Você está na página 1de 1

Ο ένας απ' τους χαφιέδες με κατάλαβε.

Βλέπεις, ρε μαλάκα; ποιός νοιάζεται για σένα; λες


ότι πας να πεθάνεις γι' αυτούς˙ ποιός σε ξέρει; τους βλέπεις; κάνουν τα ψώνια τους, θα
πάνε σπίτι τους, αύριο στα βαποράκια, Περαία, Μπαξέ, Αρετσού, θάλασσα, παιχνίδι,
κορίτσια, ποιός νοιάζεται για σένα, μαλάκα; Πας για εκτέλεση, κι είσαι μονάχα δεκάξι
χρονών... Ένιωσα τέτοια απελπισία, τόση δυστυχία, ώστε μόλις αντάμωσα τους άλλους στη
φυλακή, έβαλα τα κλάματα. Ε, έπρεπε να περάσω πολλά και να διαβάσω πολύ, για να
καταλάβω πόσο μοναδικός και πόσο μοναχικός είναι ο δρόμος του επαναστάτη. Διάβασα
κάπου πως σ' ολόκληρο τον κόσμο, μέσα στα τόσα εκατομμύρια, δεν υπάρχουν δύο αγόρια
ή δύο κορίτσια όμοια σαν δυο σταγόνες νερό. Το ίδιο συμβαίνει και με τους επαναστάτες.
Ο καθένας κουβαλάει στη συμμετοχή τα δικά του όνειρα, τις δικές του αγάπες, τον δικό του
εαυτό, το δικό του «μπορώ».

Αλίμονο αν ήταν αλλιώς. Θα ήμασταν μηχανάκια, ή αμοιβάδες. Και την ιστορία την
πουτάνα έτσι τη γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές: οριζόντια, ισόπεδη˙ μιλάνε για
λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ' αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το
πάθος, την κορύφωση και την πτώση των κόσμων ολόκληρων, σ' ένα μονάχα
εικοσιτετράωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν, και
δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια
ολόκληρη ιστορία...