Você está na página 1de 23

Αχιλλέας Κυριακίδης

Analecta
Ενδυµίων
Αχιλλέας Κυριακίδης
Analecta
από συνεντεύξεις, δηλώσεις, αφορισµούς
και άλλα κακουργήµατα
Ενδυµίων
Πρωτοδηµοσιεύτηκαν στον ιστότοπο
BIBLIOTHEQUE
12 Ιανουαρίου 2014
Για τη συγγραφή

∆ε γράφω εύκολα. Κι ακόµα πιο δύσκολα µιλάω.


Γι’ αυτό και, ενώ ένα ανοιχτό µικρόφωνο µπροστά µου,
κορδωµένο κι ανυπόµονο να κλέψει τη φωνή µου, µε φέρ-
νει στα όρια του πανικού, η λευκή σελίδα (ή, τώρα πια, η
λευκή οθόνη) µε κεντρίζει, µε προκαλεί, µου γαργαλάει
τον εγωισµό πιο πολύ τη βλέπω σαν µια λευκή σηµαία
που αναγνωρίζει τη νίκη µου εκ των προτέρων, πριν
ακόµα σηµάνω επίθεση. Σε όλες τις έρευνες που έχουν
δει το φως κατά καιρούς, κανένας συγγραφέας δεν τόλ-
µησε ν’ απαντήσει µε ειλικρίνεια στην ερώτηση: «Γιατί
γράφετε;». Κακά τα ψέµατα: γράφουµε για να µην τρελα-
θούµε. Το είπε κι ο Κιούµπρικ σε µιαν ακόµα λάµψη της
µεγαλοφυΐας του, εκείνη την υποδειγµατική αλληγορία
για τον συγγραφέα που δεν έχει έµπνευση...

[7]
Για τη συγγραφή µυθοπλασιών

Κάθε µυθοπλασία δεν είναι παρά µια πραγµατι-


κότητα επεξεργασµένη, αλεσµένη, διηθηµένη µέσα απ’
τις προσωπικές µας εµπειρίες, τις εµµονές, τις φαντασιώ-
σεις µας. Κι από την άλλη, µήπως αυτό που λέµε «πραγ-
µατικότητα» δεν είναι παρά µια θεσπέσια οργανωµένη
µυθοπλασία, ένα δεξιοτεχνικά σκηνοθετηµένο όνειρο απ’
το οποίο αλίµονό µας αν ξυπνήσουµε; Να τι κάνει ο πολύς
Μπόρχες.
Νοµίζω ότι το αναγνωστικό κοινό (και όχι µόνο το
ελληνικό– στη Γαλλία, π.χ., το διήγηµα τείνει να κηρυχθεί
προστατευόµενο είδος) έχει ανάγκη την παραµυθητική
επίδραση του ιλίγγου της πολυπρόσωπης, πολυδιάστατης
και, σε αρκετές περιπτώσεις, πολυδαίδαλης αφήγησης.
Αντίθετα από τον Κοντορεβυθούλη, ο αναγνώστης επιζητεί
να χαθεί, παρακαλάει να εµφανιστούν πουλιά που θα του
φάνε τα ψίχουλα–σηµατωρούς της καθηµερινότητάς του.
Το διήγηµα, µε τη σχεδόν ακαριαία δραστικό-
τητά του, στοχεύει περισσότερο στην αφύπνιση παρά στη
νάρκωση, είναι µάλλον µια ένεση που αποσκοπεί στο να
διεγείρει, παρά ένας ορός που ενσταλάζει ράθυµα δια-
βατήριες ουσίες ευρείας δράσεως.
Η εµµονή µου στη µικρή φόρµα δεν έχει να
κάνει τόσο µε µια ενδεχόµενη προσωπική µου αλυσιτέ-
λεια µπροστά στις απαιτήσεις της µεγάλης σύνθεσης, όσο
στην αγωνία µου να κερδίσω το στοίχηµα από τον προσω-

[8]
πικό µου διάβολο: µια µινιατούρα µπορεί να περιέχει πε-
ρισσότερες «πληροφορίες» από µια τοιχογραφία, και σί-
γουρα η πυκνότητά της ερεθίζει γόνιµα τη δηµιουργική
φαντασία του θεατή της. ∆εν αλλάζω το συγκλονιστικό
σταθερό πλάνο του Ταρκόφσκι στη Νοσταλγία, στο δω-
µάτιο του Αλεξάντερ, όπου ο χρόνος διαστέλλεται σε
συνθήκες απόλυτης και απόλυτα ευλαβικής ακινησίας της
κάµερας, µε το πιο µεγαλόσχηµο περιγραφικό πανορα-
µίκ.
(Απάντηση σε ερώτηση συνοµιλητή–δηµοσιογράφου: «Είστε
λάτρης της µικρής φόρµας. Αν σας προκαλούσαν να γράψετε
ένα µεγάλο µυθιστόρηµα, ποια εποχή θα διαλέγατε και τι χαρα-
κτηριστικά θα είχε το βασικό κινητήριο πρόσωπο της αφηγηµα-
τικής δράσης;»): Ως ιδανικός και (ενδεχοµένως) ανάξιος
εραστής της µικρής φόρµας, θα αντισταθώ σ’ αυτή την
πρόκληση µε όσο σθένος και όση σιωπή µού έχουν απο-
µείνει.
Πιστεύω ακράδαντα, σαν καλός αιρετικός, σ’
αυτή τη δηµιουργική «συνενοχή» του αναγνώστη, σ’ αυτό
που είχα δηλώσει κάποτε εν γνώσει των συνεπειών του
Νόµου: «Όταν ο αναγνώστης δηµιουργεί, ο συγγραφέας
σωπαίνει».
∆εν ξέρω τι είναι σήµερα «επαρκές κίνητρο για ν’
ασχοληθεί κανείς µε την τέχνη», αλλά πολύ φοβάµαι ότι
δεν ξέρω ούτε τι ήταν χθες. Το µυστήριο της καλλιτεχνι-
κής δηµιουργίας που, ευτυχώς, παραµένει άλυτο, µου φα-
ντάζει σαν παιδικό αίνιγµα µπροστά στο µυστήριο της

[9]
κατανάλωσης της τέχνης. Μπορώ να κατανοήσω (προφανώς
γιατί έχω µπει κι ο ίδιος σ’ αυτή την παλαίστρα) γιατί κά-
ποιος αποφασίζει µια ωραία πρωία να σκαλίσει στον τοίχο
του σπηλαίου του ένα µαµούθ, αλλά όχι και τι είναι αυτό
που µπορεί να ωθεί το γείτονά του να έρθει να το δει.
Αυτή η µετάβαση στο έργο τέχνης (είτε πρόκειται για επί-
σκεψη στο µουσείο είτε για την αγορά ενός βιβλίου) µε
γεµίζει δέος. Κι αυτό το δέος µού αρκεί. Σπάνια ένα δέος
αποδείχθηκε µάταιο.
Όλοι γράφουµε έχοντας κατά νουν τον ιδανικό
αναγνώστη, αυτόν που τα κατανοεί όλα όσα θέλουµε να
πούµε, που µας καταλαβαίνει και µας συγχωρεί, που αγα-
πάει τα ίδια πράγµατα µ’ εµάς, αυτόν που, αν θα ’γραφε
γι’ αυτά τα πράγµατα, θα τα ’γραφε έτσι όπως τα γρά-
φουµε εµείς. Αυτός ο ιδανικός αναγνώστης–«αντίζηλος»
είναι, κατά κάποιον τρόπο, ο εντελέστερος χαρακτήρας
που µπορεί να πλάσει ένας συγγραφέας.
Καθότι ακραιφνής διηγηµατογράφος, διαθέτω
ήρωες που όχι µόνο η γραφτή ζωή τους είναι µικρού µή-
κους, αλλά και δεν είναι γραφτό τους να µετεµψυχώνονται
από διήγηµα σε διήγηµα. Στη χάση και στη φέξη, τους
επισκέπτοµαι. Όσοι δεν έτυχε να πεθάνουν στο διήγηµά
τους, καλά είναι.
Ολόκληρη η λογοτεχνία είναι έργο µιας αδιάκο-
πης και ακάµατης λήθης. Σήµερα πια δεν είναι δύσκολο
να συναγάγουµε µε σχεδόν ακλόνητη βεβαιότητα τι ακρι-
βώς ξέχασε ο Ντίκενς πριν γράψει, π.χ., την Ιστορία δύο

[10]
πόλεων, ή τι είχε δραπετεύσει από το διάτρητο µνηµονικό
του Μπαλζάκ πριν αυτός χυθεί στη θάλασσα της ανθρώ-
πινης κωµωδίας. Ό,τι αποµένει στη δηµιουργικότητα, δεν
έχει να κάνει τόσο µε την επινόηση όσο µε την τεχνική
διαχείρισης αυτής της λήθης.
Η ευκολία µεταφοράς των εργαλείων της συγ-
γραφής –όσο βαριές κι αν είναι η µνήµη (ή η λήθη) και η
ιδέα, δεν παύουν να είναι κατηγορίας πτερού– µε κάνει να
θεωρώ κάθε σηµείο της πόλης ιδεώδες για να στήσω το
µικρό και απαραβίαστο ιδιωτικό µου γραφείο: γράφω
όταν οδηγώ κι όταν µε οδηγούν λεωφορεία και
τρένα·γράφω όταν είµαι µόνος και, κατά προτίµηση, όταν
δεν είµαι µόνος·γράφω στο φως και στο σκοτάδι·γράφω
στο σπίτι, ανάµεσα σε δύο τρυφερότητες, και στο γήπεδο,
ανάµεσα σε δύο ιαχές. ∆ε µε εµπνέει η ηρεµία, αλλά ο
σάλος, οι κουβέντες των ανθρώπων γύρω µου που εκπνέ-
ουν λέξεις κι ας µην τις συλλαµβάνω, η µυρωδιά της πα-
ρουσίας του άλλου, ο πάταγος των αισθηµάτων του.
Ο τρόπος, λοιπόν, µε τον οποίο γράφω ένα διή-
γηµα, δεν έχει διόλου να κάνει µε οργανώσεις χώρου, δι-
ευθετήσεις χρόνου, προκαταλυσµιαίες προφυλάξεις και
άλλες ρυθµίσεις, παρά µε ορµέµφυτες διαδικασίες, µε τη
σχεδόν ενδοκρινή δηµιουργία ενός είδους κάλυκα, θήκης,
κάτι σαν κουκούλι µέσα στο οποίο αυτή η περίφηµη «ιδέα
για διήγηµα» θα περάσει τη –συνήθως µακρόχρονη– νυµ-
φική της φάση: στο δρόµο, στο αυτοκίνητο, στην παύση
ανάµεσα σε δύο µουσικές, στον πρώτο ύπνο. Κι ύστερα,

[11]
όταν έρθει η ώρα, πιάνω µολύβι και χαρτί (τώρα πια, λαπ
και τοπ), διαλέγω ένα café, το πιο πολυσύχναστο, κι
αφήνω να ξετυλιχτεί µπροστά µου η φαντασµαγορία της
έκδυσης. Καίτοι έχω συχνά την αίσθηση ότι όλο αυτό δια-
δραµατίζεται σχεδόν ερήµην µου, εξίσου συχνά διακατέ-
χοµαι κι απ’ τη βεβαιότητα ότι, τελικά, δεν υπάρχει
τίποτα πιο ενδόµυχο, πιο πεισµατικά και εγωιστικά ιδιω-
τικό, απ’ την καλλιτεχνική πράξη.
(Απάντηση στο εξής σχόλιο του συνοµιλητή–δηµοσιογράφου:
«Οπωσδήποτε και δεν έχετε επιλέξει τον ευκολότερο δρόµο για
να αλώσετε τη λογοτεχνία·δεν θέλω να τον ονοµάσω µοντερνι-
στικό και µεταµοντερνιστικό, γιατί θα τον µίκραινα»): Με κά-
νετε να αισθάνοµαι σαν τον Μωάµεθ τον Πορθητή.
Πιστέψτε µε, όµως, δεν κρύβω κανέναν Αχαιό στην κοι-
λιά µου, δεν έχασα ποτέ καµία Ελένη για να τη διεκδι-
κήσω, και, το κυριότερο, δεν έχω καµία πρόθεση να
αλώσω οτιδήποτε, πόσο µάλλον τη λογοτεχνία. Άλλωστε,
η Τροία έχει ήδη αλωθεί από άλλες µυθοπλασίες, κι Ο
πύργος του Κάφκα είναι απόρθητος. Όσο για το αν είµαι
µοντέρνος ή µεταµοντέρνος ή κι εγώ δεν ξέρω τι, ας αφή-
σουµε και κάτι να το βρουν οι ιστορικοί του µέλλοντος.

[12]
Για τη νουβέλα Κωµωδία
(Πόλις, 2010)

Μια πολύ καλή µου φίλη, αφού διάβασε την Κω-


µωδία, εξέφρασε την άποψή της, έδωσε την ερµηνεία της
και µου είπε ότι ήταν περίεργη να διαβάσει τη δική µου
εκδοχή. Στην αρχή, η περιέργειά της µου φάνηκε αξιοπε-
ρίεργη, αφού η δική µου εκδοχή δεν µπορεί να είναι άλλη
από το ίδιο το κείµενο. Ύστερα θυµήθηκα έναν εξαίσιο
αφορισµό των Ουλιπιανών: «Μακρύ και δύσβατο είναι το
µονοπάτι που οδηγεί από µία λέξη στην άλλη, αλλά ακόµα
πιο µακρύ και πιο δύσβατο είναι το µονοπάτι που οδηγεί
από µία λέξη στην ίδια». Αντικαθιστώντας τη λέξη «λέξη»
µε τη λέξη «κείµενο», δεν µπορεί παρά να έχουµε ως απο-
τέλεσµα ότι αυτός ο ζητούµενος «λογοτεχνικός τόπος» δεν
είναι άλλος από έναν γεωµετρικό τόπο όπου συγκλίνουν
όλες και όλων οι εκδοχές (του συγγραφέα συµπεριλαµβα-
νοµένου), ισχυρές και νόµιµες.
Ο ήρωάς µου δεν έχει όνοµα, γιατί δεν ήθελα να
πυροδοτήσω ασκήσεις αποκωδικοποίησης, έχει αρχικά
γιατί ήθελα να του προσδώσω όσο περισσότερη οικουµε-
νικότητα µπορούσα, και έχει τα αρχικά ∆.Χ. για να υπο-
δηλώσω ότι είναι κοινόχρηστος, σαν το δηµοσίας χρήσεως
λεωφορείο που τον οδηγεί στην έξοδο της νουβέλας. Όσο
για το θέµα µου, ασφαλώς δεν είναι η φυσική µετανά-
στευση, Αλβανών ή µη·θα µπορούσε, όµως, να πει κανείς
ότι είναι µια άλλου είδους «µετανάστευση», µάλλον µετα-

[13]
φυσική: ένας άνθρωπος, ο ∆.Χ., τροµοκρατείται από µια
ξαφνική αυτεπίγνωση, µια συνειδησιακή κρίση που τον
ωθεί να διακυβεύσει την ώς τώρα άχαρη ζωή του έναντι
µιας ζωής (ή δύο; ή τριών;) του δυνητικού µέλλοντος. Οι
τέσσερις ζωές που περιγράφονται στη νουβέλα σαν τέσ-
σερις ιστορίες µε πολλά κοινά στοιχεία, δεν είναι παρά
τέσσερις απ’ τις ζωές που θα µπορούσε να έχει ζήσει ένας
άνθρωπος µέσα σ’ αυτά τα χρονικά, γεωγραφικά και ιστο-
ρικά πλαίσια.
Η Αριστερά, όχι µόνο στην Ελλάδα, προδόθηκε,
αλλά και πρόδωσε, πολύ. Στη «δεύτερη ζωή» του, ο ∆.Χ.
θα µπορούσε να είναι ένας διανοούµενος που το καρµικό
του ισοζύγιο εµφανίζει στο µεν ενεργητικό του µια ουλή
στο δεξί του φρύδι για την αντιδικτατορική του δράση,
στο δε παθητικό του µια ουλή στην αριστερή του συνεί-
δηση για µια ένδοση, µια προδοσία. Στην «τρίτη ζωή», η
ουλή «µεταφέρεται» στο φρύδι ενός ξυλοδαρµένου Αλ-
βανού που ο ∆.Χ., καίτοι καθηγητής πανεπιστηµίου µε
παππού εκ Πρεµετής, βαλκανιολόγος και Πρόεδρος του
Ελληνοαλβανικού Συνδέσµου Φιλίας, δεν θαρρύνεται να
τον περιθάλψει µε το επιστηµονικό του κύρος, ενώ στην
«τέταρτη ζωή», ο ∆.Χ., παρίας και αποδιοποµπαίος, προ-
σπαθεί µε τρεις αρνήσεις σαν τον Πέτρο να γαντζωθεί σε
µια «µητριά πατρίδα» (ας είναι καλά ο Μιχάλης Γκανάς,
κάτι ξέρει κι αυτός από εξορίες) που ο χάρτης της έχει
αρχίσει ν’ αποσαθρώνεται επικίνδυνα.
Πάντως, η όποια επίθεση ασκείται, δε στρέφεται

[14]
κατά των πρώην αριστερών που µήδισαν, αλλά κατά των
δηµοσιογραφικών σαρκοβόρων της τηλεόρασης, η πραγ-
µατικότητα των οποίων δεν µπορεί να αµφισβητηθεί.
Πραγµατικός επίσης (ίσως πιο πραγµατικός από ποτέ)
είναι ο Γκράµσι, πραγµατικές και οι ιστορικά άτοπες και
επικίνδυνα ανόητες προσπάθειες να αµνηστευτεί ο Στάλιν
µετά θάνατον (τον δικό του και εκατοντάδων χιλιάδων
άλλων), πραγµατικοί ο «Εθνάρχης» και ο Σωτήρης Πέ-
τρουλας. Αν η ζωή είναι ένα όνειρο, τότε «πραγµατικός»
είναι µόνο ο ∆.Χ.

[15]
Για τη συγγραφή (και την έκδοση) δοκιµίων

Το δοκίµιο είναι σαν το ντοκιµαντέρ στον κινη-


µατογράφο: µια µατιά στην πραγµατικότητα, επενδεδυ-
µένη µε άποψη. Βέβαια, η µατιά αυτή είναι και λιγάκι
υστερόβουλη, αφού επιχειρεί να ωθήσει τη σκέψη, τη
σκέψη του συγγραφέα, σε συµπεράσµατα που τον βολεύ-
ουν·µ’ άλλα λόγια, να τεκµηριώσει το συναίσθηµά του.
Τα δοκίµια που γράφω είναι κείµενα για βιβλία και συγ-
γραφείς και τόπους και ταινίες και σκηνοθέτες που πολύ
αγάπησα, κι αυτόν ακριβώς τον έρωτα θέλω να καταθέσω
και να τον µοιραστώ µε ενδεχόµενους αντίζηλους.

[16]
Για τη συλλογή δοκιµίων µου Μικρή περιοχή
(Πόλις, 2007)

Οι ποδοσφαιρόφιλοι όψιµοι ή µη γνωρίζουν ότι


«µικρή περιοχή» ονοµάζονται τα λίγα τετραγωνικά µέτρα
µπροστά στο τέρµα που (οφείλουν να) είναι υπό τον από-
λυτο έλεγχο του τερµατοφύλακα, ο οποίος, επιπλέον,
µέσα σ’ αυτήν απολαύει του απόλυτου «µη µου άπτου».
∆ιάλεξα να στεγάσω τα «µεταχειρισµένα» κείµενά µου
κάτω απ’ αυτόν τον τίτλο, όχι για να προκαταλάβω την
αποδοχή τους ή να διεκδικήσω κάποια κριτική ασυλία,
αλλά για να κατοχυρώσω την έντονα ιδιωτική και συναι-
σθηµατική σχέση που µε συνδέει µ’ αυτά. Μ’ άλλα λόγια,
αγαπώ αυτά τα κείµενα γιατί µιλούν γι’ αυτά που αγαπώ.
Όποιος διαγνώσει κάποια υστεροβουλία, δε θα
’χει άδικο: είναι η υστεροβουλία αυτού που επιζητεί, εξω-
τερικεύοντας τους έρωτές του, να τους τεκµηριώσει, να
τους προσδώσει αντικειµενικότητα.
Στο κείµενο «Μα γιατί να µην υπάρχει ριµέικ
στη λογοτεχνία;», προσπαθώ να ψελλίσω πόσο συναρπα-
στικό είναι να επαναπροσεγγίζεις κείµενα ή ταινίες, έστω
κι αν είναι δικά σου, ιδίως αν είναι δικά σου. Όταν ξανα-
διάβασα αυτό το κείµενο εν όψει της έκδοσης του βιβλίου,
αναρωτήθηκα αν η φράση µε χροιά αφορισµού: «Ξανα-
διαβάζω ένα βιβλίο σηµαίνει: ανατοκίζω τη µνήµη και τη
φαντασία µου» δε θα µπορούσε να επιδεχθεί ένα συµπλή-
ρωµα που θα τη φώτιζε καλύτερα: «και επικυρώνω τη

[17]
λήθη µου». Όσο πιο πολύ ξεχνάς, τόσο περισσότερες πι-
θανότητες έχεις να εκπλαγείς. Και η έκπληξη είναι ένας
από τους βασικούς κινητήρες της δηµιουργίας.
Ο στίχος του Εµπειρίκου «Τα µυστικά του σι-
νεµά είναι κι αυτά εικόνες» εκφράζει µε εκθαµβωτική
ενάργεια το αυτονόητο. Η εκ µέρους µου συµπλήρωσή
της («ίσως και της ποίησης»), έστω και µ’ αυτό το «ίσως»
που αίρει κάπως τη βλασφηµία, ας εκληφθεί σαν µια από-
πειρα να παλινορθώσω την εικόνα, να της ξαναδώσω τα
πρωτεία, την πρωτοκαθεδρία στη σκέψη, στη σύλληψη του
πρωτογενούς λόγου, στην ανάγνωσή του. Κούνια που µε
κούναγε: παραβάτης και θύµα του «ουδείς δύναται δυσί
κυρίοις δουλεύειν», όταν γράφω, σκέφτοµαι µε εικόνες,
κι όταν σκηνοθετώ, µε λέξεις...

[18]
Για τη σχέση «συγγραφέας–µεταφραστής»

Η σχέση «συγγραφέας–µεταφραστής» είναι, θα


έλεγα, µάλλον ετεροβαρής: τίποτα δεν επιβάλλει σ’ έναν
συγγραφέα να είναι και µεταφραστής, ενώ ένας [καλός]
µεταφραστής επιβάλλεται να είναι [καλός] συγγραφέας.
Ο µεταφραστής ενός κειµένου, µόνο αν είναι και ο ίδιος
συγγραφέας, µπορεί να διαγνώσει πόσο πάσχισε ο συγ-
γραφέας του κειµένου να διατυπώσει το λόγο του έτσι
όπως τον διατύπωσε, µε το συγκεκριµένο ύφος και τον συ-
γκεκριµένο ρυθµό, και να τον αποδώσει όσο πλησιέστερα
µπορεί µε τα τερτίπια της δικής του γλώσσας.
Ποτέ µου δε διαχώρισα τη µεταφραστική µου
απ’ τη συγγραφική ενασχόληση, ούτε, αν θέλετε, µε την
κινηµατογραφική. Όσο για την αλληλεπίδραση, νοµίζω
πως ο συγγραφέας είναι αυτός που κάνει τον καλό µετα-
φραστή, και όχι το αντίστροφο. Ο συγγραφέας – µετα-
φραστής µπαίνει πιο εύκολα στο µεδούλι του
µεταφραζόµενου συγγραφέα και, σαν τον καλό οδοντία-
τρο, ξέρει τι πρέπει να τον πόνεσε – και πόσο...
Από την άλλη, ασφαλώς ο µεταφραστής–Κυρια-
κίδης έχει επηρεάσει τον συγγραφέα–Κυριακίδη, πάντως,
όχι περισσότερο απ’ όσο κάθε συγγραφέας επηρεάζεται
από τα αναγνώσµατα, δεδοµένου ότι, όπως ανέκαθεν πί-
στευα, η µετάφραση δεν µπορεί να οριστεί παρά ως η
κατ’ εξοχήν δηµιουργική ανάγνωση.
Ευτυχώς, δεν βιοπορίζοµαι από τη µετάφραση,

[19]
πράγµα που σηµαίνει ότι ποτέ δεν µετέφρασα κάτι κατα-
ναγκαστικά – νοµίζω ότι αυτό είναι ένα µαρτύριο το οποίο
εύχοµαι να µην υποστώ στον αρµόδιο Κύκλο της Κόλα-
σης, αυτόν των συγγραφέων.
Χάρηκα κάθε βιβλίο που έχω µεταφράσει, κα-
θένα για διαφορετικό λόγο: άλλο για το δέος που µου ενέ-
πνεε το πρωτότυπο, άλλο για το τρελό γαµήλιο γλέντι
µετά από το προξενιό των δύο γλωσσών, άλλο για τις δυ-
σκολίες του, άλλο για τις ύποπτες ευκολίες του. Ωστόσο,
παρά τις ενενήντα περίπου µεταφράσεις µου που κυκλο-
φορούν, εξακολουθούν να µε στοιχειώνουν κάποια µετα-
φραστικά απωθηµένα: Η αισθηµατική αγωγή του Φλοµπέρ,
Κάτω από το ηφαίστειο του Λόουρι, Το κουτσό του Κορτά-
σαρ, Η βουή και το πάθος του Φόκνερ. Εξοµολογούµαι,
επίσης, ότι διατηρώ µια τρυφερή σχέση µε όσα βιβλία
πρόκειται «να µου δοθεί η χάρις» να µεταφράσω και που
µπορεί να µην έχουν γραφτεί ακόµα.

[20]
Για την ανάγνωση

∆ε µ’ ενδιαφέρουν τα σπάνια βιβλία, δεν αναζητώ


βιβλιοφιλικές εκδόσεις. ∆εν είµαι συλλέκτης· είµαι βι-
βλιοφάγος. Υπήρξαν, πάντως, περιπτώσεις όπου, εκτός
από βιβλία, έφαγα και τον κόσµο για να βρω κάποια εξα-
ντληµένη έκδοση, αλλά για λόγους αναγνωστικούς και όχι
συλλεκτικούς.
∆εν υπήρξα ποτέ λάτρης των κόµικς. Υπήρξα,
όµως, συστηµατικός αγοραστής και αναγνώστης όλων των
λογοτεχνικών περιοδικών που κυκλοφόρησαν αθρόως τη
δεκαετία του 1970, κυρίως µετά τη µεταπολίτευση.
Όµως, η έλλειψη χώρου στο διαµέρισµά µου επέβαλε τη
συσκευασία τους σε κούτες και την κάθοδό τους στον Άδη
της πολυκατοικίας. Τραµ, Λέξεις, ∆έντρα, Χάρτες, Επο-
πτείες, Τέταρτα, Εντευκτήρια «συνδιαλέγονται» εκεί, «µες
στην υπόγεια αποθήκη», χωρίς καπνούς και χωρίς βρισιές
(ελπίζω).
Αγαπηµένα µου λογοτεχνικά περιοδικά; «Το ∆έ-
ντρο» (γιατί είναι αείφυλλο κι αγαπώ τους εκδότες του), το
«Εντευκτήριο» (γιατί είναι πάντα θαλπερό κι αγαπώ τον
εκδότη του), το «δε(κατα)» (γιατί αγαπώ τον εκδότη του).
Όσο για «µη ενεργά», νοσταλγώ το κύρος της «Επιθεώρη-
σης Τέχνης», το µεράκι του «Τραµ», το κύρος και το µε-
ράκι του «Χάρτη».
Παλιά, σηµείωνα στα περιθώρια των βιβλίων που
διάβαζα. Έχω ακόµα κατασηµειωµένα το Μύθο του Σισύ-

[21]
φου και το Ηµερολόγιο ενός διαφθορέα, σ’ εκείνες τις υπέ-
ροχες Εκδόσεις Γαλαξίας. Σε µια δραµατική περίοδο της
ζωής µου, είχα υπογραµµίσει µία από τις χιλιάδες µαγι-
κές φράσεις τού Εκατό χρόνια µοναξιά και είχα στείλει το
σηµαδεµένο βιβλίο στη γυναίκα µου. Πολλά χρόνια αρ-
γότερα, ένας φίλος µού δανείστηκε αυτό ακριβώς το αντί-
τυπο – και το έχασε. Είναι ακόµα απαρηγόρητος.
Παρ’ όλο που χρησιµοποιώ την τεχνολογία για
να γράψω, µου είναι αδύνατον να διαβάσω οτιδήποτε µα-
κροσκελές στην οθόνη του υπολογιστή. Ακόµα και κεί-
µενα που µου στέλνουν καµιά φορά στο e–mail, τα
εκτυπώνω για να τα διαβάσω. Θεωρώ την ηλεκτρονική
ανάγνωση κάτι αντίστοιχο µε το virtual sex, όπου η βα-
σική ερωτική αίσθηση, η αφή, τελεί εν αχρηστία. Κι αυτές
οι οθόνες δε µυρίζουν τίποτα…
Τα έξι πιο σηµαντικά βιβλία της ζωής µου; Το
Labyrinths (µια συλλογή πεζών και δοκιµίων, µεταφρα-
σµένων στα αγγλικά, γιατί ήταν η πρώτη µου επαφή µε
το έργο του Μπόρχες), το Τζαστίν του Ντάρελ (γιατί στοί-
χειωσε τα µετεφηβικά µου χρόνια), το Τρία κρυφά ποιή-
µατα του Σεφέρη (γιατί µε απελευθέρωσε από κάποιες
εµµονές, άσχετα αν µου φόρτωσε άλλες), το Ζωή οδηγίες
χρήσεως του Περέκ (γιατί µε βοήθησε να ξεπεράσω την
πιο δύσκολη χρονιά της ζωής µου), το Εκατό χρόνια µονα-
ξιά (γιατί έκλαιγα µε λυγµούς όταν τελείωσα την ανά-
γνωσή του, όχι µόνον επειδή είχε τελειώσει, αλλά και
επειδή δε θα το ξαναδιάβαζα ποτέ για πρώτη φορά), το Η

[22]
βουή και το πάθος του Φόκνερ (γιατί είναι Η βουή και το
πάθος του Φόκνερ).
Οι αγαπηµένοι µου λογοτεχνικοί ήρωες; Ο
Μπουβάρ και ο Πεκισέ. Ο Μίσκιν. Ο Μπάρτελµπι και ο
Μπάρτελµπουθ. Ο Ιωσήφ Κ. Οι Κόµπσον. Ο ήρωας του
«Νότου» (Μπόρχες). Ο Σίµορ Γκλας. Ο Χάµπερτ Χά-
µπερτ. Οι Μπουενδία. Και, πάνω απ’ όλους, ο πρόξενος
Φέρµιν.

Οι δηµοσιογράφοι που µε τις θαυµάσιες και εύστοχες ερωτήσεις τους


εξέθεσαν εκ προοιµίου τις πιο πάνω απαντήσεις µου, ήταν ο Βασίλης
Καλαµαράς, ο Μανώλης Πιµπλής, ο Βασίλης Ρούβαλης, η Όλγα
Σελλά και ο Λάµπρος Σκουζάκης. Τους ευχαριστώ.

[23]
Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Για τη συγγραφή................................................................7
Για τη συγγραφή µυθοπλασιών........................................8
Για τη νουβέλα Κωµωδία...............................................13
Για τη συγγραφή (και την έκδοση) δοκιµίων.................16
Για τη συλλογή δοκιµίων µου Μικρή περιοχή..............17
Για τη σχέση “συγγραφέας– µεταφραστής”................19
Για την ανάγνωση...........................................................21
ΤΑ ANALECTA
ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ΚΥΡΙΑΚΙ∆Η
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΑΝ ΨΗΦΙΑΚΑ
ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ
ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ
ΤΟΥ 2014