ακτή
severe αυστηρός, σκληρός, σοβαρός, short and sweet σύντοµος
σφοδρός, έντονος short sight µυωπία
sew ράβω shortage έλλειψη
sewage λύµατα, ακαθαρσίες shortcoming ελάττωµα, µειονέκτηµα
υπονόµων/αποχετεύσεων, απόβλητα shove σπρώξιµο, σπρώχνω, χώνω κτ
sewer υπόνοµος κπ βιαστικά/απρόσεκτα, σπρώχνω µε
shabby άθλιος, κουρελιάρης, δύναµη
φθαρµένος shovel φτυαρίζω, καθαρίζω µε φτυάρι
shackle αλυσοδένω shower ποτίζω βίαια, µπόρα
shady σκιερός, ύποπτος shred κοµµατάκι (πχ χαρτιού) που
shaky ασταθής, ετοιµόρροπος έχει σχιστεί/κοπεί από κτ
shallow ρηχός shrewd έξυπνος, εύστοχος,
shame αίσχος, ντροπή, ξεφτίλισµα, τετραπέρατος, πονηρός, διορατικός
ντροπιάζω shriek στριγγλίζω
84
shrill οξύς, διαπεραστικός (για ήχο, singe τσουρουφλίζω
φωνή) sinister µοχθηρός, δυσοίωνος,
shrine ιερός τόπος, τόπος απειλητικός, σατανικός, καταχθόνιος
προσκυνήµατος sinus ιγµόρειο
shrink µπαίνω, µαζεύω (για ρούχο), sip γουλιά
κάνω ρούχο να µαζέψει, sizable αρκετά µεγάλος
συρρικνώνω-οµαι sizzle τσιτσιρίζω (για φαγητό στο
shrug σηκώνω τους ώµους τηγάνι)
shudder ρίγος, ριγώ, τρέµω skeptical δύσπιστος, επιφυλακτικός
shuffle περπατώ σέρνοντας τα πόδια, skid γλιστρώ και ξεφεύγω από την
ανακατεύω τράπουλα πορεία µου, ντεραπάρω, γλιστρώ
shun αποφεύγω ηθεληµένα, κρατώ ανεξέλεγκτα (για όχηµα)
απόσταση από skim αφαιρώ λίπος κλπ από επιφάνεια
shutter παραθυρόφυλλο υγρού, ξαφρίζω, διατρέχω, διαβάζω
shuttle διαστηµικό λεωφορείο, όχηµα γρήγορα
που εκτελεί τακτικά δροµολόγια skimpily ανεπαρκώς
sibling αδερφός/αδερφή skin γδέρνω, αφαιρώ δέρµα/φλούδα
sicken προκαλώ αηδία, ανακατεύω skip πηδώ, χοροπηδώ, παραλείπω
side-effects παρενέργειες skipper καπετάνιος µικρού
sideline πάρεργο, συµπηρωµατική σκάφους/αλιευτικού
εργασία, βγάζω εκτός δράσης skittish ιδιότροπος, ντροπαλός, πολύ
sidetrack παρακάµπτω, ξεστρατίζω προσεκτικός, µεταβλητός, που
siege πολιορκία φοβάται εύκολα
sift διαλέγω, κοσκινίζω, skull κρανίο, νους
ψιλοκοσκινίζω, εκλέγω, εξετάζω skyrocket πετάγοµαι στα ύψη,
επισταµένως, ξεχωρίζω για τα καλά αυξάνω ραγδαία
sigh αναστεναγµός slack χαλαρός, άτονος, αδρανής
sight βλέπω, αντικρίζω, διακρίνω, slacken χαλαρώνω, λασκάρω, µειώνω
παρατηρώ πχ ρυθµό/ταχύτητα
significance σπουδαιότητα, νόηµα, slam κλείνω µε πάταγο
σηµασία slander συκοφαντώ, δυσφηµώ
simmer σιγοβράζω slant γέρνω, κλίνω, διαστρέβω,
simper χαµογελώ χαζά, ναζιάρικα διαστρεβλώνω
simplification απλοποίηση, slap χαστουκίζω, χτυπώ µε την
απλούστευση παλάµη
simplistic υπεραπλουστευµένος slaughter σφάζω ζώο, σφαγιάζω,
simulate προσποιούµαι, σκοτώνω οµαδικά
αναπαριστάνω, αναπαριστάνω (µέσω slavery δουλεία, σκλαβιά
υπολογιστή κλπ), αναπαράγω slay δολοφονώ, κατασφάζω,
συνθήκες κλπ µακελεύω, επιδρώ υπερβολικά
simultaneous ταυτόχρονος slender λεπτός, λιγνός, µικρός,
sin αµαρτία πενιχρός, λιγοστός, λυγερός
sincere ειλικρινής slice κόβω σε φέτες, κόβω, σχίζω
sinful αµαρτωλός slick επιδέξιος, έξυπνος, επιτήδειος
85
slide γλιστρώ απαλά/αθόρυβα κλπ, οργή
διολισθαίνω/πέφτω για τιµές κλπ snatch βουτάω, αρπάζω
slight ελαφρός, µικρός, ασήµαντος sneak κινούµαι/γλιστρώ κπ
sling πετώ, αναρτώ, κρεµώ κρυφά/αθόρυβα, κάνω κ ή
slink κινούµαι µυστικά/κρυφά, παίρνω/δίνω κτ στα κρυφά
γλιστρώ sneak out φεύγω, βγαίνω κρυφά
slip γλίστρηµα, λάθος sneer χλευάζω, σαρκάζω
slip up διαπράττω ατόπηµα, κάνω sniper ελεύθερος σκοπευτής
λάθος snooze υπνάκος
slippery γλιστερός, ολισθηρός snorkel αναπνευστήρας κολυµβητή
slither έρπω σα φίδι, γλιστρώ snout ρύγχος, µουσούδα
slope πλαγιά, κεκλιµένη επιφάνεια snowball (για δουλειά/προβλήµατα
slot σχίσµη, χαραµάδα κλπ) συσσωρεύοµαι, αυξάνοµαι
slovenly ατηµέλητος, απεριποίητος, ραγδαία
απρόσεκτος, αµελής snub µάλωµα, κατασταλτικός,
sluggish αργοκίνητος, νωθρός µαλώνω, περιφρονώ, καταστέλλω,
sluggishly αργά, νωθρά φέροµαι απότοµα/ταπεινωτικά
slum φτωχογειτονιά soak µουσκεύω, ποτίζω
slump πτώση (σε πωλήσεις/τιµές soar υψώνοµαι, πετώ ψηλά, φτάνω
κλπ), κρίση, ύφεση, σωριάζοµαι, στα ύψη, υψώνοµαι γρήγορα,
σηµειώνω κάµψη, κατρακυλώ (για ανεβαίνω
τιµές κλπ) sob κλαίω µε λυγµούς, λέω µε
sly ύπουλος, πανούργος αναφιλητά
smack σκαστό φιλί, χαστούκι sober νηφάλιος, ξεµέθυστος,
smash θρυµµάτισµα, κρότος, ήχος σοβαρός, εγκρατής
από θρυµµάτισµα, σπάζω, χτυπώ soil λερώνω
βίαια solar powered που λειτουργεί µε
smear κηλίδα, µουτζούρα, λεκές ηλιακή ενέργεια
smirk χαζό χαµόγελο solar year ηλιακό έτος
αυταρέσκειας/υπεροψίας solely µόνο, απλώς, αποκλειστικά
smog αιθαλοµίχλη, νέφος solemn σοβαρός, επίσηµος
smolder σιγοκαίω χωρίς φλόγα, solicit επιδιώκω, ζητώ
υποβόσκω χρήµατα/βοήθεια
smoothly οµαλά solicitation επίµονη αναζήτηση
smoothly οµαλά πελατών
smother πνίγω (και µτφ.), προκαλώ solicitous που δείχνει
ασφυξία, καταπνίγω, πνίγω (πχ ενδιαφέρον/φροντίδα/ανησυχία για
χασµουρητό) κπ
smudge µουτζουρώνω solid στερεός, συµπαγής, γερός,
smuggle κάνω λαθρεµπόριο, εισάγω στέρεος, βάσιµος
λαθραία solid συµπαγής, στέρεος, γερός,
snap σπάζω απότοµα, µε κρότο, µιλώ βάσιµος, ακλόνητος (στοιχείο,
κοφτά/απότοµα πληροφορία)
snarl γρυλίζω, µιλώ θυµωµένα/µε solidarity αλληλεγγύη
86
solidify στερεοποιώ, εδραιώνοµαι ξέσπασµα
solitary µοναχικός spatial του χώρου
solitude αποµόνωση, µοναξιά spatter πιτσιλίζω
soluble διαλυτός, που µπορεί να spear καµάκι, δόρυ, λόγχη
επιλυθεί specification προδιαγραφή
somber σκούρος, φωτεινός, ζοφερός, specify διευκρινίζω, υποδεικνύω,
µελαγχολικός, καταθλιπτικός ορίζω
sonic ηχητικός specimen δείγµα, αντιπροσωπευτικό
soot καπνιά, αιθάλη, καλύπτω µε δείγµα
αιθάλη speck κόκκος, κηλίδα, λεκές, ίχνος,
soothe ηρεµώ, καθησυχάζω, µόριο
καλµάρω, κατευνάζω, καταπραϋνω spectacle θέαµα
soothing καταπραϋντικός, spectacular θεαµατικός
ηρεµιστικός spectate παρίσταµαι σα θεατής
sorcery µαύρη µαγεία spectator θεατής αθλητικού/άλλου
sordid άθλιος, ποταπός, άτιµος, πολύ γεγονότος
βρόµικος, specter απειλή, φάντασµα
sore πονεµένος speculate εικάζω, συµπεραίνω,
sought-after περιζήτητος υποθέτω, πιθανολογώ, κάνω
sound φρόνιµος, συνετός, γερός, πρόγνωση
υγιής, σώος speculation εικασία, υπόθεση,
sour ξινός κερδοσκοπία
sovereign ανεξάρτητη χώρα, speculative υποθετικός
κυρίαρχος spellbound µαγεµένος
sovereignty (απόλυτη) κυριαρχία spendthrift σπάταλος
sow σπέρνω, φυτεύω σπόρους spew εκποµπή αερίου/φωτός κλπ
spacious ευρύχωρος spike λεπτό ραβδί από ξύλο, µέταλλο
span άνοιγµα, απόσταση µεταξύ δύο κλπ µε αιχµηρή απόληξη, καρφί
σηµείων, εκτείνοµαι, καλύπτω (για αθλητικού παπουτσιού
χρόνο/χώρο) spiked αγκαθωτός, µυτερός
spank δέρνω παιδί στον πισινό spill χύνω-οµαι
spare διαθέσιµος, ελεύθερος, spin (spun-spun) στριφογυρίζω,
ανταλλακτικό, ρεζέρβα, επιπλέον, γνέθω, υφαίνω (για αράχνη)
έξτρα, διαθέτω, δίνω spina bifida δισχιδής ράχη (γενετική
spare a moment (for sb) διαθέτω ανωµαλία στο νωτιαίο µυελό)
λίγο χρόνο για κπ spirited ζωηρός, νευρώδης,
spark σπινθήρας, σπίθα µτφ δυναµικός
sparkling αφρώδης, ανθρακούχος, spiritual πνευµατικός, θρησκευτικός
σνινθηροβόλα µατιά, αστραφτερός spit φτύνω, εκστοµίζω, λέω θυµωµένα
sparrow σπουργίτι spiteful µοχθηρός, κακεντρεχής
sparse αραιός, σποραδικός, splash πέφτω µε πάφλασµα (για υγρό)
διεσπαρµένος, λιγοστός splatter πιτσιλίζω
sparsely αραιά splendor µεγαλοπρέπεια
spate βία, πληµµύρα, ξαφνικό/δυνατό splinter θραύσµα, ακίδα, σχίζω-οµαι,
87
θρυµµατίζω-οµαι squeak στριγγλίζω, τρίζω, τσιρίζω
split χωρίζω, διαιρώ, σχίζω-οµαι squeal στριγγλιά, ξεφωνητό
splutter ακατάληπτος θόρυβος, µιλώ squeamishly υπερευαίσθητα,
µπερδεµέν/ακατάλυπτα µυγιάγγιχτα
spoil βλάβη, αρπαγή, απογύµνωση, squeeze στύβω, πιέζω, ζουλώ, σφίγγω
ζηµιά, καταστρέφω, παραχαϊδεύω, squint αλληθώρισµα, αλλήθωρος,
χαλώ στραβισµός, συγκλίνων, συγκλίνων,
spokesman εκπρόσωπος στραβίζω, αλληθωρίζω, έχω έµµεσο
sponge σφουγγάρι στόχο
spontaneity αυθορµητισµός squirm συστρέφοµαι, στριφογυρνώ
spontaneous αυθόρµητος squirt εκτοξεύω-οµαι (για υγρό),
spooky ανατριχιαστικός, που θυµίζει πετυχαίνω/χτυπώ κπ µε υγρό
φάντασµα stab µαχαιρώνω
spouse ο/η σύζυγος stabbing σουβλιά
spout στόµιο, κρουνός, πίδακας stability σταθερότητα
sprain στραµπουλίζω stack στοίβα, στήλη, στοιβάζω
sprawl κάθοµαι/ξαπλώνω stage οργανώνω, στήνω
φαρδύς-πλατύς stagger παραπατώ, τρεκλίζω,
sprawling που απλώνεται σε µεγάλη συγκλονίζω, σοκάρω
έκταση staggering απίστευτος,
spread απλώνω-οµαι, εξαπλώνοµαι, συγκλονιστικός, συναρπαστικός,
διαδίδοµαι συνταρακτικός
spree ξεφάντωµα, γλέντι staggering απίστευτος,
sprightly δραστήριος, ενεργητικός, συγκλονιστικός, συνταρακτικός
ζωηρός stagnant στάσιµος, λιµνάζων
spring ελατήριο stain κηλίδα, λεκές, στίγµα, κηλίδα
sprinkle ραντίζω, πασπαλίζω µτφ
sprinkler ψεκαστήρας stake πάσσαλος, παλούκι
spur κίνητρο, ελατήριο, θέτω ως stale µπαγιάτικος
κίνητρο stalk κοτσάνι, µίσχος, περπατώ
spurious κίβδηλος, πλαστός, αγέρωχα, παρακολουθώ/κυνηγώ
βασισµένος σε λανθασµένες αθέατος
πληροφορίες stall υπαίθριος πάγκος µικροπωλητή,
spurt αναβλύζω, ξεπηδώ, καθυστερώ, αναβάλλω, χρονοτριβώ,
ξεχύνω-οµαι κερδίζω χρόνο, σβήνω, σταµατώ
squad οµάδα, ουλαµός, απόσπασµα, απότοµα να λειτουργώ, χρονοτριβώ
οµάδα αθλητών καθυστερηµένα
squadron ίλη τεθωρακισµένων, µοίρα stammer τραυλίζω
αεροπορική/ναυτική stamp χτυπώ τα πόδια
squalor βροµιά, αθλιότητα stampede τρέχω
squander σπαταλώ, χαραµίζω αφηνιασµένα/πανικόβλητα
squash λειώνω, συνθλίβω, stance στάση, θέση, άποψη
συνωστίζω-οµαι standpoint άποψη, σκοπιά
squat κάθοµαι ανακούρκουδα standstill ακινητοποίξση, τέλµα
88
starch άµυλο stir up προκαλώ (έντονα
stare βλέµµα, µατιά, κοιτάζω επίµονα συναισθήµατα/µπέρδεµα/προβλήµατ
stark σκληρός, έντονος, απόλυτος α κλπ)
startle ξαφνιάζω, τροµάζω stitch ράβω
starve λιµοκτονώ stock διαθέτω προς πώληση,
stationary στάσιµος, ακίνητος εφοδιάζω
stationery γραφική ύλη stock market χρηµατιστήριο
stature ανάστηµα stockpile συσσώρευση αποθεµάτων
status symbol ιδιοκτησία που δείχνει stocky κοντός και γεροδεµένος,
την υψηλή κοινωνική θέση κπ κοντόχοντρος
staunch πιστός, αφοσιωµένος stoop σκύβω µπροστά, καµπουριάζω
steadfast σταθερός, ακλόνητος stoop to sth ξεπέφτω, πέφτω στο
stealthy που κινείται ή κάνει κτ επίπεδο (να κάνω κτ)
αθόρυβα/κλεφτά stooped σκυφτός, καµπουριασµένος
steep απότοµος, απόκρηµνος, stoppage στάση (εργασίας), διακοπή,
κάθετος, παράλογος, υπερβολικός φράξιµο (πχ αρτηρίας)
(για τιµή/αξίωση), εξωφρενικός (για storage αποθήκευση, χώρος
τιµή/απαιτήσεις) αποθήκευσης
steer οδηγώ stork πελαργός
stem περιστέλλω, περιορίζω storm επιτίθεµαι, καταλαµβάνω µε
stem from απορρέω από έφοδο
stench βρόµα απαίσια, δυσωδία stout εύσωµος, παχύς,θαραλλέος,
sterile στείρος, αποστειρωµένος παλικαρίσιος
stern αυστηρός στην όψη, βλοσυρός, strain ένταση, πίεση, τέντωµα, ζόρι,
σκληρός ποικιλία (µικροβίων κλπ), πασχίζω,
stew σιγοβράζω καταβάλλω έντονη προσπάθεια,
stiff άκαµπτος, αλύγιστος, πιασµένος καταπονώ, ζορίζω
(για µύες) strained καταπονηµένος, τεταµένος
stiffness ακαµψία strait στριτ πορθµός
stifle (κατα)πνίγω, συγκρατώ, strand ένα λεπτό κοµµάτι από κτ (πχ
καταστέλλω, πνίγω-οµαι, ασφυκτιώ µία τούφα/σύρµα κλπ), κλωστή
stilted επιτηδευµένος, στοµφώδης stranded µόνος και αβοήθητος,
stimulate διεγείρω, κεντρίζω, σύξυλος
παρακινώ strangulation στραγγαλισµός
stimulating ερεθιστικός, που strap λουρί, λουράκι, τιράντα
προκαλεί το ενδιαφέρον, διεγερτικός, straw άχυρο
τονωτικός stray αδέσποτος, ξεστρατίζω,
stimulus ερέθισµα, κίνητρο παραστρατώ, ξεφεύγω, αποκλίνω
sting κεντρί από το θέµα
stink βροµάω streak γραµµή, λωρίδα, ρίγα
stipulate ορίζω, θέτω διαφορετικού χρώµατος/υφής
όρο/συνθήκη/ρήτρα stream ποτάµι, ρυάκι, χείµαρρος,
stir σάλος, αίσθηση, ταραχή, συρροή, ποτάµι µτφ, συνεχής ροή,
ανακατεύω, κινώ-ούµαι, σαλεύω τρέχω, ρέω, κυµατίζω (στον
89
αέρα/νερό), ανεµίζω stunned άναυδος, σαστισµένος,
streamline οργανώνω πιό αποδοτικά εµβρόντητος
strenuous επίπονος, κουραστικός stunning καταπληκτικός,
stretch απλώνοµαι, τεντώνω-οµαι εντυπωσιακός, πανέµορφος
stretcher-bearer τραυµατιοφορέας stunt αναχαιτίζω, εµποδίζω την
stride βαδίζω µε µεγάλα βήµατα, ανάπτυξη
δρασκελίζω stupefied αποβλακωµένος,
strife διαµάχη, τριβή συγχυσµένος, εµβρόντητος
strike χτυπώ, επιτίθεµαι, πλήττω, stupefy αφήνω εµβρόντητο, προκαλώ
απεργώ κατάπληξη, αποχαυνώνω
strike a balance βρίσκω τη χρυσή stupendous εντυπσιακός, φοβερός
τοµή sturdy γερός, ανθεκτικός,γεροδεµένος
striking εντυπωσιακός, χτυπητός, που stutter τραυλίζω
χτυπάει στο µάτι subcontract αναθέτω υπερεργολαβία
string (strung-strung) κρεµώ subdue υπερνικώ, καταστέλλω,
stringent αυστηρός, άκαµπτος δαµάζω, καθυποτάσσω
stripe ρίγα, ράβδωση subdued χαµηλός (για ήχο)
strips µεγάλα κοµµάτια subject υποτάσσω, υποδουλώνω
strive αγωνίζοµαι, πασχίζω, subject to υποκείµενος σε, που
προσπαθώ, µοχθώ εξαρτάται από, ισχύων υπό τον όρο,
strive for πασχίζω υπαγόµενος σε
stroke χτύπηµα, πινελιά, µολυβιά, subjective υποκειµενικός
εγκεφαλικό επεισόδιο, χαϊδεύω subjectively υποκειµενικά
stroll περίπατος, βόλτα sublet υπενοικιάζω
stronghold προπύργιο, φρούριο sublime έξοχος, θεσπέσιος,
structure δοµή, κατασκευή, µεγαλειώδης
οικοδόµηµα sublimely εξαιρετικά, υπέροχα,
struggle αγωνίζοµαι, κοπιάζω, µοχθώ, περήφανα, απόλυτα, εκτυφλωτικά
παλεύω, µάχοµαι submerge βυθίζω-οµαι, κρύβω/πνίγω
strut περπατώ καµαρωτά, (µτφ.) συναισθήµατα
κορδώνοµαι submersion κατάδυση, βύθιση
stub αποτσίγαρο, γόπα, στέλεχος submission υποταγή, υποχώρηση,
επιταγής, απόκοµµα υποβολή π αιτήσεως
(εισιτηρίου/επιταγής κλπ) submissive υπάκουος, πειθήνιος
studious µελετηρός, επιµελής submit υποβάλλω (πχ έγγραφο)
stuff υλικό, πράγµα, πράγµατα subordinate υφιστάµενος (υπάλ.),
stuffed που έχει φάει πολύ και έχει κατώτερος, υποδεέστερος
σκάσει subscribe είµαι/γίνοµαι συνδροµητής
stuffy αποπνικτικός subsequent επόµενος, επακόλουθος
stumble σκοντάφτω subsequently στη συνέχεια
stump µπερδεύω, συγχύζω subservient δουλικός, δουλοπρεπής,
stun ζαλίζω/ρίχνω κπ αναίσθητο υποτακτικός, δευτερεύουσας
(χτυπώντας τον συνήθ. στο κεφάλι), σηµασίας, υποδεέστερος
αφήνω άναυδο, κατάπληκτο subside υποχωρώ, καταλαγιάζω
90
subsidiary σαµπσίντιαρι επικουρικός, superb υπέροχος, εξαίσιος
δευτερεύων, κατώτερος supercilious υπεροπτικός
subsidize επιδοτώ, χορηγώ superficial επιφανειακός, ρηχός,
subsistence επιβίωση, στοιχειώδης επιπόλαιος, φαινοµενικός, πρόχειρος
διαβίωση superfluous περιττός, πλεονάζων
substance abuser χρήστης τοξικών superintendent επιθεωρητής, επόπτης
ουσιών (ναρκωτικών, αλκοόλ κλπ) superiority ανωτερότητα
substantial µεγάλος, σηµαντικός, superlatively υπερθετικά, εξαιρετικά
ουσιώδης, υπολογίσιµος, supersede αντικαθιστώ, διαδέχοµαι
ουσιαστικός, αξιόλογος, σηµαντικός superstition δεισιδαιµονία, πρόληψη
substantiate τεκµηριώνω, επαληθεύω supervise εποπτεύω, επιβλέπω
substitute υποκατάστατο, supple µαλακός, εύκαµπτος,
αντικαθιστώ ευλύγιστος, ελαστικός
subtle λεπτός, διακριτικός, supplement συµπλήρωµα,
ανεπαίσθητος, έξυπνος, ευφυής συµπληρώνω, προσθέτω
subtract αφαιρώ suppress καταπνίγω, καταστέλλω,
suburban των προαστείων αποσιωπώ, συγκαλύπτω
suburbs περίχωρα suppress καταστέλλω, καταπνίγω,
subversive ανατρεπτικός, συγκρατώ
υπονοµευτικός supreme ανώτατος, υπέρτατος
succession σειρά, διαδοχή surface αναδύοµαι, βγάζω στην
succession of σειρά, ακολουθία, επιφάνεια
διαδοχή surge ξέσπασµα (συναισθηµάτων),
successive διαδοχικός, συνεχής, κύµα θυµού/ενθουσιασµού, απότοµη
αλλεπάλληλος αύξηση, αναβλύζω, πληµµυρίζω σαν
succinct περιληπτικός, περιεκτικός, κύµα, ξεχύνοµαι
σύντοµος, λακωνικός surmise υποθέτω, εικάζω, µαντεύω
succulent χυµώδης, ζουµερός surmount υπερνικώ, ξεπερνώ
succumb υποκύπτω, υποτάσσοµαι, (δυσκολία)
ενδίδω surpass ξεπερνώ, είµαι καλύτερος,
suction αναρρόφηση υπερβαίνω
sue κάνω αγωγή/µήνυση, µηνύω surplus πλεόνασµα, περίσσευµα,
suffice επαρκώ πλεονασµατικός
sufficient επαρκής surrender παραδίδω-οµαι
sugarcane ζαχαροκάλαµο surveillance επιτήρηση, στενή
suited κατάλληλος για, που ταιριάζει παρακολούθηση
sullen σκυθρωπός, βλοσυρός survey στατισική έρευνα, γκάλοπ
sullenly σκυθρωπά, βλοσυρά susceptible to ευάλωτος, ευαίσθητος,
sully αµαυρώνω, κηλιδώνω, µολύνω, επιρρεπής, συναισθηµατικός,
ρυπαίνω ευπαθής, είµαι επιρρεπής σε
summit κορυφή βουνού suspend αναστέλλω, αναβάλλω,
summon συγκαλώ, κλητεύω, καλώ κπ αναρτώ, κρεµώ, θέτω σε
να παρουσιαστεί διαθεσιµότητα, διακόπτω
sumptuous πολυτελής, µεγαλοπρεπής suspend in sth αιωρούµαι
91
sustain συντηρώ, διατηρώ, στηρίζω, πρόσκληση/πρόταση) τώρα, αλλα΄θα
υφίσταµαι, αντέχω, συγκρατώ (σε ήθελα να το κάνω άλλη φορά
σταθερά επίπεδα) take a second look at sb/sth ρίχνω
sustain συντηρώ, δυναµώνω, παθαίνω µία δεύτερη µατιά σε κπ/κτ,
swagger κορδώνοµαι, περπατώ ξαναεξετάζω
καµαρωτά take effect τίθεµαι σε ισχύ
swallow καταπίνω take exception to έχω αντίρρηση,
swamp κατακλύζω, πληµµυρίζω δυσαρεστούµαι, θίγοµαι,
swap ανταλλάσσω παρεξηγούµαι, προσβάλλοµαι µε κτ
swarm σµήνος take for granted θεωρώ δεδοµένο
sway επηρεάζω, πείθω, µεταπείθω, take hold πιάνω για τα καλά,
ταλαντεύοµαι, λικνίζοµαι, κυριεύω, καταλαµβάνω
κουνώ-ιέµαι take into account υπολογίζω κπ
sweep σκούπισµα take out βγάζω/παίρνω (επίσηµο
sweeping σαρωτικός, εκτεταµένος, έγγραφο/δάνειο κλπ)
γενικός, καθολικός take place συµβαίνω, λαµβάνω χώρα,
sweetener γλυκαντικό, γλυκαντική γίνοµαι
ουσία take sb/sth by storm συναρπάζω,
swell (swelled-swollen) πρήζοµαι, κατακτώ (µτφ)
φουσκώνω take things to pieces αποσυναρµολώ
swerve στρίβω απότοµα, παρεκκλίνω tame ήµερος
απότοµα από την πορεία µου tangible απτός, χειροπιαστός,
swift άµεσος, γρήγορος, γοργός, αισθητός
ταχύς tangle µπλέκω-οµαι, µπερδεύω-οµαι
swiftly γρήγορα, άµεσα tantamount (για κτ αρνητικό)
swing κουνιέµαι, αιωρούµαι, ισοδύναµος, αντίστοιχος, ανάλογος
ταλαντεύοµαι tap χτυπώ ελαφρά
swivel περιστρέφω, περιστρέφοµαι tapestry ταπισερί
swoop εφορµώ, χυµώ tatter θρύψαλο. κουρελιάζω-οµαι
synthesize συνθέτω, παράγω taunt χλευασµός, προσβολή,
tablecloth τραπεζοµάντηλο χλευάζω, προσβάλλω
taciturn λιγοµίλητος taut τεντωµένος
tackle αντιµετωπίζω αποφασιστικά, taxon (βιόλ) τάξη
καταπιάνοµαι µε κατι, αντιµετωπίζω tear up σχίζω (έγγραφο κλπ)
κπ, µιλώ µε κπ (για πρόβληµα κλπ) teaser πειραχτήρι
tactile της αφής tedious πληκτικός, µονότονος,
tag βάζω ετικέτα ή αναγνωριστική κουραστικός, βαρετός
ένδειξη teeming γεµάτος
tail παρακολουθώ στενά tell tales µαρτυράω
tailor ράφτης, εξυπηρετώ ειδική tempestuous εκρηκτικός (για
ανάγκη, προσαρµόζω χαρακτήρα)
taint µολύνω, κηλιδώνω, σπιλώνω tempt βάζω σε πειρασµό
take a rain check on sth δεν µπορώ tenacity επιµονή, αποφασιστικότητα,
να δεχτώ κτ (πχ πείσµα
92
tenancy agreement ενοικιαστήριο thoughtless που δεν νοιάζεται για τις
tenant τέναντ ένοικος συνέπειες των πράξεών του
tenant (farmer) αγρολήπτης thrifty οικονόµος, συνετός µε τη
(γεωργός που καλλιεργεί µισθωµένο διαχείριση χρηµάτων
κτήµα) thrive on προκόβω, ευηµερώ
tend φροντίζω thriving ακµάζων, ευηµερών
tentative αβέβαιος, διστακτικός, µη throw a party κάνω πάρτι
πλήρως επεξεργασµένος throw in the towel παραδέχοµαι την
tentatively διστακτικά ήττα µου
tenuous αδύναµος, αβέβαιος, ισχνός thumb one's nose at sb κοροιδεύω µε
tenure αγκάλιασµα, άρπαγµα, το χέρι στη µύτη, συµπεριφέροµαι
σφίξιµο, χρόνος θητείας, χρόνος περιφρονητικά
µίσθωσης ticker tape λωρίδες χαρτιού µε
terminal τελικός, ακραίος, πληροφορίες/που πετάµε σε γιορτή
τριµηνιαίος, συµπερασµατικός, tickle γαργαλώ
τερµατικός tide παλίρροια, ρεύµα, εκκλησιαστική
terse λακωνικός, σύντοµος, ξερός, επέτειος, χρονική περίοδος
απότοµος tilt γέρνω
testament απόδειξη, ∆ιαθήκη timber ξυλεία
testify µαρτυρώ, πιστοποιώ, timely στην κατάλληλη ώρα, έγκαιρος
καταθέτω, βεβαιώνω timescale χρονοδιάγραµµα
tether σκοπός, όρια δύναµης/αντοχής, timid δειλός, άτολµος,
δένω, προσδένω συνεσταλµένος
textiles υφαντουργία tin κασσίτερος
that is par for the course αυός είναι tinker µαστορεύω, σκαλίζω
ο µέσος όρος κπ, η συνηθισµένη tinkerer µάστορας
συµπεριφορά του tinkle κουδουνίζω
that very ακριβώς το ίδιο tiptoe περπατώ στις µύτες των ποδιών
the greenhouse effect το φαινόµενο tissue ιστός (βιόλ.)
του θερµοκηπίου to an extent σε κάποιο βαθµό
the powers that be οι ιθύνοντες to my mind κατά την γνώµη µου
(the) upshot αποτέλεσµα, κατάληξη to my way of thinking κατά την
(the) vicinity η γύρω περιοχή γνώµη µου
think ahead προγραµµατίζω (για το to put it mildly για να το πω µαλακά
µέλλον), προνοώ to sb's credit προς τιµήν του
think back αναπολώ to the full στο έπακρο
thorny αγκαθερός, αγκαθωτός, toil δίχτυ, επίπονη δουλειά, µόχθος,
ακανθώδης και προβληµατικός παγίδα, εργάζοµαι επίπονα
thorough λεπτοµερής, εξονυχιστικός, tonnage βάρος φορτίου (σε τόννους)
βαθύς, επιµελής topple ρίχνω κάτω
thoroughly λεπτοµερώς, επιµελώς, torpedoing τορπιλισµός
πάρα πολύ, εντελώς tough σκληρός, δύσκολος
thoughtful σκεπτικός, που νοιάζεται tower δεσπόζω, ορθώνοµαι,
για τους άλλους επισκιάζω
93
track ανιχνεύω, ίχνη, πίστα, µονοπάτι θάλασσας)
tractable πειθήνιος, υπάκουος, tribe φυλή, είδος (ταξονοµικό)
εύκολος, αντιµετωπίσιµος trickle στάλα, σταλαγµατιά, λεπτή
traction κράτηµα (για λάστιχα και ροή, σταλάζω, στάζω
ρόδες) trigger έναυσµα, σκανδάλη,
tradable εµπορευτέος προκαλώ, αποτελώ έναυσµα για κτ,
trait άγγιγµα, γνώρισµα, προξενώ
ιδιαιτερότητα, κληρονοµηµένο trivial ασήµαντος, ελαφρός,
χαρακτηριστικό επιπόλαιος, µονότονος,
tranquil ήρεµος, ήσυχος, σταθερός συνηθισµένος
tranquility γαλήνη, ηρεµία troops στρατεύµατα
tranquilize τράνκουλάϊζ δίνω truce ανακωχή, κάνω ανακωχή
ηρεµιστικό tuft τούφα
transaction συναλλαγή tug τραβώ απότοµα
transcendental υπερβατικός tuition fees δίδακτρα
transcribe µεταγράφω, αντιγράφω tumble κατρακυλώ, πέφτω
(λέξη προς λέξη), καταγράφω, tumor (ιάτρ.) όγκος
µεταφέρω turbulent ταραχώδης, θυελλώδης
transference µεταφορά, µετάβαση, turmoil αναστάτωση, αναταραχή,
µεταβίβαση σάλος, φασαρία
transgress υπερβαίνω, παραβαίνω turn of phrase έκφραση, διατύπωση
transition µετάβαση, πέρασµα tutelage διδασκαλία, καθοδήγηση
transmission µετάδοση, εκποµπή, tutor καθηγητής ιδιαιτέρου
διαβίβαση (σήµατος/µηνύµατος κλπ) µαθήµατος, βοηθός καθηγητή
transmit µεταδίδω πανεπιστηµίου
transpire αποδεικνύοµαι tutorial διδακτικός
transplant µεταµόσχευση tuxedo σµόκιν
transpose αντιστρέφω twerp βλάκας, σαχλαµάρας, τενεκές
transposition εναλλαγή, µετατόπιση, ξεγάνωτος
αλλαγή θέσης/σειράς twig κλαράκι
traumatize τραυµατίζω (ψυχολογικά) twilight λυκόφως, σούρουπο
traverse διασχίζω twinge σουβλιά, ξαφνικός πόνος
treacherous ύπουλος twinkle φευγαλέα λάµψη,
treason προδοσία τρεµούλιασµα φωτός
treaty σύµφωνο, συνθήκη twirl στριφογυρίζω, στροβιλίζω-οµαι
trek µακρινό επίπονο ταξίδι, twist sv's arms εξαναγκάζω/πιέζω κπ
οργανωµένη µετανάστευση, tycoon µεγιστάνας
ταξιδεύω µε δυσκολίες typical of sb χαρακτηριστικό
trellis καφασωτό, ξύλινο πλέγµα για γνώρισµα κπ
αναρριχώµενα φυτά ultimate έσχατος, απώτατος, ύστατος,
tremendously φοβερά, σε πολύ απόλυτος
µεγάλο βαθµό ultimately τελικά, εν τέλει, σε
tremor τρέµουλο τελευταία ανάλυση
trench τάφρος (στο βυθό της umpire διαιτητής τένις/µπέϊζµπολ
94
unabashed ατάραχος, ακλόνητος, περικοπές
απτόητος undaunted απτόητος
unabated αµείωτος, ασταµάτητος undeniable αναµφισβήτητος
unabridged (για κείµενο/οµιλία) under oath που έχει ορκιστεί να πει
πλήρης, χωρίς περικοπές την αλήθεια στο δικαστήριο
unaltered αµετάβλητος, αναλλοίωτος underachiever κακός µαθητής
unanimous οµόφωνος underdeveloped υπανάπτυκτος
unassuming σεµνός, µετριόφρων underdog πρόσωπο/οµάδα µε τις
unattainable ανέφικτος λιγότερες πιθανότητες επιτυχίας
unattended ασυνόδευτος, που δεν τον underdone όχι καλά ψηµένος,
προσέχει/επιτηρεί κανείς µισοψηµένος
unauthorized αναρµόδιος, χωρίς underestimate υποτιµώ
άδεια/έγκριση underfed υποσιτιζόµενος
unaware απληροφόρητος, ανήξερος, underfunded (για επιχείρηση κλπ)
ανίδεος που υπολειτουργεί (λόγω έλλειψης
unbearable ανυπόφορος κεφαλαίου)
unbeatable αήττητος, ανίκητος undergo υφίσταµαι, υποβάλλοµαι σε,
unbiased αµερόληπτος, περνώ, παθαίνω
αντικειµενικός undergraduate φοιτητής που
unbounded απεριόριστος, απέραντος σπουδάζει για το πρώτο του πτυχίο
uncanny αλλόκοτος, απόκοσµος, underground αντιστασιακός,
µυστηριώδης, παράξενος παράνοµος
unceasing ακατάπαυστος undergrowth χαµηλή βλάστηση
unchallengeable αδιαφιλονίκητος δάσους
uncharted ανεξερεύνητος, άγνωστος, underlying υποκρυπτόµενος,
µη χαρτογραφηµένος βαθύτερος
unclassified που δεν είναι απόρρητος undermentioned κάτωθι
uncompromising ανένδοτος, αναφερόµενος, παρακάτω
αδιάλλακτος, ασυµβίβαστος undermine υποσκάπτω, υπονοµεύω
unconcerned αδιάφορος, που δεν undernourished που υποσιτίζεται
νοάζεται για κτ underpass υπόγεια διάβαση
unconditional ανεπιφύλακτος, άνευ underrated υποβαθµισµένος,
όρων υποτιµηµένος
unconscionable ανκονσάϊαµπολ understaffed µε ανεπαρκές
υπέρµετρος, απράλογος, προσωπικό
υπερβολικός understate περιγράφω κτ µε τρόπο
unconscious αναίσθητος, που υπολείπεται της αλήθειας
ασυναίσθητος, χωρίς επίγνωση understatement περιγραφή /
unconsidered απερίσκεπτος ερµηνεία που υπολείπεται της
unconventional ασυνήθιστος, µη αλήθειας
συµβατικός, έξω από τα συµβατικά understudy αντικαταστάτης ηθοποιού
πρότυπα undertake αναλαµβάνω
uncurbed ανεξέλεγκτος undertaking έργο, δέσµευση,
uncut άκοπος, πλήρης, χωρίς υπόσχεση, εγχείρηµα, τόλµηµα
95
undiluted αµιγής, ανέρωτος ικανοποιηθεί
undiscerning που δεν ξέρει να unravel βρίσκω, λύνω
διακρίνει, που δεν αναγνωρίζει την unrehearsed χωρίς πρόβα,
καλή ποιότητα αυτοσχέδιος, πρόχειρος
undisputed αδιαφιλονίκητος, unrelenting αµείλικτος, αδυσώπητος,
αδιαµφισβήτητος αµείωτος, ανυποχώρητος
undo λύνω, ξεδένω, ξεκουµπώνω, unrelieved (για κτ δυσάρεστο)
αποκαθιστώ, επαναφέρω σε συνεχής, που δεν βελτιώνεται
προγενέστερη κατάσταση unremarkable συνηθισµένος (χωρίς
undue αντιού υπερβολικός, κτ το ξεχωριστό)
αδικαιολόγητος, ανάρµοστος unrest αναταραχή, αναβρασµός
unearth ξεθάβω, φέρνω στην unruly απείθαρχος, ανυπάκουος
επιφάνεια unseemly απρεπής
unearthly υπερφυσικός, απόκοσµος unsettle αναστατώνω, ταράζω
uneasy ανήσυχος, ταραγµένος unsettled αβέβαιος, ανήσυχος, µη
unequivocal σαφής, διευθετηµένος, ασταθής,
κατηγορηµατικός, που δεν χωρά ευµετάβλητος
αµφιβολία unsettling που προκαλεί
uneven ανώµαλος πχ για έδαφος, αναστάτωση/ταραχή
ακανόνιστος, άνισος unsparing άτεγκτος, που δεν
uneventful οµαλός, ήσυχος, χαρίζεται εύκολα, απλόχερος,
αδιατάρακτος γενναιόδωρος
unfounded αβάσιµος, ανυπόστατος, unspeakable ανείπωτος,
αστήρικτος απερίγραπτος
unfulfilled ανεκπλήρωτος unsusceptible ανεπηρέαστος, µη
uniform οµοιόµορφος, ενιαίος επιρρεπής
uniformed ένστολος untangle ξεµπερδεύω
unilateral µονοµερής unveil αποκαλύπτω, κάνω τα
uninitiated αµύητος, χωρίς αποκαλυπτήρια πχ αγάλµατος
γνώσεις/εµπειρία unwilling απρόθυµος
unkempt ατηµέλητος unwind χαλαρώνω, ξετυλίγω
unmanned µη επανδρωµένος, up to one's neck πνιγµένος στη
αυτόµατος, που δεν χρειάζεται δουλειά
χειριστή upbringing ανατροφή
unmindful απρόσεκτος, απερίσκεπτος update ενηµέρωση, παράθεση νέων
unmistakable σαφής, ολοφάνερος, πληροφοριών
που δεν µπερδεύεται µε άλλον upend αναποδογυρίζω
unprecedented άνευ προηγουµένου, upgrade αναβάθµιση
πρωτοφανής upheaval αναστάτωση, αιφνίδια
unprocessed µη κατεργασµένος/µη µαταβολή, αλλαγή που προκαλεί
επεξεργασµένος αναταραχές
unqualified ακατάλληος, χωρίς τα uphill ναηφορικός, δύσκολος,
απαιτούµενα προσόντα επίπονος
unquenchable που δεν µπορεί να uphold υπεραµύνοµαι, στηρίζω,
96
διατηρώ vagabond αλήτης, άτοµο που γυρίζει
upkeep συντήρηση στος δρόµους
uppermost που βρίσκεται στο πιο vague ασαφής, ακαθόριστος,
ψηλό σηµείο, που δεσπόζει, που αόριστος
υπερέχει vaguely αόριστα, ακαθόριστα,
upright όρθιος, ευθυτενής, έντιµος, ελαφρώς
ακέραιος vain µάταιος, µαταιόδοξος
uprising εξέργεση vale κοιλάδα
uproar φασαρία, οχλαγωγία valiant γενναίος, ηρωικός
uprush έξαρση συναισθηµάτων valiantly γενναία
upshot αποτέλεσµα, κατάληξη valid ισχύων, έγκυρος, βάσιµος
upstanding έντιµος, ακέραιος valor γεναιότητα, ανδρεία, πολεµική
upsurge κύµα (µτφ), απότοµη άνοδος αρετή
uptake λήψη, απορρόφηση valuable πολύτιµος
upward ανοδικός valuation εκτίµηση
urbane ευγενής, αβρός vanish εξαφανίζοµαι
urge ορµή, παρόρµηση, ακατανίκητη vanity µαταιοδοξία, µαταιότητα,
τάση, επιθυµία, παροτρύνω έπαρση
urgent επείγων, επιτακτικός vanquish κατατροπώνω
usage χρήση, τρόπος χρήσης vanquish υπερνικώ
usher in ταξιθέτης, κλητήρας, vapor ατµός, αχνός
προποµπός, υποδέχοµαι, αναγγέλλω, vaporize αξατµίζω-οµαι
προαγγέλλω variable ευµετάβλητος, άστατος
usurp σφετερίζοµαι variance διαφορά, αντίθεση
utensil εργαλείο, σύνεργο, µαγειρικό variant παραλλαγή, διαφοροποίηση
σκεύος variation παραλλαγή, διαφορά,
utility χρησιµότητα, κοινωφελής µεταβολή
υπηρεσία various ποικίλος, διάφορος
utility pole στύλος ηλεκτρικού varnish βερνίκι
ρεύµατος/τηλεφωνικών γραµµών vast τεράστιος, απέραντος, αχανής
utilize χρησιµοποιώ vastly σε µεγάλο βαθµό, πάρα πολύ
utmost µέγιστος, ύψιστος, έσχατος vault θόλος, θολωτή στέγη,
utter απόλυτος, πλήρης, ξεστοµίζω, θησαυροφυλάκιο τράπεζας, άλµα,
λέω πηδώ
utterly τελείως, εντελώς, πέρα για vaulted (για οροφή/στέγη) θολωτός,
πέρα αψιδωτός
vacancy άδεια θέση εργασίας, κενό veal µοσχαρίσιο κρέας
δωµάτιο, κενότητα vegetation βλάστηση
vacant άδειος, κενός (για χώρο/θέση) vehement σφοδρός, έντονος, βίαιος,
vacate εκκενώνω, αδειάζω παθιασµένος, ορµητικός, φλογερός
vaccinate εµβολιάζω vehemently µε
vaccine εµβόλιο,δαµαλίς, βατσίνα επιθετικότητα/σφοδρότητα
vacillating που αµφιταλαντεύεται, vehicle όχηµα, µέσο
αναποφάσιστος veil πέπλο, καλύπτω µε πέπλο,
97
καλύπτω, κρύβω, σκεπάζω veto βέτο, αρνησικυρία, απόλυτη
vein φλέβα απαγόρεση, προβάλλω βέτο,
vellum περγαµηνή απαγορεύω ρητά, αρνούµαι
velocity ταχύτητα επικύρωση
vendor πωλητής (συν υπαίθριος), vex εκνευρίζω, ενοχλώ
πωλητής ακινήτου, µικροπωλητής vexed ακανθώδης, επίµαχος,
venerable σεβάσµιος, αξιοσέβαστος ενοχληµένος
vengeance εκδίκηση via µέσω
vengeful εκδικητικός viable εφικτός, εφαρµόσιµος,
venom δηλητήριο, φαρµάκι πραγµατοποιήσιµος
ventilation εξαερισµός vibrant που σφύζει από ζωή/ενέργεια,
ventilator αεραγωγός, ανεµιστήρας, έντονος, ζωηρός (για χρώµα)
εξαερισµός vibration δόνηση, κραδασµός
venture εγχείρηµα (κυρίως vicinity περιοχή κοντά σε κπ µέρος
επιχειρησιακό), ριψοκινδυνεύω, vicious ακόλαστος, διεφθαρµένος,
αποτολµώ πχ να πάω κπ εµπαθής, κακοήθης, οργίλος,
venue τόπος/χώρος όπου θα γίνει κτ φαύλος, µοχθηρός, άγριος,
(πχ συναυλία), δωσιδικία, τοποθεσία, επιθετικός, επικίνδυνος
τόπος, τόπος εκδίκασης, τόπος vicious cycle φαύλος κύκλος
συγκέντρωσης vie with ανταγωνίζοµαι,
veracity αλήθεια, ορθότητα συναγωνίζοµαι
verbal λεκτικός, προφορικός viewer θεατής, τηλεθεατής
verbose πολυλογάς, φλύαρος vigilant προσεκτικός, που επαγρυπνά
verdict πόρισµα, κρίση, ετυµηγορία vigor δύναµη, ρώµη
verification εξακρίβωση, επαλήθευση vigorous ρωµαλέος, έντονος, ζωηρός
verify εξακριβώνω, επαληθεύω, vile αηδής, αισχρός, ποταπός, χυδαίος
επιβεβαιώνω villain ο κακός σε έργο,
verily αληθώς, όντως, πράγµατι παλιάνθρωπος, κακούργος
veritable αληθινός, γνήσιος vindicate δικαιώνω, δικαιολογώ,
versatile µε πολλές αποδεικνύω την αθωότητα κπ,
χρήσεις/εφαρµογές, πολύπλευρος, απαλλάσσω
πολυτάλαντος vine κλήµα
verse έµµετρος λόγος, στίχοι, στροφή vintage κρασί συγκεκριµένης σοδειάς,
ποιήµατος τρύγος
version ερµηνεία, εκδοχή, έκδοση, violate παραβιάζω
παραλλαγή, viper οχιά
µεταφορά/µετάφραση/εκδοχή (για virile αντρικός, αρρενωπός
ταινία/θεατρικό έργο κλπ) virous ιός
vertical κάθετος, κατακόρυφος virtual ουσιαστικός, κατ' ουσίαν
vertigo ίλιγγος virtue αρετή
vessel αγγείο, σκάφος virtuosity δεξιοτεχνία
vest γιλέκο virtuous αγνός, ενάρετος, ηθικός,
vestige κατάλοιπο, αποµεινάρι, ίχνος, χρηστός
µόριο virulent βίρουλεντ φαρµακερός,
98
δηκτικός άχρωµος, σκούρος, χλωµός, ωχρός
visionary διορατικός, οξυδερκής wand µαγικό ραβδί
vital ζωτικός, κρίσιµος, ζωηρός wander περιφέροµαι
vivacious ζωηρός, κεφάτος wane ελαττώνοµαι, µειώνοµαι
vivid έντονος (για χρώµα), ζωντανός, βαθµιαία
παραστατικός, ζωηρός want έλειψη, ανάγκη, επιθυµία
vocation κλίση, φυσική ικανότητα για wanting in sth που του λείπει κτ
συγκεκριµένη δουλειά, λειτούργηµα warcraft πόλεµος, πολεµικός,
vogue µόδα, συρµός, πέραση (κυρ. πολεµώ, συγκρούοµαι, αντιµάχοµαι,
περαστική) διεξάγω πόλεµο
void κενό (άδειος warden δεσµοφύλακας, διευθυντής
χώρος/συναισθηµατικό), κενός, φυλακής
άδειος, που του λείπει κτ, άκυρος, warehouse αποθήκη εµπορευµάτων
που στερείται νοµικής ισχύος warily επιφυλακτικά, προσεκτικά
volume όγκος, ένταση ήχου, τόµος warm-up ζέσταµα (στη γυµναστική)
voluminous φαρδύ ρούχο, πολύπτυχο, warp σκεβρώνω, στρεβλώνω
πολύ µεγάλος, ογκώδης warrant ένταλµα
voluntary εθελοντικός, εκούσιος, warranty εγγύηση προϊόντος
οικειοθελής, προαιρετικός wary προσεκτικός, επιφυλακτικός
vomit κάνω εµετό wary of επιφυλακτικός
voracious αδηφάγος, αχόρταγος wash up πλένω χέρια και πρόσωπο
voracity αδηφαγία, λαιµαργία washout φιάσκο, πλήρης αποτυχία
vote ψήφος, αριθµός ψηφοφόρων watchful παρατηρητικός, άγρυπνος
vouch for επιβεβαιώνω, εγγυώµαι water-soluble διαλυτός στο νερό
vow όρκος, υπόσχεση, ορκίζοµαι wave χαιρετώ κουνώντας το χέρι,
vulgar χυδαίος, πρόστυχος, κουνώ χέρια/µαντήλι
φανταχτερός, κακόγουστος wayward dύστροπος
vulnerable τρωτός, ευάλωτος, wear thin (για άποψη/δικαιολογία
ευπρόσβλητος κλπ) παλιώνω, δεν πείθω πλέον,
wad δέσµη, µάτσο άποψη που δεν πείθει κανέναν
wade διασχίζω µε τα πόδια, διασχίζω weary ουέαρι κουρασµένος,
έκταση µε νερά, προχωρώ µε κόπο αποκαµωµένος
wag κουνώ ουρά weather αλλοιώνω-οµαι λόγω των
σκύλου/δάχτυλο/κεφάλι καιρικών συνθηκών,
wage διεξάγω ανταπεξέρχοαµι, ξεπερνώ
wager στοίχηµα, στοιχηµατίζω weave υφαίνω (ύφασµα), πλέκω
wail θρήνος, θρηνώ, κλαψουρίζω, (καλάθι κλπ)
ουρλιάζω wed παντρεύοµαι
wait on σερβίρω, εξυπηρετώ κπ σε wedge σφήνα
µαγαζί, υπηρετώ weed αγροχόρταρο
walking stick µπαστούνι weep κλαίω, θρηνώ
walkout απεργία weight βαρύτητα, κύρος, επιρροή,
walkover εύκολη νίκη σπουδαιότητα, ζυγίζω, µελετώ
wan άτονος, αχνός, ασθενικός, προσεκτικά, σταθµίζω, ζυγίζω (µτφ)
99
weighty βαρύνων, βαρύς, διαδεδοµένος, γενικός
βαρυσήµαντος, σοβαρός, σπουδαίος, wilderness αγριότοπος, ερηµιά,
ογκώδης ερηµότοπος
weird αλλόκοτος, παράξενος willful πεισµατάρης, σκόπιµος,
weld συγκολλώ µέταλλα µε εσκεµµένος
τήξη/πίεση willow ιτιά
welfare ευηµερία, κρατική επιδότηση wince µορφάζω από πόνο κλπ
σε ανέργους/αρρώστους κλπ wind chimes µελωδός (κρεµαστά
well in advance εκ των προτέρων, διακοσµητικά που κουδουνίζουν µε
έγκαιρα τον αέρα)
well-off ευκατάστατος wind (wound-wound) τυλίγω
wharf αποβάθρα windshield µπροστινό τζάµι
whatsoever καθόλου αυτοκινήτου, παρπρίζ
wheeze ασθµαίνω windswept ανεµοδαρµένος
whereabouts που, µέρος που πιθανώς winezed σταφιδιασµένος,
βρίσκεται κπ/κτ ρυτιδιασµένος
whereas ενώ wink κλείνω το µάτι πχ για σινιάλο,
whereby σύµφωνα µε το οποίο τρεµολάµπω (για φως κλπ)
whet sb's appetite κάνω κπ περίεργο winning streak περίοδος τύχης, ρέντα
να έχει/θέλει περισσότερο wipe σκουπίζω
whim καπρίτσιο, ξαφνική επιθυµία wishful thinking ευσεβής πόθος
whimper κλαψουρίζω wistful νοσταλγικός, µελαγχολικός
whimsical εκκεντρικός, with a view to µε σκοπό/βλέψεις
καπριτσιόζικος with an eye to µε βλέψεις να
whine κλαψούρισµα, σφύριγµα, with good cause δικαιολογηµένα
ενοχλητικός ήχος µηχανής κλπ, with regard to σχετικά µε
κλαψουρίζω with respect to σχετικά µε
whip µαστίγωµα, µαστιγώνω, χτυπώ withdraw αποσύρω-οµαι, κάνω
κρέµα/αβγά ανάληψη από τράπεζα
whir βοµβώ withdrawal στέρηση, απεξάρτηση
whirl στροβιλίζω-οµαι, κινώ-ούµαι ή από τα ναρκωτικά κλπ
στρέφω-οµαι γρήγορα wither µαραίνω-οµαι
whisk χτυπώ αβγά/κρέµα κλπ withold κατακρατώ, παρακρατώ,
whisper ψίθυρος αποκρύπτω αλήθεια
whistle σφυρίζω without fail οπωσδήποτε
white elephant άχρηστη ιδιοκτησία withstand αντέχω, ανθίσταµαι
wholesaling χονδρεµπόριο witless άµυαλος, ανόητος
wholesome υγιεινός, θρεπτικός, witness µαρτυρώ, δείχνω
ωφέλιµος, ευεργετικός wobble ταλαντεύω-οµαι, κουνώ-ιέµαι
wholly ολοκληρωτικά, τελείως wobbly ασταθής, τρεµουλιαστός
whoop ξεφωνητό, κραυγή χαράς woe θλίψη
wick φιτίλι woo προσπαθώ να κερδίσω την
wicked γουίκεντ κακός, µοχθηρός υποστήριξη κπ
widespread εκτεταµένος, ευρέως wooded κατάφυτος, δασώδης
100
workout άσκηση (γυµναστική) yield παράγω, αποδίδω,
worrisome ανησυχητικός αποφέρω(σοδειά/κέρδος/αποτέλεσµα
worship λατρεία, λατρεύω, κλπ), ενδίδω, υποχωρώ
εκκλησιάζοµαι yield to αντικαθίσταµαι από
worthwhile που αξίζει τον κόπο, που zany γελοίος, γελωτοποιός, δουλικός
αξίζει χρήµατα/κόπο ακόλουθος
woven υφασµένος zeal ζήλος
wrangle καβγάς, λογοµαχία, zealously όλο ζήλο, ενθουσιωδώς,
καβγαδίδω, λογοµαχώ ένθερµα
wrap τύλιγµα, κάλυµµα, τυλίγω, zest κέφι, ενθουσιασµός, "όρεξη"
καλύπτω, σκεπάζω zinc ψευδάργυρος
wrapped up αποφασισµένος zipper φερµουάρ
wrath οργή
wreath στεφάνι
wreck συντρίµµια, ναυάγιο, ερείπιο,
σαράβαλο
wreckage συντρίµµια
wrench στραµπουλίζω
wrestle παλεύω
wretched άθλιος, πολύ άσχηµος,
δυστυχισµένος, αξιολύπητος
wriggle ξεγλυστρώ
wrinkle ζάρα, ρυτίδα, ζαρώνω
wrinkling ρυτίδιασµα
write-off διαγραφή χρέους
write-up κριτική ταινίας/βιβλίου κλπ
(σε εφηµερίδα/περιοδικό)
writhe σφαδάζω, σπαρταράω
wrongdoing αδίκηµα
wry ειρωνικός, σαρκαστικός,
πικρόχολος
yarn νήµα, ιστορία
υπερβολική/φανταστική
yawn χασµουριέµαι
yearn ποθώ, λαχταρώ
yearn for ποθώ, λαχταρώ, επιθυµώ
έντονα (συν. κτ δυσαπόκτητο)
yearning λαχτάρα, νοσταλγία
yeast µαγιά
yell φωνάζω, ουρλιάζω
yelp σύντοµο και οξύ γάβγισµα,
τσίριγµα διαπεραστική κραυγή
yield αποφέρω, αποδίδω, αποδίδω
οφέλη, αποφέρω σοδειά, υποχωρώ
101