Você está na página 1de 222

lex Michaelides

Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΑΣΘΕΝΗΣ
Μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Διόπτρα
Τίτλος πρωτοτύπου: The silent patient, Alex Michaelides 3

Copyright © Alex Michaelides, 2019. All rights reserved. Published by arrangement with
Rogers, Coleridge and White Ltd. & JLM Literary Agency
© Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ, 2019. Εκδίδεται
κατόπιν συμφωνίας με τους Rogers, Coleridge and White Ltd. & JLM Literary Agency.
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου σε
οποιαδήποτε μορφή, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.
ISBN: 978-960-605-757-1
Πρώτη ελληνική ψηφιακή έκδοση: Απρίλιος 2019
Μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ / Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Οικονομίδου /
Προσαρμογή εξωφύλλου: Ελένη Οικονόμου, Εκδόσεις Διόπτρα / Ηλεκτρονική σελιδοποίηση:
Έρση Σωτηρίου, Εκδόσεις Διόπτρα
Εκδόσεις Διόπτρα, ΕΔΡΑ: Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι, Τηλ.: 210 380 52 28, Fax:
210 330 04 39 / ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ: Στοά του Βιβλίου, Πεσμαζόγλου 5, 105 64 Αθήνα, Τηλ.:
210 330 07 74 / www.dioptra.gr, e-mail: sales@dioptra.gr · info@dioptra.gr
Για τους γονείς μου
Αμίλητη όμως στέκει· ποιος ο λόγος; 6

Ευριπίδης, Αλκηστις
μτφρ. Θρασύβουλος Σταύρου
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΛΙΣΙΑ 7

ΜΠΕΡΕΝΣΟΝ
14 Ιουλίου
Δεν ξέρω γιατί γράφω εδώ.
Δεν είναι αλήθεια. Ίσως ξέρω κι απλώς δεν θέλω να το παραδεχτώ στον εαυτό μου.
Δεν ξέρω καν πώς να το πω - αυτό που γράφω. Μου φαίνεται κάπως επιτηδευμένο να το
αποκαλέσω ημερολόγιο. Άλλωστε, δεν έχω και τίποτα να πω. Η Άννα Φρανκ κρατούσε
ημερολόγιο, ή ο Σάμιουελ Πιπς - όχι κάποιος σαν εμένα. Αν το ονομάσω «αρχείο», ακούγεται
υπερβολικά ακαδημαϊκό. Αες και θα πρέπει να γράφω κάθε μέρα, και δεν θέλω - αν γίνει
αγγαρεία, δεν πρόκειται ποτέ να το συνεχίσω.
Ίσως να μην το πω τίποτε απολύτως. Κάτι ανώνυμο όπου γράφω περιστασιακά. Αυτό μ’
αρέσει περισσότερο. Μόλις δώσεις όνομα σε κάτι, παύεις να το βλέπεις στο σύνολό του, ή για
ποιο λόγο έχει σημασία. Εστιάζεις στη λέξη που, στην πραγματικότητα, είναι το πιο
μικροσκοπικό κομμάτι, η κορφή ενός παγόβουνου. Ποτέ μου δεν ένιωθα τόσο άνετα με τις
λέξεις -σκέφτομαι πάντα με εικόνες, εκφράζομαι με πίνακες-, οπότε δεν θα άρχιζα να γράφω
εδώ αν δεν ήταν ο Γκάμπριελ.
Τον τελευταίο καιρό με πιάνει κατάθλιψη για μερικά πράγματα. Είχα την εντύπωση ότι το
έκρυβα καλά, εκείνος όμως το παρατήρησε - φυσικό ήταν, παρατηρεί τα πάντα. Με ρώτησε
πώς πάει ο πίνακας - του απάντησα πως δεν πάει. Μου έφερε ένα ποτήρι κρασί και κάθισα
στο τραπέζι της κουζίνας όσο εκείνος μαγείρευε.
Μου αρέσει να παρακολουθώ τον Γκάμπριελ να κινείται μέσα στην κουζίνα. Είναι
χαριτωμένος μάγειρας - κομψός, οργανωμένος, με κινήσεις σχεδόν χορευτικές. Όχι σαν
εμένα. Εγώ τα κάνω πάντα χάλια.
«Μίλησέ μου», είπε.
«Δεν έχω τίποτα να πω. Απλώς μερικές φορές το μυαλό μου κολλάει απίστευτα. Νιώθω
σαν να τσαλαβουτάω μέσα στη λάσπη».
«Γιατί δεν δοκιμάζεις να τα γράψεις αυτά τα πράγματα; Σαν να κρατάς αρχείο; Μπορεί να
σε βοηθήσει».
«Ναι, γιατί όχι. Θα το δοκιμάσω».
«Μην το λες απλώς, αγάπη μου. Κάν’ το».
«Εντάξει».
Συνέχισε να με πιέζει, αλλά εγώ δεν έκανα τίποτα. Κι έτσι, λίγες μέρες αργότερα, μου έδωσε
αυτό το βιβλιαράκι για να γράφω. Εχει μαύρο δερμάτινο εξώφυλλο και χοντρές λευκές
σελίδες, άδειες. Χάιδεψα με την παλάμη μου την πρώτη σελίδα, νιώθοντας πόσο λεία είναι
κι έπειτα έξυσα το μολύβι μου και ξεκίνησα.
Και φυσικά είχε δίκιο. Αισθάνομαι ήδη καλύτερα - το να γράφω εδώ είναι ένα ξέσπασμα,
μια διέξοδος, ένα μέρος για να εκφράζομαι. Κάπως σαν ψυχοθεραπεία, υποθέτω.
Ο Γκάμπριελ δεν το είπε καθαρά, μα καταλάβαινα ότι ανησυχεί για μένα. Κι αν θέλω να
είμαι ειλικρινής -και καλά θα κάνω να είμαι-, ο πραγματικός λόγος που συμφώνησα να
κρατάω ημερολόγιο ήταν για να τον καθησυχάσω, να αποδείξω πως είμαι εντάξει. Δεν αντέχω
στη σκέψη ότι ανησυχεί για μένα. Δεν θέλω ποτέ να τον φέρω σε απελπισία, ή να τον κάνω
δυστυχισμένο, ή να του προκαλέσω πόνο. Τον αγαπώ τόσο πολύ. Είναι δίχως αμφιβολία ο
έρωτας της ζωής μου. Τον αγαπώ τόσο ολοκληρωτικά και απόλυτα, που μερικές φορές αυτή
η αγάπη απειλεί να με καταβάλει. Σκέφτομαι συχνά...
Όχι. Δεν θα γράψω γι’ αυτό.
Εδώ θα καταγράφω χαρούμενες ιδέες και εικόνες που με εμπνέουν καλλιτεχνικά, πράγματα
που έχουν δημιουργική επίδραση επάνω μου. Θα γράφω μονάχα θετικές, ευτυχισμένες,
φυσιολογικές σκέψεις.
Οι παρανοϊκές σκέψεις δεν επιτρέπονται.
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ 10

Αυτός που έχει μάτια για να βλέπει και αφτιά για να ακούει ίσως πείσει τον εαυτό του πως
κανένας θνητός δεν μπορεί να κρατήσει μυστικό. Αν τα χείλη του παραμένουν σιωπηλά,
φλυαρεί με τα ακροδάχτυλά του· η προδοσία στάζει από κάθε πόρο του κορμιού του.
Ζίγκμουντ Φρόιντ, Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση
1 11

Η Αλίσια Μπέρενσον ήταν τριάντα τριών ετών όταν σκότωσε τον άντρα της.
Ήταν εφτά χρόνια παντρεμένοι. Ήταν και οι δύο καλλιτέχνες - η Αλίσια ζωγράφος και ο
Γκάμπριελ πασίγνωστος φωτογράφος μόδας. Είχε ένα χαρακτηριστικό στιλ: μισόγυμνες,
λιμασμένες γυναίκες φωτογραφημένες από περίεργες γωνίες που δεν τις κολάκευαν. Μετά
τον θάνατό του, η τιμή των φωτογραφιών του αυξήθηκε αστρονομικά. Για να είμαι ειλικρινής,
εμένα τα έργα του μου φαίνονται κοινότοπα και ρηχά. Δεν έχει τίποτε από τη βαθιά ποιότητα
που αποπνέουν οι καλύτεροι πίνακες της Αλίσια. Δεν ξέρω, φυσικά, αρκετά περί τέχνης ώστε
να αποφανθώ αν η δουλειά της Αλίσια Μπέρενσον θα αντέξει στον χρόνο. Το ταλέντο της
θα επισκιάζεται πάντοτε από την κακή της φήμη, οπότε είναι δύσκολο να είναι κανείς
αντικειμενικός. Και ενδέχεται κάλλιστα να με κατηγορήσετε για προκατάληψη. Το μόνο που
μπορώ να προσφέρω είναι η γνώμη μου, αν έχει οποιαδήποτε αξία. Και για μένα, η Αλίσια
ήταν μια ιδιοφυία. Πέρα από τις τεχνικές δεξιότητές της, οι πίνακές της έχουν την παράξενη
ικανότητα να αιχμαλωτίζουν την προσοχή σου -αρπάζοντάς σε σχεδόν απ’ τον λαιμό- και
να την κρατάνε σαν μέγγενη.
Ο Γκάμπριελ Μπέρενσον δολοφονήθηκε πριν από έξι χρόνια. Ήταν σαράντα τεσσάρων
ετών. Δολοφονήθηκε στις 25 Αυγούστου - ίσως θυμάστε πως ήταν ένα ασυνήθιστα ζεστό
καλοκαίρι, με μερικές από τις υψηλότερες θερμοκρασίες που καταγράφηκαν ποτέ. Η μέρα
που πέθανε υπήρξε η πιο ζεστή του χρόνου.
Την τελευταία μέρα της ζωής του, ο Γκάμπριελ σηκώθηκε νωρίς.'Ενα αυτοκίνητο ήρθε και
τον πήρε στις 5.15 π.μ. από το σπίτι όπου έμενε με την Αλίσια στο βορειοδυτικό Λονδίνο,
στις παρυφές του Χάμστεντ Χιθ, και τον πήγε στο σημείο της φωτογράφισης στο Σόρντιτς.
Πέρασε όλη τη μέρα φωτογραφίζοντας μοντέλα πάνω σε μια στέγη για τη Vogue.
Δεν γνωρίζουμε πολλά για τις κινήσεις της Αλίσια. Προετοιμαζόταν για την επικείμενη
έκθεσή της και είχε μείνει πίσω στη δουλειά της. Το πιο πιθανό είναι πως πέρασε τη μέρα
ζωγραφίζοντας στο κιόσκι στην άκρη του κήπου, που είχε μετατρέψει πρόσφατα σε ατελιέ.
Τελικά, η φωτογράφιση του Γκάμπριελ κράτησε μέχρι αργά και δεν τον έφεραν στο σπίτι παρά
στις 11 μ. μ.
Μισή ώρα αργότερα, η γειτόνισσά τους, η Μπάρμπι Χέλμαν, άκουσε κάμποσους
πυροβολισμούς. Η Μπάρμπι τηλεφώνησε στην αστυνομία κι ένα περιπολικό ξεκίνησε στις
11.35 μ.μ. από το αστυνομικό τμήμα του Χέιβερστοκ Χιλ.Έφτασε στο σπίτι των Μπέρενσον
σε λιγότερο από τρία λεπτά.
Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή. Το σπίτι ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι· κανένας από τους
διακόπτες για τα φώτα δεν λειτουργούσε. Οι αστυνομικοί διέσχισαν το χολ και μπήκαν στο
σαλόνι. Φώτισαν το δωμάτιο με τις διακεκομμένες δέσμες των φακών τους. Ανακάλυψαν την
Αλίσια να στέκεται δίπλα στο τζάκι. Το λευκό φόρεμά της φάνταζε σαν φάντασμα στο φως
των φακών.Έμοιαζε να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία των αστυνομικών.Ήταν ασάλευτη,
κοκαλωμένη -ένα άγαλμα σκαλισμένο πάνω σε πάγο-, με μια περίεργη, φοβισμένη έκφραση
στο πρόσωπό της, λες και αντιμετώπιζε έναν αόρατο τρόμο.
Ένα όπλο ήταν πεταμένο στο πάτωμα. Δίπλα του, μέσα στις σκιές, καθόταν ακίνητος ο
Γκάμπριελ, δεμένος σε μια καρέκλα. Οι αστράγαλοι και οι καρποί του ήταν τυλιγμένοι με
σύρμα. Στην αρχή, οι αστυνομικοί νόμισαν ότι ζούσε. Το κεφάλι του έγερνε ελαφρά στο πλάι,
σαν να είχε χάσει τις αισθήσεις του.Έπειτα μια ακτίνα φωτός αποκάλυψε ότι ο Γκάμπριελ είχε
πυροβοληθεί κάμποσες φορές στο πρόσωπο. Τα γοητευτικά χαρακτηριστικά του είχαν χαθεί
για πάντα και στη θέση τους υπήρχε ένα καψαλισμένο, μαυρισμένο, ματωμένο χάος. Ο τοίχος
πίσω του ήταν πιτσιλισμένος με κομμάτια από το κρανίο του, μυαλά, μαλλιά - και αίμα.
Αίμα υπήρχε παντού - πάνω στους τοίχους, σκούρα ρυάκια που κυλούσαν σ’ όλο το
πάτωμα, στα νερά του ξύλινου παρκέ. Οι αστυνομικοί υπέθεσαν ότι ήταν το αίμα του
Γκάμπριελ. Μα η ποσότητα ήταν υπερβολικά μεγάλη. Και τότε κάτι γυάλισε στο φως των
φακών - ένα μαχαίρι κειτόταν στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια της Αλίσια. Αλλη μια δέσμη
φωτός φανέρωσε το αίμα πάνω στο λευκό φουστάνι της. Ο ένας αστυνομικός την άρπαξε
από τα μπράτσα και τα κράτησε στο φως. Στους καρπούς της είδε βαθιά κοψίματα στις φλέβες
- ήταν φρέσκα κι αιμορραγούσαν άσχημα. ·<
Η Αλίσια αντιστάθηκε άγρια στις προσπάθειες να της σώσουν τη ζωή· χρειάστηκαν τρεις
αστυνομικοί για να την ακινητοποιήσουν. Μεταφέρθηκε στο Ρόγιαλ Φρι Χόσπιταλ, που
απείχε λίγα λεπτά από κει. Στη διαδρομή κατέρρευσε και λιποθύμησε. Είχε χάσει πολύ αίμα·
όμως επέζησε.
Την επόμενη μέρα, βρισκόταν ξαπλωμένη σ’ έναν μονόκλινο θάλαμο του νοσοκομείου. Η
αστυνομία την ανέκρινε παρουσία του δικηγόρου της. Η Αλίσια ήταν αμίλητη σε όλη τη
διάρκεια της ανάκρισης. Τα χείλη της ήταν ωχρά, άψυχα· σάλευαν κάθε τόσο, μα δεν
σχημάτιζαν καμία λέξη, δεν έβγαζαν κανέναν ήχο. Δεν απάντησε σε καμιά ερώτηση. Δεν
μπορούσε, δεν ήθελε να μιλήσει. Ούτε είπε κουβέντα όταν της απήγγειλαν κατηγορία για
τον φόνο του Γκάμπριελ. Παρέμεινε σιωπηλή όταν τη συνέλαβαν, αρνούμενη να ομολογήσει
την ενοχή της ή να δηλώσει την αθωότητά της.
Η Αλίσια δεν ξαναμίλησε ποτέ.
Η διαρκής σιωπή της μετέτρεψε αυτή την ιστορία από μια συνηθισμένη οικογενειακή
τραγωδία σε κάτι πολύ σοβαρότερο: σ’ ένα μυστήριο, ένα αίνιγμα που πρωταγωνίστησε στους
τίτλους των εφημερίδων και απασχόλησε για πολλούς μήνες μετά τη φαντασία του κόσμου.
Η Αλίσια παρέμεινε σιωπηλή - έκανε ωστόσο μια δήλωση.Έναν πίνακα. Τον ξεκίνησε όταν
βγήκε από το νοσοκομείο και τοποθετήθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό πριν από τη δίκη.
Σύμφωνα με την ψυχιατρική νοσηλεύτρια που όρισε το δικαστήριο, η Αλίσια έτρωγε και
κοιμόταν ελάχιστα - το μόνο που έκανε ήταν να ζωγραφίζει.
Συνήθως η Αλίσια προετοιμαζόταν βδομάδες ολόκληρες, ακόμα και μήνες, πριν ξεκινήσει
έναν καινούριο πίνακα - κάνοντας αμέτρητα προσχέδια, αλλάζοντας πολλές φορές τη
σύνθεση, δοκιμάζοντας διάφορα χρώματα και σχήματα.Ήταν μια μακρόχρονη κυοφορία που
την ακολουθούσε ένας παρατεταμένος τοκετός, μια που τραβούσε πολύ σχολαστικά την κάθε
πινελιά. Τούτη τη φορά, ωστόσο, διαφοροποίησε τελείως τη δημιουργική διαδικασία της,
ολοκληρώνοντας αυτό τον πίνακα μέσα σε λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του άντρα της.
Και για τον περισσότερο κόσμο αυτό ήταν αρκετό για να την καταδικάσει. Το γεγονός ότι
επέστρεψε στο ατελιέ τόσο σύντομα μετά τον θάνατο του Γκάμπριελ πρόδιδε μια ασυνήθιστη
αναισθησία. Την τερατώδη έλλειψη μεταμέλειας μιας ψυχρής φόνισσας.
Πιθανώς. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι ενώ η Αλίσια Μπέρενσον μπορεί να είναι δολοφόνος,
ήταν επίσης και ζωγράφος. Για μένα τουλάχιστον, ήταν απόλυτα λογικό να πιάσει τα πινέλα
και τις μπογιές της και να εκφράσει στο καναβάτσο τα περίπλοκα συναισθήματά της. Δεν
είναι να απορεί κανείς που, για μια φορά, ζωγράφισε με τόση ευκολία· αν θεωρήσουμε τη
θλίψη ευκολία.
Ο πίνακας ήταν μια αυτοπροσωπογραφία. Ο τίτλος του βρισκόταν στην κάτω αριστερή
γωνία, γραμμένος με γαλάζια ελληνικά γράμματα.
Μια λέξη:
ΑΛΚΗΣΤΗ
2 16

Η Άλκηστη είναι η ηρωίδα ενός αρχαίου ελληνικού μύθου. Μιας θλιβερής ερωτικής
ιστορίας. Η Άλκηστη θυσιάζει εκούσια τη ζωή της για χάρη του άντρα της, του Άδμητου, και
πεθαίνει στη θέση του όταν δεν δέχεται κανείς άλλος. Είναι ένας μύθος περί αυτοθυσίας που
σου προκαλεί ταραχή, και δεν καταλάβαινα τι σχέση είχε με την κατάσταση της Αλίσια. Το
πραγματικό νόημα αυτού του υπαινιγμού παρέμεινε άγνωστο για αρκετό καιρό. Ώσπου, μια
μέρα, βγήκε στο φως η αλήθεια...
Βιάζομαι, όμως. Προτρέχω. Πρέπει να ξεκινήσω από την αρχή και να αφήσω τα γεγονότα
να μιλήσουν από μόνα τους. Δεν είναι σωστό να τα χρωματίσω, να τα διαστρεβλώσω ή να
πω ψέματα. Θα προχωρήσω βήμα βήμα, αργά και προσεκτικά. Μα από πού να αρχίσω; Θα
έπρεπε να συστηθώ, αλλά ίσως όχι ακόμη· εξάλλου, δεν πρωταγωνιστώ εγώ σε αυτή την
ιστορία. Είναι η ιστορία της Αλίσια Μπέρενσον, άρα πρέπει να αρχίσω από αυτή - και την
Άλκηστη.
Ο πίνακας είναι μια αυτοπροσωπογραφία. Απεικονίζει την Αλίσια στο ατελιέ της μετά τον
φόνο, να στέκεται μπροστά στο καβαλέτο της κρατώντας ένα πινέλο. Είναι γυμνή. Το σώμα
της παρουσιάζεται με κάθε ανελέητη λεπτομέρεια: τα μακριά κόκκινα μαλλιά της πέφτουν
πάνω στους κοκαλιάρικους ώμους της, οι γαλάζιες φλέβες διακρίνονται κάτω από το διάφανο
δέρμα, έχει πρόσφατες ουλές στους καρπούς της. Ανάμεσα στα δάχτυλά της βρίσκεται ένα
πινέλο. Στάζει κόκκινη μπογιά - ή μήπως είναι αίμα; Μοιάζει να ζωγραφίζει, κι όμως το
καναβάτσο είναι κενό σαν την έκφρασή της. Το κεφάλι της είναι στραμμένο πάνω από τον
ώμο της και το βλέμμα της καρφωμένο πάνω μας. Με στόμα εκτεθειμένο, χείλη μισάνοιχτα.
Βουβή.
Στη διάρκεια της δίκης, ο Ζαν-Φελίξ Μαρτέν, ο διευθυντής της μικρής γκαλερί στο Σόχο
που εκπροσωπούσε την Αλίσια, πήρε την αμφιλεγόμενη απόφαση, που πολλοί τη θεώρησαν
παρατραβηγμένη και μακάβρια, να εκθέσει την Άλκηστη. Το γεγονός ότι η ζωγράφος
βρισκόταν εκείνη την εποχή στη φυλακή για τον φόνο του άντρα της σήμαινε ότι
σχηματίζονταν ουρές στην είσοδο, για πρώτη φορά στη μακρόχρονη ιστορία της γκαλερί.
Στάθηκα στη σειρά μαζί με τους άλλους λάγνους φιλότεχνους, περιμένοντας κοντά στα
κόκκινα φώτα νέον του σεξ-σοπ που βρισκόταν ακριβώς δίπλα. Ένας ένας μπήκαμε μέσα.
Μόλις περάσαμε την είσοδο, μας οδήγησαν προς τον πίνακα, σαν το ενθουσιώδες πλήθος σ’
ένα πανηγύρι που διασχίζει ένα στοιχειωμένο σπίτι. Κάποια στιγμή βρέθηκα πρώτος στην
ουρά - και είδα την Άλκηστη.
Κοίταξα με ένταση τον πίνακα, καρφώνοντας το βλέμμα στο πρόσωπο της Αλίσια,
προσπαθώντας να ερμηνεύσω τη ματιά της, πασχίζοντας να καταλάβω - μα το πορτρέτο με
αψηφούσε. Η Αλίσια με κοίταζε κι αυτή -μια ανέκφραστη μάσκα-, ανεξιχνίαστη,
αδιαπέραστη.Ήταν αδύνατο να μαντέψω κάποια αθωότητα ή ενοχή στην έκφρασή της.
Άλλοι άνθρωποι το έβρισκαν πιο εύκολο.
«Σκέτη κακία», ψιθύρισε η γυναίκα πίσω μου.
«Όντως», συμφώνησε η συντροφιά της. «Μια ψυχρή μέγαιρα».
Λίγο άδικο, συλλογίστηκα, μια που δεν είχε αποδειχτεί ακόμη η ενοχή της Αλίσια. Στην
πραγματικότητα, όμως, η κατάληξη ήταν προκαθορισμένη. Τα σκανδαλοθηρικά έντυπα την
είχαν ήδη χαρακτηρίσει ως την κακιά της υπόθεσης από την πρώτη στιγμή: μια μοιραία
γυναίκα, μια μαύρη χήρα. Ένα τέρας.
Τα όποια γεγονότα ήταν πολύ απλά: η Αλίσια βρέθηκε μόνη με το πτώμα του Γκάμπριελ·
μόνο τα δικά της δακτυλικά αποτυπώματα υπήρχαν πάνω στο όπλο. Δεν υπήρξε ποτέ η
παραμικρή αμφιβολία ότι σκότωσε τον Γκάμπριελ. Το γιατί τον σκότωσε, από την άλλη μεριά,
παρέμενε μυστήριο.
Ο φόνος συζητήθηκε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και διατυπώθηκαν διάφορες θεωρίες
στα έντυπα, και στο ραδιόφωνο, και στις πρωινές τηλεοπτικές εκπομπές. Εμφανίστηκαν
ειδικοί για να εξηγήσουν, να καταδικάσουν, να δικαιολογήσουν τις πράξεις της Αλίσια.
Σίγουρα πρέπει να είχε πέσει θύμα οικογενειακής βίας και η υπομονή της να εξαντλήθηκε
προτού τελικά εκραγεί. Μια άλλη θεωρία έκανε λόγο για σεξουαλικό παιχνίδι με άσχημη
κατάληξη - ο σύζυγος δεν βρέθηκε δεμένος; Μερικοί υποψιάζονταν πως η Αλίσια οδηγήθηκε
στον φόνο από ντεμοντέ ζήλια - μήπως υπήρχε κάποια άλλη γυναίκα; Στη δίκη, όμως, ο
αδελφός του Γκάμπριελ τον περιέγραψε σαν αφοσιωμένο σύζυγο, βαθιά ερωτευμένο με τη
γυναίκα του. Άραγε το κλειδί ήταν τα χρήματα; Η Αλίσια δεν κέρδιζε πολλά από τον θάνατό
του· εκείνη ήταν η πλούσια, έχοντας κληρονομήσει τον πατέρα της.
Συνεχίστηκαν, λοιπόν, οι ατέλειωτες πιθανολογίες -χωρίς απαντήσεις, απλώς με
περισσότερες ερωτήσεις- σχετικά με τα κίνητρα της Αλίσια και την επακόλουθη σιωπή της.
Για ποιο λόγο αρνιόταν να μιλήσει; Τι σήμαινε αυτό;Έκρυβε κάτι άραγε; Προστάτευε κάποιον*,
Και αν ναι, ποιον; Και γιατί;
Εκείνη την εποχή θυμάμαι ότι σκεφτόμουν πως ενώ όλοι μιλούσαν, έγραφαν,
επιχειρηματολογούσαν για την Αλίσια, στον πυρήνα όλου αυτού του ξέφρενου και
πολύβουου σαματά υπήρχε ένα κενό - μια σιωπή. Μια σφίγγα.
Στη διάρκεια της δίκης, ο δικαστής σχημάτισε αρνητική εντύπωση από την επίμονη άρνηση
της Αλίσια να μιλήσει. Οι αθώοι, επισήμανε ο δικαστής Άλβερστον, είχαν την τάση να
δηλώνουν την αθωότητά τους ηχηρά - και συχνά. Η Αλίσια όχι μόνο παρέμενε σιωπηλή,
αλλά δεν έδειχνε και κανένα ορατό σημάδι μεταμέλειας. Δεν έκλαψε ούτε μια φορά σ’ όλη τη
δίκη -κάτι που ανέφεραν πολλές φορές οι δημοσιογράφοι- και το πρόσωπό της ήταν
ασάλευτο, αναίσθητο. Παγερό.
Η υπεράσπιση δεν είχε πολλές επιλογές πέρα από το να επικαλεστεί μειωμένη ικανότητα
καταλογισμού. Η Αλίσια είχε ψυχολογικά προβλήματα, ισχυρίστηκαν οι συνήγοροι, από τα
παιδικά της χρόνια ακόμα. Ο δικαστής απέρριψε ως διαδόσεις πολλούς από τους ισχυρισμούς
- μα τελικά τον έκανε να αλλάξει γνώμη ο καθηγητής Λάζαρος Διομήδης, καθηγητής
Ιατροδικαστικής Ψυχολογίας στο Ιμπίριαλ Κόλετζ και κλινικός διευθυντής του Γκρόουβ, μιας
ψυχιατρικής μονάδας υψηλής ασφαλείας στο βόρειο Λονδίνο. Ο καθηγητής Διομήδης
υποστήριξε ότι η άρνηση της Αλίσια να μιλήσει ήταν από μόνη της απόδειξη βαθιάς ψυχικής
συντριβής - και η ποινή της θα έπρεπε να είναι ανάλογη.
Αυτός ήταν ένας μάλλον έμμεσος τρόπος για να δηλώσει κάτι που δεν αρέσει στους
ψυχιάτρους να λένε ωμά:
Ο Διομήδης έλεγε πως η Αλίσια ήταν τρελή.
Ήταν η μοναδική εξήγηση που έβγαζε κάποιο νόημα: Για ποιο άλλο λόγο να δέσει τον
άντρα που αγαπούσε σε μια καρέκλα και να τον πυροβολήσει στο πρόσωπο από τόσο κοντινή
απόσταση; Κι ύστερα να μην εκφράσει καμιά μεταμέλεια, να μη δώσει την παραμικρή
εξήγηση, να μη μιλήσει καν; Έπρεπε να είναι τρελή.
Οπωσδήποτε.
Τελικά, ο δικαστής Άλβερστον δέχτηκε την αιτιολογία της μειωμένης ικανότητας
καταλογισμού και συμβούλεψε τους ενόρκους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Στη
συνέχεια η Αλίσια μεταφέρθηκε στο Γκρόουβ - υπό την επίβλεψη του ίδιου καθηγητή
Διομήδη, του οποίου η κατάθεση επηρέασε τόσο τον δικαστή.
Για να λέμε την αλήθεια, αν η Αλίσια δεν ήταν τρελή -αν δηλαδή η σιωπή της ήταν ψεύτικη,
μια παράσταση για τους ενόρκους-, τότε τα είχε καταφέρει. Γλίτωσε την πολύχρονη φυλάκιση
και, αν ανάρρωνε πλήρως, σε λίγα χρόνια θα μπορούσε να αποφυλακιστεί. Δεν ήταν πια
καιρός να αρχίσει να υποδύεται πως είχε συνέλθει; Να ψελλίσει μερικές λέξεις εδώ κι εκεί, και
μετά λίγες περισσότερες; Να δείχνει σιγά σιγά κάποια μεταμέλεια; Όμως όχι. Κυλούσαν οι
βδομάδες, κυλούσαν οι μήνες, κι έπειτα πέρασαν τα χρόνια - κι η Αλίσια εξακολουθούσε να
μη μιλάει.
Δεν υπήρχε παρά μόνο σιωπή.
Κι έτσι, μια που δεν υπήρξαν άλλες αποκαλύψεις, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης
απογοητεύτηκαν κι έχασαν κάθε ενδιαφέρον για την Αλίσια Μπέρενσον. Εισχώρησε στις
τάξεις των άλλων δολοφόνων που έγιναν για λίγο διάσημοι· θυμόμαστε τα πρόσωπά τους>,
αλλά όχι και τα ονόματά τους.
Όχι όλοι μας, αυτό να το πούμε. Ορισμένοι -συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου-
συνέχισαν να γοητεύονται από τον μύθο της Αλίσια Μπέρενσον και τη μακροχρόνια σιωπή
της. Ως ψυχοθεραπευτής, ήταν φως φανάρι για μένα πως είχε υποστεί ένα βαρύτατο τραύμα
με τον θάνατο του Γκάμπριελ· και αυτή η σιωπή αποτελούσε έκφανση αυτού του τραύματος.
Αδυνατώντας να συμφιλιωθεί μ’ αυτό που είχε κάνει, η Αλίσια κόμπιασε και σταμάτησε
απότομα, σαν χαλασμένο αυτοκίνητο. Ήθελα να τη βοηθήσω να πάρει πάλι μπροστά - να
διηγηθεί την ιστορία της, να γιατρευτεί και να γίνει καλά. Ήθελα να τη θεραπεύσω.
Χωρίς να θέλω να κομπάσω, ένιωθα ότι ήμουν ο πιο κατάλληλος. Είμαι ιατροδικαστικός
ψυχοθεραπευτής κι έχω συνηθίσει να δουλεύω με μερικά από τα πιο τραυματισμένα και
ευάλωτα μέλη της κοινωνίας. Και κάτι από την ιστορία της Αλίσια άγγιξε μια προσωπική
χορδή μου - από την πρώτη στιγμή, αισθάνθηκα μια βαθιά συναισθηματική κατανόηση για
την περίπτωσή της.
Δυστυχώς, εκείνη την εποχή εργαζόμουν ακόμη στο Μπρόντμουρ, κι έτσι η θεραπεία της
Αλίσια θα ήταν -θα έπρεπε να ήταν- μια απλή φαντασίωση, αν δεν παρενέβαινε απρόσμενα
η μοίρα.
Κοντά έξι χρόνια μετά την εισαγωγή της Αλίσια στο Γκρόουβ, άδειασε η θέση του
ιατροδικαστικού ψυχοθεραπευτή. Μόλις είδα την αγγελία, ήξερα πως δεν είχα άλλη επιλογή.
Ακολούθησα το ένστικτό μου - και υπέβαλα αίτηση για τη δουλειά.
3 22

Με λένε Θίο Φέιμπερ. Είμαι σαράντα δύο ετών. Κι έγινα ψυχοθεραπευτής επειδή ήμουν
ψυχικά σακατεμένος. Αυτή είναι η αλήθεια - αν και δεν το είπα έτσι ακριβώς στη συνέντευξη
για τη θέση, όταν μου τέθηκε η ερώτηση.
«Τι νομίζετε ότι σας τράβηξε στην ψυχοθεραπεία;» ρώτησε η Ίντιρα Σάρμα, κοιτάζοντάς
με εξεταστικά πάνω από τα τεράστια στρογγυλά γυαλιά της.
Η Ίντιρα ήταν η επικεφαλής ψυχοθεραπεύτρια στο Γκρόουβ. Πλησίαζε τα εξήντα κι είχε
ένα στρογγυλό, ελκυστικό πρόσωπο και μακριά κατάμαυρα μαλλιά που είχαν αρχίσει να
γκριζάρουν. Μου χαμογέλασε ανεπαίσθητα - σαν να ήθελε να με καθησυχάσει ότι ήταν μια
εύκολη ερώτηση, μια βολή για προθέρμανση, ένας προάγγελος για τις πιο ζόρικες ερωτήσεις
που θα ακολουθούσαν.
Δίστασα.'Ενιωθα τα άλλα μέλη της επιτροπής να με περιεργάζονται. Συνέχισα συνειδητά
να την κοιτάζω κατάματα, ενώ ξεφούρνιζα την προβαρισμένη μου απάντηση, μια
συμπαθητική ιστορία για το πώς στην εφηβεία μου δούλευα λίγες ώρες τη βδομάδα σ’ ένα
άσυλο· και αυτό ενέπνευσε το ενδιαφέρον μου για την ψυχολογία· και με τη σειρά του με
οδήγησε σε μεταπτυχιακά στην ψυχοθεραπεία και ούτω καθεξής.
«Υποθέτω πως ήθελα να βοηθάω τους ανθρώπους», είπα ανασηκώνοντας τους ώμους.
«Βασικά, αυτό είναι».
Μαλακίες, δηλαδή. Θέλω να πω, φυσικά και ήθελα να βοηθάω τους ανθρώπους. Αυτός
όμως ήταν δευτερεύων στόχος - ειδικά την εποχή που άρχισα να εκπαιδεύομαι. Το
πραγματικό μου κίνητρο ήταν καθαρά εγωιστικό. Αναζητούσα τρόπους να βοηθήσω τον
εαυτό μου. Πιστεύω πως το ίδιο ισχύει για πολλούς ανθρώπους που ασχολούνται με την
ψυχική υγεία. Μας τραβάει αυτό το συγκεκριμένο επάγγελμα γιατί είμαστε σακατεμένοι -
σπουδάζουμε ψυχολογία για να θεραπευτούμε εμείς. Το αν είμαστε προετοιμασμένοι να το
παραδεχτούμε ή όχι είναι άλλο ζήτημα.
Ως ανθρώπινα όντα, τα πρώτα μας χρόνια βρίσκονται σ’ έναν τόπο πριν από τη μνήμη.
Μας αρέσει να θεωρούμε ότι προβάλλουμε μέσα από αυτή την αρχέγονη ομίχλη με τους
χαρακτήρες μας πλήρως διαμορφωμένους, όπως και η Αφροδίτη αναδύθηκε τέλεια από τον
αφρό της θάλασσας. Χάρη όμως στις όλο και περισσότερες έρευνες σχετικά με την ανάπτυξη
του εγκεφάλου, ξέρουμε πως δεν είναι έτσι. Γεννιόμαστε με έναν εγκέφαλο
μισό σχηματισμένο, που μοιάζει περισσότερο με λασπωμένο κομμάτι πηλού, παρά με θεότητα
του Ολύμπου. Όπως το έθεσε κι ο ψυχαναλυτής Ντόναλντ Γουίνικοτ: «Αυτό που λέμε μωρό
δεν υπάρχει». Η ανάπτυξη της προσωπικότητάς μας δεν γίνεται στην απομόνωση, αλλά μέσα
από τη σχέση μας με άλλους - διαμορφωνόμαστε και ολοκληρωνόμαστε από αόρατες,
ξεχασμένες δυνάμεις· και, πιο συγκεκριμένα, από τους γονείς μας.
Αυτό είναι τρομακτικό, για προφανείς λόγους - ποιος ξέρει τι ταπεινώσεις υποστήκαμε, τι
μαρτύρια και προσβολές σ’ αυτό τον τόπο πριν από τη μνήμη. Ο χαρακτήρας μας
διαμορφώθηκε χωρίς να το αντιληφθούμε καν. Στη δική μου περίπτωση, μεγάλωσα
νιώθοντας τσιτωμένος, φοβισμένος, αγχωμένος. Αυτό το άγχος έμοιαζε να προχρονολογείται
της ύπαρξής μου και να υφίσταται ανεξάρτητα από μένα. Υποψιάζομαι ωστόσο πως πήγαζε
από τη σχέση μου με τον πατέρα μου, κοντά στον οποίο δεν αισθανόμουν ποτέ ασφαλής.
Οι απρόβλεπτες και αυθαίρετες εκρήξεις του μετέτρεπαν οποιαδήποτε κατάσταση, όσο
ήπια κι αν ήταν, σε πιθανό ναρκοπέδιο. Μια αθώα παρατήρηση ή κάποια αντιγνωμία θα
πυροδοτούσε την οργή του και θα γινόταν η αφορμή για μια σειρά από ξεσπάσματα από τα
οποία δεν υπήρχε καμιά διαφυγή. Το σπίτι τρανταζόταν καθώς φώναζε και με κυνηγούσε
μέχρι πάνω στο δωμάτιό μου. Γλιστρούσα κάτω από το κρεβάτι και κολλούσα στον τοίχο.
Ανάσαινα την πουπουλένια ατμόσφαιρα και προσευχόμουν να με καταπιούν τα τούβλα και
να εξαφανιστώ. Μα το χέρι του με άρπαζε και μ’ έσερνε έξω για να συναντήσω τη μοίρα μου.
Έβγαζε τη ζώνη, που σφύριζε στον αέρα προτού προσγειωθεί πάνω μου· το κάθε διαδοχικό
χτύπημα μ’ έριχνε στο πλάι, καίγοντας τη σάρκα μου. Έπειτα το μαστίγωμα τελείωνε όσο
απότομα είχε ξεκινήσει. Ήμουν σωριασμένος στο πάτωμα, ένα τσαλακωμένο κουβάρι. Μια
πάνινη κούκλα που την πέταξε κάτω ένα φουρκισμένο νήπιο.
Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος τι είχα κάνει για να προκαλέσω αυτό τον θυμό, ή αν μου άξιζε.
Ρωτούσα τη μητέρα μου γιατί ο πατέρας μου ήταν πάντα τόσο εξοργισμένος μαζί μου - κι
εκείνη σήκωνε απελπισμένη τους ώμους της και απαντούσε: «Πού θες να ξέρω; Ο πατέρας
σου είναι τελείως τρελός».
Όταν έλεγε πως ήταν τρελός, δεν αστειευόταν. Έτσι και τον έβλεπε σήμερα κάποιος
ψυχίατρος, υποψιάζομαι ότι θα είχε διαγνωστεί με διαταραχή προσωπικότητας - μια ασθένεια
που παρέμεινε χωρίς θεραπεία για όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το αποτέλεσμα ήταν μια
παιδική και εφηβική ηλικία όπου κυριαρχούσαν η υστερία και η σωματική βία· οι απειλές, τα
δάκρυα και τα σπασμένα γυαλιά.
Υπήρξαν, φυσικά, και στιγμές ευτυχίας· συνήθως όταν έλειπε ο πατέρας μου από το σπίτι.
Θυμάμαι έναν χειμώνα, όταν είχε πάει έναν μήνα στην Αμερική για επαγγελματικό ταξίδι. Επί
τριάντα μέρες η μητέρα μου κι εγώ κάναμε ό,τι θέλαμε στο σπίτι και στον κήπο χωρίς να
είμαστε κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του. Εκείνο τον Δεκέμβρη χιόνισε πολύ στο Λονδίνο
κι ο κήπος μας σκεπάστηκε ολόκληρος από ένα παχύ και τριζάτο κατάλευκο χαλί. Η μαμά κι
εγώ φτιάξαμε έναν χιονάνθρωπο. Δεν ξέρω αν ήταν ασυνείδητο ή όχι από μέρους μας, έμοιαζε
όμως στον απόντα εξουσιαστή μας: τον βάφτισα «Μπαμπά» και, με τη μεγάλη κοιλιά του,
δυο μαύρες πέτρες για μάτια και δυο κυρτά κλαράκια για αυστηρά φρύδια, υπήρχε όντως μια
παράξενη ομοιότητα. Ολοκληρώσαμε την εικόνα δίνοντάς του τα γάντια, το καπέλο και την
ομπρέλα του πατέρα μου. Κι έπειτα αρχίσαμε να του πετάμε βίαια χιονιές, χαχανίζοντας σαν
άτακτα παιδιά.
Εκείνο το βράδυ ξέσπασε βαριά χιονοθύελλα. Η μητέρα μου πήγε να ξαπλώσει κι εγώ έκανα
τον κοιμισμένο και μετά βγήκα κρυφά στον κήπο και στάθηκα κάτω από το χιόνι που έπεφτε.
Απλωσα τα χέρια μου κι έπιανα νιφάδες, βλέποντάς τες να εξαφανίζονται πάνω στ’
ακροδάχτυλά μου. Ένιωσα χαρούμενος και ταυτόχρονα συγχυσμένος, κι ήταν μια αλήθεια
που δεν μπορούσα να εκφράσω· το λεξιλόγιό μου ήταν υπερβολικά περιορισμένο, τα λόγια
μου πολύ χαλαρό δίχτυ για να την πιάσουν. Κατά κάποιον τρόπο, το άρπαγμα των νιφάδων
που χάνονταν μοιάζει με το άρπαγμα της ευτυχίας· μια πράξη κυριότητας που γίνεται αμέσως
ένα τίποτα. Μου θύμισε ότι υπήρχε ένας κόσμος έξω από το σπίτι αυτό: ένας απέραντος
κόσμος με αφάνταστη ομορφιά· ένας κόσμος που, προς το παρόν, αδυνατούσα να τον αγγίξω.
Η ανάμνηση εκείνη επιστρέφει επανειλημμένα στο μυαλό μου όλα αυτά τα χρόνια. Λες και
η δυστυχία που την κύκλωνε έκανε ακόμα πιο λαμπερή εκείνη τη σύντομη στιγμή της
ελευθερίας· ένα μικροσκοπικό φως περικυκλωμένο από σκοτάδι.
Συνειδητοποίησα πως η μόνη μου ελπίδα να επιβιώσω ήταν να αποχωρήσω - τόσο
σωματικά όσο και ψυχικά. Έπρεπε να φύγω μακριά, πολύ μακριά. Μόνο τότε θα ήμουν
ασφαλής. Και κάποια στιγμή, στα δεκαοχτώ μου, πήρα τους βαθμούς που μου εξασφάλιζαν
μια θέση στο πανεπιστήμιο. Άφησα τη φυλακή με τη μεσοτοιχία στο Σάρεϊ - και πίστεψα πως
ήμουν ελεύθερος.
Έκανα λάθος.
Δεν το ήξερα τότε, αλλά ήταν πολύ αργά - είχα εσωτερικεύσει τον πατέρα μου, τον είχα
θάψει βαθιά μέσα στο υποσυνείδητό μου, τον είχα κάνει κομμάτι μου. Όσο μακριά κι αν έτρεχα,
τον κουβαλούσα μαζί μου όπου πήγαινα. Με κυνηγούσε ένας κολασμένος, αδυσώπητος
χορός από Ερινύες, που είχαν όλες τη δική του φωνή - και ξεφώνιζαν πως ήμουν ανάξιος, ένα
αίσχος, μια αποτυχία.
Το πρώτο τρίμηνο στο πανεπιστήμιο, εκείνο τον πρώτο παγερό χειμώνα, οι φωνές ήταν
τόσο επιθετικές που με παρέλυαν, με έλεγχαν απόλυτα. Δεν μπορούσα να βγω έξω, να
αποκτήσω κοινωνική ζωή, να κάνω φίλους. Λες και δεν είχα φύγει ποτέ από το σπίτι. Ήταν
απελπιστικό. Ένιωθα ηττημένος, παγιδευμένος. Στριμωγμένος στη γωνία. Χωρίς καμιά
διέξοδο.
Μόνο μία λύση υπήρχε.
Πήγα από φαρμακείο σε φαρμακείο κι αγόρασα παρακεταμόλη.Έπαιρνα λίγα μόνο κουτιά
τη φορά, ώστε να μην κινήσω υποψίες - δεν χρειαζόταν όμως να ανησυχώ. Κανένας δεν μου
έδωσε την παραμικρή σημασία· ήμουν προφανώς όσο αόρατος ένιωθα.
Έκανε κρύο στο δωμάτιό μου και τα δάχτυλά μου ήταν μουδιασμένα και αδέξια καθώς
άνοιγα τα κουτιά. Χρειάστηκε τεράστια προσπάθεια για να καταπιώ όλα τα χάπια. Τα πήρα
όλα, με το ζόρι, το ένα πικρό χάπι μετά το άλλο. Έπειτα σύρθηκα στο άβολο, στενό κρεβάτι
μου. Έκλεισα τα μάτια και περίμενα τον θάνατο.
Μόνο που ο θάνατος δεν ήρθε.
Αντιθέτως, ένας φριχτός, διαπεραστικός πόνος ξέσκισε τα σωθικά μου. Διπλώθηκα στα
δύο κι έκανα εμετό, ξερνώντας πάνω μου χολή και μισοχωνεμένα χάπια.Έμεινα ξαπλωμένος
μέσα στο σκοτάδι, με μια φωτιά να καίει στο στομάχι μου, και μου φάνηκε πως πέρασε μια
αιωνιότητα. Κι έπειτα, πολύ αργά, συνειδητοποίησα κάτι.
Δεν ήθελα να πεθάνω. Όχι ακόμη· όχι ενώ δεν είχα ζήσει.
Κι αυτό μου έδωσε κάποια ελπίδα, κι ας ήταν ασαφής και θολή. Αν μη τι άλλο, στάθηκε το
κίνητρο για να αναγνωρίσω ότι δεν θα τα κατάφερνα μόνος μου: χρειαζόμουν βοήθεια.
Τη βρήκα - στο πρόσωπο της Ρουθ, μιας ψυχοθεραπεύτριας στην οποία με παρέπεμψαν οι
κοινωνικές υπηρεσίες του πανεπιστημίου. Η Ρουθ ήταν ασπρομάλλα και παχουλή κι έμοιαζε
με γιαγιά. Το χαμόγελό της ήταν συμπονετικό - ήθελα να πιστέψω σ’ αυτό το χαμόγελο. Στην
αρχή δεν έλεγε πολλά. Απλώς με άκουγε όσο μιλούσα. Της είπα για την παιδική μου ηλικία,
για το σπίτι μου, για τους γονείς μου. Και διαπίστωσα πως όσο τραυματικές κι αν ήταν οι
λεπτομέρειες που αφηγούμουν, δεν αισθανόμουν τίποτα. Ήμουν αποσυνδεδεμένος από τα
συναισθήματά μου, σαν χέρι κομμένο από τον καρπό. Μιλούσα για οδυνηρές αναμνήσεις και
αυτοκτονικές τάσεις - αλλά δεν μπορούσα να τις νιώσω.
Κάθε τόσο, όμως, σήκωνα το κεφάλι και κοίταζα το πρόσωπο της Ρουθ. Κι έβλεπα
έκπληκτος τα μάτια της να βουρκώνουν όσο με άκουγε. Ίσως φαίνεται ακατανόητο, αλλά
εκείνα τα δάκρυα δεν ήταν δικά της.
Ήταν δικά μου.
Τότε δεν καταλάβαινα. Ωστόσο, έτσι δουλεύει η ψυχοθεραπεία. Ο ασθενής μεταφέρει τα
μη αποδεκτά συναισθήματά του στον ψυχοθεραπευτή του: κι εκείνος κρατάει ό,τι φοβάται
να νιώσει αυτός και τα νιώθει στη θέση του. Και μετά, πολύ σταδιακά, του τα επιστρέφει.
Όπως η Ρουθ μού έδωσε πίσω τα δικά μου.
Συνεχίσαμε να βλεπόμαστε για αρκετά χρόνια με τη Ρουθ. Παρέμεινε η μόνη σταθερά στη
ζωή μου. Μέσω αυτής, έμαθα ένα καινούριο είδος σχέσης με έναν άλλο άνθρωπο, που
βασιζόταν στον αμοιβαίο σεβασμό, στην εντιμότητα, στην καλοσύνη, κι όχι στις κατηγορίες,
στην οργή και τη βία. Σιγά σιγά, άρχισα να αισθάνομαι διαφορετικά για τον εαυτό μου -
λιγότερο άδειος, πιο ικανός να βιώνω συναισθήματα, όχι τόσο φοβισμένος. Η μισητή χορωδία
μέσα μου δεν με άφησε ποτέ, μα τώρα είχα τη φωνή της Ρουθ για να την αντικρούσω και της
έδινα λιγότερη σημασία. Το αποτέλεσμα ήταν πως οι φωνές στο κεφάλι μου ησύχασαν κάπως
και ενίοτε εξαφανίζονταν για λίγο. Τότε αισθανόμουν γαλήνιος - έως και ευτυχισμένος
μερικές φορές.
Ήταν φως φανάρι πως η ψυχοθεραπεία μού έσωσε κυριολεκτικά τη ζωή. Και, το πιο
σημαντικό, μεταμόρφωσε την όλη ποιότητά της. Η ομιλητική θεραπεία υπήρξε βασική γι’
αυτό που έγινα - κατά μία πολύ ουσιαστική έννοια, με καθόρισε.
Ήταν η αποστολή μου, το ήξερα.
Μετά το πανεπιστήμιο, εκπαιδεύτηκα ως ψυχοθεραπευτής στο Λονδίνο. Σε όλη τη διάρκεια
της εκπαίδευσής μου, εξακολούθησα να βλέπω τη Ρουθ. Συνέχισε να με υποστηρίζει και να
με ενθαρρύνει, παρόλο που με προειδοποίησε να αντιμετωπίσω ρεαλιστικά τον δρόμο που
ακολουθούσα: «Δεν είναι περίπατος στο πάρκο», έτσι το έθεσε. Είχε δίκιο. Η δουλειά μου με
τους ασθενείς, το γεγονός ότι λέρωνα τα χέρια μου... ε, αποδείχτηκε πως δεν ήταν καθόλου
εύκολο πράγμα.
Θυμάμαι την πρώτη μου επίσκεψη σε μια ψυχιατρική μονάδα υψηλής ασφαλείας. Δεν είχαν
περάσει μερικά λεπτά απ’ τη στιγμή που έφτασα, όταν ένας ασθενής κατέβασε το παντελόνι
του, κάθισε ανακούρκουδα και ενεργήθηκε μπροστά μου, βγάζοντας έναν βρομερό σωρό από
κόπρανα. Κι άλλα επακόλουθα περιστατικά, λιγότερο εμετικά, αλλά εξίσου δραματικά -
αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας, προσπάθειες αυτοτραυματισμού, ανεξέλεγκτη
υστερία και θλίψη. Όλα μου φαίνονταν παραπάνω απ’ όσα μπορούσα να αντέξω. Όμως κάθε
φορά, με κάποιον τρόπο, αντλούσα από ένα ψυχικό σθένος που ως τώρα έμενε
ανεκμετάλλευτο. Με τον καιρό, έγινε πιο εύκολο.
Είναι περίεργο πόσο γρήγορα προσαρμόζεται κανείς στον θαυμαστό καινούριο κόσμο μιας
ψυχιατρικής μονάδας. Νιώθεις ολοένα και πιο άνετα με την τρέλα - κι όχι μόνο με την τρέλα
των άλλων, αλλά και με τη δική σου. Πιστεύω ότι είμαστε όλοι τρελοί, απλώς με διαφορετικό
τρόπο.
Να γιατί -και πώς- κατανοούσα την Αλίσια Μπέρενσον. Ήμουν από τους τυχερούς. Χάρη
σε μια επιτυχημένη θεραπευτική παρέμβαση σε νεαρή ηλικία, κατάφερα να τραβηχτώ από το
χείλος του ψυχικού σκότους. Στο μυαλό μου ωστόσο το άλλο αφήγημα παρέμενε για πάντα
μια δυνατότητα: θα μπορούσα να είχα τρελαθεί - και να μείνω ως το τέλος της ζωής μου σε
ένα ίδρυμα όπως η Αλίσια. Μα χάρη στη θεϊκή πρόνοια...
Δεν μπορούσα, φυσικά, να τα πω αυτά στην Ίντιρα Σάρμα όταν ρώτησε γιατί έγινα
ψυχοθεραπευτής. Στο κάτω κάτω, ήταν μια επιτροπή για συνέντευξη - και, αν μη τι άλλο,
ήξερα να παίζω το παιχνίδι.
«Τελικά», είπα, «πιστεύω ότι ψυχοθεραπευτή σε κάνει η εξάσκηση. Ανεξάρτητα από τις
αρχικές σου προθέσεις».
Η Ίντιρα έγνεψε σοβαρά. «Ναι, πολύ σωστά. Μεγάλη αλήθεια».
Η συνέντευξη πήγε καλά. Η εμπειρία μου από το Μπρόντμουρ μου έδινε ένα πλεονέκτημα,
είπε ηΊντιρα - δείχνοντας ότι μπορούσα να αντιμετωπίσω ακραίες ψυχολογικές καταστάσεις.
Μου πρόσφεραν επιτόπου τη θέση και δέχτηκα.
Έναν μήνα αργότερα, πήγαινα στο Γκρόουβ.
4 31

Έφτασα στο Γκρόουβ κυνηγημένος από έναν παγερό γεναριάτικο αέρα. Τα γυμνά δέντρα
στέκονταν σαν σκελετοί κατά μήκος του δρόμου. Ο ουρανός ήταν κάτασπρος, βαρύς από το
χιόνι που δεν είχε πέσει ακόμη.
Στάθηκα έξω από την είσοδο κι έβγαλα από την τσέπη μου τα τσιγάρα. Είχα να καπνίσω
πάνω από μία βδομάδα - έχοντας υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι αυτή τη φορά το εννοούσα,
θα το έκοβα για τα καλά. Κι ωστόσο, ήδη υπέκυπτα. Άναψα ένα τσιγάρο, ενοχλημένος με τον
εαυτό μου. Οι ψυχοθεραπευτές έχουν την τάση να θεωρούν το κάπνισμα σαν εκκρεμή
εξάρτηση, την οποία οποιοσδήποτε σωστός επαγγελματίας θα επεξεργαζόταν και θα
ξεπερνούσε. Δεν ήθελα να μπω μέσα και να βρομάω τσιγαρίλα, οπότε μασούλησα δυο μέντες
όσο κάπνιζα, χοροπηδώντας από το ένα πόδι στο άλλο.
Έτρεμα ολόκληρος - αλλά, αν θέλω να είμαι ειλικρινής, δεν ήταν τόσο από το κρύο όσο
από τη νευρικότητα. Με είχαν ζώσει οι αμφιβολίες. Ο διευθυντής μου στο Μπρόντμουρ μου
δήλωσε ξεκάθαρα πως έκανα λάθος. Υπαινίχτηκε πως η αναχώρησή μου σήμαινε τη διακοπή
μιας πολλά υποσχόμενης καριέρας και μίλησε περιφρονητικά για το Γκρόουβ· και ειδικά για
τον καθηγητή Διομήδη.
«Ανορθόδοξος άνθρωπος. Κάνει πολλή δουλειά με ομαδικές σχέσεις - συνεργάστηκε με
τον Φουλκς για ένα διάστημα. Τη δεκαετία του ’80 διεύθυνε μια εναλλακτική θεραπευτική
κοινότητα στο Χάρτφορντσιρ. Αυτά τα είδη θεραπείας δεν είναι οικονομικά βιώσιμα, ειδικά
στις μέρες μας...» Δίστασε για λίγο και μετά πρόσθεσε χαμηλώνοντας τη φωνή του: «Δεν
προσπαθώ να σε φοβίσω, Θίο. Ακόυσα όμως φήμες ότι θα το κλείσουν το μέρος. Υπάρχει
πιθανότητα να βρεθείς άνεργος σε έξι μήνες... Είσαι σίγουρος πως δεν θέλεις να το
ξανασκεφτείς;»
Περίμενα λίγο, αλλά μόνο από ευγένεια.
«Απολύτως σίγουρος», απάντησα.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Έχω την εντύπωση ότι πρόκειται για επαγγελματική
αυτοκτονία. Αφού όμως το αποφάσισες...»
Δεν του είπα για την Αλίσια Μπέρενσον και την επιθυμία μου να την αναλάβω. Θα
μπορούσα να του το θέσω με όρους που θα καταλάβαινε: ότι η θεραπεία της ίσως κατέληγε
σε κάποιο βιβλίο ή δημοσίευση. Μα ήξερα πως δεν είχε νόημα· και πάλι θα έλεγε ότι έκανα
λάθος. Ίσως και να είχε δίκιο. Ήμουν έτοιμος να το ανακαλύψω.
Έσβησα το τσιγάρο μου, κατέπνιξα τη νευρικότητά μου και μπήκα μέσα.
Το Γκρόουβ στεγαζόταν στην παλαιότερη πτέρυγα του νοσοκομείουΈτζγουεαρ. Το αρχικό
βικτοριανό οίκημα από κόκκινα τούβλα είχε περικυκλωθεί έκτοτε από ψηλότερες,
μεγαλύτερες και γενικά ασχημότερες προσθήκες και προεκτάσεις. Το Γκρόουβ βρισκόταν
στην καρδιά αυτού του συγκροτήματος. Η μόνη νύξη πως οι ασθενείς του ήταν επικίνδυνοι
ήταν η σειρά από κάμερες ασφαλείας πάνω στα συρματοπλέγματα που έμοιαζαν με όρνια.
Στη ρεσεψιόν είχε γίνει κάθε προσπάθεια ώστε να φαίνεται φιλική - υπήρχαν μεγάλοι μπλε
καναπέδες, άτεχνες, παιδιάστικες ζωγραφιές ασθενών κρεμασμένες στους τοίχους. Μου
έμοιαζε περισσότερο σαν νηπιαγωγείο παρά σαν ψυχιατρική μονάδα υψηλής ασφαλείας.
Στο πλευρό μου εμφανίστηκε ένας ψηλός άντρας. Μου χαμογέλασε και μου έτεινε το χέρι.
Συστήθηκε ως Γιούρι, επικεφαλής των νοσηλευτών.
«Καλωσόρισες στο Γκρόουβ», είπε ο Γιούρι. «Πολύ φοβάμαι ότι δεν υπάρχει επιτροπή
υποδοχής. Μόνο εγώ».
Ο Γιούρι ήταν εμφανίσιμος, γεροδεμένος και κόντευε τα σαράντα. Είχε σκούρα μαλλιά και
πάνω από τον γιακά του διακρινόταν ένα τατουάζ. Μύριζε καπνό και υπερβολικά γλυκό άφτερ
σέιβ. Και παρόλο που μιλούσε με προφορά, τα αγγλικά του ήταν άπταιστα.
«Ήρθα από τη Λετονία πριν από εφτά χρόνια», μου εξήγησε, «και δεν ήξερα γρι αγγλικά,
αλλά μέσα σ’ έναν χρόνο απέκτησα ευχέρεια».
«Πολύ εντυπωσιακό».
«Μπα, μη νομίζεις. Τα αγγλικά είναι εύκολη γλώσσα. Πού να δεις τα λετονικά».
Γέλασε κι έπιασε την αλυσίδα με τα κλειδιά που κουδούνιζε γύρω από τη μέση του.Έβγαλε
ένα σετ και μου το έδωσε.
«Αυτά θα τα χρειαστείς για τους μεμονωμένους θαλάμους. Και πρέπει να μάθεις τους
κωδικούς για τις πτέρυγες».
«Πολλά είναι. Στο Μπρόντμουρ είχα λιγότερα κλειδιά».
«Ναι. Αυξήσαμε κάμποσο τα μέτρα ασφαλείας πρόσφατα - από τότε που ανέλαβε η
Στέφανι».
«Ποια είναι η Στέφανι;»
Ο Γιούρι δεν απάντησε - αλλά έγνεψε στη γυναίκα που βγήκε από ένα γραφείο πίσω από
τον πάγκο της ρεσεψιόν. Ήταν από την Καραϊβική, γύρω στα σαράντα πέντε, με τα μαλλιά
της χτενισμένα σ’ ένα αυστηρό κοντό καρέ. «Εγώ είμαι η Στέφανι Κλαρκ», είπε. «Η
διευθύντρια του Γκρόουβ».
Μου χαμογέλασε χωρίς καμία πειστικότητα. Σφίγγοντας το χέρι της, παρατήρησα ότι η
χειραψία της ήταν πιο σφιχτή και δυνατή από του Γιούρι και όχι τόσο εγκάρδια.
«Σαν διευθύντρια αυτής της μονάδας», πρόσθεσε, «πρώτη μου προτεραιότητα είναι η
ασφάλεια. Τόσο των ασθενών όσο και του προσωπικού. Αν δεν είσαι εσύ ασφαλής, δεν είναι
ούτε και οι ασθενείς σου». Έπειτα μου έδωσε ένα μικρό μηχάνημα - έναν προσωπικό
συναγερμό. «Να το κουβαλάς πάντα μαζί σου. Μην το αφήνεις στο γραφείο σου».
Αντιστάθηκα στον πειρασμό να απαντήσω: «Μάλιστα, κυρία». Καλύτερα να με έπαιρνε με
καλό μάτι, αν ήθελα να είναι εύκολη η ζωή μου. Αυτή ήταν η τακτική που ακολουθούσα
παλιότερα που είχα να κάνω με αυταρχικούς διευθυντές - απέφευγα τις αντιπαραθέσεις και
επιδίωκα να περνάω απαρατήρητος.
«Χαίρομαι που σε γνωρίζω, Στέφανι», είπα χαμογελώντας.
Εκείνη έγνεψε καταφατικά, αλλά δεν μου ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Ο Γιούρι θα σου δείξει
το γραφείο σου». Έκανε μεταβολή κι έφυγε, χωρίς να μου ρίξει δεύτερη ματιά.
«Ακολούθησέ με», είπε ο Γιούρι.
Πήγα μαζί του στην είσοδο της πτέρυγας - μια μεγάλη, ενισχυμένη ατσάλινη πόρτα. Δίπλα
ένας φύλακας ήταν υπεύθυνος για τον ανιχνευτή μετάλλων. 3=

«Είμαι σίγουρος πως ξέρεις τη διαδικασία», είπε ο Γιούρι. «Απαγορεύονται τα αιχμηρά


αντικείμενα και οτιδήποτε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως όπλο».
«Και οι αναπτήρες επίσης», πρόσθεσε ο φύλακας καθώς μου έκανε σωματική έρευνα,
ψαρεύοντας τον αναπτήρα από την τσέπη μου με ένα επιτιμητικό βλέμμα.
«Συγγνώμη», απολογήθηκα. «Τον είχα ξεχάσει».
Ο Γιούρι μού έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. «Θα σου δείξω το γραφείο σου», είπε. «Όλοι
βρίσκονται στη συνάντηση της Κοινότητας, οπότε έχει ησυχία».
«Μπορώ να πάω κι εγώ;»
«Στη συνάντηση;» Ο Γιούρι έδειξε να ξαφνιάζεται. «Δεν θέλεις να τακτοποιηθείς πρώτα;»
«Μπορώ να τακτοποιηθώ αργότερα. Αν δεν σε πειράζει».
Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Όπως θέλεις. Από δω».
Με οδήγησε σε διάφορους διαδρόμους που συνδέονταν με κλειδωμένες πόρτες - σ’ έναν
ρυθμό από δυνατούς θορύβους, σύρτες, κλειδιά που γύριζαν σε κλειδαριές. Η πορεία μας
ήταν αργή.
Ήταν ολοφάνερο πως εδώ και κάμποσα χρόνια δεν είχαν δοθεί χρήματα για τη συντήρηση
του κτιρίου: η μπογιά ξεφλούδιζε από τους τοίχους και στους διαδρόμους πλανιόταν μια
ανεπαίσθητη μυρωδιά μούχλας και σαπίλας.
Ο Γιούρι σταμάτησε μπροστά σε μια κλειστή πόρτα κι έγνεψε. «Εδώ είναι όλοι», με
πληροφόρησε. «Ορίστε».
«Εντάξει, ευχαριστώ».
Δίστασα λίγο, για να προετοιμαστώ. Έπειτα άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα.
5 36

Η συνάντηση της Κοινότητας γινόταν σ’ ένα μακρόστενο δωμάτιο με καγκελόφραχτα


παράθυρα που έβλεπαν σ’ έναν τοίχο από κόκκινα τούβλα. Η ατμόσφαιρα μύριζε καφέ, μαζί
με ίχνη από το άφτερ σέιβ του Γιούρι. Γύρω στα τριάντα άτομα κάθονταν σ’ έναν κύκλο. Οι
περισσότεροι κρατούσαν χάρτινα ποτήρια με τσάι ή καφέ, χασμουριούνταν κι έβαζαν τα
δυνατά τους να ξυπνήσουν. Μερικοί, έχοντας πιει τον καφέ τους, έπαιζαν με τα άδεια ποτήρια,
τσαλακώνοντάς τα, δίνοντάς τους επίπεδο σχήμα ή σκίζοντάς τα σε λουρίδες.
Η συνάντηση γινόταν μία ή δύο φορές τη μέρα· ήταν κάτι ανάμεσα σε διοικητική σύσκεψη
και ομαδική ψυχοθεραπεία. Τα θέματα που συζητιούνταν στην ημερήσια διάταξη είχαν σχέση
με τη λειτουργία της μονάδας ή τη φροντίδα των ασθενών. Όπως αρεσκόταν να λέει ο
καθηγητής Διομήδης, ήταν μια απόπειρα να εμπλέξουν τους ίδιους τους ασθενείς στη
θεραπεία τους και να τους ενθαρρύνουν να αναλάβουν την ευθύνη για την ψυχική τους υγεία·
περιττό να πούμε ότι αυτές οι απόπειρες δεν ήταν πάντα επιτυχημένες. Η προϊστορία του
Διομήδη στην ομαδική ψυχοθεραπεία σήμαινε ότι είχε αδυναμία στις κάθε είδους συναντήσεις
και παρότρυνε να γίνεται όσο το δυνατόν περισσότερη ομαδική δουλειά. Θα μπορούσε
κάποιος να πει ότι ήταν πιο ευτυχισμένος μπροστά σε ακροατήριο. Μοιάζει λίγο με θεατρικό
ιμπρεσάριο, συλλογίστηκα, καθώς σηκώθηκε να με υποδεχτεί με χέρια απλωμένα και μου
έκανε νόημα να πλησιάσω.
«Θίο. Ήρθες. Έλα, κάθισε μαζί μας».
Μιλούσε με αχνή ελληνική προφορά, που μετά βίας διακρινόταν - την είχε χάσει σχεδόν
τελείως, μια που έμενε στην Αγγλία πάνω από τριάντα χρόνια.Ήταν γοητευτικός άντρας και,
παρόλο που είχε περάσει τα εξήντα, έδειχνε πολύ νεότερος. Η νεανική, σκανταλιάρικη
συμπεριφορά του θύμιζε περισσότερο άτακτο θείο παρά ψυχίατρο. Αυτό δεν σημαίνει πως
δεν ήταν αφοσιωμένος στους ασθενείς του - το πρωί έφτανε πριν από τις καθαρίστριες και
το βράδυ έμενε κάμποση ώρα αφότου η πρωινή βάρδια παρέδιδε στη βραδινή, ενώ μερικές
φορές κοιμόταν στον καναπέ του γραφείου του. Ο Διομήδης, που ήταν δυο φορές χωρισμένος,
έλεγε χαριτολογώντας πως ο τρίτος και πιο πετυχημένος γάμος του ήταν το Γκρόουβ.
«Κάθισε εδώ», με κάλεσε, δείχνοντας μια άδεια καρέκλα δίπλα του. «Κάτσε, κάτσε, κάτσε».
Υπάκουσα. Ο Διομήδης με παρουσίασε επίσημα:
«Επιτρέψτε μου να σας συστήσω τον καινούριο μας ψυχοθεραπευτή, τον Θίο Φέιμπερ.
Ελπίζω να καλωσορίσετε μαζί μου τον Θίο στη μικρή μας οικογένεια...»
Όσο μιλούσε ο Διομήδης, έριξα μια ματιά στον κύκλο, ψάχνοντας την Αλίσια. Μα δεν την
έβλεπα πουθενά. Εκτός από τον καθηγητή Διομήδη που ήταν άψογα ντυμένος με κοστούμι
και γιλέκο, οι υπόλοιποι φορούσαν κυρίως κοντομάνικα πουκάμισα ή μπλουζάκια. Ήταν
δύσκολο να καταλάβεις ποιοι ήταν ασθενείς και ποιοι μέλη του προσωπικού.
Ένα δυο πρόσωπα ήταν οικεία - ο Κρίστιαν, για παράδειγμα. Τον ήξερα από το
Μπρόντμουρ. Ένας ψυχίατρος με σπασμένη μύτη και σκούρα γένια, που έπαιζε ράγκμπι.
Όμορφος, με μια τραχιά γοητεία.Έφυγε από το Μπρόντμουρ λίγο αφότου πήγα εγώ. Δεν τον
συμπαθούσα ιδιαίτερα· για να είμαι δίκαιος, όμως, δεν τον γνώριζα καλά, μια που δεν είχα
συνεργαστεί για πολύ καιρό μαζί του.
Θυμόμουν την Ίντιρα, βέβαια, από τη συνέντευξη. Μου χαμογέλασε κι αισθάνθηκα
ευγνωμοσύνη, γιατί το μοναδικό φιλικό πρόσωπο ήταν το δικό της. Οι ασθενείς με αγριο­
κοίταξαν με κακόθυμη δυσπιστία. Δεν τους αδικούσα. Η κακοποίηση που είχαν υποστεί -
σωματική, ψυχολογική, σεξουαλική- σήμαινε πως θα περνούσε καιρός μέχρι να μπορέσουν
να με εμπιστευτούν· αν τα κατάφερναν ποτέ. Ήταν όλες γυναίκες - κι οι πιο πολλές είχαν
τραχιά χαρακτηριστικά, με ρυτίδες και ουλές. Η ζωή τους είχε υπάρξει δύσκολη, γιατί τα
τρομερά πράγματα που υπέφεραν τις είχαν ωθήσει να καταφύγουν στην ερημιά της ψυχικής
ασθένειας· το ταξίδι τους είχε χαραχτεί στα πρόσωπά τους, ήταν αδύνατο να το παραβλέψεις.
Μα πού ήταν η Αλίσια Μπέρενσον; Κοίταξα ξανά γύρω μου, αλλά και πάλι δεν κατάφερα
να την εντοπίσω. Και τότε το συνειδητοποίησα - κοίταζα κατευθείαν προς το μέρος της. Η
Αλίσια καθόταν ακριβώς απέναντι μου, στην άλλη μεριά του κύκλου.
Δεν την είχα δει επειδή ήταν αόρατη.
Ήταν γερμένη μπροστά στην καρέκλα της και προφανώς βαριά ναρκωμένη. Κρατούσε με
το τρεμάμενο χέρι της ένα χάρτινο κυπελλάκι γεμάτο τσάι που χυνόταν σ’ ένα σταθερό ρυάκι
στο πάτωμα. Συγκρατήθηκα και δεν πήγα να της ισιώσω το ποτήρι. Ήταν τόσο αλλού, που
ανάθεμα κι αν θα το πρόσεχε.
Δεν περί μένα να τη βρω σε τόσο οικτρή κατάσταση. Υπήρχαν κάποια ίχνη από την παλιά
ομορφιά της: τα βαθυγάλανα μάτια της· η τέλεια συμμετρία του προσώπου της. Μα ήταν
υπερβολικά αδύνατη κι έμοιαζε βρόμικη. Τα μακριά κόκκινα μαλλιά της κρέμονταν
μπερδεμένα στους ώμους της. Τα νύχια της ήταν φαγωμένα και σκισμένα. Στους καρπούς της
διακρίνονταν αχνές ουλές - οι ίδιες ουλές που είχε αναπαραστήσει πιστά στο πορτρέτο
Αλκηστη. Τα δάχτυλά της δεν σταματούσαν να τρέμουν, αναμφίβολα παρενέργεια από το
κοκτέιλ φαρμάκων που έπαιρνε - ρισπεριδόνη και άλλα βαριά αντιψυχωσικά. Και γύρω από
το ανοιχτό στόμα της μαζευόταν γυαλιστερό σάλιο· ανεξέλεγκτη σιελόρροια, άλλη μια
ατυχής παρενέργεια των φαρμάκων.
Πρόσεξα ότι ο Διομήδης με κοίταζε. Τράβηξα το βλέμμα μου από την Αλίσια κι
επικεντρώθηκα σ’ αυτόν.
«Θίο, είμαι σίγουρος ότι θα συστηθείς καλύτερα μόνος σου», είπε. «Θέλεις να πεις δυο
λόγια;»
«Ευχαριστώ», απάντησα γνέφοντας καταφατικά. «Βασικά, δεν έχω να προσθέσω κάτι.
Απλώς ότι είμαι πολύ ευτυχής που βρίσκομαι εδώ. Γεμάτος ενθουσιασμό, νευρικότητα,
ελπίδα. Και ανυπομονώ να σας γνωρίσω καλύτερα όλους - ειδικά τις ασθενείς. Εγώ...»
Με διέκοψε ένας δυνατός κρότος, καθώς η πόρτα άνοιξε απότομα. Στην αρχή νόμισα πως
είχα παραισθήσεις. Μια θεόρατη γυναίκα χίμηξε μέσα στο δωμάτιο κρατώντας δυο
ακανόνιστα ξύλινα παλούκια, τα οποία ύψωσε πάνω απ’ το κεφάλι της κι ύστερα τα πέταξε
σαν λόγχες προς το μέρος μας. Μια από τις ασθενείς σκέπασε τα μάτια της και πάτησε μια
τσιρίδα.
Περίμενα σχεδόν τις λόγχες να μας καρφώσουν· μα έπεσαν με δύναμη στο πάτωμα, στη
μέση του κύκλου. Και τότε είδα πως δεν ήταν λόγχες. Ήταν μια στέκα του μπιλιάρδου
σπασμένη στα δύο. Η θεόρατη γυναίκα, μια μελαχρινή Τουρκάλα μεταξύ σαράντα και
πενήντα χρονών, ούρλιαξε:
«Έχω τσαντιστεί πολύ. Η γαμημένη η στέκα είναι σπασμένη εδώ και μία βδομάδα κι ακόμη
δεν την έχετε αντικαταστήσει, γαμώτη μου».
«Πρόσεχε πώς μιλάς, Ελίφ», την προειδοποίησε ο Διομήδης. «Δεν πρόκειται να συζητήσω
το θέμα της στέκας μέχρι να αποφασίσουμε αν πρέπει ή όχι να σου επιτρέψουμε να
συμμετέχεις στη συνεδρίαση της Κοινότητας, μια που ήρθες τόσο καθυστερημένη».Έστρεψε
πονηρά το κεφάλι του και πέταξε το μπαλάκι σ’ εμένα. «Εσύ τι λες, Θίο;»
Πετάρισα τα βλέφαρά μου και μου πήρε ένα δευτερόλεπτο μέχρι να βρω τη φωνή μου.
«Θεωρώ σημαντικό να σεβόμαστε τα χρονικά όρια και να ερχόμαστε στην ώρα μας στη...»
«Όπως έκανες εσύ, εννοείς;» πετάχτηκε ένας άντρας από την απέναντι μεριά του κύκλου.
Στράφηκα και διαπίστωσα πως ήταν ο Κρίστιαν, που γελούσε με το αστείο του.
Χαμογέλασα βεβιασμένα και απευθύνθηκα πάλι στην Ελίφ.
«Έχει απόλυτο δίκιο, κι εγώ άργησα σήμερα το πρωί. Ίσως, λοιπόν, είναι ένα μάθημα που
μπορούμε να μάθουμε μαζί».
«Τι κάθεσαι και μου τσαμπουνάς;» είπε εκείνη. «Και ποιος σκατά είσαι εσύ;»
«Ελίφ. Μάζεψε τη γλώσσα σου», τη μάλωσε πάλι ο Διομήδης. «Μη με αναγκάσεις να σου
επιβάλω πειθαρχία. Κάτσε κάτω».
Η Ελίφ παρέμεινε όρθια. «Και τι θα γίνει με τη στέκα;»
Έκανε την ερώτηση στον Διομήδη - κι αυτός με κοίταξε, περιμένοντας να απαντήσω.
«Ελίφ, καταλαβαίνω πως είσαι θυμωμένη για τη στέκα», είπα. «Υποψιάζομαι πως όποιος κι
αν την έσπασε θα ήταν κι αυτός θυμωμένος. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα τι κάνουμε με τον
θυμό σ’ ένα ίδρυμα σαν αυτό. Τι λες να μείνουμε σε αυτό το θέμα και να κουβεντιάσουμε λίγο
για τον θυμό; Δεν θες να καθίσεις;»
Η Ελίφ έκανε μια γκριμάτσα. Ωστόσο, κάθισε σε μια καρέκλα.
Η Ίντιρα έγνεψε ευχαριστημένη. Αρχίσαμε με την Ίντιρα να μιλάμε για τον θυμό,
προσπαθώντας να παρασύρουμε τις ασθενείς σε μια συζήτηση για τα συναισθήματα της
οργής τους. Θεώρησα πως δουλέψαμε καλά μαζί. Ένιωθα τον Διομήδη να παρακολουθεί,
αξιολογώντας την απόδοσή μου. Φαινόταν ικανοποιημένος.
Έριξα μια ματιά στην Αλίσια. Και, προς μεγάλη μου έκπληξη, με κοίταζε - ή έστω κοίταζε
προς το μέρος μου. Η έκφρασή της είχε μια αόριστη θολούρα, σαν να αγωνιζόταν για να
εστιάσει το βλέμμα της και να δει.
Αν μου έλεγε κάποιος πως αυτό το σπασμένο κέλυφος ήταν κάποτε η καταπληκτική Αλίσια
Μπέρενσον, που όσοι τη γνώριζαν την περιέγραφαν ως εκθαμβωτική, συναρπαστική, γεμάτη
ζωή - πολύ απλά δεν θα το πίστευα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως πήρα τη σωστή απόφαση
όταν ήρθα στο Γκρόουβ. Όλες οι επιφυλάξεις μου εξανεμίστηκαν. Αποφάσισα να μη
σταματήσω μπροστά σε τίποτα προκειμένου η Αλίσια να γίνει ασθενής μου.
Δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο: η Αλίσια ήταν χαμένη. Είχε εξαφανιστεί.
Κι εγώ σκόπευα να τη βρω.
6 42

Το γραφείο του καθηγητή Διομήδη βρισκόταν στο πιο εξαθλιωμένο σημείο του
νοσοκομείου. Από τις γωνίες κρέμονταν αράχνες και μόνο δυο τρία φώτα λειτουργούσαν
στον διάδρομο. Χτύπησα την πόρτα και μεσολάβησε μια σύντομη σιωπή ώσπου να ακούσω
τη φωνή του από μέσα.
«Εμπρός».
Γύρισα το πόμολο και η πόρτα άνοιξε τρίζοντας. Αυτό που μου έκανε αμέσως εντύπωση
ήταν η μυρωδιά του χώρου. Ήταν εντελώς διαφορετική από αυτή του υπόλοιπου
νοσοκομείου. Δεν μύριζε αντισηπτικό ή χλωρίνη· ήταν παράξενο, αλλά μύριζε σαν ορχήστρα:
ξύλο, χορδές και δοξάρια, βερνίκι και κερί. Τα μάτια μου χρειάστηκαν μερικά λεπτά για να
προσαρμοστούν στο μισοσκόταδο και τότε πρόσεξα ένα πιάνο κολλημένο στον έναν τοίχο·
πολύ περίεργο να βρίσκεται κάτι τέτοιο σ’ ένα νοσοκομείο. Μέσα στις σκιές γυάλιζαν καμιά
εικοσαριά μεταλλικά αναλόγια και πάνω σ’ ένα τραπέζι είδα μια στοίβα με παρτιτούρες· έναν
ετοιμόρροπο χάρτινο πύργο που προσπαθούσε να φτάσει στον ουρανό. Σε ένα άλλο τραπέζι
βρισκόταν ένα βιολί δίπλα σ’ ένα όμποε κι ένα φλάουτο. Και πιο πέρα, μια άρπα - ένα τεράστιο
όργανο με υπέροχο ξύλινο πλαίσιο και μια βροχή από χορδές.
Είχα μείνει μ’ ανοιχτό το στόμα. Ο Διομήδης γέλασε.
«Απορείς με τα όργανα;» με ρώτησε. Καθόταν στο γραφείο του και χασκογελούσε.
«Δικά σας είναι;»
«Δικά μου. Η μουσική είναι το χόμπι μου. Όχι, ψέματα - είναι το πάθος μου». Κούνησε
θεατρινίστικα το δάχτυλό του στον αέρα. Ο καθηγητής συνήθιζε να μιλάει με ζωηρό τρόπο,
χρησιμοποιώντας μια μεγάλη γκάμα από χειρονομίες για να συνοδεύει και να υπογραμμίζει
τα λόγια του - σαν να διεύθυνε μια αόρατη ορχήστρα. «Διευθύνω μια άτυπη ορχήστρα», μου
εξήγησε, «ανοιχτή σε οποιονδήποτε θέλει να συμμετέχει, τόσο από το προσωπικό όσο και
από τους ασθενείς. Βρίσκω τη μουσική εξαιρετικά αποτελεσματικό θεραπευτικό εργαλείο».
Έκανε μια παύση και μετά τραγούδησε ρυθμικά και μελωδικά: «Η μουσική έχει χάρες που
κατευνάζουν την άγρια ψυχή...* Δεν συμφωνείς;»
«Είμαι σίγουρος πως έχετε δίκιο».
«Χμ». Ο Διομήδης με περιεργάστηκε για μια στιγμή. «Εσύ παίζεις;»
«Τι να παίζω;»
«Οτιδήποτε. Μια αρχή είναι το τρίγωνο».
Έγνεψα αρνητικά. «Δεν έχω ιδιαίτερο ταλέντο στη μουσική. Όταν ήμουν μικρός, έπαιζα
φλογέρα στο σχολείο. Αυτό ήταν όλο».
«Δηλαδή, ξέρεις να διαβάζεις νότες; Αυτό είναι πλεονέκτημα. Ωραία. Διάλεξε όποιο
όργανο θες. Θα σε μάθω εγώ».
Χαμογέλασα κι έγνεψα πάλι αρνητικά. «Φοβάμαι πως δεν είμαι αρκετά υπομονετικός».
«Δεν είσαι; Η υπομονή πάντως είναι μια αρετή που καλά θα έκανες να καλλιεργήσεις ως
ψυχοθεραπευτής. Στα νιάτα μου, ξέρεις, δεν είχα αποφασίσει αν θα έπρεπε να γίνω μουσικός,
παπάς ή γιατρός». Ο Διομήδης γέλασε. «Και τώρα είμαι και τα τρία». *
«Φαντάζομαι πως αυτό ισχύει».
«Να σου πω», συνέχισε αλλάζοντας θέμα χωρίς την παραμικρή παύση, «εγώ ήμουν η
αποφασιστική ψήφος στη συνέντευξή σου. Υποστήριξα σθεναρά την πρόσληψή σου. Ξέρεις
γιατί; Είδα κάτι σ’ εσένα, Θίο. Μου θυμίζεις τον εαυτό μου. Ποιος ξέρει;Ίσως σε μερικά χρόνια
να διευθύνεις εσύ αυτό το μέρος». Άφησε την πρόταση να αιωρείται για μια στιγμή κι έπειτα
στέναξε. «Αν υπάρχει ακόμη, φυσικά».
«Λέτε να μην υπάρχει;»
«Ποιος ξέρει; Λίγοι οι ασθενείς, πολύ το προσωπικό. Συνεργαζόμαστε στενά με το Ίδρυμα,
για να δούμε αν μπορούμε να βρούμε κάποιο μοντέλο που να είναι περισσότερο “βιώσιμο
οικονομικά”. Πράγμα που σημαίνει ότι διαρκώς μας παρακολουθούν, μας αξιολογούν - μας
κατασκοπεύουν. Θα με ρωτήσεις βέβαια, πώς είναι δυνατόν να κάνουμε θεραπευτική δουλειά
υπό τέτοιες συνθήκες; Όπως είπε κι ο Γουίνικοτ, δεν γίνεται να κάνεις ψυχοθεραπεία σε ένα
κτίριο που έχει πιάσει φωτιά». Ο καθηγητής κούνησε το κεφάλι του και ξαφνικά φάνηκε η
ηλικία του - έμοιαζε εξαντλημένος, αποκαμωμένος. Χαμήλωσε τη φωνή του και ψιθύρισε
συνωμοτικά: «Πιστεύω ότι η διευθύντρια, η Στέφανι Κλαρκ, τα έχει κάνει πλακάκια μαζί τους.
Άλλωστε, το Ίδρυμα πληρώνει τον μισθό της. Παρακολούθησέ την και θα καταλάβεις τι
εννοώ».
Σκέφτηκα ότι ο Διομήδης ακουγόταν λιγάκι παρανοϊκός, ίσως όμως ήταν κατανοητό. Δεν
ήθελα να πω κάτι λάθος, οπότε παρέμεινα διπλωματικά σιωπηλός για λίγο. Κι ύστερα...
«Θέλω να σας ρωτήσω κάτι», είπα. «Σχετικά με την Αλίσια».
«Την Αλίσια Μπέρενσον;» Ο Διομήδης με κοίταξε περίεργα. «Τι τρέχει;»
«Αναρωτιέμαι τι είδους θεραπεία ακολουθείτε. Κάνει ατομικές συνεδρίες ψυχοθεραπείας;»
«Όχι».
«Υπάρχει λόγος γι’ αυτό;»
«Το δοκιμάσαμε - και το εγκαταλείψαμε».
«Γιατί; Ποιος την είδε; Η Ίντιρα;»
«Όχι». Ο Διομήδης έγνεψε αρνητικά. «Βασικά, εγώ ο ίδιος είδα την Αλίσια».
«Μάλιστα. Τι συνέβη;»
Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Αρνήθηκε να έρθει στο γραφείο μου, οπότε πήγαινα
εγώ στο δωμάτιό της. Σε όλες τις συνεδρίες καθόταν απλώς στο κρεβάτι της και κοίταζε έξω
απ’ το παράθυρο. Αρνιόταν, φυσικά, να μιλήσει. Αρνιόταν ακόμα και να με κοιτάξει». Σήκωσε
απελπισμένος τα χέρια του. «Αποφάσισα πως ήταν χάσιμο χρόνου η όλη προσπάθεια».
Έγνεψα καταφατικά. «Υποθέτω... να, αναρωτιέμαι για τη μεταβίβαση...»
«Ναι;» Ο Διομήδης με κοίταξε γεμάτος περιέργεια. «Για συνέχισε».
«Δεν υπάρχει μια πιθανότητα να σας είδε σαν εξουσιαστική φιγούρα... πιθανώς -
ενδεχομένως τιμωρητική; Δεν έχω ιδέα πώς ήταν η σχέση της με τον πατέρα της, αλλά...»
Ο καθηγητής με άκουγε με ένα αδιόρατο χαμόγελο, σαν να του έλεγαν κάποιο αστείο και
περίμενε την ατάκα. «Και πιστεύεις ότι ίσως της φανεί ευκολότερο να σχετιστεί με κάποιον
νεότερο;» ρώτησε. «Άσε με να μαντέψω... Κάποιον σαν κι εσένα; Νομίζεις πως μπορείς να
τη βοηθήσεις, Θίο; Να σώσεις την Αλίσια; Να την κάνεις να μιλήσει;»
«Δεν ξέρω αν μπορώ να τη σώσω, πάντως θα ήθελα να τη βοηθήσω. Να προσπαθήσω,
έστω».
Ο Διομήδης χαμογέλασε με την ίδια πάντα ευθυμία. «Δεν είσαι ο πρώτος. Κι εγώ πίστευα
ότι θα τα κατάφερνα. Η Αλίσια είναι μια σιωπηλή σειρήνα, αγόρι μου, που μας παρασέρνει σε
βράχια όπου γίνονται κομμάτια οι θεραπευτικές φιλοδοξίες μας. Μου έδωσε ένα πολύτιμο
μάθημα για την αποτυχία», πρόσθεσε συνεχίζοντας να χαμογελάει. «Ίσως χρειάζεται να
πάρεις κι εσύ το ίδιο μάθημα».
Τον κοίταξα κατάματα με τόλμη. «Εκτός, βέβαια, κι αν πετύχω».
Το χαμόγελο του Διομήδη εξαφανίστηκε κι έδωσε τη θέση του σε μια ανεξιχνίαστη
έκφραση. Έμεινε για λίγο σιωπηλός, κι έπειτα πήρε την απόφασή του.
«Θα δούμε, εντάξει; Πρέπει πρώτα να γνωρίσεις την Αλίσια. Δεν έχετε συστηθεί, έτσι δεν
είναι;»
«Όχι ακόμη, όχι».
«Τότε πες στον Γιούρι να το κανονίσει. Και μετά έλα να μου δώσεις αναφορά».
«Ωραία», απάντησα, προσπαθώντας να κρύψω την έξαψη που με συνεπήρε. «Ετσι θα γίνει».

* Από το θεατρικό έργο The Mourning Bride (1697) του Γουίλιαμ Κόνγκριβ, σημαντικού
Αγγλου θεατρικού συγγραφέα και ποιητή της Παλινόρθωσης. (ΣτΜ)
7 47

Το δωμάτιο της ψυχοθεραπείας ήταν ένα μικρό, στενό τετράγωνο· γυμνό σαν κελί φυλακής,
ή και ακόμα πιο άδειο. Το παράθυρο ήταν κλειστό, σιδερόφρακτο. Ένα κουτί χαρτομάντιλα
σε έντονο ροζ χρώμα έδινε μια παράφωνα χαρωπή νότα στον χώρο - μάλλον η 'Ιντιρα θα το
είχε βάλει εκεί: δεν μπορούσα να φανταστώ τον Κρίστιαν να προσφέρει χαρτομάντιλα στους
ασθενείς του.
Κάθισα στη μια από τις δύο ταλαιπωρημένες και ξεθωριασμένες πολυθρόνες. Τα λεπτά
περνούσαν. Η Αλίσια δεν φαινόταν. Λες να μην ερχόταν; Ίσως είχε αρνηθεί να με γνωρίσει.
Είχε αναμφίβολα αυτό το δικαίωμα.
Νιώθοντας ανυπόμονος, αγχωμένος και νευρικός, πετάχτηκα όρθιος και πλησίασα στο
παράθυρο. Κοίταξα μέσα από τα κάγκελα.
Το προαύλιο βρισκόταν τρεις ορόφους πιο κάτω. Ήταν μεγάλο όσο ένα γήπεδο τένις και
το περικύκλωναν τοίχοι από κόκκινο τούβλο· πολύ ψηλοί για να τους σκαρφαλώσει κανείς,
παρόλο που σίγουρα όλο και κάποιοι θα είχαν προσπαθήσει. Κάθε απόγευμα έβγαζαν έξω τις
ασθενείς για μισή ώρα, ώστε να πάρουν καθαρό αέρα, είτε ήθελαν είτε όχι· και, με τέτοια
παγωνιά, δεν τις αδικούσα που αντιστέκονταν. Μερικές στέκονταν μόνες τους
μουρμουρίζοντας ή βημάτιζαν πέρα-δώθε σαν αεικίνητα ζόμπι, χωρίς να πηγαίνουν πουθενά.
Άλλες ήταν μαζεμένες σε παρέες και συζητούσαν, κάπνιζαν, διαφωνούσαν. Οι φωνές, οι
τσιρίδες και τα παράξενα αψίθυμα γέλια έφταναν ως τα αφτιά μου.
Στην αρχή δεν έβλεπα την Αλίσια. Έπειτα την εντόπισα. Στεκόταν ολομόναχη στην άκρη
της αυλής, κοντά στον τοίχο. Ασάλευτη σαν άγαλμα. Ο Γιούρι διέσχισε την αυλή και πήγε
προς το μέρος της. Μίλησε στη νοσοκόμα που στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα. Η νοσοκόμα
έγνεψε καταφατικά. Ο Γιούρι πλησίασε την Αλίσια αργά, επιφυλακτικά, σαν να ήταν ένα
απρόβλεπτο ζώο.
Του είχα πει να μην μπει σε πολλές λεπτομέρειες, απλώς να πει στην Αλίσια πως ο
καινούριος ψυχοθεραπευτής της μονάδας θα ήθελε να τη γνωρίσει. Του ζήτησα να το
διατυπώσει σαν παράκληση, όχι σαν εντολή. Η Αλίσια έμεινε ακίνητη όσο της μιλούσε.
Ωστόσο, δεν έγνεψε καταφατικά ή αρνητικά, ούτε έδειξε πως τον άκουγε. Μεσολάβησε μια
σύντομη παύση κι ύστερα ο Γιούρι έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε.
Αυτό είναι, σκέφτηκα - δεν πρόκειται να έρθει. Έπρεπε να το φανταστώ, γαμώτο. Η όλη
ιστορία ήταν χάσιμο χρόνου.
Και τότε, προς μεγάλη μου έκπληξη, η Αλίσια έκανε ένα βήμα μπροστά. Τρέκλισε
ανεπαίσθητα κι ακολούθησε τον Γιούρι, σέρνοντας τα πόδια της - μέχρι που χάθηκαν καθώς
διέσχιζαν την αυλή κάτω από το παράθυρό μου.
Ώστε ερχόταν, λοιπόν. Πάσχισα να δαμάσω τη νευρικότητά μου και να προετοιμαστώ.
Προσπάθησα να φιμώσω τις αρνητικές φωνές μέσα στο μυαλό μου, τη φωνή του πατέρα μου
που μου έλεγε πως δεν ήμουν άξιος γι’ αυτή τη δουλειά, ήμουν εντελώς άχρηστος, μια σκέτη
απάτη. Σκάσε, είπα από μέσα μου, σκάσε, σκάσε...
Ύστερα από μερικά λεπτά, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.
«Περάστε», είπα.
Η πόρτα άνοιξε. Η Αλίσια στεκόταν μαζί με τον Γιούρι στον διάδρομο. Την κοίταξα. Εκείνη
όμως δεν με κοίταξε· το βλέμμα της παρέμεινε χαμηλωμένο.
Ο Γιούρι μού χαμογέλασε όλο καμάρι. «Ήρθε».
«Ναι. Το βλέπω. Γεια σου, Αλίσια».
Καμιά απάντηση.
«Θέλεις να περάσεις;»
Ο Γιούρι έσκυψε προς το μέρος της λες και ετοιμαζόταν να τη σκουντήσει. Μα δεν την
άγγιξε, απλώς της ψιθύρισε:
«Μπες μέσα, καλή μου. Πήγαινε να καθίσεις».
Η Αλίσια δίστασε για μια στιγμή. Του έριξε μια ματιά και μετά πήρε την απόφασή της.
Προχώρησε μέσα στο δωμάτιο παραπαίοντας ελαφρά. Κάθισε σε μια πολυθρόνα, αθόρυβη
σαν γάτα, κι ακούμπησε τα τρεμάμενα χέρια της πάνω στα γόνατά της.
Ετοιμαζόμουν να κλείσω την πόρτα, αλλά ο Γιούρι δεν έφευγε.
«Αναλαμβάνω εγώ τώρα», του είπα χαμηλόφωνα. «Σε ευχαριστώ».
Εκείνος φάνηκε ανήσυχος. «Μα βρίσκεται σε ατομική ψυχοθεραπεία. Και ο καθηγητής
είπε...»
«Παίρνω εγώ όλη την ευθύνη. Δεν υπάρχει πρόβλημα». Έβγαλα τον προσωπικό μου
συναγερμό από την τσέπη μου. «Βλέπεις; Έχω αυτό - αν και δεν θα μου χρειαστεί».
Έριξα μια ματιά στην Αλίσια. Δεν έδειχνε να με άκουσε καν. Ο Γιούρι ανασήκωσε με
δυσφορία τους ώμους του.
«Θα είμαι από την άλλη μεριά της πόρτας, σε περίπτωση που με χρειαστείτε».
«Δεν είναι απαραίτητο, μα σ’ ευχαριστώ».
Ο Γιούρι έφυγε κι έκλεισα την πόρτα. Ακούμπησα τον συναγερμό πάνω στο γραφείο.
Κάθισα απέναντι από την Αλίσια. Δεν σήκωσε το κεφάλι της. Την περιεργάστηκα για λίγο.
Το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο, άδειο. Μια ναρκωμένη μάσκα. Αναρωτήθηκα τι κρυβόταν
από κάτω.
«Χαίρομαι που συμφώνησες να με δεις», είπα.
Περίμενα κάποια αντίδραση. Ήξερα πως δεν θα υπήρχε. Συνέχισα, λοιπόν: *
«Έχω το πλεονέκτημα να ξέρω περισσότερα για σένα απ’ ό,τι εσύ για μένα. Η φήμη σου
προηγείται - η φήμη σου ως ζωγράφου, εννοώ. Θαυμάζω τα έργα σου». Καμιά απάντηση.
Μετακινήθηκα ελαφρώς στην καρέκλα μου. «Ρώτησα τον καθηγητή Διομήδη αν θα
μπορούσαμε να μιλήσουμε και είχε την καλοσύνη να κανονίσει αυτή τη συνάντηση. Σ’
ευχαριστώ που δέχτηκες να έρθεις».
Έκανα μια παύση, ελπίζοντας ότι θα επιβεβαίωνε πως με άκουγε - πεταρίζοντας τα
βλέφαρά της, νεύοντας, σμίγοντας τα φρύδια της. Τίποτε απολύτως. Προσπάθησα να
μαντέψω τι σκεφτόταν. Ίσως ήταν πολύ χαπακωμένη για να σκεφτεί οτιδήποτε.
Θυμήθηκα τη Ρουθ, την παλιά ψυχοθεραπεύτριά μου. Τι θα έκανε; Έλεγε πως είμαστε
φτιαγμένοι από διαφορετικά μέρη, άλλα καλά κι άλλα άσχημα· και πως ένα υγιές μυαλό είναι
ικανό να αντέξει αυτή την αμφιθυμία και να ισορροπεί ταυτόχρονα και τα μεν και τα δε. Η
ψυχική ασθένεια αφορά αυτή ακριβώς την ενοποίηση - καταλήγουμε να χάνουμε την επαφή
με τα μέρη του εαυτού μας που δεν αποδεχόμαστε. Αν επρόκειτο να βοηθήσω την Αλίσια, θα
έπρεπε να εντοπίσουμε τα κομμάτια που είχε κρύψει από τον εαυτό της, πέρα από τα
περιθώρια της συνείδησης· και να ενώσουμε τις διάφορες κουκκίδες στο διανοητικό της
τοπίο. Μόνο τότε θα μπορούσαμε να βάλουμε σε πλαίσιο τα τρομερά γεγονότα της νύχτας
που σκότωσε τον άντρα της. Θα ήταν μια αργή, κοπιαστική διαδικασία.
Κανονικά, όταν ξεκινάω μ’ έναν ασθενή, δεν υπάρχει καμιά αίσθηση βιασύνης, ούτε κάποια
προκαθορισμένη θεραπευτική ατζέντα. Συνήθως αρχίζουμε με συζήτηση η οποία διαρκεί
πολλούς μήνες. Σε έναν ιδανικό κόσμο, η Αλίσια θα μου μιλούσε για τον εαυτό της, για τη
ζωή της, για την παιδική της ηλικία. Εγώ θα την άκουγα χτίζοντας σιγά σιγά μια εικόνα, ώσπου
να ολοκληρωθεί αρκετά ώστε να κάνω ακριβείς και χρήσιμες ερμηνείες. Στην περίπτωση αυτή,
δεν θα υπήρχε συζήτηση. Δεν θα την άκουγα. Και θα έπρεπε να συλλέξω τις πληροφορίες
που χρειαζόμουν μέσα από μη λεκτικά στοιχεία, όπως η αντιμεταβίβασή μου -τα
συναισθήματα που μου ξυπνούσε η Αλίσια κατά τη διάρκεια των συνεδριών μας-, καθώς
επίσης και όσες πληροφορίες θα κατάφερνα να συγκεντρώσω από άλλες πηγές.
Με άλλα λόγια, είχα βάλει μπροστά ένα σχέδιο να βοηθήσω την Αλίσια, χωρίς να ξέρω
στην πραγματικότητα πώς να το εκτελέσω. Και τώρα έπρεπε να τα καταφέρω, όχι απλώς για
να αποδείξω την αξία μου στον Διομήδη· αλλά, κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό, για να κάνω
το καθήκον μου απέναντι στην Αλίσια: να τη βοηθήσω.
Κοιτάζοντάς την όπως καθόταν απέναντι μου, ζαλισμένη από τα φάρμακα, με το σάλιο να
μαζεύεται γύρω από το στόμα της και τα δάχτυλά της να πεταρίζουν σαν βρόμικες
νυχτοπεταλούδες, ένιωσα αιφνίδια και απροσδόκητα να με συνεπαίρνει η θλίψη. Τη λυπήθηκα
απίστευτα, κι αυτή και τους άλλους σαν αυτή - όλους εμάς, όλους τους πληγωμένους και
τους χαμένους.
Φυσικά, δεν της είπα τίποτε. Αντίθετα, έκανα αυτό που θα έκανε η Ρουθ.
Και απλώς καθίσαμε σιωπηλοί.
8 52

Άνοιξα τον φάκελο της Αλίσια στο γραφείο μου. Μου τον είχε φέρει μόνος του ο Διομήδης.
«Καλό είναι να διαβάσεις τις σημειώσεις μου», με συμβούλευσε. «Θα σε βοηθήσουν».
Δεν είχα καμία διάθεση να τις δω· ήξερα ήδη τι πίστευε ο Διομήδης· αυτό που χρειαζόμουν
ήταν να σχηματίσω τις δικές μου πεποιθήσεις. Ωστόσο, τις δέχτηκα ευγενικά.
«Σας ευχαριστώ. Σίγουρα θα είναι μεγάλη βοήθεια».
Το γραφείο μου ήταν μικρό και λιτά επιπλωμένο, χωμένο στο πίσω μέρος του κτιρίου, δίπλα
στην έξοδο κινδύνου. Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ένα μικρό κοτσύφι τσιμπολογούσε το
παγωμένο γρασίδι άκεφα και χωρίς πολλές ελπίδες.
Ανατρίχιασα. Το δωμάτιο ήταν παγωμένο. Το μικρό καλοριφέρ κάτω από το παράθυρο είχε
χαλάσει - ο Γιούρι είπε πως θα προσπαθούσε να το φτιάξει, αλλά θα ήταν καλύτερο να μιλήσω
με τη Στέφανι, κι αν πάλι δεν γινόταν τίποτα, να το αναφέρω στη συνεδρίαση της Κοινότητας.
Αισθάνθηκα ξαφνικά ότι καταλάβαινα την Ελίφ και τον αγώνα της να αντικατασταθεί η
σπασμένη στέκα.
Χάζεψα τον φάκελο της Αλίσια χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες. Οι περισσότερες πληροφορίες
που θα μου ήταν χρήσιμες βρίσκονταν στη βάση δεδομένων του διαδικτύου. Ο Διομήδης,
όμως, όπως άλλωστε και πολλά μέλη του προσωπικού μεγαλύτερης ηλικίας, προτιμούσε να
γράφει στο χέρι τις αναφορές του και (αγνοώντας την ασταμάτητη γκρίνια της Στέφανι για
το αντίθετο) συνέχιζε με τον ίδιο τρόπο - έτσι είχα στα χέρια μου το ντοσιέ με τις τσακισμένες
σελίδες.
Ξεφύλλισα τις σημειώσεις του Διομήδη, παραβλέποντας τις κάπως ξεπερασμένες πια
ψυχαναλυτικές ερμηνείες του, κι επικεντρώθηκα στις καθημερινές αναφορές των νοσηλευτών
που περιέγραφαν τη συμπεριφορά της Αλίσια μέρα με τη μέρα. Αυτές τις διάβασα πολύ
προσεκτικά. Ήθελα γεγονότα, νούμερα, λεπτομέρειες - έπρεπε να ξέρω με τι ακριβώς θα
έμπλεκα, τι θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσω· κι αν με περίμεναν εκπλήξεις.
Τελικά, ο φάκελος αποκάλυψε ελάχιστα πράγματα. Τον πρώτο καιρό που ήταν εκεί, η
Αλίσια αποπειράθηκε να κόψει τις φλέβες της κι αυτοτραυματιζόταν με οτιδήποτε μπορούσε
να πιάσει στα χέρια της. Τους πρώτους έξι μήνες την παρακολουθούσαν διαρκώς δύο
νοσοκόμοι και, όταν πέρασε λίγος καιρός, μόνο ένας. Η Αλίσια δεν έκανε καμιά προσπάθεια
να σχετιστεί με τις άλλες ασθενείς ή το προσωπικό, παραμένοντας απομονωμένη και
ακοινώνητη· και, ως επί το πλείστον, την άφηναν όλοι στην ησυχία της. Αν κάποιος δεν
απαντάει όταν του μιλάς και δεν ξεκινάει ποτέ μια συζήτηση, πολύ γρήγορα ξεχνάς ότι
βρίσκεται εκεί. Η Αλίσια σύντομα εξαφανίστηκε μέσα στο φόντο, έγινε αόρατη.
Ένα περιστατικό ξεχώριζε μονάχα. Συνέβη στο κυλικείο, λίγες βδομάδες μετά την εισαγωγή
της Αλίσια. Η Ελίφ την κατηγόρησε πως της πήρε τη θέση. Δεν ήταν ξεκάθαρο τι ακριβώς
έγινε, αλλά ο καβγάς κλιμακώθηκε πολύ γρήγορα. Φαίνεται πως η Αλίσια έγινε βίαιη - έσπασε
ένα πιάτο και προσπάθησε να κόψει τον λαιμό της Ελίφ με την αιχμηρή άκρη. Χρειάστηκε να
τη δέσουν, να τη ναρκώσουν και να τη βάλουν στην απομόνωση.
Δεν ήμουν σίγουρος γιατί το συγκεκριμένο περιστατικό τράβηξε την προσοχή μου. Μα
κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Αποφάσισα να προσεγγίσω την Ελίφ και να τη ρωτήσω σχετικά
με αυτό.
έπιασα το στιλό μου. Ήταν μια παλιά συνήθεια
που είχα από το πανεπιστήμιο - η διαδικασία του γραψίματος με βοηθάει να οργανώσω τις
σκέψεις μου. Πάντα δυσκολευόμουν να διατυπώσω μια γνώμη μέχρι να την καταγράψω.
Άρχισα να σημειώνω ιδέες, παρατηρήσεις, στόχους - καταστρώνοντας ένα σχέδιο
επίθεσης. Για να βοηθήσω την Αλίσια, ήταν ανάγκη να την καταλάβω, όπως και τη σχέση της
με τον Γκάμπριελ. Τον αγαπούσε; Τον μισούσε; Τι την έκανε να τον σκοτώσει; Και γιατί είχε
αρνηθεί να μιλήσει για τον φόνο - ή για οτιδήποτε άλλο; Δεν υπήρχαν ακόμη απαντήσεις -
μονάχα ερωτήματα.
Έγραψα μια λέξη και την υπογράμμισα: ΑΛΚΗΣΤΗ.
Η αυτοπροσωπογραφία ήταν για κάποιο λόγο σημαντική, το ήξερα. Για να διαλευκάνω
αυτό το μυστήριο ήταν κρίσιμο να καταλάβω το γιατί. Αυτός ο πίνακας ήταν η μόνη
επικοινωνία της Αλίσια, η μοναδική της κατάθεση. Κι έλεγε κάτι που ακόμη δεν είχα
κατανοήσει. Κράτησα μια σημείωση να επισκεφθώ πάλι την γκαλερί για να ξαναδώ τον
πίνακα.
f

Έγραψα άλλες δύο λέξεις: ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ. Προκειμένου να βγάλω άκρη με τον φόνο
του Γκάμπριελ, έπρεπε να καταλάβω όχι μόνο τα γεγονότα της νύχτας που τον σκότωσε η
Αλίσια, αλλά επίσης τα γεγονότα του μακρινού παρελθόντος. Οι σπόροι αυτού που συνέβη
σ’ εκείνα τα λίγα λεπτά που πυροβόλησε τον άντρα της κατά πάσα πιθανότητα είχαν φυτευτεί
πολλά χρόνια πρωτύτερα. Η δολοφονική οργή, αυτή που σκοτώνει ανθρώπους, δεν γεννιέται
στο παρόν. Δημιουργείται στον τόπο που προηγείται της μνήμης, στον κόσμο των πρώτων
παιδικών χρόνων, με την κακοποίηση και την κακομεταχείριση σε νεαρή ηλικία, κλιμακώνεται
με τα χρόνια, ώσπου κάποια στιγμή εκρήγνυται - συχνά με λάθος στόχο. Χρειαζόμουν να
ανακαλύψω πώς την είχε διαμορφώσει η παιδική της ηλικία· κι αν η Αλίσια δεν μπορούσε ή
δεν ήθελε να μου πει, έπρεπε να βρω κάποιον που θα μου έλεγε. Κάποιον που ήξερε την
Αλίσια πριν από τον φόνο, που θα μπορούσε να με βοηθήσει να κατανοήσω την ιστορία της,
ποια ήταν· και πώς κατέληξε έτσι.
Σύμφωνα με τον φάκελό της, ως κοντινότερη συγγενής της αναφερόταν η θεία της -η
Λίντια Ρόουζ- που τη μεγάλωσε μετά τον θάνατο της μητέρας της σε αυτοκινητιστικό
δυστύχημα. Η Αλίσια βρισκόταν κι εκείνη μέσα στο αυτοκίνητο, όμως επέζησε. Εκείνο το
ψυχικό τραύμα σίγουρα επηρέασε βαθιά το κοριτσάκι. Ήλπιζα ότι η Λίντια θα ήταν σε θέση
να μου μιλήσει γι’ αυτό.
Η μοναδική άλλη επαφή ήταν ο δικηγόρος της: ο Μαξ Μπέρενσον. Ο Μαξ ήταν αδελφός
του Γκάμπριελ Μπέρενσον. Είχε τη δυνατότητα συνεπώς να παρατηρεί τον γάμο τους σε πολύ
προσωπική βάση, από τέλεια θέση. Άλλο ζήτημα, βέβαια, αν ο Μαξ Μπέρενσον θα μου
μιλούσε εμπιστευτικά ή όχι. Ήταν εντελώς ανορθόδοξο να προσεγγίζει αυθαίρετα ο
ψυχοθεραπευτής της Αλίσια την οικογένειά της. Διαισθανόμουν πως δεν θα το ενέκρινε ο
Διομήδης. Καλύτερα να μην του ζητήσω την άδεια, αποφάσισα, μήπως αρνηθεί.
Κρίνοντας εκ των υστέρων, αυτή ήταν η πρώτη μου επαγγελματική υπέρβαση σε σχέση με
την Αλίσια - θέτοντας ένα θλιβερό προηγούμενο για ό,τι ακολούθησε. Θα έπρεπε να είχα
σταματήσει εκεί. Ακόμα και τότε, όμως, ήταν πολύ αργά. Από πολλές απόψεις, η μοίρα μου
ήταν ήδη προκαθορισμένη - όπως στις αρχαιοελληνικές τραγωδίες.
Σήκωσα το τηλέφωνο και πήρα στο γραφείο του Μαξ Μπέρενσον, στο νούμερο που υπήρχε
στον φάκελο της Αλίσια. Κουδούνισε αρκετές φορές προτού το σηκώσουν.
«Δικηγορικό γραφείο Έλιοτ, Μπάροου και Μπέρενσον», είπε μια γραμματέας με άσχημο
κρύωμα.
«Τον κύριο Μπέρενσον, παρακαλώ».
«Μπορώ να ρωτήσω ποιος τον ζητεί;»
«Ονομάζομαι Θίο Φέιμπερ. Είμαι ψυχοθεραπευτής στο Γκρόουβ. Θα ήθελα να μιλήσω για
λίγο στον κύριο Μπέρενσον σχετικά με την κουνιάδα του».
Μεσολάβησε μια μικρή παύση προτού μου απαντήσει.
«Α, μάλιστα. Δυστυχώς, ο κύριος Μπέρενσον βρίσκεται εκτός γραφείου αυτή τη βδομάδα.
Επισκέπτεται έναν πελάτη στο Εδιμβούργο. Αν μου αφήσετε το τηλέφωνό σας, θα του πω να
επικοινωνήσει μαζί σας μόλις επιστρέφει».
Της έδωσα το τηλέφωνό μου κι έκλεισα.
Πήρα το επόμενο νούμερο στον φάκελο - τη θεία της Αλίσια, τη Λίντια Ρόουζ. Αυτή τη
φορά το σήκωσαν με το πρώτο κουδούνισμα και μίλησε μια ηλικιωμένη γυναικεία φωνή,
ξέπνοη και αρκετά ενοχλημένη.
«Ναι; Τι είναι;»
«Είστε η κυρία Ρόουζ;»
«Εσύ ποιος είσαι;»
«Τηλεφωνώ σχετικά με την ανιψιά σας, την Αλίσια Μπέρενσον. Είμαι ψυχοθεραπευτής και
εργάζομαι στο...»
«Αντε γαμήσου», είπε και μου ’κλείσε το τηλέφωνο.
Έσμιξα τα φρύδια μου.
Δεν ξεκινήσαμε καλά.
9 57

Είχα τρελή ανάγκη να κάνω ένα τσιγάρο. Φεύγοντας από το Γκρόουβ, έψαξα στις τσέπες
του παλτού μου για να βρω το πακέτο μου, αλλά δεν ήταν εκεί.
«Έχασες κάτι;»
Στράφηκα απότομα. Πίσω μου ακριβώς στεκόταν ο Γιούρι. Δεν τον είχα ακούσει και
ξαφνιάστηκα λίγο βλέποντάς τον τόσο κοντά μου.
«Το βρήκα στο γραφείο των νοσηλευτών», μου εξήγησε μ’ ένα πονηρό χαμόγελο και μου
έδωσε ένα πακέτο τσιγάρα. «Θα πρέπει να σου έπεσαν από την τσέπη».
«Ευχαριστώ».
Πήρα το πακέτο κι άναψα ένα τσιγάρο. Πρόσφερα και σε εκείνον, μα έγνεψε αρνητικά.
«Δεν καπνίζω. Όχι τσιγάρα, τουλάχιστον». Ο Γιούρι γέλασε. «Φαίνεσαι σαν να χρειάζεσαι
ένα ποτό. Έλα να σε κεράσω μια μπίρα».
Δίστασα. Το ένστικτό μου με συμβούλευε να αρνηθώ - ποτέ δεν μου άρεσε να βγαίνω με
συναδέλφους. Και αμφέβαλλα αν ο Γιούρι κι εγώ είχαμε τίποτα κοινό. Ωστόσο, μάλλον ήξερε
την Αλίσια καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον στο Γκρόουβ - και η γνώμη του ίσως
αποδεικνυόταν χρήσιμη.
«Και βέβαια», αποκρίθηκα. «Γιατί όχι;»
Πήγαμε σε μια παμπ κοντά στον σταθμό, στο Σφαγμένο Αρνί. Ήταν σκοτεινή και άθλια,
σίγουρα είχε δει και καλύτερες μέρες· το ίδιο κι οι γέροι που λαγοκοιμούνταν πάνω από τις
μισοτελειωμένες μπίρες τους. Ο Γιούρι έφερε δυο μπίρες και καθίσαμε σ’ ένα τραπέζι στ©
βάθος.
Ήπιε μια μεγάλη γουλιά και σκούπισε τα χείλη του.
«Λοιπόν;» είπε. «Πες μου για την Αλίσια».
«Για την Αλίσια;»
«Πώς τη βρήκες;»
«Δεν είμαι σίγουρος ότι τη βρήκα».
Ο Γιούρι με κοίταξε απορημένα κι έπειτα χαμογέλασε. «Δεν θέλει να βρεθεί; Ναι, είναι
αλήθεια. Κρύβεται».
«Έχετε στενή σχέση. Το βλέπω».
«Τη φροντίζω ιδιαίτερα. Κανένας άλλος δεν την ξέρει όπως εγώ, ούτε καν ο καθηγητής
Διομήδης».
Η φωνή του είχε μια νότα κομπασμού. Για κάποιο λόγο με ενόχλησε - αναρωτήθηκα πόσο
καλά τη γνώριζε στ’ αλήθεια, ή αν απλώς καυχιόταν.
«Τι συμπέρασμα βγάζεις από τη σιωπή της; Τι νομίζεις ότι σημαίνει;»
Ο Γιούρι ανασήκωσε τους ώμους του. «Σημαίνει πως δεν είναι έτοιμη να μιλήσει, έτσι
φαντάζομαι. Θα μιλήσει όταν θα είναι έτοιμη».
«Έτοιμη για ποιο πράγμα;»
«Έτοιμη για την αλήθεια, φίλε μου».
«Και ποια είναι η αλήθεια;»
Ο Γιούρι έγειρε λίγο το κεφάλι του στο πλάι και με περιεργάστηκε. Και η ερώτηση που
ξεπήδησε από τα χείλη του με έκανε να σαστίσω.
«Είσαι παντρεμένος, Θίο;»
Έγνεψα καταφατικά. «Ναι, είμαι».
«Το φαντάστηκα. Κι εγώ ήμουν παντρεμένος κάποτε. Ήρθαμε μαζί εδώ από τη Λετονία.
Εκείνη όμως δεν αφομοιώθηκε όπως εγώ. Ξέρεις, δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια, δεν
έμαθε αγγλικά. Τέλος πάντων, δεν ήταν... δεν ήμουν ευτυχισμένος - αλλά βρισκόμουν σε
άρνηση, λέγοντας ψέματα στον εαυτό μου...» Άδειασε το ποτήρι του με μια γουλιά και
ολοκλήρωσε την πρότασή του. «Μέχρι που ερωτεύτηκα».
«Προφανώς δεν εννοείς τη γυναίκα σου».
Ο Γιούρι γέλασε και κούνησε το κεφάλι του.
«Όχι. Μια γυναίκα που έμενε κοντά μου. Μια πανέμορφη γυναίκα. Ήταν κεραυνοβόλος
έρωτας... την είδα στον δρόμο. Μου πήρε πολύ καιρό να βρω το κουράγιο να της μιλήσω.
Την έπαιρνα από πίσω... μερικές φορές την παρακολουθούσα χωρίς να το ξέρει. Στεκόμουν
έξω από το σπίτι της και παρακαλούσα να φανεί στο παράθυρο». Γέλασε πάλι.
Η ιστορία αυτή είχε αρχίσει να μου προκαλεί αμηχανία. Αποτελείωσα την μπίρα μου κι
έριξα μια ματιά στο ρολόι, ελπίζοντας πως ο Γιούρι θα έπιανε το υπονοούμενο, αλλά δεν το
’πιασε.
«Μια μέρα», συνέχισε, «προσπάθησα να της μιλήσω. Μα δεν ενδιαφερόταν για μένα.
Δοκίμασα μερικές φορές... Μου είπε όμως να πάψω να της γίνομαι τσιμπούρι».
Δεν την αδικώ, σκέφτηκα. Ετοιμάστηκα να βρω κάποια δικαιολογία για να φύγω, αλλά ο
Γιούρι δεν είχε τελειώσει ακόμη.
«Ήταν πολύ δύσκολο να το αποδεχτώ», είπε. «Ήμουν βέβαιος πως ήταν γραφτό να είμαστε
μαζί. Μου ράγισε την καρδιά. Θύμωσα πολύ μαζί της. Έγινα έξαλλος».
«Και τι έγινε;» ρώτησα, νιώθοντας άθελά μου μεγάλη περιέργεια. *
«Τίποτα».
«Τίποτα;Έμεινες με τη γυναίκα σου;»
Ο Γιούρι έγνεψε αρνητικά. «Όχι. Η σχέση μας είχε τελειώσει. Μα χρειάστηκε να ερωτευτώ
αυτή τη γυναίκα για να το παραδεχτώ... να κοιτάξω κατάματα την αλήθεια για τον γάμο μου.
Κάποιες φορές, ξέρεις, θέλει θάρρος και κάμποσο χρόνο για να φανείς ειλικρινής».
«Κατάλαβα. Και πιστεύεις πως η Αλίσια δεν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει την αλήθεια για
τον γάμο της; Αυτό μου λες; Μπορεί και να ’χεις δίκιο».
Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Και τώρα είμαι αρραβωνιασμένος με μια καλή
κοπέλα από την Ουγγαρία. Δουλεύει σ’ ένα σπα. Μιλάει καλά αγγλικά. Ταιριάζουμε πολύ.
Περνάμε μια χαρά».
Έγνεψα και κοίταξα πάλι το ρολόι μου. Πήρα το παλτό μου. «Πρέπει να φύγω.Έχω ραντεβού
με τη γυναίκα μου και άργησα».
«Εντάξει, κανένα πρόβλημα... Πώς τη λένε; Τη γυναίκα σου;»
Για κάποιο λόγο, δεν ήθελα να του πω. Δεν ήθελα να μάθει ο Γιούρι τίποτα γι’ αυτή. Μα
ήταν βλακεία μου.
«Κάθριν», αποκρίθηκα. «Τη λένε Κάθριν... Εγώ όμως τη φωνάζω Κάθι».
Στα χείλη του Γιούρι σχηματίστηκε ένα παράξενο χαμόγελο.
«Άσε με να σου δώσω μια συμβουλή», είπε. «Γύρνα στο σπίτι σου. Γύρνα στην Κάθι που σ’
αγαπάει... Κι άσε την Αλίσια πίσω».
10 61

Συνάντησα την Κάθι στο καφέ του Εθνικού Θεάτρου, στη Σάουθ Μπανκ, όπου μαζεύονταν
συχνά οι καλλιτέχνες μετά τις πρόβες. Καθόταν στο βάθος του καφέ μαζί με άλλες δύο
συναδέλφους της ηθοποιούς κι έμοιαζαν απορροφημένες από την κουβέντα τους. Καθώς
πλησίαζα, σήκωσαν τα κεφάλια και με κοίταξαν.
«Έχεις λόξιγκα, αγάπη μου;» ρώτησε η Κάθι αφού με φίλησε.
«Θα έπρεπε;»
«Λέω στα κορίτσια για σένα».
«Α, μάλιστα. Να φύγω;»
«Μη λες βλακείες. Κάτσε κάτω - ήρθες την κατάλληλη στιγμή. Λέω πώς γνωριστήκαμε».
Κάθισα και η Κάθι συνέχισε την ιστορία της. Της άρεσε πολύ να την αφηγείται. Κάθε τόσο
κοίταζε προς το μέρος μου και χαμογελούσε, σαν να ήθελε να με συμπεριλάβει - μα το έκανε
εντελώς μηχανικά, γιατί αυτή ήταν η δική της ιστορία, όχι η δική μου.
«Καθόμουν σ’ ένα μπαρ όταν τελικά εμφανίστηκε. Επιτέλους, όταν πια είχα εγκαταλείψει
κάθε ελπίδα πως θα τον έβρισκα ποτέ - μπήκε μέσα ο άντρας των ονείρων μου. Κάλλιο αργά
παρά ποτέ. Νόμιζα ότι μέχρι τα είκοσι πέντε μου θα είχα παντρευτεί, καταλαβαίνετε; Ως τα
τριάντα θα είχα δύο παιδιά, ένα μικρό σκυλί, ένα μεγάλο δάνειο για το σπίτι. Μα ήμουν πια
σχεδόν τριάντα τριών και τα πράγματα δεν είχαν πάει σύμφωνα με το σχέδιο», είπε η Κάθι μ’
ένα πονηρό χαμόγελο, κλείνοντας το μάτι στις συναδέλφους της. «Τέλος πάντων, εγώ εκείνη
την εποχή έβγαινα μ’ έναν Αυστραλό, τον Ντάνιελ. Δεν ήθελε όμως να παντρευτεί ή να κάνει
παιδιά σύντομα, οπότε ήξερα ότι έχανα τον χρόνο μου. Κι ένα βράδυ ήμαστε έξω, όταν
ξαφνικά... εμφανίστηκε ο κύριος Τέλειος...» -η Κάθι με κοίταξε και χαμογέλασε, κάνοντας
μια γκριμάτσα- «...με τη φιλενάδα του».
Αυτό το κομμάτι της ιστορίας χρειαζόταν προσεκτικό χειρισμό για να διατηρήσει τη
συμπάθεια των ακροατριών της. Η αλήθεια είναι πως τόσο η Κάθι όσο κι εγώ ήμαστε με
άλλους ανθρώπους όταν γνωριστήκαμε. Η διπλή απιστία δεν είναι η πιο ελκυστική ή ευοίωνη
αρχή σε μια σχέση, ιδιαίτερα από τη στιγμή που μας σύστησαν οι τότε σύντροφοί μας. Για
κάποιο λόγο γνωρίζονταν, δεν θυμάμαι τις λεπτομέρειες - ίσως η Μαριάν είχε βγει μια φορά
με τον συγκάτοικο του Ντάνιελ, ή το ανάποδο. Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς μας σύστησαν,
θυμάμαι ωστόσο την πρώτη στιγμή που είδα την Κάθι. Αισθάνθηκα σαν να έπαθα
ηλεκτροσόκ. Θυμάμαι τα μακριά μαύρα μαλλιά της, τα διεισδυτικά πράσινα μάτια της, τα
χείλη της - ήταν πανέμορφη, εξαίσια. Ένας άγγελος.
Σ’ αυτό το σημείο της ιστορίας, η Κάθι έκανε μια παύση κι έπιασε χαμογελώντας το χέρι
μου. «Θυμάσαι, Θίο; Πώς αρχίσαμε να μιλάμε; Είπες ότι σπούδαζες ψυχιατρική. Κι εγώ
απάντησα πως ήμουν θεοπάλαβη - οπότε ήμαστε το ιδανικό ζευγάρι».
Οι κοπέλες έβαλαν τα γέλια. Η Κάθι γέλασε κι αυτή και το βλέμμα της, ειλικρινές και
ανήσυχο, έψαξε το δικό μου.
«Αγάπη μου... σοβαρά τώρα... δεν ήταν κεραυνοβόλος έρωτας;»
Αυτό ήταν το σύνθημα για μένα. Έγνεψα καταφατικά και τη φίλησα στο μάγουλο. «Και
βέβαια ήταν. Αληθινή αγάπη».
Οι φιλενάδες της με κοίταξαν επιδοκιμαστικά. Μα δεν έπαιζα θέατρο. Η Κάθι είχε δίκιο,
ήταν κεραυνοβόλος έρωτας - ή έστω πόθος. Παρόλο που εκείνο το βράδυ ήμουν με τη
Μαριάν, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από την Κάθι. Την παρακολουθούσα από μακριά
να μιλάει ζωηρά στον Ντάνιελ - κι ύστερα είδα τα χείλη της να σχηματίζουν τις λέξεις «άντε
και γαμήσου». Τσακώνονταν. Κι άσχημα, κατά τα φαινόμενα. Ο Ντάνιελ έκανε μεταβολή κι
έφυγε.
«Πολύ ήσυχος είσαι», παρατήρησε η Μαριάν. «Τι συμβαίνει;»
«Τίποτα».

«Όχι ακόμη», αποκρίθηκα, με την προσοχή μου στραμμένη αλλού. «Να πιούμε άλλο ένα
ποτό».
«Θέλω να φύγω τώρα αμέσως».
«Φύγε, λοιπόν».
Η Μαριάν μού έριξε ένα πληγωμένο βλέμμα κι ύστερα άρπαξε το μπουφάν της κι έφυγε.
Ήξερα πως θα γινόταν καβγάς την άλλη μέρα, όμως δεν μ’ ένοιαζε. Πήγα στην μπάρα όπου
ήταν η Κάθι.
«Θα γυρίσει ο Ντάνιελ;» ρώτησα.
«Όχι», απάντησε η Κάθι. «Η Μαριάν;»
Έγνεψα αρνητικά. «Όχι. Θα ήθελες άλλο ένα ποτό;»
«Ναι, πολύ».
Κι έτσι παραγγείλαμε άλλα δύο ποτά. Στεκόμασταν μπροστά στην μπάρα και
κουβεντιάζαμε. Συζητήσαμε, θυμάμαι, για την εκπαίδευσή μου στην ψυχοθεραπεία. Και η
Κάθι μού είπε για το διάστημα που φοίτησε στη δραματική σχολή - δεν έμεινε πολύ, μια που
στο τέλος της πρώτης χρονιάς υπέγραψε συμβόλαιο με έναν ατζέντη κι έκτοτε δούλευε
επαγγελματικά. Υπέθεσα, χωρίς να ξέρω το γιατί, πως ήταν μάλλον καλή ηθοποιός.
«Οι σπουδές δεν ήταν για μένα», είπε. «Ήθελα να βγω εκεί έξω και να το κάνω -
καταλαβαίνεις;»
«Να κάνεις τι; Να δουλέψεις σαν ηθοποιός;»
«Όχι. Να ζήσω». Η Κάθι έγειρε το κεφάλι της στο πλάι, κοιτάζοντάς με κάτω απ’ τις μαύρες
βλεφαρίδες της, ενώ τα σμαραγδένια μάτια της με περιεργάζονταν πονηρά. «Για πες μου^
λοιπόν, Θίο, πώς έχεις την υπομονή να συνεχίζεις να το κάνεις - τις σπουδές, εννοώ;»
«Ίσως να μη θέλω να βγω έξω και να “ζήσω”. Ίσως είμαι δειλός».
«Όχι. Αν ήσουν δειλός, θα είχες γυρίσει στο σπίτι με τη φιλενάδα σου».
Η Κάθι γέλασε.Ήταν ένα απρόσμενα άτακτο γέλιο.Ήθελα να την αρπάξω και να την πνίξω
στα φιλιά. Πρώτη φορά βίωνα έναν τέτοιο συγκλονιστικό σωματικό πόθο· λαχταρούσα να
την κολλήσω πάνω μου, να νιώσω τα χείλη της και την κάψα του κορμιού της στο δικό μου.
«Με συγχωρείς», απολογήθηκε. «Δεν έπρεπε να το πω αυτό. Πάντα ξεφουρνίζω ό,τι μου
κατεβαίνει στο κεφάλι. Σου το πα, είμαι κομματάκι παλαβή».
Η Κάθι πρόβαλλε πολύ συχνά την τρέλα της -«Είμαι παρανοϊκή», «Είμαι θεοπάλαβη»,
«Είμαι τρελή»-, αλλά ποτέ δεν την πίστεψα. Γελούσε πολύ εύκολα και πολύ συχνά ώστε να
θεωρήσω ότι υπέφερε από το σκοτάδι που με πλάκωνε κατά καιρούς. Ήταν αυθόρμητη,
ανάλαφρη - χαιρόταν να ζει και η ίδια η ζωή τη διασκέδαζε διαρκώς. Παρά τις διαμαρτυρίες
της, έμοιαζε το λιγότερο τρελό άτομο που είχα γνωρίσει στη ζωή μου. Κοντά της, αισθανόμουν
κι εγώ πιο υγιής ψυχικά.
Η Κάθι ήταν Αμερικανίδα. Είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στο Άπερ Γουέστ Σάιντ του
Μανχάταν. Χάρη στην Αγγλίδα μητέρα της, είχε διπλή υπηκοότητα - όμως δεν έμοιαζε ούτε
κατά διάνοια με Αγγλίδα. Ήταν αποφασιστικά και ξεκάθαρα μη Αγγλίδα, όχι απλώς στον
τρόπο που μιλούσε, αλλά και στην άποψή της για τον κόσμο, στην προσέγγιση της ζωής. Είχε
τέτοια αυτοπεποίθηση, τέτοια πληθωρικότητα. Δεν είχα γνωρίσει γυναίκα σαν αυτή. «
Φύγαμε από το μπαρ, μπήκαμε σ’ ένα ταξί και κατευθυνθήκαμε προς το διαμέρισμά μου.
Δεν είπαμε κουβέντα στη διάρκεια της σύντομης διαδρομής. Όταν φτάσαμε, ακούμπησε
απαλά τα χείλη της στα δικά μου. Ξέχασα κάθε επιφύλαξη και την τράβηξα πάνω μου.
Συνεχίσαμε να φιλιόμαστε καθώς πάσχιζα να βάλω το κλειδί στην κλειδαριά. Δεν προλάβαμε
καλά καλά να μπούμε μέσα κι αρχίσαμε να γδυνόμαστε, τρέξαμε παραπατώντας στην
κρεβατοκάμαρα και πέσαμε στο κρεβάτι.
Εκείνη η νύχτα ήταν η πιο ερωτική, η πιο ευτυχισμένη της ζωής μου. Πέρασα ώρες
ολόκληρες εξερευνώντας το κορμί της. Κάναμε έρωτα όλη νύχτα ως τα χαράματα. Θυμάμαι
ότι υπήρχε παντού άσπρο: άσπρη λιακάδα που κρυφογλιστρούσε από τις άκρες της κουρτίνας,
άσπροι τοίχοι, άσπρα σεντόνια· το άσπρο των ματιών της, των δοντιών της, του δέρματός
της. Δεν είχα ξαναδεί τόσο λαμπερή, τόσο διάφανη επιδερμίδα: λευκή σαν ελεφαντόδοντο,
με κάποιες γαλάζιες φλέβες που διακρίνονταν κάτω ακριβώς από την επιφάνεια, σαν νήματα
χρωματιστά σε πάλλευκο μάρμαρο. Ήταν ένα άγαλμα· μια Ελληνίδα θεά που ζωντάνεψε στα
χέρια μου.
Μείναμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι. Η Κάθι με κοίταζε και το πρόσωπό της βρισκόταν
τόσο κοντά μου, ώστε τα μάτια της δεν έστιαζαν. Εγώ χάζευα μια θολή πράσινη θάλασσα.
«Λοιπόν;» μου είπε.
«Τι λοιπόν;»
«Τι θα γίνει με τη Μαριάν;»
«Τη Μαριάν;»
Ένα φευγαλέο χαμόγελο. «Την γκόμενά σου».
«Α, ναι. Ναι». Δίστασα, νιώθοντας αβέβαιος. «Δεν ξέρω τι θα γίνει με τη Μαριάν. Ο
Ντάνιελ;»
Η Κάθι έκανε μια γκριμάτσα. «Ξέχνα τον Ντάνιελ. Εγώ τον ξέχασα ήδη». *
«Αλήθεια;»
Αντί για απάντηση, με φίλησε.
Προτού φύγει, η Κάθι έκανε ένα ντους. Όση ώρα ήταν στο μπάνιο, τηλεφώνησα στη
Μαριάν. Ήθελα να κανονίσω να τη δω, να της μιλήσω πρόσωπο με πρόσωπο. Τσαντίστηκε
όμως και επέμεινε να τα ξεκαθαρίσουμε όλα επιτόπου, από το τηλέφωνο. Η Μαριάν δεν
περίμενε πως θα της έλεγα να χωρίσουμε. Μα αυτό έκανα, όσο πιο γλυκά μπορούσα. Έβαλε
τα κλάματα, ταράχτηκε, θύμωσε. Καταλήξαμε να της κλείσω το τηλέφωνο. Ήταν βάναυσο,
ναι - και σκληρό. Δεν είμαι περήφανος για εκείνο το τηλεφώνημα. Τότε, ωστόσο, μου φάνηκε
ως η πιο έντιμη πράξη. Ακόμη δεν ξέρω τι θα μπορούσα να είχα κάνει διαφορετικά.
Στο πρώτο μας κανονικό ραντεβού, συναντηθήκαμε με την Κάθι στα Κιου Γκάρντενς.Ήταν
δική της ιδέα. Ξαφνιάστηκε που δεν είχα πάει ποτέ. «Αστειεύεσαι, φυσικά», είπε. «Δεν έχεις
πάει ποτέ στα θερμοκήπια; Είναι ένα που έχει μέσα όλες τις τροπικές ορχιδέες και το κρατάνε
ζεστό σαν φούρνο. Όταν φοιτούσα στη δραματική σχολή, πήγαινα και καθόμουν εκεί μόνο
και μόνο για να ζεσταθεί το κοκαλάκι μου. Θες να βρεθούμε εκεί μόλις τελειώσεις τη δουλειά
σου;» Έπειτα δίστασε, νιώθοντας ξαφνικά αμηχανία. «Ή μήπως σου πέφτει πολύ μακριά;»
«Θα πήγαινα μακρύτερα κι από τα Κιου Γκάρντενς για χάρη σου, αγάπη μου», τη
διαβεβαίωσα.
«Ανόητε», είπε και με φίλησε.
Όταν έφτασα, η Κάθι περίμενε στην είσοδο, τυλιγμένη στο τεράστιο παλτό και το κασκόλ
της, ανεμίζοντας τα χέρια της σαν ενθουσιασμένο παιδί. «Έλα, έλα», μου φώναξε.
«Ακολούθησέ με». *
Με οδήγησε από την παγωμένη λάσπη μέχρι το μεγάλο γυάλινο κτίσμα που στέγαζε τα
τροπικά φυτά, άνοιξε την πόρτα και όρμησε μέσα. Την ακολούθησα κι αμέσως ένιωσα την
ξαφνική άνοδο της θερμοκρασίας, την επίθεση της ζέστης. Έβγαλα βιαστικά το κασκόλ και
το παλτό μου. Η Κάθι χαμογέλασε.
«Είδες; Σου το ’πα, μοιάζει με σάουνα. Δεν είναι απίθανο;»
Κάναμε τον γύρο στα μονοπάτια κουβαλώντας τα παλτά μας, ενώ κρατιόμασταν από το
χέρι και χαζεύαμε τα εξωτικά λουλούδια.
Αισθανόμουν μια πρωτόγνωρη χαρά και μόνο που την είχα συντροφιά μου· λες και είχε
ανοίξει μια μυστική πόρτα και η Κάθι μού έκανε νόημα από το κατώφλι - προσκαλώντας με
σ’ έναν μαγικό κόσμο γεμάτο ζεστασιά, φως και χρώμα, με εκατοντάδες ορχιδέες σε ένα
εκτυφλωτικό συνονθύλευμα από μπλε και κόκκινο και κίτρινο.
Ένιωθα να ξεπαγώνει η καρδιά μου, να μαλακώνουν οι άκρες μου, σαν χελώνα που βγαίνει
στον ήλιο ύστερα από πολύμηνη χειμερία νάρκη, πεταρίζοντας τα βλέφαρα καθώς ξυπνάει.
Αυτό ήταν η Κάθι για μένα - η πρόσκλησή μου στη ζωή· που την άρπαξα και με τα δυο μου
χέρια.
Ώστε αυτό είναι, θυμάμαι ότι σκέφτηκα. Αυτό είναι ο έρωτας.
Τον αναγνώρισα δίχως την παραμικρή αμφιβολία· κι ήταν ξεκάθαρο πως πρώτη μου φορά
βίωνα κάτι τέτοιο. Οι προηγούμενες σχέσεις μου ήταν σύντομες και καθόλου ικανοποιητικές
για όλα τα ενδιαφερόμενο μέρη. Όταν ήμουν φοιτητής, επιστράτευσα όλο μου το κουράγιο
και, με τη βοήθεια μεγάλης ποσότητας αλκοόλ, έχασα την παρθενιά μου με μια Καναδέζα
φοιτήτρια κοινωνιολογίας, τη Μέρεντιθ, η οποία φορούσε σιδεράκια που έκοβαν τα χείλη
μου όταν φιλιόμασταν. Μετά ακολούθησε μια σειρά από χλιαρές σχέσεις. Δεν φαινόταν να
βρίσκω ποτέ την ιδιαίτερη επαφή που λαχταρούσα. Πίστευα πως ήμουν υπερβολικά
σακατεμένος, ανίκανος να αισθανθώ οικειότητα. Τώρα, όμως, κάθε φορά που άκουγα το
μεταδοτικό χαχάνισμα της Κάθι, με διαπερνούσε σύγκορμο ένα κύμα έξαψης. Μέσα από ένα
είδος όσμωσης, αφομοίωνα τη νεανική πληθωρικότητά της, την ανεμελιά και το κέφι της.
Έλεγα «ναι» σε κάθε της πρόταση, σε κάθε της καπρίτσιο. Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου.
Μου άρεσε αυτός ο καινούριος άνθρωπος, αυτός ο άφοβος άντρας που με ενέπνεε η Κάθι να
είμαι. Πηδιόμασταν συνέχεια. Με είχε συνεπάρει η λαγνεία, την ποθούσα ασταμάτητα,
επιτακτικά. Είχα ανάγκη να την αγγίζω διαρκώς· ποτέ δεν ένιωθα ότι ήμουν αρκετά κοντά
της.
Εκείνο τον Δεκέμβρη η Κάθι μετακόμισε στο δυάρι μου στο Κέντις Τάουν.Ήταν ένα υπόγειο
διαμέρισμα, με πολλή υγρασία και παχιά μοκέτα από άκρη σε άκρη - είχε παράθυρα, αλλά
όχι θέα. Τα πρώτα Χριστούγεννα που θα περνούσαμε μαζί, αποφασίσαμε να τα γιορτάσουμε
κανονικά. Αγοράσαμε ένα έλατο από έναν πάγκο δίπλα στο μετρό και το στολίσαμε μ’ ένα
σωρό στολίδια και φώτα που πήραμε από την αγορά.
Θυμάμαι ολοζώντανα τη μυρωδιά από τις πευκοβελόνες, το ξύλο, τα κεριά που έκαιγαν·
και τα μάτια της Κάθι να λάμπουν, να τρεμοπαίζουν σαν τα φωτάκια του δέντρου. Μίλησα
χωρίς να σκεφτώ. Τα λόγια ξεχύθηκαν απλώς από τα χείλη μου:
«Θα με παντρευτείς;»
Εκείνη με κοίταξε αποσβολωμένη. «Τι;»
«Σ’ αγαπώ, Κάθι. Θα με παντρευτείς;»
Η Κάθι γέλασε. Και μετά, προς μεγάλη μου χαρά, με ξάφνιασε λέγοντας: «Ναι».
Την άλλη μέρα πήγαμε και διάλεξε δαχτυλίδι. Και τότε συνειδητοποίησα την κατάσταση.
Ήμαστε αρραβωνιασμένοι.
Παραδόξως, οι πρώτοι που σκέφτηκα ήταν οι γονείς μου. Ήθελα να τους συστήσω την
Κάθι. Ήθελα να δουν πόσο ευτυχισμένος ήμουν: πως είχα ξεφύγει επιτέλους· πως ήμουν
ελεύθερος. Κι έτσι, πήραμε το τρένο για το Σάρεϊ. Τώρα που το σκέφτομαι εκ των υστέρων,
ήταν κακή ιδέα. Καταδικασμένη από την αρχή. Ο πατέρας μου με υποδέχτηκε με τη
συνηθισμένη του εχθρότητα:
«Τα χάλια σου έχεις, Θίο. Είσαι υπερβολικά αδύνατος. Τα μαλλιά σου είναι πολύ κοντά.
Μοιάζεις με κατάδικο».
«Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά. Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω».
Η μητέρα μου φαινόταν πιο μελαγχολική απ’ όσο συνήθως. Πιο σιωπηλή, πιο μικρόσωμη
κατά κάποιον τρόπο, σαν να μην ήταν πραγματικά εκεί. Ο μπαμπάς ήταν μια πολύ βαρύτερη
παρουσία, εχθρική, βλοσυρή, απειλητική. Δεν τράβηξε ούτε στιγμή το παγερό, σκοτεινό
βλέμμα του από την Κάθι. Το γεύμα κύλησε πολύ αμήχανα. Δεν έδειξαν να τη συμπαθούν,
ούτε να χάρηκαν ιδιαίτερα για μας. Δεν ξέρω γιατί ξαφνιάστηκα.
Μετά το φαγητό, ο πατέρας μου εξαφανίστηκε στο γραφείο του. Δεν ξαναβγήκε. Όταν η
μητέρα μου μας αποχαιρέτησε, με κράτησε στην αγκαλιά της πολλή ώρα, πολύ σφιχτά, και
τρέκλιζε. Αισθάνθηκα μια απεγνωσμένη θλίψη. Αφού φύγαμε με την Κάθι, ένα κομμάτι του
εαυτού μου δεν είχε φύγει, το ήξερα, έμεινε πίσω - ένα παγιδευμένο παιδί για πάντα.Ένιωσα
χαμένος, απελπισμένος, έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Και τότε η Κάθι με ξάφνιασε, ως
συνήθως. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω μου και μ’ αγκάλιασε σφιχτά. «Τώρα καταλαβαίνω»,
μου ψιθύρισε στο αφτί. «Τα καταλαβαίνω όλα. Σ’ αγαπάω πολύ περισσότερο τώρα».
Δεν επεκτάθηκε περισσότερο. Δεν χρειαζόταν.

Παντρευτήκαμε τον Απρίλιο σ’ ένα μικρό παράρτημα του δημαρχείου κοντά στη Γιούστον
Σκουέρ. Δεν καλέσαμε γονείς. Ούτε τον Θεό. Η Κάθι επέμεινε να μην υπάρχει κανένα
θρησκευτικό στοιχείο. Εγώ όμως, στη διάρκεια της τελετής, είπα μια προσευχή από μέσα μου.
Ευχαρίστησα σιωπηλά τον Θεό που μου χάρισε μια τόσο απροσδόκητη ευτυχία, κι ας μην την
άξιζα. Έβλεπα πια ξεκάθαρα τα πράγματα, καταλάβαινα τον σημαντικότερο σκοπό Του. Ο
Θεός δεν με είχε εγκαταλείψει στα παιδικά μου χρόνια, όταν ένιωθα τόσο μόνος και
φοβισμένος - κρατούσε την Κάθι σαν άσο στο μανίκι Του, περιμένοντας να την εμφανίσει
σαν επιδέξιος ταχυδακτυλουργός.
Αισθανόμουν αφάνταστη ταπεινότητα κι ευγνωμοσύνη για κάθε δευτερόλεπτο που
περνούσαμε μαζί. Είχα απόλυτη επίγνωση του πόσο απίστευτα τυχερός ήμουν που ζούσα έναν
τέτοιο έρωτα, πόσο σπάνιος ήταν· και πως άλλοι δεν ήταν τόσο τυχεροί. Οι περισσότεροι από
τους ασθενείς μου δεν ένιωθαν αγάπη. Η Αλίσια Μπέρενσον δεν ένιωθε αγάπη.
Είναι δύσκολο να φανταστώ δύο γυναίκες που να διαφέρουν περισσότερο από την Κάθι
και την Αλίσια. Η Κάθι με κάνει να σκέφτομαι πράγματα όπως φως, ζεστασιά, χρώμα και
γέλιο. Όταν συλλογίζομαι την Αλίσια, στο μυαλό μου έρχεται βυθός, σκοτάδι, θλίψη.
Σιωπή.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ 71

Τα συναισθήματα που δεν εκφράζονται


δεν θα πεθάνουν ποτέ.
Θάβονται ζωντανά, και θα βγουν αργότερα
με πολύ πιο άσχημους τρόπους.
Ζίγκμουντ Φρόιντ
1 / ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΛΙΣΙΑ ΜΠΕΡΕΝΣΟΝ 72

16 Ιουλίου
Ποτέ μου δεν φαντάστηκα πως θα λαχταρούσα να βρέξει. Είναι η τέταρτη βδομάδα
καύσωνα, και το νιώθω σαν τεστ αντοχής. Η κάθε μέρα φαίνεται και πιο ζεστή από την
προηγούμενη. Δεν μοιάζει με Αγγλία. Πιο πολύ σαν ξένη χώρα - σαν την Ελλάδα, ή κάπου
αλλού.
Γράφω στο Χάμστεντ Χιθ. Όλο το πάρκο είναι σπαρμένο με κοκκινομούρικα, ημίγυμνα
κορμιά, σαν παραλία ή πεδίο μάχης, πάνω σε κουβέρτες, ή πάγκους, ή ξαπλωμένα στο γρασίδι.
Κάθομαι κάτω από ένα δέντρο στη σκιά. Είναι έξι η ώρα κι έχει αρχίσει να δροσίζει. Ο ήλιος
έχει κατέβει χαμηλά κι είναι κατακόκκινος στον χρυσαφένιο ουρανό - το πάρκο δείχνει
διαφορετικό μ’ αυτό το φως, οι σκιές πιο σκούρες, τα χρώματα πιο ζωηρά. Το γρασίδι μοιάζει
σαν να καίγεται, τρεμάμενες φλόγες κάτω από τα πόδια μου.
Καθώς ερχόμουν εδώ, έβγαλα τα παπούτσια μου και περπάτησα ξυπόλυτη. Θυμήθηκα την
εποχή που ήμουν μικρή κι έπαιζα έξω. Θυμήθηκα ένα άλλο καλοκαίρι, ζεστό σαν κι αυτό -το
καλοκαίρι που πέθανε η μαμά-, να παίζω έξω με τον Πολ, να διασχίζουμε με τα ποδήλατά
μας χρυσαφένια χωράφια διάστικτα με άγριες μαργαρίτες, να εξερευνούμε εγκαταλελειμμένα
σπίτια και στοιχειωμένους οπωρώνες. Στη μνήμη μου, αυτό το καλοκαίρι κρατάει για πάντα.
Θυμάμαι τη μαμά και τα πολύχρωμα μπλουζάκια που φορούσε, με τις κίτρινες λεπτές
τιράντες, αεράτα και λεπτεπίλεπτα - σαν κι αυτή. Ήταν τόσο αδύνατη, σαν πουλάκι. Άνοιγε
το ραδιόφωνο, μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά της και με στροβίλιζε στον ρυθμό των ποπ
τραγουδιών που έπαιζε το ράδιο. Θυμάμαι πώς μύριζε σαμπουάν και τσιγάρα και κρέμα Νιβέα
για τα χέρια, πάντα με μια υπόνοια βότκας από κάτω. Πόσων χρονών ήταν τότε; Είκοσι οχτιΓ;
Είκοσι εννιά; Νεότερη πάντως απ’ όσο είμαι εγώ τώρα.
Περίεργη σκέψη.
Καθώς ερχόμουν εδώ, είδα στο μονοπάτι ένα πουλάκι να κείτεται στις ρίζες ενός δέντρου.
Σκέφτηκα πως μάλλον είχε πέσει από τη φωλιά του. Δεν κουνιόταν κι αναρωτήθηκα μήπως
είχε σπάσει τα φτερά του. Χάιδεψα απαλά το κεφάλι του με το δάχτυλό μου. Δεν αντέδρασε.
Το σκούντησα για να το γυρίσω ανάσκελα - και η κοιλιά του είχε εξαφανιστεί, ήταν εντελώς
φαγωμένη, στη θέση της υπήρχε μια τρύπα γεμάτη σκουλήκια. Χοντρά, άσπρα, γλιτσιασμένα
σκουλήκια... που κουλουριάζονταν, αναπηδούσαν, συσπώνταν... Το στομάχι μου
ανακατεύτηκε και νόμισα ότι θα κάνω εμετό. Ήταν τόσο άσχημο, τόσο αηδιαστικό -
θανατερό.
Δεν μπορώ να βγάλω αυτή την εικόνα από το μυαλό μου.
17 Ιουλίου
Για να γλιτώνω από τη ζέστη, άρχισα να καταφεύγω σε μια καφετέρια με κλιματισμό στον
κεντρικό δρόμο - το Καφέ ντελ’ Αρτίστα. Είναι παγωμένα μέσα, σαν να μπαίνεις σε ψυγείο.
Υπάρχει ένα τραπέζι που μου αρέσει κοντά στο παράθυρο, όπου κάθομαι και πίνω καφέ.
Μερικές φορές διαβάζω, ή σκιτσάρω, ή κρατάω σημειώσεις. Συνήθως αφήνω απλώς το μυαλό
μου να περιπλανιέται, απολαμβάνοντας τη δροσιά. Η όμορφη κοπέλα πίσω από τον πάγκο
στέκεται βαριεστημένα, χαζεύει το τηλέφωνό της, τσεκάρει το ρολόι της και κάθε τόσο
αναστενάζει. Χθες το απόγευμα, οι αναστεναγμοί της ακούγονταν ιδιαίτερα μακρόσυρτοι -
και συνειδητοποίησα πως περίμενε να φύγω για να μπορέσει να κλείσει το μαγαζί. Έφυγα
απρόθυμα.
Το περπάτημα μέσα σ’ αυτή τη ζέστη είναι σαν να τσαλαβουτάς στη λάσπη. Αισθάνομαι
καταβεβλημένη, ταλαιπωρημένη, ηττημένη από τον καύσωνα. Σ’ αυτή τη χώρα δεν είμαστε
προετοιμασμένοι για κάτι τέτοιο· ο Γκάμπριελ κι εγώ δεν έχουμε κλιματισμό στο σπίτι - ποιος
έχει; Χωρίς αιρκοντίσιον, όμως, είναι αδύνατο να κοιμηθεί κανείς. Τη νύχτα πετάμε τα
σκεπάσματα και μένουμε ξαπλωμένοι στο σκοτάδι, θεόγυμνοι, λουσμένοι στον ιδρώτα.
Αφήνουμε ανοιχτά τα παράθυρα, μα δεν υπάρχει ούτε ένα ρεύμα. Μονάχα ζεστός, νεκρός
αέρας.
Χθες αγόρασα έναν ηλεκτρικό ανεμιστήρα. Τον έστησα στα πόδια του κρεβατιού, πάνω
στη σιφονιέρα, κι ο Γκάμπριελ άρχισε αμέσως να παραπονιέται:
«Κάνει πολύ θόρυβο. Δεν πρόκειται να κοιμηθούμε ποτέ».
«Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να κοιμηθούμε», αποκρίθηκα. «Τουλάχιστον δεν θα είναι
σαν σάουνα εδώ μέσα».
Ο Γκάμπριελ γκρίνιαξε, μα τελικά κοιμήθηκε πριν από μένα. Εγώ αφουγκραζόμουν τον
ανεμιστήρα: μ’ αρέσει ο ήχος που βγάζει, ένας γλυκός βόμβος. Μπορώ να κλείσω τα μάτια
μου, να συντονιστώ μαζί του και να εξαφανιστώ.
Κουβαλάω τον ανεμιστήρα στο σπίτι μαζί μου, τον βάζω και τον βγάζω από τις πρίζες
καθώς κινούμαι πέρα-δώθε. Σήμερα το απόγευμα τον πήρα στο ατελιέ στην άκρη του κήπου.
Ο ανεμιστήρας έκανε την ατμόσφαιρα ελάχιστα πιο υποφερτή. Μα έχει ακόμη πολλή ζέστη
για να βγάλω αρκετή δουλειά, έχω μείνει πίσω - αλλά ζεσταίνομαι αφόρητα και δεν με νοιάζει.
Ωστόσο, είχα μια αναπάντεχη επιφοίτηση - κατάλαβα επιτέλους τι συμβαίνει με τον πίνακα
του Ιησού. Τι πάει λάθος. Το πρόβλημα δεν είναι η σύνθεση -ο Χριστός στον σταυρό-, το
πρόβλημα είναι πως τελικά ο πίνακας δεν απεικονίζει τον Χριστό. Δεν του μοιάζει καν - όπως
κι αν έμοιαζε. Επειδή δεν είναι ο Χριστός.
Είναι ο Γκάμπριελ.
Είναι απίστευτο που δεν το πρόσεξα νωρίτερα. Με κάποιον τρόπο, χωρίς καμία πρόθεση^
έβαλα εκεί πάνω τον Γκάμπριελ. Το δικό του πρόσωπο ζωγράφισα, το δικό του σώμα. Δεν
είναι τρελό; Πρέπει, λοιπόν, να παραδοθώ σε αυτό - και να κάνω ό,τι απαιτεί ο πίνακας από
μένα.
Τώρα ξέρω πως όταν έχω έναν συγκεκριμένο στόχο για έναν πίνακα, μια προαποφασισμένη
ιδέα για το πώς θα εξελιχθεί, ποτέ δεν μου βγαίνει. Παραμένει αποτυχημένος, άψυχος. Αν
όμως προσέξω πραγματικά, έχω βαθιά επίγνωση, ακούω καμιά φορά μια φωνή να με σπρώχνει
ψιθυριστά προς τη σωστή κατεύθυνση. Κι εφόσον παραδοθώ, σαν πράξη πίστης, με οδηγεί
κάπου απρόσμενα, όχι εκεί που σκόπευα να πάω, αλλά σ’ ένα μέρος υπέροχο, με έντονη
ζωντάνια - και το αποτέλεσμα είναι ανεξάρτητο από μένα, με μια ζωτική δύναμη, ολόδική
του.
Φαντάζομαι ότι αυτό που με φοβίζει είναι η υποταγή στο άγνωστο. Θέλω να ξέρω πού
πηγαίνω. Γι’ αυτό και κάνω πάντα τόσο πολλά σκίτσα προσπαθώντας να ελέγξω το
αποτέλεσμα - δεν είναι να απορείς που τίποτα δεν ζωντανεύει, επειδή στην ουσία δεν
ανταποκρίνομαι σ’ αυτό που συμβαίνει μπροστά μου. Χρειάζομαι να ανοίξω τα μάτια μου και
να κοιτάξω - να έχω συνείδηση της ζωής την ώρα που συμβαίνει, κι όχι να σκέφτομαι απλώς
πώς θέλω να είναι. Τώρα που ξέρω ότι είναι πορτρέτο του Γκάμπριελ, μπορώ να το ξαναπιάσω.
Να ξαναρχίσω από την αρχή.
Θα του ζητήσω να μου ποζάρει. Έχει πολύ καιρό να το κάνει. Εύχομαι να του αρέσει η ιδέα
- και να μην τη θεωρήσει ιεροσυλία ή κάτι τέτοιο.
Μερικές φορές του περνάνε τέτοιες αστείες ιδέες από το μυαλό.
18 Ιουλίου
Σήμερα το πρωί κατηφόρισα τον λόφο και πήγα στην αγορά του Κάμντεν. Είχα χρόνια να
πάω· από εκείνο το απόγευμα που πήγαμε με τον Γκάμπριελ αναζητώντας τη χαμένη του
νιότη. Σύχναζε εκεί όταν ήταν έφηβος, με τους φίλους του που ξενυχτούσαν παρέα,
χορεύοντας, πίνοντας, συζητώντας. Εμφανίζονταν χαράματα στην αγορά και
παρακολουθούσαν τους εμπόρους να στήνουν τους πάγκους και προσπαθούσαν να
αγοράσουν λίγο χασίσι από τους ντίλερ με τα μαλλιά ράστα που χαζολογούσαν στη γέφυρα
του καναλιού. Οι ντίλερ δεν ήταν πια εκεί όταν πήγαμε - προς μεγάλη απογοήτευση του
Γκάμπριελ. «Δεν αναγνωρίζω τίποτα πια εδώ πέρα», παραπονέθηκε. «Είναι μια
αποστειρωμένη τουριστική παγίδα».
Κάνοντας σήμερα τη βόλτα μου, προβληματίστηκα. Μήπως το πρόβλημα δεν ήταν τόσο
ότι είχε αλλάξει η αγορά, όσο το γεγονός ότι έχει αλλάξει ο Γκάμπριελ; Εξακολουθούσαν να
συχνάζουν εκεί δεκαεξάχρονα, να απολαμβάνουν τη λιακάδα ξαπλωμένα στις όχθες του
καναλιού, ένα συνονθύλευμα από κορμιά -τα αγόρια με ανασηκωμένα σορτσάκια και γυμνά
στήθη, τα κορίτσια με τα μπικίνι τους ή το σουτιέν τους-, παντού δέρμα, παντού σάρκα που
κοκκίνιζε και καιγόταν. Η σεξουαλική ενέργεια ήταν χειροπιαστή - η άπληστη, ανυπόμονη
δίψα τους για ζωή. Αισθάνθηκα έναν αιφνίδιο πόθο για τον Γκάμπριελ, για το κορμί του, τα
δυνατά του πόδια, τα χοντρά του μπούτια πάνω στα δικά μου. Όταν κάνουμε έρωτα, νιώθω
πάντα μια αχόρταγη πείνα γι’ αυτόν -για μια ένωση μεταξύ μας-, κάτι που είναι μεγαλύτερο
από μένα, μεγαλύτερο από μας, πέρα από λόγια - κάτι ιερό.
Ξαφνικά, είδα έναν άστεγο να κάθεται δίπλα μου στο πεζοδρόμιο και να με παρατηρεί με
ένταση. Το παντελόνι του ήταν δεμένο με σπάγκο, τα παπούτσια του στερεωμένα με
συγκολλητική ταινία. Το δέρμα του ήταν γεμάτο πληγές κι είχε ένα έκζεμα με σπυριά στ©
πρόσωπό του. Μ’ έπιασε θλίψη και απέχθεια. Βρομοκοπούσε μπαγιάτικο ιδρώτα και κάτουρο.
Για μια στιγμή νόμισα πως μιλούσε σ’ εμένα. Μα απλώς μονολογούσε κι έβριζε σιγανά -
«γαμημένο» αυτό και «γαμημένο» εκείνο. Ψάρεψα μερικά κέρματα από την τσάντα μου και
του τα έδωσα.
Έπειτα ανέβηκα τον λόφο για να γυρίσω στο σπίτι, αργά, ένα βήμα τη φορά. Η ανηφόρα
έμοιαζε πολύ πιο απότομη τώρα. Μου φάνηκε μια αιωνιότητα μέσα στο λιοπύρι. Για κάποιο
λόγο, δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι τον άστεγο. Πέρα από τον οίκτο, υπήρχε
κι άλλο ένα συναίσθημα, ακατονόμαστο με κάποιον τρόπο - κάτι σαν φόβος. Τον
φαντάστηκα μωρό στην αγκαλιά της μητέρας του. Άραγε εκείνη φανταζόταν ποτέ πως το
αγοράκι της θα κατέληγε ένας βρομερός και δύσοσμος τρελός, που θα ήταν κουλουριασμένος
στο πεζοδρόμιο σιγομουρμουρίζοντας βρισιές;
Σκέφτηκα τη δική μου μητέρα. Ήταν τρελή; Γι’ αυτό το έκανε; Γιατί με έδεσε με τη ζώνη
στη θέση του συνοδηγού του κίτρινου Μίνι της και πάτησε γκάζι για να πέσει σ’ εκείνο τον
τοίχο από κόκκινα τούβλα; Μου άρεσε πάντα αυτό το αμάξι και το χαρούμενο καναρίνι του
χρώμα. Ήταν το ίδιο χρώμα με την παλέτα μου. Τώρα το μισώ - κάθε φορά που χρησιμοποιώ
κίτρινο, σκέφτομαι τον θάνατο.
Γιατί το έκανε; Φαντάζομαι πως δεν πρόκειται να μάθω ποτέ. Πίστευα παλιά ότι ήταν
αυτοκτονία. Τώρα θεωρώ πως ήταν απόπειρα ανθρωποκτονίας. Γιατί ήμουν κι εγώ μέσα στο
αμάξι, σωστά; Μερικές φορές νομίζω ότι το θύμα ήμουν εγώ, εμένα προσπαθούσε να
σκοτώσει, όχι τον εαυτό της. Αυτό όμως είναι παρανοϊκό. Γιατί να θέλει να με σκοτώσει;
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα καθώς ανέβαινα τον λόφο. Δεν έκλαιγα για τη μητέρα μου
ούτε για μένα, ούτε καν για εκείνο τον δύστυχο άστεγο. Έκλαιγα για όλους μας. Υπάρχει
παντού τόσος πολύς πόνος κι εμείς κλείνουμε απλώς τα μάτια. Η αλήθεια είναι πως όλοι
φοβόμαστε. Τρέμουμε ο ένας τον άλλο. Τρέμω τον εαυτό μου - και τη μητέρα μου μέσα μου.
Άραγε η τρέλα της κυλάει στο αίμα μου; Αυτό είναι; Και θα...
Όχι. Σταμάτα. Σταμάτα...
Δεν πρόκειται να γράψω γι’ αυτό. Όχι.
20 Ιουλίου
Χθες βράδυ βγήκαμε με τον Γκάμπριελ να φάμε έξω. Το συνηθίζουμε τις Παρασκευές.
Εκείνος το λέει «ραντεβουδάκι», με αστεία αμερικανική προφορά.
Ο Γκάμπριελ υποβαθμίζει πάντα τα αισθήματά του και κοροϊδεύει οτιδήποτε θεωρεί
«γλυκανάλατο». Του αρέσει να πιστεύει ότι είναι κυνικός και πραγματιστής. Μα στην
πραγματικότητα είναι βαθύτατα ρομαντικός - στην καρδιά, αν όχι στα λόγια. Οι πράξεις
μιλάνε πιο δυνατά από τα λόγια, έτσι δεν είναι; Και οι πράξεις του Γκάμπριελ με κάνουν να
νιώθω πως μ’ αγαπάει ολοκληρωτικά.
«Πού θες να πάμε;» τον ρώτησα.
«Έχεις τρεις προσπάθειες να μαντέψεις».
«Στο Αουγκούστο’ς;»
«Το πέτυχες με την πρώτη».
Το Αουγκούστο’ς είναι το ιταλικό εστιατόριο της γειτονιάς μας, λίγο πιο κάτω στον δρόμο
μας. Δεν είναι τίποτα το σπουδαίο, μα νιώθουμε σαν στο σπίτι μας κι έχουμε περάσει πολλές
χαρούμενες βραδιές εκεί. Πήγαμε κατά τις οχτώ. Ο κλιματισμός δεν δούλευε, οπότε καθίσαμε
κοντά στο ανοιχτό παράθυρο, κι ας ήταν ο αέρας ζεστός, στάσιμος και γεμάτος υγρασία, και
ήπιαμε παγωμένο λευκό ξηρό κρασί. Στο τέλος μέθυσα και γελούσαμε πολύ, χωρίς ιδιαίτερη
αφορμή. Φιληθήκαμε έξω από το εστιατόριο και κάναμε έρωτα μόλις γυρίσαμε στο σπίτι. »
Ευτυχώς ο Γκάμπριελ συνήθισε τον φορητό ανεμιστήρα, όταν είμαστε στο κρεβάτι
τουλάχιστον. Τον τοποθέτησα μπροστά μας και μείναμε αγκαλιασμένοι στο δροσερό αεράκι.
Μου χάιδεψε τα μαλλιά και με φίλησε. «Σ’ αγαπώ», ψιθύρισε. Δεν απάντησα· δεν χρειαζόταν.
Ο Γκάμπριελ ξέρει πώς αισθάνομαι.
Ωστόσο, κατέστρεψα την ατμόσφαιρα με ηλίθιο, αδέξιο τρόπο - ρωτώντας αν θα μου
πόζαρε. «Θέλω να σε ζωγραφίσω», είπα.
«Πάλι; Μ’ έχεις ζωγραφίσει ήδη».
«Πριν από τέσσερα χρόνια. Θέλω να σε ζωγραφίσω ξανά».
«Μάλιστα». Δεν φάνηκε ενθουσιασμένος. «Τι έχεις κατά νου να φτιάξεις;»
Δίστασα λίγο - κι ύστερα του ομολόγησα ότι ήταν για τον πίνακα με τον Ιησού. Ο
Γκάμπριελ ανακάθισε και γέλασε κάπως σφιγμένα.
«Έλα τώρα, Αλίσια».
«Τι;»
«Δεν ξέρω, αγάπη μου», είπε. «Δεν νομίζω».
«Γιατί όχι;»
«Εσύ γιατί λες; Να με ζωγραφίσεις σταυρωμένο; Τι θα πει ο κόσμος;»
«Από πότε σε νοιάζει τι θα πει ο κόσμος;»
«Για τα περισσότερα πράγματα δεν με νοιάζει, αλλά... να, μπορεί να πιστέψουν πως έτσι
με βλέπεις».
Έβαλα τα γέλια. «Δεν πιστεύω ότι είσαι ο γιος του Θεού, αν αυτό εννοείς. Δεν είναι παρά
μια εικόνα - κάτι που συνέβη οργανικά όσο ζωγράφιζα. Δεν το σκέφτηκα συνειδητά».
«Ίσως θα έπρεπε, λοιπόν, να το σκεφτείς».
«Γιατί; Δεν είναι σχόλιο για σένα ή για τον γάμο μας».
«Τότε τι είναι;»
«Πού να ξέρω;»
Ο Γκάμπριελ γέλασε με την απάντησή μου κι έκανε μια γκριμάτσα. «Εντάξει», είπε. «Ας
πάει στο διάολο. Αφού το θέλεις. Μπορούμε να δοκιμάσουμε. Φαντάζομαι πως ξέρεις τι
κάνεις».
Δεν ακούγεται και πολύ ενθαρρυντικό. Ξέρω όμως ότι ο Γκάμπριελ πιστεύει σ’ εμένα και
στο ταλέντο μου - ποτέ δεν θα γινόμουν ζωγράφος αν δεν ήταν αυτός. Αν δεν με είχε
τσιγκλήσει, δεν με είχε ενθαρρύνει, δεν με είχε πιέσει, δεν θα συνέχιζα εκείνα τα πρώτα νεκρά
χρόνια μετά το πανεπιστήμιο, όταν έβαφα τοίχους με τον Ζαν-Φελίξ. Προτού γνωρίσω τον
Γκάμπριελ, έχασα κατά κάποιον τρόπο τον δρόμο μου - έχασα τον εαυτό μου. Δεν μου λείπουν
εκείνα τα μαστουρωμένα άτομα που περνιούνταν για φίλοι μου από τα είκοσι ως τα τριάντα
μου. Τους έβλεπα μονάχα τα βράδια - την αυγή εξαφανίζονταν σαν βρικόλακες που
απέφευγαν το φως. Όταν γνώρισα τον Γκάμπριελ, έσβησαν τελείως κι ούτε καν το πρόσεξα.
Δεν τους χρειαζόμουν πια· δεν χρειαζόμουν κανέναν τώρα που είχα αυτόν. Με έσωσε - σαν
τον Ιησού. Ίσως αυτό να σημαίνει ο πίνακας. Ο Γκάμπριελ είναι όλος μου ο κόσμος - από τη
μέρα που γνωριστήκαμε. Θα τον αγαπώ ό,τι και να κάνει, ό,τι και να συμβεί - όσο κι αν με
ταράζει, όσο ακατάστατος και χαοτικός κι αν είναι, όσο ασυλλόγιστος κι εγωιστής. Θα τον
δεχτώ όπως ακριβώς είναι.
Ώσπου να μας χωρίσει ο θάνατος.
21 Ιουλίου
Σήμερα ο Γκάμπριελ ήρθε και μου πόζαρε στο στούντιο.
«Δεν πρόκειται να το κάνω αυτό για πολλές μέρες», είπε. «Για πόσο καιρό μιλάμε;»
«Θα σε χρειαστώ παραπάνω από μία φορά για να το πετύχω».
«Μήπως είναι απλώς ένα κόλπο για να περνάμε περισσότερο χρόνο μαζί; Γιατί αν είναι
έτσι, δεν αφήνουμε τα προκαταρκτικά και να πάμε κατευθείαν στο κρεβάτι;»
Έβαλα τα γέλια. «Ίσως αργότερα. Αν είσαι καλό παιδί και δεν κουνιέσαι πολύ».
Τον έβαλα να σταθεί μπροστά στον ανεμιστήρα. Τα μαλλιά του ανέμιζαν στο αεράκι.
«Πώς να καθίσω;» ρώτησε παίρνοντας μια πόζα.
«Όχι έτσι. Να είσαι ο εαυτός σου».
«Δεν θέλεις να δείχνει αγωνία το πρόσωπό μου;»
«Δεν είμαι σίγουρη πως ο Ιησούς ένιωθε αγωνία. Δεν τον βλέπω έτσι. Μην κάνεις
γκριμάτσες - να στέκεσαι μόνο. Και να μην κουνιέσαι».
«Μάλιστα, αφεντικό».
Στάθηκε έτσι γύρω στα είκοσι λεπτά. Κι ύστερα παράτησε την πόζα, λέγοντας ότι
κουράστηκε.
«Κάτσε κάτω τότε», του είπα. «Μη μιλάς, όμως. Δουλεύω το πρόσωπο».
Ο Γκάμπριελ κάθισε σε μια καρέκλα αμίλητος όσο δούλευα. Μου άρεσε να ζωγραφίζω το
πρόσωπό του. Είναι καλό πρόσωπο. Με δυνατό σαγόνι, ψηλά ζυγωματικά, κομψή μύτη. Όπως
καθόταν με τον προβολέα στραμμένο πάνω του, έμοιαζε με αρχαιοελληνικό άγαλμα. Σαν
κάποιος ήρωας.
Μα κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν ξέρω τι - ίσως προσπαθούσα υπερβολικά. Μου ήταν
αδύνατο να πετύχω το σχήμα των ματιών του και το χρώμα τους. Το πρώτο πράγμα που
πρόσεξα στον Γκάμπριελ ήταν η λάμψη στα μάτια του - λες και είχε ένα μικροσκοπικό
διαμαντάκι στην κάθε του ίριδα. Τώρα, όμως, για κάποιο λόγο δεν κατάφερνα να το
απεικονίσω. Μπορεί να μη φτάνει η δεξιότητά μου, ή ίσως ο Γκάμπριελ να έχει κάτι παραπάνω
που δεν μπορεί να αποτυπωθεί με μπογιά. Τα μάτια παρέμεναν νεκρά, άψυχα. Είχα αρχίσει
να τσαντίζομαι.
«Γαμώτο», είπα. «Δεν πάει καλά».
«Ώρα για διάλειμμα;»
«Ναι. Ώρα για διάλειμμα».
«Να κάνουμε σεξ;»
Γέλασα έτσι όπως το είπε. «Εντάξει».
Ο Γκάμπριελ πετάχτηκε όρθιος, μ’ έκλεισε στην αγκαλιά του και με φίλησε. Κάναμε έρωτα
στο στούντιο, κάτω στο πάτωμα.
Όλη την ώρα, έριχνα συνέχεια κλεφτές ματιές στα άψυχα μάτια του πορτρέτου του
Γκάμπριελ. Με κοίταζαν διεισδυτικά, με έκαιγαν. Αναγκάστηκα να γυρίσω αλλού.
Ωστόσο, ακόμη τα ένιωθα να με παρακολουθούν.
2 82

Πήγα να βρω τον Διομήδη για να του δώσω αναφορά σχετικά με τη συνάντησή μου με την
Αλίσια. Ήταν στο γραφείο του και ξεδιάλεγε παρτιτούρες.
«Λοιπόν, πώς πήγε;» ρώτησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του.
«Βασικά, δεν πήγε».
Με κοίταξε απορημένα και δίστασα λίγο πριν μιλήσω.
«Αν πρόκειται να έχω την παραμικρή πρόοδο μαζί της, θα πρέπει η Αλίσια να μπορεί να
σκέφτεται και να αισθάνεται».
«Οπωσδήποτε. Και προβληματίζεσαι γιατί;...»
«Είναι αδύνατο να διαπεράσεις τον ψυχισμό κάποιου που παίρνει τόσο βαριά φάρμακα.
Μοιάζει σαν να βρίσκεται δυο μέτρα κάτω από το νερό».
Ο Διομήδης συνοφρυώθηκε. «Δεν θα το έλεγα έτσι», διαμαρτυρήθηκε. «Δεν ξέρω ακριβώς
τις δόσεις των φαρμάκων που...»
«Ρώτησα τον Γιούρι. Δεκαέξι μιλιγκράμ ρισπεριδόνης. Δοσολογία για άλογο».
Ο καθηγητής ύψωσε το ένα φρύδι. «Ναι, όντως, είναι μεγάλη δόση. Θα μπορούσε πιθανώς
να μειωθεί. Ξέρεις, ο Κρίστιαν είναι επικεφαλής της ομάδας που έχει αναλάβει την Αλίσια.
Θα πρέπει να μιλήσεις μαζί του».
«Νομίζω πως θα ’ναι καλύτερα να το ακούσει από σας». «
«Χμ». Ο Διομήδης με κοίταξε όλο αμφιβολία. «Γνωρίζεστε από παλιά με τον Κρίστιαν, έτσι
δεν είναι; Απ’ το Μπρόντμουρ;»
«Πολύ λίγο».
Δεν αντέδρασε αμέσως. Πήρε ένα μπολ με κουφέτα από το γραφείο του και μου πρόσφερε.
Έγνεψα αρνητικά. Εκείνος έχωσε ένα κουφέτο στο στόμα του και συνέχισε να με
παρακολουθεί καθώς μασουλούσε.
«Πες μου», είπε, «έχετε φιλική σχέση με τον Κρίστιαν;»
«Περίεργο αυτό που με ρωτάτε. Γιατί;»
«Επειδή διακρίνω κάποια εχθρότητα».
«Όχι από τη μεριά μου».
«Από τη δική του, όμως;»
«Θα πρέπει να ρωτήσετε τον Κρίστιαν. Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα μαζί του».
«Χμ. Ίσως είναι ιδέα μου. Μα κάτι διαισθάνομαι... Έχε τον νου σου. Οποιαδήποτε
επιθετικότητα ή ανταγωνισμός παρεισφρέει στη δουλειά. Εσείς οι δύο πρέπει να
συνεργάζεστε, όχι να είστε αντίπαλοι».
«Το έχω υπόψη μου».
«Τέλος πάντων, πρέπει να συμμετάσχει και ο Κρίστιαν σ’ αυτή τη συζήτηση. Θέλεις η
Αλίσια να αρχίσει να αισθάνεται, ναι. Να θυμάσαι όμως ότι με περισσότερα αισθήματα
υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος». 84

«Κίνδυνος για ποιον;»


«Για την Αλίσια, φυσικά». Ο Διομήδης κούνησε το δάχτυλό του προς το μέρος μου. «Μην
ξεχνάς πως είχε έντονες τάσεις αυτοκτονίας τον πρώτο καιρό που τη φέραμε εδώ. Έκανε
αρκετές απόπειρες να τερματίσει τη ζωή της. Και τα φάρμακα τη διατηρούν σε σταθερή
κατάσταση. Την κρατάνε ζωντανή. Έτσι και μειώσουμε τη δόση, υπάρχει πιθανότητα να την
παρασύρουν τα αισθήματά της και να μην μπορέσει να τα βγάλει πέρα. Είσαι έτοιμος να
διακινδυνεύσεις κάτι τέτοιο;»
Αναλογίστηκα πολύ σοβαρά αυτά που είπε. Ωστόσο, έγνεψα καταφατικά. «Πιστεύω πως
χρειάζεται να πάρουμε αυτό το ρίσκο, κύριε καθηγητά. Αλλιώς δεν θα καταφέρουμε ποτέ να
την προσεγγίσουμε».
Ο Διομήδης ανασήκωσε τους ώμους του. «Τότε θα μιλήσω στον Κρίστιαν για λογαριασμό
σου».
«Σας ευχαριστώ».
«Θα δούμε πώς θα αντιδράσει. Οι ψυχίατροι συνήθως δεν είναι δεκτικοί όταν τους λένε τι
φάρμακα να δώσουν στους ασθενείς τους. Μπορώ, φυσικά, να τον παρακάμψω, μα δεν
συνηθίζω να το κάνω - άφησέ με να του αναφέρω διακριτικά το ζήτημα. Θα σου πω τι λέει»5.
«Ίσως είναι προτιμότερο να μη με αναφέρετε όταν του μιλήσετε».
«Κατάλαβα», είπε μ’ ένα περίεργο χαμόγελο. «Πολύ καλά, λοιπόν, δεν θα σε αναφέρω».
Ο Διομήδης έβγαλε ένα μικρό κουτί από το συρτάρι του και, γλιστρώντας το καπάκι,
φανέρωσε μια σειρά πούρα. Μου πρόσφερε. Έγνεψα αρνητικά.
«Δεν καπνίζεις;» ρώτησε ξαφνιασμένος. «Μου δίνεις την εντύπωση καπνιστή».
«Όχι, όχι. Κάνα τσιγάρο μόνο, μία στις τόσες... Προσπαθώ να το κόψω».
«Μπράβο, καλά κάνεις». Ο καθηγητής άνοιξε το παράθυρο. «Ξέρεις το ανέκδοτο, γιατί δεν
μπορείς να είσαι ψυχοθεραπευτής και να καπνίζεις; Επειδή σημαίνει ότι έχεις ακόμη τα θέματά
σου». Γέλασε κι έβαλε ένα πούρο ανάμεσα στα χείλη του. «Νομίζω πως είμαστε όλοι λίγο
τρελοί εδώ μέσα. Έχεις υπόψη σου εκείνη την ταμπέλα που είχαν παλιά στα γραφεία; “Δεν
χρειάζεται να είσαι τρελός για να δουλεύεις εδώ, αλλά βοηθάει”;»
Ο Διομήδης γέλασε πάλι. Αναψε το πούρο, τράβηξε μια ρουφηξιά και φύσηξε έξω τον
καπνό. Τον κοίταξα με ζήλια.
3 86

Μετά το μεσημεριανό φαγητό, περιφερόμουν στους διαδρόμους αναζητώντας μια έξοδο.


Σκόπευα να γλιστρήσω έξω και να κάνω ένα τσιγάρο - αλλά με ανακάλυψε η Ίντιρα κοντά
στην έξοδο κινδύνου. Υπέθεσε ότι είχα χαθεί.
«Μην ανησυχείς, Θίο», μου είπε, πιάνοντάς με από το μπράτσο. «Μου πήρε μήνες μέχρι να
προσανατολιστώ. Είναι σαν λαβύρινθος χωρίς έξοδο. Ακόμη χάνομαι μερικές φορές κι είμαι
δέκα χρόνια εδώ μέσα».
Γέλασε και, πριν προλάβω να φέρω αντίρρηση, με οδήγησε επάνω για ένα φλιτζάνι τσάι
στη Γυάλα.
«Θα βάλω το νερό να βράσει. Δεν είναι άθλιος αυτός ο καιρός; Μακάρι να χιόνιζε και να
ξεμπερδεύαμε... Το χιόνι είναι πολύ ισχυρό ευρηματικό σύμβολο, δεν νομίζεις; Σβήνει τα
πάντα, τα καθαρίζει. Έχεις παρατηρήσει πώς οι ασθενείς μιλάνε συνέχεια γι’ αυτό; Πρόσεξέ
το. Είναι ενδιαφέρον».
Κι έπειτα, προς μεγάλη μου έκπληξη, έβγαλε από την τσάντα της μια χοντρή φέτα κέικ
τυλιγμένη σε διαφανή μεμβράνη και μου την έχωσε στο χέρι.
«Πάρ’ την. Είναι καρυδόπιτα. Την έφτιαξα χθες βράδυ. Για σένα».
«Α, σ’ ευχαριστώ, εγώ...»
«Ξέρω ότι είναι ανορθόδοξο - μα έχω πάντα καλύτερα αποτελέσματα με τους δύσκολους
ασθενείς αν τους προσφέρω λίγο κέικ στη συνεδρία».
Έβαλα τα γέλια. «Δεν αμφιβάλλω καθόλου. Είμαι κι εγώ δύσκολος ασθενής;»
ΗΊντιρα γέλασε. «Όχι, παρόλο που διαπιστώνω πως λειτουργεί εξίσου καλά με τα δύσκολα
μέλη του προσωπικού - που, παρεμπιπτόντως, ούτε κι αυτό είσαι. Λίγη ζάχαρη φτιάχνει πάντα
τη διάθεση. Παλιά έφτιαχνα κέικ για το κυλικείο, αλλά έπειτα η Στέφανι έκανε ολόκληρη
φασαρία, με όλες αυτές τις ανοησίες περί ασφάλειας κι υγιεινής για το φαγητό που έρχεται
απ’ έξω. Θα νόμιζε κανείς πως έφερνα κρυφά λίμες. Όμως εξακολουθώ να ψήνω στη ζούλα.
Είναι η επανάστασή μου ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς. Δοκίμασε».
Δεν ήταν παρότρυνση, ήταν εντολή.Έφαγα μια μπουκιά.Ήταν ωραία καρυδόπιτα. Αφράτη,
με πολύ καρύδι, γλυκιά. Το στόμα μου ήταν γεμάτο, οπότε το σκέπασα με την παλάμη μου
καθώς είπα:
«Οπωσδήποτε θα φτιάχνει τη διάθεση των ασθενών σου».
ΗΊντιρα γέλασε και φάνηκε ικανοποιημένη. Και συνειδητοποίησα γιατί τη συμπαθούσα -
απέπνεε μια μητρική ηρεμία. Μου θύμιζε την παλιά μου ψυχοθεραπεύτρια, τη Ρουθ. Ήταν
δύσκολο να τη φανταστεί κανείς εξοργισμένη ή αναστατωμένη.
Καθώς έφτιαχνε το τσάι, έριξα μια ματιά γύρω μου. Ο σταθμός των νοσηλευτών είναι πάντα
ο κόμβος μιας ψυχιατρικής μονάδας, η καρδιά της: το προσωπικό πηγαινοέρχεται και από
εκεί διοικείται καθημερινά η πτέρυγα, ή τουλάχιστον εκεί λαμβάνονται όλες οι πρακτικές
αποφάσεις. Το παρατσούκλι των νοσηλευτών για τον σταθμό ήταν «Γυάλα», γιατί είχε τοίχους
από ενισχυμένο γυαλί - που σημαίνει ότι το προσωπικό μπορούσε να ελέγχει τους ασθενείς
στην αίθουσα αναψυχής· θεωρητικά, αν μη τι άλλο. Στην πράξη, οι ασθενείς παραμόνευαν
ανήσυχοι απ’ έξω, κοιτάζοντας μέσα, παρακολουθώντας μας, κι έτσι τελικά ήμαστε εμείς υπό
διαρκή επιτήρηση.Ήταν ένας μικρός χώρος, χωρίς αρκετές καρέκλες - κι αυτές που υπήρχαν
τις καταλάμβαναν συνήθως οι νοσοκόμες που δακτυλογραφούσαν σημειώσεις. Οπότε
στεκόσουν κυρίως στη μέση του δωματίου ή ακουμπούσες αδέξια πάνω σε κάποιο γραφείο -
δίνοντας την εντύπωση πως υπήρχε συνωστισμός, ασχέτως πόσα άτομα βρίσκονταν μέσα.
«Έλα, χρυσό μου», είπε η Ίντιρα, δίνοντάς μου μια κούπα τσάι.
«Ευχαριστώ».
Ο Κρίστιαν μπήκε ράθυμα μέσα και με χαιρέτησε μ’ ένα νεύμα. Μύριζε έντονα μέντα από
τις τσίχλες που μασούσε διαρκώς. Θυμάμαι πως κάπνιζε πολύ όταν ήμαστε συνάδελφοι στο
Μπρόντμουρ· ήταν ένα από τα ελάχιστα κοινά που είχαμε. Από τότε, ο Κρίστιαν έκοψε το
κάπνισμα, παντρεύτηκε κι απέκτησε μια κορούλα. Αναρωτήθηκα τι είδους πατέρας να ήταν.
Δεν μου φαινόταν ιδιαίτερα συμπονετικός. Μου χαμογέλασε ψυχρά.
«Για φαντάσου να ξαναβρεθούμε εδώ, Θίο».
«Είναι μικρός ο κόσμος».
«Στον τομέα της ψυχικής υγείας, ναι, είναι». Ο Κρίστιαν το είπε σαν να υπαινισσόταν πως
υπήρχαν άλλοι, μεγαλύτεροι κόσμοι στους οποίους θα μπορούσε να βρεθεί. Προσπάθησα να
φανταστώ ποιοι θα ήταν αυτοί. Για να είμαι ειλικρινής, το μόνο που μου ήρθε στο μυαλό ήταν
το γυμναστήριο ή κάποιο γήπεδο του ράγκμπι.
Ο Κρίστιαν με κοίταξε έντονα για λίγο. Είχα ξεχάσει τη συνήθειά του να κάνει παύσεις που
συχνά κρατούσαν κάμποση ωρα, ώστε να σε αναγκαςει να περιμένεις οσο σκεφτόταν την
απάντησή του. Με εκνεύριζε κι εδώ όσο και στο Μπρόντμουρ.

σπάθη κρέμεται πάνω από το Γκρόουβ».


«Θεωρείς ότι είναι τόσο άσχημα τα πράγματα;»
«Είναι απλώς ζήτημα χρόνου. Αργά ή γρήγορα, το Ίδρυμα θα μας κλείσει. Το ερώτημα,
λοιπόν, είναι: Τι δουλειά έχεις εδώ;»
«Τι εννοείς;»
«Τα ποντίκια συνήθως εγκαταλείπουν το πλοίο που βουλιάζει. Δεν σκαρφαλώνουν πάνω».
Σάστισα από την απροκάλυπτη επιθετικότητά του. Αποφάσισα ωστόσο να μην τσιμπήσω
κι ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους.
«Μπορεί», είπα. «Μα εγώ δεν είμαι ποντίκι».
Προτού προλάβει ο Κρίστιαν να απαντήσει, ένας δυνατός θόρυβος μας έκανε να
αναπηδήσουμε. Η Ελίφ, που ήταν απ’ έξω, κοπανούσε με τις γροθιές της το τζάμι. Το πρόσωπό
της ήταν κολλημένο στο γυαλί, η μύτη της πατικωμένη και τα χαρακτηριστικά της
αλλοιωμένα, δίνοντάς της μια σχεδόν τερατώδη όψη.
«Δεν τα παίρνω άλλο αυτά τα σκατά. Τα σιχαίνομαι, ρε φίλε, αυτά τα γαμημένα χάπια...»
Ο Κρίστιαν άνοιξε ένα μικρό πορτάκι και της μίλησε από κει:
«Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να το συζητήσουμε αυτό, Ελίφ».
«Δεν θα τα ξαναπάρω, σου λέω, μ’ αρρωσταίνουν, ρε γαμώτο...»
«Δεν πρόκειται να κάνω τώρα αυτή τη συζήτηση. Κλείσε ραντεβού να με δεις. Πήγαινε πιο
πίσω, σε παρακαλώ».
Η Ελίφ κατσούφιασε και το σκέφτηκε για λίγο. Έπειτα έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε
βαριά, αφήνοντας έναν ανεπαίσθητο κύκλο υγρασίας στο σημείο που η μύτη της είχε κολλήσει
στο τζάμι.
«Φοβερός τύπος», παρατήρησα.
Ο Κρίστιαν άφησε ένα μουγκρητό. «Δύσκολη».
90

«Γιατί είναι φυλακή;»


«Για διπλό φόνο», αποκρίθηκε ο Κρίστιαν. «Σκότωσε τη μητέρα και την αδελφή της. Τις
έπνιξε ενώ κοιμούνταν».
Κοίταξα μέσα από το τζάμι. Η Ελίφ πήγε κοντά στις άλλες ασθενείς. Δέσποζε πάνω τους
με το ύψος της. Μια από αυτές της έχωσε χρήματα στην παλάμη κι εκείνη τα ’βάλε στην τσέπη
της.
Και τότε πρόσεξα την Αλίσια στην άλλη άκρη της αίθουσας, να κάθεται μόνη της κοντά
στο παράθυρο και να χαζεύει έξω. Την παρακολούθησα για ένα λεπτό. Ο Κρίστιαν
ακολούθησε το βλέμμα μου.
«Παρεμπιπτόντως», είπε, «μιλούσα με τον καθηγητή Διομήδη για την Αλίσια. Θέλω να δω
πώς τα πάει με μικρότερη δόση ρισπεριδόνης. Την κατέβασα στα πέντε μιλιγκράμ».
«Α, μάλιστα».
«Σκέφτηκα πως θα ήθελες να το ξέρεις - μια που άκουσα ότι είχες μια συνεδρία μαζί της».
«Ναι».
«Θα πρέπει να την παρακολουθούμε στενά για να δούμε πώς θα αντιδράσει στην αλλαγή.
Και μια που κάνουμε αυτή τη συζήτηση, την επόμενη φορά που θα ’χεις πρόβλημα με τα
φάρμακα που δίνω στους ασθενείς μου, έλα κατευθείαν σ’ εμένα. Μη ρουφιανεύεις πίσω από
την πλάτη μου στον Διομήδη», είπε ο Κρίστιαν ρίχνοντάς μου ένα αγριεμένο βλέμμα. Εγώ
του χαμογέλασα.
«Δεν ρουφιάνεψα πουθενά. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να σου μιλήσω ευθέως, Κρίστιαν».
Μεσολάβησε μια αμήχανη παύση. Ο Κρίστιαν κούνησε το κεφάλι του, σαν να πήρε μόνος
του κάποια απόφαση για κάτι.
«Συνειδητοποιείς ότι η Αλίσια είναι οριακή προσωπικότητα; Δεν ανταποκρίνεται στη
θεραπεία. Χάνεις τον χρόνο σου».
«Πώς ξέρεις ότι είναι οριακή», είπα, «αφού δεν μπορεί να μιλήσει;»
«Δεν θέλει να μιλήσει».
«Πιστεύεις ότι προσποιείται;»
«Ναι, για να είμαι ειλικρινής, αυτό πιστεύω».
«Αν προσποιείται, τότε πώς γίνεται να είναι οριακή προσωπικότητα;»
Ο Κρίστιαν φάνηκε να εκνευρίζεται. Η Ίντιρα μπήκε στη μέση πριν εκείνος απαντήσει.
«Με όλο τον σεβασμό, δεν αισθάνομαι ότι μας βοηθάνε ιδιαίτερα κάποιοι γενικευμένοι
όροι όπως “οριακή”. Δεν μας λένε τίποτα χρήσιμο». Έριξε μια ματιά στον Κρίστιαν και
πρόσθεσε: «Ο Κρίστιαν κι εγώ διαφωνούμε συχνά γι’ αυτό το ζήτημα».
«Και πώς νιώθεις για την Αλίσια;» τη ρώτησα.
ΗΊντιρα το σκέφτηκε για λίγο. «Πιάνω τον εαυτό μου να έχει πολύ μητρικά αισθήματα
απέναντι της. Αυτή είναι η αντιμεταβίβασή μου, αυτό μου βγάζει - νιώθω πως χρειάζεται
κάποιον να τη φροντίσει». Μου χαμογέλασε. «Και τώρα έχει κάποιον. Έχει εσένα».
Ο Κρίστιαν γέλασε μ’ εκείνο το εκνευριστικό γέλιο του. «Συγγνώμη αν ακούγομαι βλάκας,
αλλά πώς μπορεί να επωφεληθεί η Αλίσια από την ψυχοθεραπεία αφού δεν μπορεί να
μιλήσει;»
«Η θεραπεία δεν έχει να κάνει μονάχα με τη συζήτηση», απάντησε η Ίντιρα. «Είναι και να
προσφέρεις ένα ασφαλές μέρος - ένα περιβάλλον που περικλείει τον άλλο. Εξάλλου, το
μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας είναι μη λεκτικό, όπως είμαι σίγουρη ότι ξέρεις».
Ο Κρίστιαν έκανε μια γκριμάτσα προς το μέρος μου. «Καλή τύχη, φίλε», ευχήθηκε. «Θα τη
χρειαστείς».
4 92

«Γεια σου, Αλίσια», είπα.


Είχαν περάσει μονάχα λίγες μέρες αφότου μειώθηκε η δόση των φαρμάκων της, μα
φαινόταν ήδη η διαφορά πάνω της. Οι κινήσεις της ήταν πιο αβίαστες. Τα μάτια της πιο
καθαρά. Το θολό βλέμμα είχε χαθεί. Έμοιαζε άλλος άνθρωπος.
Στάθηκε διατακτικά στην πόρτα με τον Γιούρι. Με κοίταξε με ένταση, λες και μ’ έβλεπε για
πρώτη φορά, με περιεργάστηκε, με ζύγιασε. Αναρωτήθηκα τι συμπέρασμα έβγαλε.
Προφανώς, έκρινε πως ήταν ασφαλές να προχωρήσει και μπήκε μέσα. Κάθισε χωρίς να
χρειαστεί να της το πω.
Έγνεψα στον Γιούρι να φύγει. Μου έριξε μια επιφυλακτική ματιά κι ύστερα έκλεισε την
πόρτα πίσω του.
Κάθισα απέναντι από την Αλίσια. Έπεσε σιωπή για λίγο. Ακουγόταν μονάχα ο αδιάκοπος
ήχος της βροχής απ’ έξω, οι ψιχάλες που χτυπούσαν ρυθμικά στο τζάμι.
«Πώς αισθάνεσαι;» τη ρώτησα στο τέλος.
Καμιά αντίδραση. Η Αλίσια με κοίταζε σταθερά. Με μάτια σαν λάμπες που δεν τρεμόπαιζαν.
Ανοιξα το στόμα μου, αλλά το έκλεισα πάλι. Ήμουν αποφασισμένος να αντισταθώ στην
παρόρμηση να γεμίσω το κενό μιλώντας. Αντίθετα, παραμένοντας σιωπηλός, ήλπιζα να της
επικοινωνήσω κάτι άλλο, κάτι μη λεκτικό: πως δεν πείραζε να καθόμαστε έτσι μαζί, δεν θα
της έκανα κακό, μπορούσε να με εμπιστευτεί. Αν επρόκειτο να καταφέρω με κάποιον τρόπο
να κάνω την Αλίσια να μιλήσει, χρειαζόταν να κερδίσω την εμπιστοσύνη της. Κι αυτό θα
έπαιρνε χρόνο - τίποτα δεν θα γινόταν μέσα σε μια νύχτα. Θα προχωρούσε αργά, σαν
παγετώνας· αλλά θα προχωρούσε.
Έτσι όπως καθόμασταν σιωπηλοί, άρχισαν να πονάνε τα μηνίγγια μου. Η αρχή ενός
πονοκέφαλου. Ενδεικτικό σύμπτωμα. Θυμήθηκα τη Ρουθ που έλεγε: «Για να γίνεις καλός
ψυχοθεραπευτής, πρέπει να είσαι δεκτικός στα συναισθήματα των ασθενών σου - αλλά να
μην τα παίρνεις πάνω σου, δεν είναι δικά σου, δεν σου ανήκουν». Με άλλα λόγια, αυτός ο
σταθερός πόνος στο κεφάλι μου δεν ήταν δικός μου· ανήκε στην Αλίσια. Ούτε μου ανήκε
αυτό το ξαφνικό κύμα θλίψης - αυτή η επιθυμία να πεθάνω, να πεθάνω, να πεθάνω. Ήταν
δικό της, όλο δικό της. Καθόμουν εκεί και το ένιωθα αντί για κείνη, με το κεφάλι μου να
πονάει και το στομάχι μου να ανακατεύεται - μου φαινόταν ότι κράτησε ώρες ολόκληρες.
Κάποια στιγμή, πέρασαν τα πενήντα λεπτά. Κοίταξα το ρολόι μου.
«Πρέπει να τελειώσουμε τώρα», είπα.
Η Αλίσια έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε τα γόνατά της. Δίστασα. Ξέχασα την
αυτοσυγκράτησή μου. Χαμήλωσα τη φωνή μου και μίλησα από καρδιάς:
«Θέλω να σε βοηθήσω, Αλίσια. Πρέπει να το πιστέψεις. Η αλήθεια είναι πως θέλω να σε
βοηθήσω να δεις καθαρά».
Τότε εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε. Το βλέμμα της έφτασε ως τα κατάβαθα
της ψυχής μου.
Δεν μπορείς να με βοηθήσεις, φώναζαν τα μάτια της. Δεν βλέπεις ότι καλά καλά δεν μπορείς
να βοηθήσεις ούτε τον ίδιο σου τον εαυτό; Παριστάνεις ότι ξέρεις τόσα πολλά κι είσαι σοφός,
ενώ κανονικά εσύ θα έπρεπε να κάθεσαι στη θέση μου αντί για μένα. Τέρας. Απατεώνα. Ψεύτη.
Ψεύτη...
Έτσι όπως με κοίταζε με ένταση, συνειδητοποίησα τι με προβλημάτιζε σε όλη τη διάρκεια
της συνεδρίας. Είναι δύσκολο να το περιγράφω με λέξεις, αλλά ένας ψυχοθεραπευτής
γρήγορα αναγνωρίζει διαισθητικά την ψυχική αναστάτωση από τη γλώσσα του σώματος, τον
λόγο και μια λάμψη στα μάτια - κάτι στοιχειωμένο, φοβισμένο, παρανοϊκό. Κι αυτό ήταν που
με τάραζε: παρά τα φάρμακα που έπαιρνε τόσα χρόνια, παρά τα όσα είχε κάνει και είχε αντέξει,
το γαλάζιο βλέμμα της Αλίσια παρέμενε καθάριο και ανέφελο σαν καλοκαιρινή μέρα. Δεν
ήταν τρελή. Τι ήταν, λοιπόν; Τι σήμαινε η έκφραση στα μάτια της; Ποια ήταν η σωστή λέξη;
Ήταν...
Προτού ολοκληρώσω τη σκέψη μου, η Αλίσια τινάχτηκε από την καρέκλα. Χίμηξε προς το
μέρος μου με χέρια τεντωμένα, δάχτυλα γαμψά. Δεν πρόλαβα να κουνηθώ ή να παραμερίσω.
Προσγειώθηκε πάνω μου, κάνοντάς με να χάσω την ισορροπία μου. Πέσαμε κι οι δύο στ©
πάτωμα.
Το πίσω μέρος του κρανίου μου χτύπησε στον τοίχο με έναν υπόκωφο θόρυβο. Εκείνη
άρχισε να μου το κοπανάει στον τοίχο ξανά και ξανά, να με γρατζουνάει, να με χαστουκίζει,
να με γδέρνει - χρειάστηκε να βάλω όλη μου τη δύναμη για να την απομακρύνω.
Σύρθηκα στο πάτωμα κι άπλωσα τα χέρια μου στο τραπέζι για να πιάσω τον συναγερμό.
Μόλις τον άγγιξα με τα δάχτυλά μου, η Αλίσια πήδησε πάνω μου και μου τον πέταξε απ’ το
χέρι.
«Αλίσια...»
Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν γύρω από τον λαιμό μου δυνατά, κόβοντάς μου την ανάσα -
πάσχισα να πιάσω τον συναγερμό, μα δεν τον έφτανα. Τα χέρια της χώθηκαν πιο βαθιά - μου
’κοβαν την ανάσα. Έκανα άλλη μια προσπάθεια -αυτή τη φορά κατόρθωσα να τον πιάσω-
και πάτησα το κουμπί του συναγερμού.
Ένα διαπεραστικό ουρλιαχτό πλημμύρισε αμέσως τα αφτιά μου και με κούφανε. Ακόυσα
σαν από μακριά την πόρτα να ανοίγει και τον Γιούρι να φωνάζει ενισχύσεις. Τράβηξαν την
Αλίσια από πάνω μου, χαλαρώνοντας την ασφυκτική λαβή της - και μπόρεσα να πάρω ανάσα.
Χρειάστηκαν τέσσερις νοσοκόμες για να τη συγκρατήσουν. Σπάραζε και κλοτσούσε και
πάλευε σαν δαιμονισμένη. Δεν έμοιαζε με άνθρωπο, αλλά με άγριο ζώο· με τέρας. Ο Κρίστιαν
ήρθε και τη νάρκωσε. Έχασε τις αισθήσεις της.
Επιτέλους, σιωπή.
5 96

«Αυτό θα τσούξει λιγάκι».


Ο Γιούρι περιποιούνταν τις ματωμένες γρατζουνιές μου στη Γυάλα. Άνοιξε το μπουκάλι
του αντισηπτικού κι έβρεξε μια μπατονέτα. Η μυρωδιά του με μετέφερε στο ιατρείο του
σχολείου και στη μνήμη μου πρόβαλαν τα σημάδια μετά τους καβγάδες στην αυλή, τα
γδαρμένα γόνατα, οι ματωμένοι αγκώνες. Θυμάμαι τη γλύκα και τη ζεστασιά που ένιωθα
όταν με φρόντιζε η νοσοκόμα, μου έβαζε επιδέσμους και με αντάμειβε με μια καραμέλα για
τη γενναιότητά μου. Έπειτα, το τσούξιμο του αντισηπτικού με προσγείωσε απότομα στο
παρόν, όπου τα τραύματα δεν θεραπεύονταν τόσο εύκολα. Μόρφασα από τον πόνο.
«Νιώθω το κεφάλι μου λες και με χτύπησε με βαριοπούλα, διάολε».
«Είναι άσχημος μώλωπας. Θα έχεις καρούμπαλο αύριο. Καλύτερα να το προσέξουμε». Ο
Γιούρι κούνησε το κεφάλι του. «Δεν έπρεπε να σε αφήσω μόνο σου μαζί της».
«Δεν σου ’δωσα άλλη επιλογή».
«Αυτό είναι αλήθεια», γρύλισε εκείνος.
«Σ’ ευχαριστώ που δεν είπες “Σου τα ’λεγα εγώ”. Το πρόσεξα και το εκτίμησα».
Ο Γιούρι ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν χρειαζόταν, φιλαράκο. Θα σου το πει ο
καθηγητής αντί για μένα. Ζήτησε να σε δει στο γραφείο του».
«Α, μάλιστα».
«Ετσι όπως τον είδα, καλύτερα εσύ παρά εγώ».
Πήγα να σηκωθώ. Ο Γιούρι με παρακολουθούσε.
«Μη βιάζεσαι. Κάτσε ένα λεπτό. Βεβαιώσου πως είσαι έτοιμος. Κι αν σε πιάσει ζαλάδα ή
πονοκέφαλος, ειδοποίησέ με αμέσως».
«Είμαι μια χαρά. Ειλικρινά».
Δεν ήταν τελείως αλήθεια, πάντως δεν ένιωθα τόσο χάλια όσο φαινόμουν. Είχα ματωμένες
γρατζουνιές και μελανιές γύρω από τον λαιμό μου, εκεί όπου η Αλίσια προσπάθησε να με
στραγγαλίσει - είχε βυθίσει τόσο βαθιά τα νύχια της στο δέρμα μου, που είχα ματώσει.
Χτύπησα την πόρτα του καθηγητή. Όταν με είδε ο Διομήδης, γούρλωσε τα μάτια του κι
έβγαλε έναν αποδοκιμαστικό ήχο. «Ποπό. Χρειάστηκες ράμματα;»
«Όχι βέβαια. Είμαι μια χαρά».
Εκείνος μου έριξε μια δύσπιστη ματιά και με οδήγησε μέσα. «Πέρασε, Θίο. Κάθισε».
Οι άλλοι βρίσκονταν ήδη εκεί. Ο Κρίστιαν κι η Στέφανι στέκονταν όρθιοι. Η Ίντιρα
καθόταν κοντά στο παράθυρο. Μου φάνηκε πολύ επίσημη συγκέντρωση κι αναρωτήθηκα αν
επρόκειτο να απολυθώ.
Ο Διομήδης κάθισε στο γραφείο του. Μου έκανε νόημα να καθίσω στη μόνη άδεια καρέκλα.
Υπάκουσα. Με κοίταξε σιωπηλός για ένα λεπτό, χτυπώντας ρυθμικά τα δάχτυλά του ενώ
συλλογιζόταν τι να πει, ή πώς να το πει. Μα προτού πάρει μια απόφαση, τον πρόλαβε η
Στέφανι.
«Πρόκειται για ένα δυσάρεστο περιστατικό», αποφάνθηκε. «Εξαιρετικά δυσάρεστο».
Στράφηκε προς το μέρος μου. «Προφανώς, είμαστε όλοι ανακουφισμένοι που είσαι ακόμη
σώος και αβλαβής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν τίθενται ένα σωρό ερωτήματα. Και, πρώτα
απ’ όλα, γιατί ήσουν μόνος σου με την Αλίσια;»
«Εγώ φταίω», απάντησα. «Είπα στον Γιούρι να φύγει. Αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη».
«Με ποιο δικαίωμα πήρες μια τέτοια απόφαση; Αν κάποιος από τους δυο σας είχε
τραυματιστεί σοβαρά...»
«Σε παρακαλώ, ας αφήσουμε τα δράματα», τη διέκοψε ο Διομήδης. «Ευτυχώς δεν
τραυματίστηκε κανείς». Με έδειξε με μια αδιάφορη χειρονομία και πρόσθεσε: «Μερικά
γδαρσίματα δεν συνιστούν λόγο για στρατοδικείο».
Η Στέφανι έκανε έναν μορφασμό. «Δεν νομίζω πως η περίσταση σηκώνει αστεία, κύριε
καθηγητά. Ειλικρινά, δηλαδή».
«Ποιος αστειεύτηκε;» είπε ο Διομήδης και στράφηκε προς το μέρος μου. «Μιλάω πάρα
πολύ σοβαρά. Πες μας, Θίο. Τι συνέβη;»
Ένιωσα τα βλέμματα όλων να καρφώνονται πάνω μου· απευθύνθηκα στον Διομήδη,
διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια μου.
«Μου επιτέθηκε», αποκρίθηκα. «Αυτό συνέβη».
«Αυτό είναι φως φανάρι. Γιατί όμως; Υποθέτω πως δεν την προκάλεσες».
«Όχι. Συνειδητά, τουλάχιστον».
«Και ασυνείδητα;»
«Προφανώς, η Αλίσια αντιδρούσε σε κάποιο επίπεδο εναντίον μου. Πιστεύω ότι αυτό μας
δείχνει πόσο πολύ θέλει να επικοινωνήσει».
Ο Κρίστιαν γέλασε. «Επικοινωνία το λες αυτό;»
«Ναι, το λέω», επέμεινα. «Η οργή είναι ισχυρή μορφή επικοινωνίας. Οι άλλοι ασθενείς -
τα ζόμπι που απλώς κάθονται εκεί, άδεια, κενά- έχουν παραιτηθεί. Η Αλίσια δεν έχει
παραιτηθεί. Η επίθεσή της μας λέει κάτι που δεν μπορεί να εκφράσει ευθέως - για τον πόνο
της, την απελπισία της, την αγωνία της. Μου έλεγε να μην παρατήσω τις προσπάθειες γι’
αυτή. Όχι ακόμη».
Ο Κρίστιαν έκανε μια ειρωνική γκριμάτσα. «Μια λιγότερο ποιητική ερμηνεία θα μπορούσε
να είναι πως, χωρίς τα φάρμακά της, το μυαλό της ξεφεύγει εντελώς». Στράφηκε στον
Διομήδη. «Σας το είπα πως θα συνέβαινε αυτό, κύριε καθηγητά. Σας προειδοποίησα για τη
χαμηλότερη δόση».
«Αλήθεια, Κρίστιαν;» είπα. «Νόμιζα πως ήταν δική σου η ιδέα».
Εκείνος με αγνόησε επιδεικτικά. Είναι ψυχίατρος από την κορφή ως τα νύχια, σκέφτηκα*.
Κι εννοώ ότι οι ψυχίατροι έχουν την τάση να είναι επιφυλακτικοί με την ψυχοδυναμική σκέψη.
Προτιμούν μια πιο βιολογική, χημική και, πάνω απ’ όλα, πρακτική προσέγγιση - όπως το
ποτηράκι με τα χάπια που έδιναν στην Αλίσια με κάθε γεύμα. Δεν μπορούσα να συμβάλω σε
τίποτα, μου έλεγε το εχθρικό, στενόμυαλο βλέμμα του Κρίστιαν.
Ο Διομήδης ωστόσο με περιεργάστηκε σκεφτικός. «Εσένα δεν σε απογοήτευσε, Θίο»,
παρατήρησε. «Τι έγινε;»
Έγνεψα αρνητικά. «Αντιθέτως, μ’ έχει ενθαρρύνει».
Ο καθηγητής κούνησε το κεφάλι του ικανοποιημένος. «Ωραία. Συμφωνώ, μια τόσο έντονη
αντίδραση αξίζει να διερευνηθεί. Νομίζω πως πρέπει να συνεχίσεις».
Ακούγοντας αυτά τα λόγια, η Στέφανι δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί άλλο. «Αποκλείεται.
Δεν υπάρχει καμία περίπτωση».
Ο Διομήδης συνέχισε να μιλάει, σαν να μην την είχε ακούσει. Το βλέμμα του παρέμεινε
καρφωμένο πάνω μου.
«Νομίζεις πως μπορείς να την κάνεις να μιλήσει;»
Προτού προλάβω να απαντήσω, ακούστηκε μια φωνή από πίσω μου:
«Εγώ πιστεύω ότι μπορεί, ναι».
Ήταν η Ίντιρα. Είχα σχεδόν ξεχάσει πως ήταν παρούσα. Γύρισα προς το μέρος της. «Κι από
μία άποψη», συνέχισε εκείνη, «η Αλίσια έχει αρχίσει να μιλάει. Επικοινωνεί μέσω του Θίο -
είναι ο υπερασπιστής της. Συμβαίνει ήδη».
Ο καθηγητής έγνεψε καταφατικά. Έμεινε συλλογισμένος για λίγο. Ήξερα τι σκεφτόταν -
η Αλίσια Μπέρενσον ήταν διάσημη, και ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί με το Ίδρυμα.
Έτσι και καταφέρναμε να δείξουμε εμφανή πρόοδο στη θεραπεία της, θα είχαμε πολύ
περισσότερες πιθανότητες να σώσουμε το Γκρόουβ και να μην το κλείσουν.
«Πόσο καιρό θα πάρει μέχρι να δούμε αποτελέσματα;» ρώτησε ο Διομήδης.
«Δεν μπορώ να προβλέψω», αποκρίθηκα. «Το ξέρετε πολύ καλά. Όσο χρόνο χρειαστεί.Έξι
μήνες.Έναν χρόνο. Πιθανώς περισσότερο - μπορεί ακόμα και χρόνια».
«Έχεις έξι βδομάδες».
Η Στέφανι ύψωσε το ανάστημά της και σταύρωσε τα μπράτσα της. «Είμαι η διευθύντρια
αυτής της μονάδας και δεν μπορώ να επιτρέψω...»
«Είμαι ο κλινικός διευθυντής του Γκρόουβ», τη διέκοψε ο Διομήδης. «Αυτή η απόφαση
είναι δική μου, όχι δική σου. Αναλαμβάνω την πλήρη ευθύνη για οποιουσδήποτε
τραυματισμούς υποστεί ο ταλαίπωρος ψυχοθεραπευτής μας από δω». Και μου έκλεισε το μάτι.
Η Στέφανι δεν είπε τίποτε άλλο. Κοίταξε οργισμένα πρώτα τον Διομήδη και μετά εμένα.
Έπειτα έκανε μεταβολή και βγήκε από το γραφείο.
«Αχ, Θεέ μου», είπε ο καθηγητής. «Απ’ ό,τι φαίνεται, η Στέφανι σ’ έβαλε στα μαύρα
κατάστιχα. Τι ατυχία». Κρυφογέλασαν με την Ίντιρα κι ύστερα με κοίταξε σοβαρά. «Έξι
βδομάδες. Υπό την εποπτεία μου. Κατάλαβες;»
Συμφώνησα φυσικά - δεν είχα άλλη επιλογή.
«Έξι βδομάδες», επανέλαβα.
«Ωραία».
Ο Κρίστιαν έδειξε φανερά ενοχλημένος.
«Η Αλίσια δεν πρόκειται να μιλήσει ούτε σε έξι βδομάδες ούτε σε εξήντα χρόνια», δήλωσε.
«Χάνετε τον χρόνο σας».
Βγήκε από το γραφείο. Αναρωτήθηκα γιατί ήταν τόσο σίγουρος πως θα αποτύγχανα.
Ωστόσο, αυτό με έκανε ακόμα πιο αποφασισμένο να τα καταφέρω.
6 101

Έφτασα στο σπίτι νιώθοντας εξαντλημένος. Άναψα από συνήθεια τον διακόπτη στον
διάδρομο, παρόλο που η λάμπα είχε καεί. Όλο λέγαμε να την αλλάξουμε κι όλο το ξεχνούσαμε.
Κατάλαβα αμέσως πως η Κάθι δεν ήταν εκεί. Επικρατούσε υπερβολική ησυχία· και της ήταν
αδύνατο να καθίσει ήσυχη. Δεν έκανε σαματά, αλλά ο κόσμος της ήταν γεμάτος ήχους -
μιλούσε στο τηλέφωνο, απάγγελλε τους ρόλους της, έβλεπε ταινίες, σιγοτραγουδούσε,
άκουγε συγκροτήματα που δεν είχα ακούσει ποτέ στη ζωή μου. Τώρα, όμως, το διαμέρισμα
ήταν σιωπηλό σαν τάφος. Τη φώναξα. Από συνήθεια, πάλι - ή από ένοχη συνείδηση, ίσως,
για να βεβαιωθώ ότι ήμουν μόνος πριν παρανομήσω;
«Κάθι;»
Καμιά απάντηση.
Προχώρησα ψηλαφιστά μες στο σκοτάδι προς το σαλόνι. Άναψα το φως. Το δωμάτιο με
ξάφνιασε προβάλλοντας μπροστά μου, όπως γίνεται πάντα με τα καινούρια έπιπλα ώσπου
να τα συνηθίσεις: καινούριες καρέκλες, καινούρια μαξιλάρια· καινούρια χρώματα, κόκκινα
και κίτρινα, εκεί που κάποτε ήταν μαύρο και άσπρο.Ένα βάζο με ροζ κρίνους -τα αγαπημένα
λουλούδια της Κάθι- ήταν πάνω στο τραπέζι· το δυνατό, έντονο άρωμά τους έκανε την
ατμόσφαιρα βαριά και αποπνικτική.
Τι ώρα ήταν; Οχτώ και μισή. Πού βρισκόταν η Κάθι; Σε πρόβα; Συμμετείχε σε μια νέα
παραγωγή του Οθέλλου της Ρόγιαλ Σαίξπηρ Κόμπανι, που δεν πήγαινε ιδιαίτερα καλά. Οι
ατέλειωτες πρόβες είχαν αφήσει τα σημάδια τους πάνω της. Έμοιαζε αισθητά κουρασμένη^
ήταν ωχρή, πιο αδύνατη απ’ ό,τι συνήθως, μονίμως κρυωμένη. «Είμαι συνέχεια άρρωστη,
διάολε», παραπονιόταν. «Νιώθω εξουθενωμένη».
Κι ήταν αλήθεια, κάθε βράδυ γύριζε ολοένα και πιο αργά από τις πρόβες, έχοντας τα χάλια
της· χασμουριόταν και σερνόταν τρεκλίζοντας κατευθείαν στο κρεβάτι. Οπότε δεν θα γύριζε
για τουλάχιστον δύο ώρες. Αποφάσισα να το ρισκάρω.
Έβγαλα το βάζο με το χόρτο από την κρυψώνα του κι άρχισα να στρίβω ένα τσιγαριλίκι.
Κάπνιζα μαριχουάνα από το πανεπιστήμιο. Δοκίμασα για πρώτη φορά στο πρώτο τρίμηνο,
μόνος και χωρίς φίλους σ’ ένα πάρτι πρωτοετών, υπερβολικά παραλυμένος από τον φόβο μου
ώστε να πιάσω κουβέντα με κάποιον από τους όμορφους και γεμάτους αυτοπεποίθηση
φοιτητές ολόγυρά μου. Ετοιμαζόμουν να το σκάσω όταν μια κοπέλα που στεκόταν δίπλα μου
μου πρόσφερε κάτι. Νόμισα πως ήταν τσιγάρο ώσπου μύρισα τον πικάντικο κι αψύ μαύρο
καπνό. Το δέχτηκα γιατί ντρεπόμουν να πω όχι κι ακούμπησα το τσιγαριλίκι στα χείλη μου.
Δεν ήταν καλά φτιαγμένο και το χαρτί ξεκολλούσε στην άκρη. Το φίλτρο ήταν υγρό και
κόκκινο από το κραγιόν της. Είχε διαφορετική γεύση από του τσιγάρου· πιο πλούσια, πιο
ακατέργαστη, πιο εξωτική. Κατάπια τον πυκνό καπνό και προσπάθησα να μη βήξω. Αρχικά,
το μόνο που ένιωσα ήταν λίγο πιο ανάλαφρος. Προφανώς, η μαριχουάνα ήταν
υπερεκτιμημένη, σαν το σεξ. Και τότε -ένα λεπτό αργότερα- κάτι έγινε. Κάτι απίστευτο. Λες
και με περιέλουσε ένα τεράστιο κύμα ευωχίας. Ένιωσα ασφαλής, χαλαρός, άνετος, χαζός και
ανεπιτήδευτος.
Αυτό ήταν. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι άρχισα να καπνίζω χόρτο κάθε μέρα. Έγινε ο
καλύτερος φίλος μου, η έμπνευσή μου, η παρηγοριά μου. Μια ατέλειωτη τελετουργία από
στρίψιμο, γλείψιμο, άναμμα. Μαστούρωνα και μόνο από το θρόισμα των χαρτιών που έστριβα
και την προσμονή της γλυκιάς, ζεστής μέθης.
Έχουν διατυπωθεί κάθε είδους θεωρίες για την προέλευση της εξάρτησης. Θα μπορούσε
να οφείλεται σε γενετικούς λόγους· σε χημικές αιτίες· σε ψυχολογικά προβλήματα. Ωστόσο,
η μαριχουάνα έκανε κάτι πολύ περισσότερο από το να με κατευνάζει: άλλαζε ριζικά τον τρόπο
με τον οποίο βίωνα τα συναισθήματά μου· με κρατούσε ασφαλή και με ταχτάριζε σαν
πολύ αγαπημένο παιδί.
Με άλλα λόγια, με περιείχε.
Ήταν ο ψυχαναλυτής Γ. Ρ. Μπίον^ που επινόησε τον όρο «περιέχειν» για να περιγράφει
την ικανότητα της μητέρας να διαχειριστεί τον πόνο του μωρού της. Μην ξεχνάτε πως η
βρεφική ηλικία δεν είναι μια περίοδος μακαριότητας, αλλά τρόμου. Σαν βρέφη, είμαστε
παγιδευμένοι σε έναν ξένο, άγνωστο κόσμο, μην μπορώντας να δούμε κανονικά και σε μόνιμη
κατάσταση έκπληξης με το σώμα μας, τρομαγμένοι από την πείνα, τα αέρια και τη λειτουργία
του εντέρου μας, συγκλονισμένοι από τα συναισθήματά μας. Βρισκόμαστε κυριολεκτικά υπό
επίθεση.Έχουμε ανάγκη τη μητέρα μας για να κατευνάσει την ταραχή μας και να δώσει νόημα
στα βιώματά μας. Ενώ το κάνει, εμείς μαθαίνουμε σταδιακά να χειριζόμαστε μόνοι μας τη
σωματική και ψυχική μας κατάσταση. Ωστόσο, η ικανότητά μας να περιέχουμε τον εαυτό μας
εξαρτάται άμεσα από την ικανότητα της μητέρας μας να μας περιέχει - αν δεν το βίωσε ποτέ
με τη δική της μητέρα, πώς μπορεί να μας διδάξει κάτι που δεν ξέρει; Κάποιος που δεν έμαθε
ποτέ να περιέχει τον εαυτό του ταλανίζεται από αγχώδη συναισθήματα για όλη την υπόλοιπη
ζωή του· συναισθήματα που ο Μπίον αποκάλεσε εύστοχα «τρόμο χωρίς όνομα». Κι ένα τέτοιο
άτομο αναζητάει διαρκώς αυτό το ακόρεστο περιέχειν από εξωτερικές πηγές - χρειάζεται ένα
ποτό ή ένα τσιγαριλίκι για να καταπραυνει αυτό το ατελείωτο άγχος· εξού και η εξάρτησή
μου από τη μαριχουάνα.
Μίλησα πολύ για τη μαριχουάνα στην ψυχοθεραπεία. Πάλεψα με την ιδέα να την κόψω·
κι αναρωτήθηκα γιατί με φόβιζε τόσο η προοπτική αυτή. Η Ρουθ είπε ότι ο καταναγκασμός
και ο περιορισμός ποτέ δεν είχαν καλά αποτελέσματα και, αντί να πιέσω τον εαυτό μου να
ζήσει χωρίς χόρτο, ίσως ήταν καλύτερα να αναγνωρίσω αρχικά πως τώρα ήμουν εξαρτημένος
από αυτό και απρόθυμος ή ανίκανος να το παρατήσω. Ό,τι ήταν αυτό που μου πρόσφερε η
μαριχουάνα, υποστήριζε η Ρουθ, προφανώς λειτουργούσε ακόμη - μέχρι τη μέρα που δεν θα
μου ήταν πια χρήσιμη, οπότε μάλλον θα την εγκατέλειπα με ευκολία.
Κι είχε δίκιο. Όταν γνώρισα την Κάθι και την ερωτεύτηκα, η μαριχουάνα έσβησε κάπου
στο βάθος.Ήμουν ντοπαρισμένος με φυσικό τρόπο από έρωτα, και δεν χρειαζόμουν τεχνητά
μέσα για να νιώσω καλοδιάθετος. Βοηθούσε και το γεγονός ότι η Κάθι δεν κάπνιζε. Κατά τη
γνώμη της, οι μαστούρηδες ήταν άβουλοι και τεμπέληδες και ζούσαν σε αργή κίνηση - τους
τσιμπούσες κι έλεγαν «αχ» έξι μέρες αργότερα. Σταμάτησα να καπνίζω χόρτο τη μέρα που η
Κάθι μετακόμισε στο διαμέρισμά μου. Και -όπως είχε προβλέψει η Ρουθ- μόλις αισθάνθηκα
ασφαλής κι ευτυχισμένος, η συνήθεια κόπηκε εντελώς φυσιολογικά, όπως πέφτει η ξεραμένη
λάσπη από μια μπότα.
Ίσως να μην είχα ξανακαπνίσει ποτέ, αν δεν πηγαίναμε στο αποχαιρετιστήριο πάρτι μιας
φίλης της Κάθι, της Νικόλ, που μετακόμιζε στη Νέα Υόρκη. Την Κάθι τη μονοπώλησαν όλοι
οι φίλοι της οι ηθοποιοί και βρέθηκα ολομόναχος.Ένας κοντόχοντρος άντρας, που φορούσε
έντονα ροζ γυαλιά, με σκούντησε και μου πρόσφερε ένα τσιγαριλίκι, λέγοντας: «Θέλεις λίγο;»
Ετοιμαζόμουν να αρνηθώ, όταν κάτι με σταμάτησε. Δεν είμαι σίγουρος τι. Ένα καπρίτσιο της
στιγμής; Ή μήπως μια ασυνείδητη επίθεση στην Κάθι που με πίεσε να έρθουμε σ’ αυτό το
φριχτό πάρτι και μετά με παράτησε; Κοίταξα γύρω μου. Δεν την έβλεπα πουθενά. Γάμα το,
σκέφτηκα. Έφερα το τσιγαριλίκι στα χείλη μου και τράβηξα μια τζούρα.
Κι αυτό ήταν. Βρέθηκα πάλι εκεί απ’ όπου ξεκίνησα - λες και δεν είχε μεσολαβήσει καμιά
διακοπή. Όλο αυτό το διάστημα, η εξάρτησή μου με περίμενε σαν πιστό σκυλί. Δεν είπα στην
Κάθι τι είχα κάνει και το έδιωξα από το μυαλό μου. Στην πραγματικότητα, περίμενα μια
ευκαιρία - και παρουσιάστηκε έξι βδομάδες αργότερα. Η Κάθι πήγε για μία βδομάδα στη Νέα
Υόρκη, να δει τη Νικόλ. Χωρίς την επιρροή της, μόνος και βαριεστημένος, υπέκυψα στον
πειρασμό. Δεν είχα πια ντίλερ κι έτσι έκανα ό,τι έκανα ως φοιτητής. Πήγα στην αγορά του
Κάμντεν.
Βγαίνοντας από τον σταθμό, μύρισα τη μαριχουάνα στον αέρα, ανάμεικτη με μυρωδιά από
λιβάνι και τα κρεμμύδια που τηγάνιζαν στους πάγκους με τα φαγητά. Προχώρησα προς τη
γέφυρα του καναλιού. Στάθηκα αμήχανα εκεί, ενώ μ’ έσπρωχναν και με σκουντούσαν οι
τουρίστες και οι έφηβοι που πηγαινοέρχονταν στη γέφυρα σαν αδιάκοπο ρεύμα.
Περιεργάστηκα το πλήθος. Δεν έβλεπα πουθενά τους ντίλερ που παλιά ήταν παραταγμένοι
κατά μήκος της γέφυρας και σε φώναζαν καθώς περνούσες. Είδα δύο αστυνομικούς,
ευδιάκριτους με τα ζωηρόχρωμα κίτρινα γιλέκα τους, να περιπολούν ανάμεσα στον κόσμο.
Έφυγαν από τη γέφυρα και κατευθύνθηκαν προς τον σταθμό. Και τότε άκουσα μια σιγανή
φωνή δίπλα μου:
«Θέλεις μαύρο, φίλε μου;»
Χαμήλωσα το βλέμμα κι είδα έναν πολύ μικρόσωμο άντρα. Στην αρχή νόμιζα πως μου
μιλούσε παιδί, τόσο κοντός κι αδύνατος ήταν. Μα το πρόσωπό του ήταν ένας χάρτης
ανώμαλου εδάφους, με αυλάκια και σταυροδρόμια, σαν παιδί πρόωρα γερασμένο. Τα δυο
μπροστινά του δόντια έλειπαν, κάνοντας την ομιλία του να βγαίνει σφυριχτή. «Μαύρο;»
επανέλαβε.
Έγνεψα καταφατικά.
Μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Γλίστρησε μέσα από το πλήθος, έστριψε στη γωνία
και χώθηκε σ’ ένα σοκάκι. Μπήκε μέσα σε μια παλιά παμπ και τον ακολούθησα. Ήταν άδεια
μέσα, σκοτεινή κι εξαθλιωμένη, και βρομοκοπούσε εμετούς και μπαγιάτικο καπνό από
τσιγάρα.
«Κέρνα μια μπίρα», είπε και στάθηκε στο μπαρ. Σχεδόν δεν έφτανε για να δει πάνω από
την μπάρα. Του αγόρασα απρόθυμα μισή πίντα. Την πήρε σ’ ένα τραπέζι στο βάθος. Κάθισα
απέναντι του. Ρίχνοντας κλεφτές ματιές γύρω του, μου πάσαρε κάτω απ’ το τραπέζι ένα μικρό
πακέτο τυλιγμένο με σελοφάν. Του έδωσα μετρητά.
Πήγα στο σπίτι και άνοιξα το πακέτο -μισοπεριμένοντας να μ’ έχει ξαφρίσει-, αλλά στα
ρουθούνια μου έφτασε η γνώριμη αψιά μυρωδιά του χόρτου. Είδα τα μικρά πράσινα ανθάκια
με τις χρυσαφιές πιτσιλιές. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά, σαν να είχα συναντήσει
έναν φίλο χαμένο από παλιά· κι υποθέτω πως, κατά μία έννοια, έτσι ήταν.
Από τότε, λοιπόν, άρχισα να καπνίζω περιστασιακά, όποτε βρισκόμουν μόνος στο
διαμέρισμα για μερικές ώρες κι ήμουν σίγουρος πως η Κάθι δεν θα γύριζε σύντομα.
Κι εκείνο το βράδυ, όταν επέστρεψα σπίτι κουρασμένος κι απογοητευμένος και διαπίστωσα
ότι η Κάθι έλειπε στην πρόβα, έστριψα γρήγορα ένα τσιγαριλίκι. Το κάπνισα έξω απ’ το
παράθυρο του μπάνιου. Μα με χτύπησε σαν γροθιά ανάμεσα στα μάτια, γιατί κάπνισα πολύ
και υπερβολικά γρήγορα. Ήμουν τόσο μαστουρωμένος, ώστε δυσκολευόμουν ακόμα και να
περπατήσω, ένιωθα σαν να τσαλαβουτούσα μέσα σε παχύρρευστο σιρόπι. Διεκπεραίωσα τη
συνηθισμένη τελετουργία εξυγίανσης -αποσμητικό χώρου, πλύσιμο δοντιών, ντους- και
πήγα προσεκτικά στο σαλόνι, όπου βούλιαξα στον καναπέ.
Έψαχνα το τηλεκοντρόλ, αλλά δεν το έβλεπα. Και τότε το διέκρινα πίσω από το ανοιχτό
λάπτοπ της Κάθι στο τραπεζάκι. Πήγα να το πιάσω, μα ήμουν τόσο μαστουρωμένος, που
έριξα κάτω το λάπτοπ. Το έβαλα πάλι στη θέση του - και η οθόνη άνοιξε. Ήταν η σελίδα του
ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της. Για κάποιο λόγο, το βλέμμα μου καρφώθηκε εκεί. Ήμουν
καθηλωμένος - τα μηνύματά της με κοίταζαν σαν ανοιχτή τρύπα.Ήταν αδύνατο να τραβήξω
τα μάτια μου.Ένα σωρό πράγματα ξεπετάχτηκαν προτού συνειδητοποιήσω τι διάβαζα: λέξεις
όπως «σέξι» και «μουνίτσα» στις επικεφαλίδες των μέιλ και πολλά μηνύματα από το
«BADBOY22».
Μακάρι να είχα σταματήσει εκεί. Μακάρι να σηκωνόμουν και να έφευγα - μα δεν το έκανα.
Ανοιξα το πιο πρόσφατο μήνυμα:
Θέμα: δεσποινίς μουνίτσα
Από: Katerama_l
Προς: BADBOY22
Είμαι στο λεωφορείο. Σε σκέφτομαι και καβλώνω. Σε μυρίζω πάνω μου. Νιώθω σαν τσούλα!
Κχχ
Σταλμένο από iPhone
Θέμα: δεσποινίς μουνίτσα
Από: BADBOY22
Προς: Katerama_l
Είσαι τσούλα! Χα-χα. Θα σε δω αργότερα; Μετά την πρόβα;
Θέμα: δεσποινίς μουνίτσα ■<»
Από: Katerama_l
Προς: BADBOY22
ΟΚ. 8.30; 9; χχ
Σταλμένο από iPhone
Θέμα: δεσποινίς μουνίτσα
Από: BADBOY22
Προς: Katerama_l
ΟΚ. Θα δω τι ώρα μπορώ να φύγω. Θα σου στείλω μνμ στο κινητό.
Πήρα το λάπτοπ από το τραπέζι. Το ακούμπησα στα γόνατά μου κι έμεινα να το κοιτάζω.
Δεν ξέρω πόση ώρα κάθισα έτσι. Δέκα λεπτά; Είκοσι λεπτά; Μισή ώρα;Ίσως και περισσότερο.
Ο χρόνος έμοιαζε να σέρνεται.
Πάσχισα να επεξεργαστώ τι είχα μόλις δει - αλλά ήμουν ακόμη τόσο μαστουρωμένος, ώστε
δεν ήμουν σίγουρος τι είχα δει.Ήταν αληθινό;Ή κάποια παρεξήγηση, κάποιο αστείο που δεν
καταλάβαινα λόγω της μαστούρας μου;
Πίεσα τον εαυτό μου να διαβάσει άλλο ένα μήνυμα.
Κι άλλο ένα.
Κατέληξα να διαβάσω όλα τα μέιλ της Κάθι στον BADBOY22. Μερικά ήταν σεξουαλικά,
έως και πρόστυχα. Άλλα ήταν πιο μεγάλα, πιο εξομολογητικά και συναισθηματικά, και
φαινόταν μεθυσμένη. Ίσως τα έγραφε αργά το βράδυ, αφού είχα πάει να ξαπλώσω. Με
φαντάστηκα να κοιμάμαι στην κρεβατοκάμαρα, ενώ η Κάθι ήταν εδώ έξω κι έγραφε
προσωπικά μηνύματα σ’ αυτό τον άγνωστο. Αυτό τον άγνωστο με τον οποίο πηδιόταν.
Ο χρόνος αναπλήρωσε απότομα τον ρυθμό του. Δεν ήμουν πια μαστουρωμένος. Ήμουν
φριχτά, οδυνηρά νηφάλιος.
Ένιωσα έναν διαπεραστικό πόνο στο στομάχι μου και πέταξα το λάπτοπ παράμερα.Έτρεξα
στο μπάνιο.
Έπεσα στα γόνατα μπροστά στη λεκάνη κι έκανα εμετό.

22 W. R. Bion (1897-1979): Βρετανός ψυχαναλυτής. (ΣτΜ)


7 no

«Είναι λίγο διαφορετικά από την προηγούμενη φορά», είπα.


Καμιά αντίδραση.
Η Αλίσια καθόταν στην καρέκλα απέναντι μου, με το κεφάλι στραμμένο ελαφρά προς το
παράθυρο. Ήταν εντελώς ακίνητη κι η πλάτη της στητή και άκαμπτη. Έμοιαζε με
βιολοντσελίστρια.Ή με στρατιώτη.
«Σκέφτομαι πώς έληξε η τελευταία συνεδρία. Όταν μου επιτέθηκες σωματικά και
χρειάστηκε να σε ακινητοποιήσουμε».
Καμιά αντίδραση. Δίστασα λίγο πριν προχωρήσω.
«Αναρωτιέμαι αν το ’κάνες για να με δοκιμάσεις. Να δεις πώς θα αντιδράσω. Νομίζω ότι
είναι σημαντικό να ξέρεις πως δεν τρομάζω εύκολα. Μπορώ να εισπράξω ό,τι κι αν μου
πετάξεις».
Η Αλίσια κοίταξε έξω από το παράθυρο τον γκρίζο ουρανό πέρα από τα κάγκελα. Περίμενα
ένα λεπτό και συνέχισα:
«Αλίσια, πρέπει να σου πω κάτι. Είμαι με το μέρος σου. Ελπίζω πως κάποια μέρα θα το
πιστέψεις. Θέλει χρόνο, φυσικά, για να δημιουργηθεί εμπιστοσύνη. Η παλιά μου
ψυχοθεραπεύτρια συνήθιζε να λέει ότι η οικειότητα απαιτεί την επαναλαμβανόμενη εμπειρία
της ανταπόκρισης - κι αυτό δεν συμβαίνει μέσα σ’ ένα βράδυ».
Η Αλίσια με κοίταζε σταθερά, με ανεξιχνίαστο βλέμμα. Τα λεπτά περνούσαν. Αισθανόμουν
λες και ήταν μια δοκιμασία αντοχής αντί για ψυχαναλυτική συνεδρία.
Φαίνεται πως δεν έκανα πρόοδο προς καμία κατεύθυνση. Ίσως ήταν μάταιη όλη αυτή η
προσπάθεια. Ο Κρίστιαν είχε δίκιο που επισήμανε ότι τα ποντίκια εγκαταλείπουν το πλοίο
που βουλιάζει. Για ποιο λόγο, διάολε, σκαρφάλωνα πάνω σε αυτό το ερείπιο, δενόμουν στο
κατάρτι, ετοιμαζόμουν να βουλιάξω;
Η απάντηση, φυσικά, καθόταν μπροστά μου. Όπως είχε πει ο Διομήδης, η Αλίσια ήταν μια
σιωπηλή σειρήνα που με παρέσερνε στον χαμό μου.
Ξαφνικά, αισθάνθηκα απόγνωση. Ήθελα να της ουρλιάξω:
«Πες κάτι. Οτιδήποτε. Μίλα».
Μα δεν το είπα. Αντίθετα, αγνόησα τη θεραπευτική παράδοση. Σταμάτησα τη διακριτική
προσέγγιση και μπήκα κατευθείαν στο θέμα:
«Θα ήθελα να κουβεντιάσουμε για τη σιωπή σου. Τι σημαίνει... πώς τη νιώθεις. Και, πιο
συγκεκριμένα, γιατί σταμάτησες να μιλάς».
Η Αλίσια δεν με κοίταζε. Με άκουγε έστω;
«Όπως κάθομαι εδώ μαζί σου, προβάλλει συνέχεια στο μυαλό μου μια εικόνα - κάποιου
που δαγκώνει τη γροθιά του, συγκρατεί μια κραυγή, καταπίνει ένα ουρλιαχτό. Θυμάμαι πως
όταν άρχισα για πρώτη φορά ψυχοθεραπεία, δυσκολευόμουν πολύ να κλάψω. Φοβόμουν ότι
θα με παρέσερνε η πλημμύρα, θα με κατέκλυζε. Ίσως αισθάνεσαι κι εσύ έτσι. Γι’ αυτό είναι
σημαντικό να νιώσεις ασφαλής, όσο χρόνο κι αν χρειαστείς, και να έχεις τη βεβαιότητα πως
δεν θα είσαι μόνη σου σ’ αυτή την πλημμύρα - πως θα σε κρατήσω έξω απ’ το νερό».
Σιωπή.
«Θεωρώ ότι είμαι σχεσιακός ψυχοθεραπευτής», είπα. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;»
Σιωπή.
«Σημαίνει πως πιστεύω ότι ο Φρόιντ έκανε λάθος σε μερικά πράγματα. Δεν πιστεύω ότι
ένας ψυχοθεραπευτής μπορεί ποτέ να είναι πραγματικά ένας άγραφος πίνακας, όπως ήταν η
πρόθεσή του. Χωρίς να το θέλουμε, αφήνουμε να διαρρεύσουν ένα σωρό πληροφορίες για
τον εαυτό μας - από το χρώμα που έχουν οι κάλτσες μου, μέχρι το πώς κάθομαι ή μιλάω. Και
μόνο που κάθομαι εδώ μαζί σου, αποκαλύπτω ένα σωρό πράγματα για μένα. Παρόλο που
βάζω τα δυνατά μου να μείνω αόρατος, σου δείχνω ποιος είμαι».
Η Αλίσια σήκωσε το κεφάλι της. Με κοίταξε υψώνοντας ανεπαίσθητα το πιγούνι της -
υπήρχε κάποια πρόκληση στο βλέμμα της; Τουλάχιστον είχα τραβήξει την προσοχή της.
Μετακινήθηκα στο κάθισμά μου.
«Το θέμα είναι, τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό; Μπορούμε να το αγνοήσουμε, και να το
αρνηθούμε, και να προσποιηθούμε ότι αυτή η ψυχοθεραπεία αφορά μονάχα εσένα. Ή να
αναγνωρίσουμε πως πρόκειται για κάτι αμφίδρομο και να δουλέψουμε μ’ αυτό. Και τότε θα
αρχίσουμε όντως να φτάνουμε κάπου».
Σήκωσα το χέρι μου κι έδειξα μ’ ένα νεύμα τη βέρα μου.
«Αυτή η βέρα κάτι σου λέει, έτσι δεν είναι;»
Η ματιά της Αλίσια κινήθηκε πολύ αργά προς τη βέρα.
«Σου λέει πως είμαι παντρεμένος. Πως έχω μια σύζυγο. Είμαστε σχεδόν εννιά χρόνια
παντρεμένοι».
Καμιά αντίδραση, ωστόσο συνέχισε να κοιτάζει τη βέρα.
«Ήσουν παντρεμένη εφτά χρόνια, έτσι δεν είναι;»
Καμιά απάντηση.
«Αγαπώ πάρα πολύ τη γυναίκα μου. Εσύ αγαπούσες τον άντρα σου;»
Το βλέμμα της Αλίσια μετακινήθηκε. Στάθηκε στο πρόσωπό μου. Κοιταχτήκαμε.
«Η αγάπη περιλαμβάνει ένα σωρό συναισθήματα, δεν συμφωνείς; Καλά και άσχημα.
Αγαπώ τη γυναίκα μου -τη λένε Κάθι-, αλλά κάποιες φορές θυμώνω μαζί της. Μερικές
φορές... τη μισώ».
Η Αλίσια συνέχισε να με κοιτάζει· ένιωθα σαν λαγός μπροστά σε φώτα αυτοκινήτου,
κοκαλωμένος, αδυνατώντας να κοιτάξω αλλού ή να σαλέψω. Το μηχάνημα του συναγερμού
ήταν πάνω στο τραπέζι, κοντά μου. Έκανα συνειδητή προσπάθεια να μη στρέψω το βλέμμα
μου προς τα εκεί.
Ήξερα ότι δεν έπρεπε να συνεχίσω να μιλάω, πως έπρεπε να το βουλώσω, όμως δεν
μπορούσα να σταματήσω. Συνέχισα εντελώς παρορμητικά:
«Κι όταν λέω πως τη μισώ, δεν εννοώ όλο μου τον εαυτό.Ένα κομμάτι μου μονάχα τη μισεί.
Το θέμα είναι να αντέχεις και τα δυο κομμάτια ταυτόχρονα. Ένα κομμάτι σου αγαπούσε τον
Γκάμπριελ... Ένα κομμάτι σου τον μισούσε».
Η Αλίσια έγνεψε αρνητικά - όχι. Ήταν μια ελάχιστη κίνηση, αλλά ξεκάθαρη. Επιτέλους -
μια αντίδραση. Ένιωσα μια απότομη έξαψη να με συνεπαίρνει. Έπρεπε να σταματήσω εκεί$
ωστόσο συνέχισα.
«Ένα κομμάτι σου τον μισούσε», είπα πάλι, πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά.
Αλλο ένα αρνητικό γνέψιμο. Το βλέμμα της με έκαιγε. Θυμώνει, σκέφτηκα.
«Είναι αλήθεια, Αλίσια. Αλλιώς δεν θα τον σκότωνες».
Εκείνη πετάχτηκε ξαφνικά όρθια. Νόμιζα πως θα μου ορμούσε. Το κορμί μου σφίχτηκε
περιμένοντας. Μα η Αλίσια έκανε μεταβολή και πήγε στην πόρτα. Αρχισε να τη χτυπάει με
τις γροθιές της.
Ακούστηκε το κλειδί που γύριζε στην κλειδαριά - και ο Γιούρι άνοιξε διάπλατα την πόρτα.
Φάνηκε ανακουφισμένος που δεν βρήκε την Αλίσια να με στραγγαλίζει στο πάτωμα. Εκείνη
τον έσπρωξε στην άκρη κι έτρεξε στον διάδρομο.
«Ηρεμα, γλυκιά μου, περίμενε», της είπε. Μου έριξε μια ματιά. «Όλα εντάξει; Τι έγινε;»
Δεν απάντησα. Ο Γιούρι με κοίταξε περίεργα κι έφυγε.Έμεινα μόνος.
Ηλίθιε, σκέφτηκα. Ηλίθιε. Τι ήταν αυτό που έκανα; Το παρατράβηξα, την πίεσα πολύ,
υπερβολικά σύντομα. Ήταν τελείως αντιεπαγγελματικό, για να μην πω εντελώς ανάρμοστο,
γαμώτο. Κι αποκάλυπτε πολύ περισσότερα για τη δική μου ψυχική κατάσταση παρά για τη
δική της.
Αλλά αυτό σου έκανε η Αλίσια. Η σιωπή της ήταν σαν καθρέφτης - όπου έβλεπες τον
εαυτό σου.
Και συχνά το θέαμα δεν ήταν καθόλου ωραίο.
8 115

Δεν χρειαζόταν να είμαι ψυχοθεραπευτής για να υποψιαστώ ότι η Κάθι είχε αφήσει ανοιχτό
το λάπτοπ της γιατί -ασυνείδητα τουλάχιστον- ήθελε να ανακαλύψω την απιστία της.
Ε, λοιπόν, την είχα ανακαλύψει. Τώρα ήξερα.
Δεν της είχα μιλήσει από εκείνο το βράδυ. Προσποιήθηκα πως κοιμόμουν όταν γύρισε και
το πρωί έφυγα προτού ξυπνήσει. Την απέφευγα - απέφευγα τον εαυτό μου. Είχα πάθει σοκ.
Ήξερα πως έπρεπε να ρίξω μια ματιά μέσα μου - ή να ρισκάρω να χαθώ. Σύνελθε, μουρμούρισα
μόνος μου καθώς έστριβα ένα τσιγαριλίκι. Το κάπνισα έξω από το παράθυρο κι ύστερα,
κατάλληλα μαστουρωμένος, έβαλα ένα ποτήρι κρασί στην κουζίνα.
Το ποτήρι γλίστρησε απ’ το χέρι μου καθώς πήγα να το σηκώσω. Βλέποντάς το να πέφτει,
προσπάθησα να το πιάσω, αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να χωθεί ένα κομμάτι γυαλί στο
χέρι μου έτσι όπως έσπασε πάνω στο τραπέζι και να κόψω άσχημα το δάχτυλό μου.
Ξαφνικά, υπήρχε αίμα παντού: αίμα που κυλούσε στο μπράτσο μου, αίμα πάνω στα
σπασμένα γυαλιά, αίμα που ενωνόταν με το λευκό κρασί πάνω στο τραπέζι. Έκοψα με κόπο
λίγο χαρτί κουζίνας κι έδεσα σφιχτά το δάχτυλό μου για να περιορίσω την αιμορραγία.
Κράτησα το χέρι μου πάνω από το κεφάλι μου, παρατηρώντας το αίμα να κατηφορίζει σε
μικρά ρυάκια που παρέκκλιναν, μιμούμενα τις φλέβες κάτω από το δέρμα μου.
Συλλογίστηκα την Κάθι.
Στην Κάθι στρεφόμουν στις δύσκολες στιγμές, όταν χρειαζόμουν συμπόνια, ή επιβεβαίωση^
ή ένα φιλί για να πάνε όλα καλύτερα. Ήθελα να με φροντίζει. Σκέφτηκα να της τηλεφωνήσω
- πάνω, όμως, που έκανα αυτή τη σκέψη, φαντάστηκα μια πόρτα να κλείνει ερμητικά, με
δύναμη, κλειδώνοντάς τη μακριά μου. Πάει η Κάθι - την είχα χάσει. Ήθελα να κλάψω, αλλά
δεν μπορούσα. Ήμουν μπλοκαρισμένος μέσα μου, φορτωμένος λάσπη και σκατά.
«Γαμώτο», μονολογούσα συνέχεια, «γαμώτο».
Αντιλήφθηκα τους χτύπους του ρολογιού. Τώρα μου φαινόταν πως αντηχούσαν πιο
δυνατά. Προσπάθησα να εστιάσω εκεί και να μαζέψω τις σκέψεις μου που στριφογύριζαν:
τικ, τικ, τικ - μα η χορωδία από τις φωνές στο κεφάλι μου δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο
κι αρνιόταν να σωπάσει. Και βέβαια θα με απατούσε, οπωσδήποτε θα συνέβαινε κάτι τέτοιο,
ήταν αναπόφευκτο -ποτέ δεν ήμουν αρκετά καλός γι’ αυτή, ήμουν άχρηστος, άσχημος,
ανάξιος, ένα τίποτα-, ήταν λογικό να κουραστεί κάποια στιγμή μαζί μου -δεν μου άξιζε,
τίποτα δεν μου άξιζε-, και η μια φριχτή σκέψη μετά την άλλη συνέχιζαν να με σφυροκοπάνε
μ’ αυτό τον τρόπο.
Πόσο λίγο την ήξερα. Εκείνα τα μέιλ έδειχναν ολοκάθαρα ότι ζούσα με μια άγνωστη. Και
τώρα έβλεπα την αλήθεια. Η Κάθι δεν με είχε σώσει - δεν ήταν ικανή να σώσει κανέναν. Δεν
ήταν καμιά αξιοθαύμαστη ηρωίδα, αλλά απλώς μια φοβισμένη, γαμημένη κοπέλα, μιαψεύτρα
που ξενοπηδιόταν. Όλη αυτή η μυθολογία του εμείς που είχα χτίσει, οι ελπίδες και τα όνειρά
μας, οι προτιμήσεις κι οι αντιπάθειές μας, τα σχέδιά μας για το μέλλον· μια ζωή που έμοιαζε
τόσο σταθερή, τόσο στιβαρή, κατέρρευσε τώρα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα - όπως ένα σπίτι
από τραπουλόχαρτα σ’ ένα ρεύμα αέρα.
Το μυαλό μου ξαναγύρισε σ’ εκείνο το κρύο δωμάτιο στο πανεπιστήμιο, πριν από τόσα
χρόνια - όπου άνοιγα τα κουτιά με τα χάπια με αδέξια, μουδιασμένα δάχτυλα. Το ίδιο
μούδιασμα με παρέλυε τώρα, η ίδια επιθυμία να κουλουριαστώ και να πεθάνω. Σκέφτηκα τη
μητέρα μου. Μπορούσα να της τηλεφωνήσω; Να στραφώ σ’ αυτή την ώρα της απόγνωσης
και της ανάγκης μου; Τη φαντάστηκα να απαντάει στο τηλέφωνο με τρεμουλιαστή φωνή· το
πόσο τρεμουλιαστή εξαρτιόταν από τη διάθεση του πατέρα μου και από το αν εκείνη έπινε.
Ίσως με άκουγε συμπονετικά, όμως το μυαλό της θα ήταν αλλού, η μισή προσοχή της θα ήταν
στραμμένη αλλού, στον μπαμπά μου και τα νεύρα του. Πώς ήταν δυνατόν να με βοηθήσει;
Πώς μπορεί ένα ποντίκι που πνίγεται να σώσει ένα άλλο;
Έπρεπε να βγω έξω. Αδυνατούσα να πάρω ανάσα εδώ μέσα, σ’ αυτό το διαμέρισμα με τους
κρίνους που βρομοκοπούσαν. Είχα ανάγκη από καθαρό αέρα. Είχα ανάγκη να αναπνεύσω.
Έφυγα από το διαμέρισμα. Έχωσα τα χέρια στις τσέπες μου και βάδιζα με το κεφάλι
χαμηλωμένο. Περιφερόμουν στους δρόμους περπατώντας με ταχύ βήμα, χωρίς συγκεκριμένο
προορισμό. Έφερνα στο μυαλό μου τη σχέση μας, σκηνή προς σκηνή, την αναπολούσα, την
εξέταζα, την αναποδογύριζα, αναζητώντας ενδείξεις. Θυμήθηκα ανεπίλυτους τσακωμούς,
ανεξήγητες απουσίες και πρόσφατες αργοπορίες. Μα θυμήθηκα επίσης μικρές πράξεις
καλοσύνης - τρυφερά σημειώματα που μου άφηνε σε απρόσμενα μέρη, στιγμές γλυκύτητας
και φαινομενικά γνήσιας αγάπης. Πώς ήταν δυνατόν; Έπαιζε θέατρο όλο αυτό το διάστημα;
Με είχε αγαπήσει ποτέ της;
Θυμήθηκα τις επιφυλάξεις που μ’ έζωσαν όταν γνώρισα τους φίλους της. Ήταν όλοι
ηθοποιοί· φωνακλάδες, νάρκισσοι, κορδωμένοι, μιλούσαν αδιάκοπα για τους εαυτούς τους
και για άτομα που δεν ήξερα - ξαφνικά, μεταφέρθηκα πάλι στο σχολείο, όπου στεκόμουν
αμήχανα στην άκρη της αυλής κι έβλεπα τα άλλα παιδιά να παίζουν. Έπεισα τον εαυτό μου
ότι η Κάθι δεν ήταν καθόλου σαν αυτούς - μα προφανώς ήταν. Αν τους είχα δει εκείνο το
πρώτο βράδυ που την είχα γνωρίσει, θα με είχαν κάνει να την αντιπαθήσω; Πολύ αμφιβάλλω.
Τίποτα δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την ένωσή μας: από τη στιγμή που είδα την Κάθι, η
μοίρα μου ήταν προδιαγεγραμμένη.
Τι έπρεπε να κάνω;
Να την αντιμετωπίσω στα ίσα. Να της πω όλα όσα είχα διαβάσει. Εκείνη στην αρχή θα το
αρνιόταν - και μετά, βλέποντας πως ήταν μάταιο, θα ομολογούσε την αλήθεια και θα γινόταν
ράκος από τη μεταμέλεια. Θα μου ζητούσε να τη συγχωρήσω, σωστά;
Κι αν δεν το έκανε; Αν με περιφρονούσε; Αν έβαζε τα γέλια, μου γύριζε την πλάτη κι έφευγε;
Τι θα έκανα τότε;
Από τους δυο μας, εγώ είχα να χάσω τα περισσότερα, ήταν φως φανάρι. Η Κάθι θα επιβίωνε
- της άρεσε να λέει πως ήταν σκληρό καρύδι. Θα σηκωνόταν όρθια, θα τίναζε τη σκόνη από
πάνω της και θα με ξεχνούσε εντελώς. Εγώ όμως δεν θα την ξεχνούσα. Πώς ήταν δυνατόν;
Χωρίς την Κάθι, θα γύριζα σ’ εκείνη την άδεια και μοναχική ζωή που υπέμενα παλιά. Ποτέ
δεν θα ξαναγνώριζα κάποια σαν κι αυτή, ποτέ δεν θα είχα το ίδιο δέσιμο, ούτε θα βίωνα τα
ίδια βαθιά συναισθήματα για άλλο άνθρωπο. Ήταν ο έρωτας της ζωής μου -ήταν η ζωή μου
όλη- και δεν ένιωθα έτοιμος να την παρατήσω. Όχι ακόμη. Παρόλο που με είχε προδώσει,
την αγαπούσα ακόμη.
Ίσως, τελικά, ήμουν τρελός.
Ένα μοναχικό πουλί έκρωξε πάνω απ’ το κεφάλι μου, κάνοντάς με να σαστίσω.
Κοντοστάθηκα και κοίταξα γύρω μου. Είχα περπατήσει πολύ περισσότερο απ’ όσο νόμιζα.
Συνειδητοποίησα σοκαρισμένος πού με είχαν φέρει τα βήματά μου - ήμουν δυο δρόμους
μακρύτερα από την πόρτα της Ρουθ.
Χωρίς καμιά τέτοια πρόθεση, στη δύσκολη στιγμή μου είχα έρθει εντελώς ασυναίσθητα
στην παλιά μου ψυχοθεραπεύτρια· όπως είχα κάνει τόσες φορές στο παρελθόν. Το γεγονός
ότι σκέφτηκα να φτάσω στην πόρτα της, να χτυπήσω το κουδούνι και να ζητήσω βοήθεια
ήταν μια απόδειξη του πόσο αναστατωμένος αισθανόμουν.
Και γιατί όχι, σκέφτηκα ξαφνικά· ναι, ήταν μια αντιεπαγγελματική και τελείως ανάρμοστη
συμπεριφορά, μα ήμουν απελπισμένος και είχα ανάγκη από βοήθεια. Και προτού το
καταλάβω, βρισκόμουν μπροστά στην πράσινη εξώπορτα της Ρουθ κι έβλεπα το χέρι μου να
σηκώνεται και να χτυπάει το κουδούνι.
Πέρασαν μερικά λεπτά. Ένα φως άναψε στο χολ κι έπειτα εκείνη άνοιξε την πόρτα,
κρατώντας στη θέση της την αλυσίδα ασφαλείας.
Η Ρουθ κοίταξε μέσα από το άνοιγμα. Έδειχνε γριά. Θα πρέπει να είχε περάσει πια τα
ογδόντα· ήταν πιο μικρόσωμη, πιο εύθραυστη απ’ όσο τη θυμόμουν και κάπως σκεβρωμένη.
Φορούσε μια γκρίζα ζακέτα πάνω από ένα ανοιχτό ροζ νυχτικό.
«Ναι;» ρώτησε όλο νευρικότητα. «Ποιος είναι;»
«Γεια σου, Ρουθ», είπα και στάθηκα κάτω από το φως. Με αναγνώρισε και με κοίταξε
κατάπληκτη.
«Θίο; Τι στην ευχή...»
Το βλέμμα της πήγε από το πρόσωπό μου στον άτσαλο, αυτοσχέδιο επίδεσμο γύρω από
το δάχτυλό μου, όπου φαινόταν καθαρά το αίμα.
«Είσαι καλά;»
«Να σου πω την αλήθεια, όχι. Μπορώ να περάσω;Έχω... έχω ανάγκη να σου μιλήσω».
Η Ρουθ δεν δίστασε καθόλου. Η έκφρασή της έδειχνε μονάχα έγνοια καθώς έγνεψε
καταφατικά.
«Φυσικά. Έλα». Έβγαλε την αλυσίδα κι άνοιξε διάπλατα την πόρτα.
Μπήκα μέσα.
9 121

«Θα ήθελες ένα τσάι;» με ρώτησε η Ρουθ, οδηγώντας με στο σαλόνι.


Το δωμάτιο ήταν όπως το θυμόμουν πάντα - το χαλί, οι βαριές κουρτίνες, το ασημένιο
ρολόι πάνω στο ράφι του τζακιού, η πολυθρόνα, ο ξεθωριασμένος μπλε καναπές. Ένιωσα
αμέσως να ηρεμώ.
«Για να είμαι ειλικρινής», αποκρίθηκα, «θα προτιμούσα κάτι πιο δυνατό».
Η Ρουθ μού έριξε μια γρήγορη, διαπεραστική ματιά, αλλά δεν έκανε το παραμικρό σχόλιο.
Ούτε αρνήθηκε, όπως ίσως περίμενα.
Γέμισε ένα ποτήρι με σέρι και μου το έδωσε. Κάθισα στον καναπέ. Πήρα από συνήθεια τη
θέση που έπαιρνα πάντα στην ψυχοθεραπεία, στην αριστερή άκρη, ακουμπώντας το χέρι μου
στο μπράτσο του καναπέ. Το ύφασμα κάτω από τα δάχτυλά μου είχε λιώσει έτσι όπως το
έτριβαν αγχωμένα τόσοι ασθενείς, ανάμεσά τους κι εγώ.
Ήπια μια γουλιά σέρι. Ήταν ζεστό, γλυκό και κάπως λιγωτικό, αλλά το κατέβασα, έχοντας
επίγνωση πως όλη αυτή την ώρα η Ρουθ με παρακολουθούσε. Το βλέμμα της ήταν
απερίφραστο, όχι όμως βαρύ, ούτε αμήχανο· είκοσι χρόνια με τη Ρουθ, ούτε μια φορά δεν με
είχε κάνει να αισθανθώ άβολα. Δεν ξαναμίλησα μέχρι να τελειώσω το σέρι.
«Νιώθω περίεργα να κάθομαι εδώ μ’ ένα ποτήρι στο χέρι. Ξέρω πως δεν συνηθίζεις να
προσφέρεις ποτά στους ασθενείς σου».
«Δεν είσαι πλέον ασθενής μου, αλλά φίλος - κι έτσι όπως σε βλέπω», πρόσθεσε γλυκά,
«αυτή τη στιγμή χρειάζεσαι έναν φίλο».
«Τόσο χάλια φαίνομαι;»
«Δυστυχώς ναι. Και θα πρέπει να συμβαίνει κάτι σοβαρό, αλλιώς δεν θα ερχόσουν έτσι
απρόσκλητος. Και σίγουρα όχι στις δέκα το βράδυ». 122

«Έχεις δίκιο.Ένιωσα... ένιωσα πως δεν είχα άλλη εναλλακτική λύση».


«Τι τρέχει, Θίο; Τι έγινε;»
«Δεν ξέρω πώς να σου το πω. Δεν ξέρω από πού να αρχίσω».
«Γιατί δεν αρχίζεις από την αρχή;»
Έγνεψα καταφατικά. Πήρα μια ανάσα και ξεκίνησα. Της είπα όλα όσα είχαν συμβεί: ότι
ξανάρχισα τη μαριχουάνα και κάπνιζα στα κρυφά - και πώς αυτό με οδήγησε να ανακαλύψω
τα μέιλ της Κάθι και την απιστία της. Μιλούσα γρήγορα, ξέπνοα, θέλοντας να τα βγάλω από
μέσα μου. Αισθανόμουν λες και έκανα εξομολόγηση.
Η Ρουθ με άκουσε χωρίς να με διακόψει ώσπου να τελειώσω. Η έκφρασή της ήταν
ανεξιχνίαστη. Τελικά, είπε:
«Λυπάμαι πολύ που συνέβη αυτό, Θίο. Ξέρω τι σημαίνει η Κάθι για σένα. Πόσο την αγαπάς».
«Ναι. Αγαπώ την...» Σταμάτησα, αδυνατώντας να προφέρω το όνομά της. Η φωνή μου
τρεμούλιασε. Η Ρουθ το άκουσε κι έσπρωξε προς το μέρος μου το κουτί με τα χαρτομάντιλα.
Παλιά θύμωνα όταν το έκανε αυτό στις συνεδρίες μας· την κατηγορούσα πως προσπαθούσε
να με κάνει να κλάψω. Τις περισσότερες φορές τα κατάφερνε. Όχι όμως απόψε. Απόψε τα
δάκρυά μου ήταν παγωμένα. Μια δεξαμενή πάγου.
Έβλεπα τη Ρουθ πολύ καιρό προτού γνωρίσω την Κάθι και συνέχισα την ψυχοθεραπεία τα
πρώτα τρία χρόνια της σχέσης μας. Θυμάμαι τη συμβουλή που μου έδωσε όταν τα
πρωτοφτιάξαμε με την Κάθι. «Η επιλογή της ερωμένης είναι σαν την επιλογή του
ψυχοθεραπευτή», είχε πει η Ρουθ. «Χρειάζεται να ρωτήσουμε τον εαυτό μας, πρόκειται για
κάποια που θα είναι ειλικρινής μαζί μου, θα ακούει την κριτική, θα παραδέχεται πως έκανε
λάθος και δεν θα υπόσχεται το αδύνατο;»
Τότε τα είπα όλα αυτά στην Κάθι και πρότεινε να κάνουμε μια συμφωνία. Ορκιστήκαμε να
μην πούμε ποτέ ψέματα ο ένας στον άλλο. Ποτέ να μην προσποιούμαστε. Να είμαστε πάντα
ειλικρινείς.
«Τι συνέβη;» αναρωτήθηκα μεγαλόφωνα. «Τι πήγε στραβά;»
Η Ρουθ δίστασε προτού μιλήσει. Αυτό που είπε με ξάφνιασε.
«Υποψιάζομαι πως ξέρεις την απάντηση. Αρκεί μόνο να το παραδεχτείς στον εαυτό σου».
«Δεν ξέρω», διαμαρτυρήθηκα γνέφοντας αρνητικά. «Ειλικρινά, δεν ξέρω».
Βούλιαξα σε μια αγανακτισμένη σιωπή - κι ωστόσο, στο μυαλό μου πρόβαλε απρόσμενα
η Κάθι να γράφει αυτά τα μέιλ που ήταν τόσο παθιασμένα, τόσο φορτισμένα· λες και την
έβρισκε που τα έγραφε, που είχε μια μυστική σχέση με εκείνο τον άντρα. Της άρεσε να λέει
ψέματα και να κρύβεται: ήταν σαν ηθοποιία, αλλά εκτός σκηνής.
«Νομίζω ότι βαριέται», είπα τελικά.
«Τι σε κάνει να το λες αυτό;»
«Έχει ανάγκη την έξαψη. Το δράμα.Έτσι ήταν πάντα. Παραπονιόταν εδώ και καιρό ότι δεν
διασκεδάζουμε πια - πως είμαι πάντα στρεσαρισμένος και δουλεύω υπερβολικά πολύ. Και
μάλιστα, καβγαδίσαμε γι’ αυτό πρόσφατα. Ανέφερε συνέχεια τη λέξη “πυροτεχνήματα”».
« Πυ ρ οτ εχν ή ματα;»
«Ότι δεν υπάρχουν πια. Ανάμεσά μας».
«Α, μάλιστα». Η Ρουθ έγνεψε καταφατικά. «Έχουμε ξαναμιλήσει γι’ αυτό. Έτσι δεν είναι;»
«Για πυροτεχνήματα;»
«Για την αγάπη. Για το πώς, πολύ συχνά, νομίζουμε εσφαλμένα ότι η αγάπη είναι
πυροτεχνήματα - δράματα και δυσλειτουργία. Ωστόσο, η αληθινή αγάπη είναι πολύ ήσυχη,
πολύ αθόρυβη. Είναι βαρετή αν τη δει κανείς από την προοπτική των έντονων θεατρινισμών.
Η αγάπη είναι βαθιά και ήρεμη - και διαρκής. Φαντάζομαι πως εσύ αγαπάς την Κάθι - με την
πραγματική έννοια της λέξης. Το αν είναι ικανή να σου την ανταποδώσει είναι άλλο ζήτημα».
Κοίταξα το κουτί με τα χαρτομάντιλα στο τραπεζάκι μπροστά μου. Δεν μου άρεσε εκεί που
το πήγαινε η Ρουθ. Προσπάθησα να την εκτρέψω από την πορεία της.
«Έχουν γίνει λάθη και από τις δύο πλευρές», παρατήρησα. «Κι εγώ της έλεγα ψέματα. Για
το χόρτο».
Η Ρουθ χαμογέλασε θλιμμένα. «Δεν ξέρω αν η συνεχής σεξουαλική και συναισθηματική
προδοσία με ένα άλλο άτομο βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το περιστασιακό μαστούρωμα.
Θεωρώ ότι υποδεικνύει ένα τελείως διαφορετικό άτομο - κάποιον που έχει την ικανότητα να
λέει ψέματα επανειλημμένα και με επιτυχία, που μπορεί να προδίδει τον σύντροφό του χωρίς
την παραμικρή μεταμέλεια...»
«Αυτό δεν το ξέρεις», τη διέκοψα, μα ακούστηκα όσο αξιολύπητος ένιωθα. «Μπορεί να
νιώθει απαίσια».
Ωστόσο, ακόμα και τη στιγμή που το έλεγα, δεν το πίστευα. Ούτε κι η Ρουθ.
«Δεν νομίζω», μου είπε. «Πιστεύω πως η συμπεριφορά της δείχνει ότι είναι ψυχικά
σακατεμένη. Δεν έχει την παραμικρή ενσυναίσθηση κι ακεραιότητα, ούτε καν απλή καλοσύνη
- όλα τα προτερήματα που εσύ διαθέτεις σε αφθονία».
Έγνεψα αρνητικά. «Αυτό δεν είναι αλήθεια».
«Είναι αλήθεια, Θίο». Η Ρουθ δίστασε λίγο και μετά με ρώτησε: «Δεν νομίζεις πως έχεις
ξαναβρεθεί και παλιότερα στην ίδια κατάσταση;»
«Με την Κάθι;»
Η Ρουθ κούνησε το κεφάλι της. «Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ με τους γονείς σου. Όταν ήσουν
μικρότερος. Αν υπάρχει εδώ κάποια δυναμική της παιδικής σου ηλικίας που αναπαράγεις».
«Όχι», αποκρίθηκα και ξαφνικά αισθάνθηκα να εκνευρίζομαι. «Αυτό που συμβαίνει με την
Κάθι δεν έχει καμιά σχέση με την παιδική μου ηλικία».
«Α, μπα;» Η Ρουθ με κοίταξε δύσπιστα. «Να προσπαθείς να ευχαριστήσεις κάποιο άτομο
απρόβλεπτο, συναισθηματικά απόν, αδιάφορο, αναίσθητο -να προσπαθείς να το κρατάς
ικανοποιημένο, να κερδίσεις την αγάπη του-, αυτό δεν είναι παλιά ιστορία, Θίο; Μια γνώριμη
ιστορία;»
Έσφιξα τις γροθιές μου και δεν μίλησα. Εκείνη συνέχισε επιφυλακτικά:
«Ξέρω πόσο θλιμμένος αισθάνεσαι. Θέλω όμως να σκεφτείς την πιθανότητα ότι αυτή τη
θλίψη την ένιωθες πολύ καιρό προτού γνωρίσεις την Κάθι. Είναι μια θλίψη που κουβαλάς
πολλά χρόνια μέσα σου. Ξέρεις, Θίο, ένα από τα πράγματα που δυσκολευόμαστε περισσότερο
να παραδεχτούμε είναι ότι δεν μας αγάπησαν όταν το χρειαζόμασταν πιο πολύ. Είναι φριχτό
συναίσθημα ο πόνος ότι δεν αγαπηθήκαμε».
Είχε δίκιο, βεβαίως. Πάσχιζα να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να εκφράσω εκείνο το θολό
συναίσθημα της προδοσίας μέσα μου, τον τρομερό υπόκωφο πόνο· και ακούγοντας τη Ρουθ
να το λέει -τον «πόνο ότι δεν αγαπηθήκαμε»-, αντιλήφθηκα ότι διαπότιζε όλη μου τη
συνειδητότητα και αποτελούσε ταυτόχρονα την ιστορία του παρελθόντος μου, του παρόντος
και του μέλλοντος μου. Δεν αφορούσε μονάχα την Κάθι· αφορούσε τον πατέρα μου, το
αίσθημα της εγκατάλειψης που βίωσα ως παιδί· την οδύνη μου για όλα όσα δεν είχα και που,
κατά βάθος, εξακολουθούσα να πιστεύω ότι δεν θα αποκτούσα ποτέ μου. Και η Ρουθ έλεγε
πως για τον λόγο αυτό είχα διαλέξει την Κάθι. Τι καλύτερος τρόπος για να αποδείξω ότι ο
πατέρας μου είχε δίκιο -πως είμαι ανάξιος και απωθητικός- από το να κυνηγήσω κάποια που
δεν θα με αγαπούσε ποτέ;
Έκρυψα το πρόσωπό μου μέσα στις παλάμες μου. «Δηλαδή ήταν αναπόφευκτο; Αυτό μου
λες; Ότι έβαλα μόνος μου τον εαυτό μου σ’ αυτή τη θέση; Δεν έχω καμιά ελπίδα, ρε γαμώτο;»
«Έχεις ελπίδα. Δεν είσαι πια μικρό παιδί στο έλεος του πατέρα σου. Είσαι ενήλικας πια. Κι
έχεις επιλογή. Χρησιμοποίησέ το ως άλλη μια επιβεβαίωση για το πόσο ανάξιος είσαι - ή
σπάσε πια τα δεσμά του παρελθόντος. Πάψε να το επαναλαμβάνεις συνέχεια και
απελευθερώσου».
«Πώς να το κάνω αυτό; Νομίζεις πως θα έπρεπε να την αφήσω;»
«Πρόκειται για μια πολύ δύσκολη κατάσταση».
«Μα νομίζεις πως πρέπει να την αφήσω, έτσι δεν είναι;»
«Έχεις κάνει πολύ δρόμο, έχεις δουλέψει πάρα πολύ, ώστε να επιστρέφεις σε μια ζωή γεμάτη
ανεντιμότητα και άρνηση και συναισθηματική κακοποίηση. Σου αξίζει κάποια που θα σου
συμπεριφέρεται καλύτερα, πολύ καλύτερα...»
«Πες το, Ρουθ. Πολύ απλά πες το. Νομίζεις ότι θα έπρεπε να φύγω».
Εκείνη με κοίταξε κατάματα. Σταθερά και ακλόνητα. 127

«Πιστεύω πως πρέπει να φύγεις», δήλωσε. «Και δεν το λέω αυτό σαν παλιά σου
ψυχοθεραπεύτρια, αλλά σαν παλιά σου φίλη. Δεν θεωρώ ότι θα μπορούσες να γυρίσεις πίσω,
ακόμα κι αν ήθελες.Ίσως η σχέση κρατήσει για ένα διάστημα, σε λίγους μήνες όμως θα γίνει
κάτι άλλο και θα καταλήξεις πάλι εδώ, σ’ αυτό τον καναπέ. Να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό
σου, Θίο, σχετικά με την Κάθι κι αυτή την κατάσταση, κι ό,τι χτίστηκε πάνω σε ψέματα και
αναλήθειες θα φύγει από μέσα σου. Να θυμάσαι, αγάπη που δεν περιλαμβάνει ειλικρίνεια δεν
αξίζει να λέγεται αγάπη».
Στέναξα νιώθοντας άδειος, θλιμμένος και πολύ κουρασμένος.
«Σ’ ευχαριστώ για την ειλικρίνειά σου, Ρουθ. Σημαίνει πολλά για μένα».
Καθώς έβγαινα από την εξώπορτα, η Ρουθ με αγκάλιασε σφιχτά. Πρώτη φορά έκανε κάτι
τέτοιο. Ήταν εύθραυστη μέσα στα μπράτσα μου, τα κόκαλά της απίστευτα ντελικάτα·
εισέπνευσα το λουλουδένιο άρωμά της, το μαλλί της ζακέτας της, και μου ήρθε πάλι να βάλω
τα κλάματα. Όμως δεν ήθελα, ή δεν μπορούσα, να κλάψω.
Έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω μου.
Πήρα το λεωφορείο για να γυρίσω σπίτι. Κάθισα στο παράθυρο, χάζευα έξω και
σκεφτόμουν την Κάθι, το λευκό της δέρμα, εκείνα τα πανέμορφα πράσινα μάτια. Με
πλημμύρισε μια αφάνταστη λαχτάρα για τη γλυκιά γεύση των χειλιών της, την απαλότητά
της. Ωστόσο, η Ρουθ είχε δίκιο. Αγάπη που δεν περιλαμβάνει ειλικρίνεια δεν αξίζει να λέγεται
αγάπη.
Έπρεπε να πάω στο σπίτι και να αντιμετωπίσω την Κάθι.
Έπρεπε να την αφήσω.
10 128

Η Κάθι ήταν εκεί όταν γύρισα. Καθόταν στον καναπέ κι έστελνε μηνύματα από το κινητό
της.
«Πού ήσουν;» με ρώτησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της.
«Βγήκα μια βόλτα. Πώς ήταν η πρόβα;»
«Εντάξει. Κουραστική».
Την έβλεπα να γράφει κι αναρωτιόμουν σε ποιον έστελνε μήνυμα. Ήξερα πως αυτή ήταν η
κατάλληλη στιγμή για να μιλήσουμε. Ξέρω πως με απατάς - θέλω διαζύγιο. Άνοιξα το στόμα
μου για να το πω. Μα διαπίστωσα πως ήμουν βουβός. Και προτού ξαναβρώ τη φωνή μου, με
πρόλαβε η Κάθι. Σταμάτησε να γράφει κι άφησε κάτω το κινητό της.
«Θίο, πρέπει να μιλήσουμε».
«Για ποιο πράγμα;»
«Δεν έχεις κάτι να μου πεις;»
Η φωνή της ήταν αυστηρή. Απέφυγα να την κοιτάξω, για να μην μπορέσει να διαβάσει τις
σκέψεις μου. Ένιωσα ντροπιασμένος και κρυψίνους - λες και ήμουν εγώ αυτός με το ένοχο
μυστικό.
Και, κατά την άποψή της, ήμουν. Η Κάθι έχωσε το χέρι της πίσω από τον καναπέ και πήρε

να το κρύψω πάλι στον ξενώνα, αφότου έκοψα το δάχτυλό μου.


«Τι είναι αυτό;» ρώτησε, σηκώνοντάς το ψηλά.
«Χόρτο».
«Αυτό το ξέρω. Τι δουλειά έχει εδώ;»
129

«Τι έκανες κέφι; Να μαστουρώσεις; Είσαι... σοβαρός;»


Ανασήκωσα τους ώμους, αποφεύγοντας να την κοιτάξω, σαν άτακτο παιδί.
«Τι σκατά; Θέλω να πω, για όνομα του Θεού...» Η Κάθι κούνησε εξοργισμένη το κεφάλι
της. «Μερικές φορές έχω την εντύπωση πως δεν σε ξέρω καθόλου».
Ήθελα να τη χτυπήσω. Ήθελα να χιμήξω πάνω της και να τη γρονθοκοπήσω. Ήθελα να
κάνω συντρίμμια το δωμάτιο, να σπάσω τα έπιπλα πάνω στους τοίχους. Ήθελα να κλάψω, να
ουρλιάξω και να χωθώ στην αγκαλιά της.
Δεν έκανα τίποτε απ’ όλα αυτά.
«Πάμε για ύπνο», είπα και βγήκα από το σαλόνι.
Πήγαμε για ύπνο χωρίς να ανταλλάξουμε κουβέντα. Ξάπλωσα στο πλάι της, μέσα στο
σκοτάδι.Έμεινα ξάγρυπνος για ώρες, νιώθοντας τη ζεστασιά του κορμιού της, παρατηρώντας
την όσο κοιμόταν.
Γιατί δεν ήρθες σε μένα, ήθελα να της πω. Γιατί δεν μου μίλησες;Ήμουν ο καλύτερός σου
φίλος. Αν είχες πει έστω και μια λέξη, θα μπορούσαμε να δουλέψουμε το πρόβλημα. Γιατί δεν
μου μίλησες. Εδώ είμαι. Εδώ δίπλα σου.
Ήθελα να απλώσω τα χέρια μου και να την τραβήξω κοντά μου. Ήθελα να την αγκαλιάσω.
Δεν μπορούσα, όμως. Η Κάθι είχε χαθεί - η γυναίκα που τόσο αγαπούσα είχε εξαφανιστεί για
πάντα, αφήνοντας στη θέση της αυτή την άγνωστη.
Ένας λυγμός ξεπήδησε από τα βάθη του λαιμού μου. Ήρθαν, επιτέλους, τα δάκρυα και
κύλησαν ποτάμι στα μάγουλά μου.
Βυθισμένος στο σκοτάδι, έκλαψα σιωπηλά.
Το επόμενο πρωί, σηκωθήκαμε κι ακολουθήσαμε τη συνηθισμένη μας ρουτίνα - εκείνη
μπήκε στο μπάνιο ενώ εγώ έφτιαξα καφέ. Όταν ήρθε στην κουζίνα, της έδωσα μια κούπα.
«Έβγαζες περίεργους ήχους απόψε», μου είπε. «Μιλούσες στον ύπνο σου».
«Τι έλεγα;»
«Δεν ξέρω. Τίποτα. Δεν έβγαζα νόημα. Μάλλον επειδή ήσουν τόσο μαστουρωμένος». Μου
έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα και κοίταξε το ρολόι της. «Πρέπει να φύγω. Θα αργήσω».
Τέλειωσε τον καφέ της κι ακούμπησε την κούπα της στον νεροχύτη. Μου έδωσε ένα
πεταχτό φιλί στο μάγουλο. Το άγγιγμα των χειλιών της μ’ έκανε σχεδόν να τραβηχτώ.
Όταν έφυγε, μπήκα στο ντους. Άνοιξα τη βρύση μέχρι που το νερό σχεδόν μ’ έκαψε. Ο
ζεστός πίδακας μαστίγωνε το πρόσωπό μου καθώς έκλαιγα - καίγοντας τα άτσαλα,
παιδιάστικα δάκρυά μου. Μετά, την ώρα που σκουπιζόμουν, το μάτι μου πήρε τον εαυτό μου
στον καθρέφτη. Σοκαρίστηκα. Ήμουν κατάχλωμος, ζαρωμένος, είχα γεράσει τριάντα χρόνια
μέσα σε μία νύχτα. Ήμουν γέρος, αποκαμωμένος, με τα νιάτα μου εξανεμισμένα.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εντελώς παρορμητικά, πήρα μια απόφαση.
Αν άφηνα την Κάθι, θα ήταν σαν να ξερίζωνα ένα μέλος του κορμιού μου. Πολύ απλά, δεν
ήμουν έτοιμος να ακρωτηριαστώ με τέτοιο τρόπο. Ό,τι κι αν έλεγε η Ρουθ. Η Ρουθ δεν ήταν
αλάνθαστη. Η Κάθι δεν ήταν ο πατέρας μου· δεν ήμουν καταδικασμένος να επαναλάβω το
παρελθόν. Μπορούσα να αλλάξω το μέλλον. Ήμαστε ευτυχισμένοι με την Κάθι παλιότερα·
μπορούσαμε να ξαναγίνουμε. Κάποια μέρα ίσως μου τα ομολογούσε όλα, ίσως μου μιλούσε
γι’ αυτό, κι εγώ θα τη συγχωρούσα. Θα προσπαθούσαμε να το ξεπεράσουμε.
Δεν θα άφηνα την Κάθι να φύγει. Αντίθετα, δεν θα έλεγα τίποτα. Θα παρίστανα πως δεν
είχα διαβάσει ποτέ εκείνα τα μέιλ. Και, με κάποιον τρόπο, θα ξεχνούσα. Θα το έθαβα. Δεν
είχα άλλη εναλλακτική λύση πέρα από το να συνεχίσω. Αρνιόμουν να υποκύψω· αρνιόμουν
να με πάρει από κάτω και να διαλυθώ.
Άλλωστε, δεν ήμουν υπεύθυνος μονάχα για τον εαυτό μου. Τι θα γίνονταν οι ασθενείς που
παρακολουθούσα; Ορισμένοι άνθρωποι εξαρτιούνταν από μένα.
Δεν μπορούσα να τους απογοητεύσω.
11 132

«Ψάχνω την Ελίφ», είπα. «Έχεις ιδέα πού μπορώ να τη βρω;»


Ο Γιούρι με κοίταξε παραξενεμένος. «Υπάρχει κάποιος λόγος που τη θέλεις;»
«Απλώς για να τη χαιρετήσω. Θέλω να γνωρίσω όλες τις ασθενείς - να τους συστηθώ, να
τους πω ότι είμαι εδώ».
Μου έριξε ένα βλέμμα όλο επιφυλάξεις. «Εντάξει. Μην το πάρεις προσωπικά, πάντως, αν
δεν είναι πολύ δεκτική». Ο Γιούρι κοίταξε το ρολόι στον τοίχο. «Είναι περασμένες και μισή,
οπότε μόλις τελείωσε με την εικαστική θεραπεία. Το πιο πιθανό είναι πως θα τη βρεις στην
αίθουσα αναψυχής».
Η αίθουσα αναψυχής ήταν ένα μεγάλο στρογγυλό δωμάτιο, επιπλωμένο με
ταλαιπωρημένους καναπέδες, χαμηλά τραπέζια και μια βιβλιοθήκη με σκισμένα βιβλία που
κανένας δεν ήθελε να διαβάσει. Μύριζε μπαγιάτικο τσάι και μπαγιάτικο καπνό από τσιγάρα
που είχε διαποτίσει τα έπιπλα. Δυο ασθενείς έπαιζαν τάβλι σε μια γωνία. Η Ελίφ ήταν μόνη
της στο τραπέζι του μπιλιάρδου. Την πλησίασα χαμογελώντας.
«Γεια σου, Ελίφ».
Με κοίταξε με φοβισμένο, δύσπιστο βλέμμα.
«Τι τρέχει;»
«Μην ανησυχείς, δεν τρέχει τίποτα κακό. Θέλω απλώς να πούμε δυο κουβεντούλες».
«Δεν είσαι ο γιατρός μου. Έχω γιατρό».
«Δεν είμαι γιατρός. Είμαι ψυχοθεραπευτής».
Η Ελίφ μούγκρισε περιφρονητικά. «Και τέτοιον έχω».
Χαμογέλασα, νιώθοντας κατά βάθος ανακούφιση που ήταν ασθενής της'Ιντιρα και όχι δική
μου. Από κοντά, η Ελίφ έδειχνε ακόμα πιο τρομακτική. Δεν ήταν μόνο το τεράστιο μέγεθος
της, αλλά επίσης η οργή που είχε χαραχτεί βαθιά στο πρόσωπό της - είχε ένα μόνιμο
κατσούφιασμα και θυμωμένα μαύρα μάτια, βλέμμα ολοφάνερα διαταραγμένο.
Βρομοκοπούσε απ’ τον ιδρώτα και τα στριφτά τσιγάρα που κάπνιζε μονίμως, με αποτέλεσμα
να έχουν μαυρίσει οι άκρες των δαχτύλων της, ενώ τα νύχια και τα δόντια της είχαν πάρει
ένα σκούρο κίτρινο χρώμα.
«Ηθελα να σου κάνω λίγες ερωτήσεις», είπα, «αν δεν έχεις αντίρρηση - για την Αλίσια».
Η Ελίφ συνοφρυώθηκε και βρόντηξε τη στέκα στο τραπέζι του μπιλιάρδου. Αρχισε να
στήνει τις μπάλες για άλλο ένα παιχνίδι. Έπειτα σταμάτησε απότομα. Στάθηκε ακίνητη,
σιωπηλή, δείχνοντας αφηρημένη.
«Ελίφ;»
Δεν απάντησε. Από την έκφρασή της κατάλαβα τι συνέβαινε. «Ακούς φωνές, Ελίφ;»
Καχύποπτο βλέμμα. Ανασήκωμα των ώμων.
«Τι σου λένε;»
«Είσαι επικίνδυνος. Μου λένε να προσέχω».
«Κατάλαβα. Πολύ σωστά. Δεν με ξέρεις - οπότε είναι λογικό να μη με εμπιστεύεσαι. Όχι
ακόμη.Ίσως αλλάξει αυτό με τον καιρό».
Η Ελίφ μού έριξε ένα βλέμμα που υπονοούσε ότι πολύ αμφέβαλλε.
Της έδειξα μ’ ένα νεύμα το τραπέζι του μπιλιάρδου. «Είσαι για μια παρτίδα;»
«Όχι».
«Γιατί όχι;»
Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Η άλλη στέκα είναι σπασμένη. Δεν έφεραν ακόμη
δεύτερη».
«Μα μπορώ να χρησιμοποιήσω τη δική σου, έτσι δεν είναι;»
Η στέκα ήταν ακουμπισμένη πάνω στο τραπέζι. Πήγα να την αγγίξω - και την τράβηξε
απότομα μακριά μου. «Δίκιά μου είναι η γαμημένη στέκα! Βρες δίκιά σου!»
Οπισθοχώρησα, ταραγμένος από τη βίαιη αντίδρασή της.Έριξε μια βολή με αξιοσημείωτη
δύναμη. Την παρακολούθησα για λίγο να παίζει. Έπειτα δοκίμασα πάλι.
«Θα μπορούσες να μου πεις για κάτι που συνέβη τον πρώτο καιρό που ήρθε η Αλίσια στο
Γκρόουβ; Θυμάσαι;»
Η Ελίφ έγνεψε αρνητικά. Εγώ συνέχισα:
«Διάβασα στον φάκελό της πως έγινε ένας καβγάς στο κυλικείο. Σου επιτέθηκε;»
«Α, ναι, ναι, προσπάθησε να με σκοτώσει, βέβαια. Πήγε να μου κόψει τον λαιμό, ρε
γαμώτο».
«Σύμφωνα με τις αναφορές εκείνης της μέρας, μια νοσοκόμα σε είδε να ψιθυρίζεις κάτι
στην Αλίσια πριν σου επιτεθεί. Αναρωτιέμαι τι της είπες».
«Τίποτα». Η Ελίφ έγνεψε αρνητικά με μανία. «Δεν είπα τίποτα».
«Δεν λέω ότι την προκάλεσες. Απλώς είμαι περίεργος. Τι ήταν;»
«Τη ρώτησα κάτι, διάολε. Και τι έγινε;»
«Τι τη ρώτησες;»
«Ρώτησα αν του άξιζε».
«Ποιανού;»
«Αυτουνού. Του δικού της». Η Ελίφ χαμογέλασε· παρόλο που δεν ήταν ακριβώς χαμόγελο,
έμοιαζε περισσότερο με παραμορφωμένη γκριμάτσα.
«Εννοείς... του άντρα της;» Δίστασα λίγο, γιατί δεν ήμουν σίγουρος αν είχα καταλάβει
καλά. «Ρώτησες την Αλίσια αν του άξιζε του άντρα της να πεθάνει;»
Εκείνη έγνεψε καταφατικά κι έριξε μια βολή. «Και ρώτησα πώς ήταν η όψη του. Όταν τον
πυροβόλησε και το κρανίο του διαλύθηκε και ξεχύθηκαν τα μυαλά του». Γέλασε δυνατά.
Ένιωσα να με πιάνει αηδία - παρόμοια μ’ αυτή που φαντάστηκα ότι προκάλεσε η Ελίφ στην
Αλίσια. Η Ελίφ σε έκανε να αισθάνεσαι απέχθεια και μίσος - αυτή ήταν η αρρώστια της, έτσι
την έκανε να αισθάνεται η μητέρα της όταν ήταν πολύ μικρή. Μισητή και απωθητική. Κι έτσι
η Ελίφ σε προκαλούσε υποσυνείδητα να τη μισήσεις - και ως επί το πλείστον το πετύχαινε.
«Και πώς πάνε τώρα τα πράγματα;» ρώτησα. «Έχετε καλές σχέσεις με την Αλίσια;» ι»
«Και βέβαια, φίλε. Είμαστε κώλος και βρακί. Κολλητάρια».
Η Ελίφ έβαλε πάλι τα γέλια. Πριν προλάβω να απαντήσω, ένιωσα το κινητό μου να δονείται
μέσα στην τσέπη μου. Το τσέκαρα. Δεν αναγνώρισα το νούμερο.
«Πρέπει να απαντήσω. Σ’ ευχαριστώ. Με βοήθησες πολύ».
Η Ελίφ μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο και ξαναγύρισε στο παιχνίδι της.

Βγήκα στον διάδρομο κι απάντησα στο τηλέφωνο.


«Ναι;» είπα.
«Ο κύριος Θίο Φέιμπερ;»
«Μάλιστα. Ποιος είναι;»
«Λέγομαι Μαξ Μπέρενσον. Μου τηλεφωνήσατε».
«Α, ναι. Γεια σας. Ευχαριστώ που με πή ρατε. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την Αλίσια;»
«Γιατί; Τι έγινε; Συνέβη κάτι;»
«Όχι. Δηλαδή, όχι ακριβώς - ανέλαβα τη θεραπεία της και ήθελα να σας κάνω μερικές
ερωτήσεις γι’ αυτή. Όποτε σας βολεύει».
«Δεν μπορούμε να τα πούμε από το τηλέφωνο; Είμαι πολύ απασχολημένος».
«Θα προτιμούσα να τα πούμε από κοντά, αν γίνεται».
Ο Μαξ Μπέρενσον αναστέναξε και κάτι μουρμούρισε σε κάποιον άλλο. Κι ύστερα: «Αύριο
το απόγευμα στις εφτά η ώρα, στο γραφείο μου».
Ήμουν έτοιμος να ζητήσω τη διεύθυνση - αλλά έκλεισε το τηλέφωνο.
12 137

Η γραμματέας του Μαξ Μπέρενσον υπέφερε από βαρύ κρύωμα. Πήρε ένα χαρτομάντιλο,
φύσηξε τη μύτη της και μου έκανε νόημα να περιμένω.
«Μιλάει στο τηλέφωνο. Θα έρθει σε ένα λεπτό».
Έγνεψα καταφατικά και κάθισα στην αίθουσα αναμονής. Μερικές άβολες καρέκλες με ίσια
πλάτη, ένα τραπεζάκι με μια στοίβα παλιά περιοδικά. Όλες οι αίθουσες αναμονής μοιάζουν
μεταξύ τους, συλλογίστηκα. Θα μπορούσα άνετα να περιμένω σε κάποιο ιατρείο ή γραφείο
κηδειών, αντί σε δικηγορικό γραφείο.
Η πόρτα στον διάδρομο απέναντι άνοιξε. Ο Μαξ Μπέρενσον πρόβαλε και μου έκανε νόημα
να περάσω. Έπειτα εξαφανίστηκε πάλι στο γραφείο του. Σηκώθηκα και τον ακολούθησα.
Λόγω της απότομης συμπεριφοράς του στο τηλέφωνο, περίμενα τα χειρότερα. Ωστόσο,
προς μεγάλη μου έκπληξη, ξεκίνησε με μια απολογία.
«Ζητώ συγγνώμη αν ήμουν αγενής όταν μιλήσαμε», είπε. «Ηταν πολύ κουραστική βδομάδα
και δεν είμαι και πολύ καλά. Καθίστε, παρακαλώ».
Κάθισα στην καρέκλα απέναντι από το γραφείο.
«Ευχαριστώ», απάντησα. «Και σας ευχαριστώ που δεχτήκατε να με δείτε».
«Να σας πω, στην αρχή δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε. Νόμιζα ότι ήσαστε δημοσιογράφος
και προσπαθούσατε να με κάνετε να μιλήσω για την Αλίσια. Μα έπειτα τηλεφώνησα στο
Γκρόουβ κι επιβεβαίωσα ότι εργάζεστε εκεί».
«Κατάλαβα. Συμβαίνει συχνά αυτό; Να σας παίρνουν δημοσιογράφοι, εννοώ;»
«Όχι τώρα τελευταία. Παλιότερα ναι. Έμαθα να είμαι επιφυλακτικός...» Ετοιμαζόταν να
πει κάτι ακόμα, αλλά τον έκοψε ένα δυνατό φτέρνισμα. Πήρε ένα πακέτο χαρτομάντιλαβ.
«Συγγνώμη - έχω κολλήσει το οικογενειακό κρύωμα».
Φύσηξε τη μύτη του. Τον περιεργάστηκα πιο προσεκτικά. Αντίθετα από τον νεότερο
αδελφό του, ο Μαξ Μπέρενσον δεν ήταν ελκυστικός άντρας. Ο Μαξ ήταν επιβλητικός,
φαλακρός και το πρόσωπό του το σημάδευαν βαθιές ουλές από την ακμή. Φορούσε μια
πικάντικη παλιομοδίτικη κολόνια, απ’ αυτές που προτιμούσε κι ο πατέρας μου. Το γραφείο
του ήταν εξίσου παραδοσιακό κι ανέδιδε μια καθησυχαστική μυρωδιά από δερμάτινα έπιπλα,
ξύλο, βιβλία. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετικό από τον κόσμο του Γκάμπριελ· έναν
κόσμο πλημμυρισμένο χρώματα και ομορφιά, για χάρη της ομορφιάς και μόνο. Προφανώς,
δεν έμοιαζαν σε τίποτα με τον Μαξ.
Πάνω στο γραφείο βρισκόταν μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία του Γκάμπριελ. Ήταν μια
αυθόρμητη πόζα - άραγε τον είχε τραβήξει ο Μαξ; Τον έδειχνε να κάθεται στον φράχτη ενός
χωραφιού, με τα μαλλιά του να τα φυσάει ο άνεμος και μια φωτογραφική μηχανή να κρέμεται
γύρω από τον λαιμό του. Έμοιαζε πιο πολύ με ηθοποιό παρά με φωτογράφο. Ή με ηθοποιό
που υποδυόταν τον φωτογράφο.
Ο Μαξ με είδε να παρατηρώ τη φωτογραφία κι έγνεψε καταφατικά σαν να διάβαζε τις
σκέψεις μου. «Ο αδελφός μου πήρε τα μαλλιά και τη γοητεία. Εγώ πήρα το μυαλό», γέλασε.
«Αστειεύομαι. Βασικά, ήμουν υιοθετημένος. Δεν ήμαστε συγγενείς εξ αίματος».
«Αυτό δεν το ήξερα. Ήσαστε και οι δύο υιοθετημένοι;»
«Όχι, μόνο εγώ. Οι γονείς μας νόμιζαν πως δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Αφότου,
όμως, με υιοθέτησαν, έκαναν και δικό τους παιδί λίγο αργότερα. Απ’ ό,τι φαίνεται, είναι πολύ
συνηθισμένο. Μάλλον επειδή εκλείπει το άγχος».
«Είχατε στενή σχέση με τον Γκάμπριελ;»
«Πιο στενή από τα περισσότερα αδέλφια. Αν κι εκείνος βρισκόταν πάντα στο επίκεντρο,
φυσικά. Με επίσκιαζε σχεδόν τελείως».
«Πώς κι έτσι;»
«Ήταν πολύ εύκολο. Ο Γκάμπριελ ήταν χαρισματικός από παιδί ακόμη».
Ο Μαξ είχε τη συνήθεια να παίζει με τη βέρα του. Τη στριφογύριζε συνέχεια στο δάχτυλό
του όσο μιλούσε.
«Ο Γκάμπριελ έπαιρνε παντού τη φωτογραφική του μηχανή, ξέρετε, και τραβούσε
φωτογραφίες. Ο πατέρας μου τον περνούσε για τρελό. Αποδείχτηκε τελικά πως ο αδελφός
μου ήταν σχεδόν ιδιοφυία. Γνωρίζετε τη δουλειά του;»
Χαμογέλασα διπλωματικά. Δεν είχα διάθεση να συζητήσω για το φωτογραφικό ταλέντο
του Γκάμπριελ.'Εστρεψα πάλι τη συζήτηση στην Αλίσια.
«Θα πρέπει να την ξέρατε πολύ καλά».
«Την Αλίσια; Θα έπρεπε;»
Κάτι άλλαξε πάνω του στην αναφορά του ονόματος της. Η εγκαρδιότητά του
εξανεμίστηκε. Το ύφος του έγινε παγερό.
«Δεν ξέρω αν μπορώ να σας βοηθήσω», συνέχισε. «Δεν εκπροσώπησα εγώ την Αλίσια στο
δικαστήριο. Αν θέλετε λεπτομέρειες για τη δίκη, να σας φέρω σε επαφή με τον συνάδελφό
μου, τον Πάτρικ Ντόχερτι».
«Δεν γυρεύω τέτοιου είδους πληροφορίες».
«Μπα;» Ο Μαξ με κοίταξε περίεργα. «Σίγουρα δεν είναι συνηθισμένη πρακτική ένας
ψυχοθεραπευτής να γνωρίζει τον νομικό σύμβουλο του ασθενή του, σωστά;»
«Όχι αν ο ασθενής του μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του».
Εκείνος έδειξε να το σκέφτεται. «Κατάλαβα. Όπως σας είπα, δεν ξέρω πώς μπορώ να
βοηθήσω, οπότε...»
«Έχω απλώς μερικές ερωτήσεις».
«Πολύ καλά. Σας ακούω».
«Θυμάμαι ότι διάβασα τότε στις εφημερίδες πως είδατε τον Γκάμπριελ και την Αλίσια το
βράδυ πριν από τη δολοφονία;»
«Ναι, φάγαμε μαζί».
«Πώς σας φάνηκαν;»
Το βλέμμα του Μαξ έγινε απλανές. Υποθέτω πως του είχαν κάνει εκατοντάδες φορές αυτή
την ερώτηση και η απάντησή του ήταν εντελώς μηχανική, δεν τη σκέφτηκε καν.
«Φυσιολογικοί. Απόλυτα φυσιολογικοί».
«Και η Αλίσια;»
«Κανονική». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Ίσως λίγο πιο νευρική απ’ όσο συνήθως,
αλλά...»
«Αλλά;»
«Τίποτα».
Διαισθάνθηκα πως δεν είχε τελειώσει. Περίμενα. Και ύστερα από ένα λεπτό, ο Μαξ
συνέχισε:
«Δεν ξέρω πόσα ξέρετε για τη σχέση τους».
«Μόνο όσα διάβασα στις εφημερίδες».
«Και τι διαβάσατε;»
«Πως ήταν ευτυχισμένοι».
«Ευτυχισμένοι;» Ο Μαξ χαμογέλασε ψυχρά. «Α, ναι, ήταν ευτυχισμένοι. Ο Γκάμπριελ έκανε
ό,τι μπορούσε για να είναι εκείνη ευτυχισμένη».
«Κατάλαβα».
Ωστόσο, δεν καταλάβαινα. Δεν ήξερα πού το πήγαινε. Θα πρέπει να φάνηκα απορημένος,
επειδή ο Μαξ ανασήκωσε τους ώμους του και είπε: «Δεν πρόκειται να επεκταθώ. Αν θέλετε
κουτσομπολιά, μιλήστε με τον Ζαν-Φελίξ, όχι μ’ εμένα».
«Ποιον Ζαν-Φελίξ;»
«Τον Ζαν-Φελίξ Μαρτέν. Τον γκαλερίστα της Αλίσια. Γνωρίζονται πολλά χρόνια. Ήταν
κολλητοί. Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν τον συμπάθησα ιδιαίτερα».
«Δεν μ’ ενδιαφέρουν τα κουτσομπολιά», αποκρίθηκα, κρατώντας μια νοερή σημείωση να
μιλήσω με τον Ζαν-Φελίξ το συντομότερο δυνατό. «Πιο πολύ μ’ ενδιαφέρει η δική σας άποψη-.
Μπορώ να σας κάνω μια προσωπική ερώτηση;»
«Νόμιζα ότι αυτό κάνατε ως τώρα».
«Συμπαθούσατε την Αλίσια;»
Ο Μαξ με κοίταξε ανέκφραστα. «Φυσικά».
Δεν τον πίστεψα.
«Διαισθάνομαι ότι ενσαρκώνετε δύο διαφορετικούς ρόλους. Τον ρόλο του δικηγόρου, που
εύλογα είναι διακριτικός. Και τον ρόλο του αδελφού. Εγώ ήρθα να δω τον αδελφό».
Μεσολάβησε μια παύση. Αναρωτήθηκα αν ο Μαξ θα μου ζητούσε να φύγω.Έμοιαζε έτοιμος
να πει κάτι, μα άλλαξε γνώμη. Ξαφνικά, σηκώθηκε από το γραφείο του και πήγε στο
παράθυρο. Το άνοιξε. Ένα ρεύμα κρύου αέρα όρμησε μέσα στο δωμάτιο. Ο Μαξ πήρε μια
βαθιά εισπνοή, λες και προηγουμένως ασφυκτιούσε. Τέλος, είπε σιγανά:
«Η αλήθεια είναι... τη μισούσα... τη σιχαινόμουν».
Δεν μίλησα. Περίμενα να συνεχίσει. Εκείνος εξακολουθούσε να κοιτάζει έξω από το
παράθυρο.
«Ο Γκάμπριελ δεν ήταν απλώς ο αδελφός μου, ήταν ο καλύτερός μου φίλος», είπε αργά.
«Ήταν ο πιο καλοσυνάτος άνθρωπος του κόσμου. Υπερβολικά καλός. Και όλο το ταλέντο
του, η καλοσύνη του, το πάθος του για ζωή... όλα εξαφανίστηκαν εξαιτίας αυτής της σκρόφας.
Δεν κατέστρεψε μόνο τη δική του ζωή - κατέστρεψε και τη δική μου. Ευτυχώς που οι γονείς
μου δεν έζησαν για να το δουν...» Δεν ολοκλήρωσε τη φράση του - τον έπνιξε η συγκίνηση.
Ήταν αδύνατο να μη συναισθανθώ τον πόνο του Μαξ και τον λυπήθηκα. «Θα πρέπει να
σας ήταν εξαιρετικά δύσκολο να οργανώσετε την υπεράσπιση της Αλίσια», είπα.
Ο Μαξ έκλεισε το παράθυρο και κάθισε ξανά στο γραφείο του. Είχε ανακτήσει τον
αυτοέλεγχό του. Έπαιζε πάλι τον ρόλο του δικηγόρου. Ήταν ουδέτερος, ισορροπημένος,
ατάραχος. Ανασήκωσε τους ώμους του.
«Αυτό θα ήθελε ο Γκάμπριελ. Ήθελε πάντα το καλύτερο για την Αλίσια. Ήταν τρελός γι’
αυτή. Εκείνη ήταν απλώς τρελή».
«Πιστεύετε ότι ήταν φρενοβλαβής;»
«Εσείς θα μου πείτε - εσείς είστε ο ψυχίατρός της».
«Τι νομίζετε εσείς;»
«Ξέρω ό,τι παρατηρούσα».
«Και τι παρατηρούσατε;»
«Απότομες αλλαγές στη διάθεσή της. Εκρήξεις οργής. Βίαιες κρίσεις. Έσπαγε πράγματα,
κατέστρεφε αντικείμενα. Ο Γκάμπριελ μου είπε πως είχε απειλήσει κάμποσες φορές να τον
σκοτώσει. Θα έπρεπε να τον είχα ακούσει, να είχα κάνει κάτι. Μετά την απόπειρα αυτοκτονίας
που έκανε, θα έπρεπε να είχα παρέμβει, να είχα επιμείνει να ζητήσει βοήθεια. Μα δεν έκανα
τίποτα. Ο Γκάμπριελ ήταν αποφασισμένος να την προστατεύσει και, σαν ηλίθιος, εγώ τον
άφησα».
Στέναξε και κοίταξε το ρολόι του - νύξη για μένα να τελειώνουμε τη συζήτηση. Ωστόσο,
εγώ τον κοίταζα αποσβολωμένος.
«Η Αλίσια έκανε απόπειρα αυτοκτονίας; Τι θέλετε να πείτε; Πότε; Εννοείτε μετά τον φόνο;»
Ο Μαξ έγνεψε αρνητικά. «Όχι, κάμποσα χρόνια πρωτύτερα. Δεν το ξέρατε; Υπέθετα ότι
το γνωρίζατε».
«Πότε συνέβη αυτό;»
«Αφότου πέθανε ο πατέρας της. Πήρε υπερβολική δόση... από χάπια ή κάτι άλλο. Δεν
θυμάμαι ακριβώς. Έπαθε κάποιου είδους νευρικό κλονισμό».
Ήμουν έτοιμος να τον πιέσω περισσότερο, όταν άνοιξε η πόρτα και πρόβαλε η γραμματέας,
μιλώντας μπουκωμένα. «Αγάπη μου, πρέπει να πηγαίνουμε. Θα αργήσουμε».
«Εντάξει», είπε ο Μαξ. «Ερχομαι, καλή μου».
Η πόρτα έκλεισε.
Ο Μαξ σηκώθηκε, κοιτάζοντάς με απολογητικά. «Εχουμε εισιτήρια για το θέατρο». Θα
πρέπει να πρόσεξε την έκπληξή μου, γιατί γέλασε. «Η Τάνια κι εγώ παντρευτήκαμε πέρσι».
«Α, μάλιστα».
«Μας έφερε κοντά ο θάνατος του Γκάμπριελ. Δεν θα τα είχα βγάλει πέρα χωρίς αυτή».
Το τηλέφωνο του Μαξ χτύπησε αποσπώντας του την προσοχή. Του έκανα νόημα να
απαντήσει.
«Σας ευχαριστώ, με βοηθήσατε πολύ», του είπα.
Βγήκα διακριτικά από το γραφείο και περιεργάστηκα πιο προσεκτικά την Τάνια στην
αίθουσα υποδοχής - ήταν ξανθιά, ομορφούλα, μάλλον μικρόσωμη. Φύσηξε τη μύτη της και
πρόσεξα το μεγάλο διαμάντι δίπλα στη βέρα της.
Προς μεγάλη μου έκπληξη, σηκώθηκε και προχώρησε προς το μέρος μου, σμίγοντας τα
φρύδια της.
«Αν θέλετε να μάθετε για την Αλίσια», μου είπε χαμηλόφωνα και βιαστικά, «μιλήστε με
τον ξάδελφό της, τον Πολ - την ξέρει καλύτερα απ’ τον καθένα».
«Δοκίμασα τις προάλλες να τηλεφωνήσω στη θεία της, τη Λίντια Ρόουζ», είπα. «Δεν ήταν
ιδιαίτερα πρόθυμη να κουβεντιάσει μαζί μου».
«Ξεχάστε τη Λίντια. Πηγαίνετε στο Κέμπριτζ. Μιλήστε με τον Πολ. Ρωτήστε τον για την
Αλίσια και για το βράδυ μετά το ατύχημα και...»
Η πόρτα του γραφείου άνοιξε. Η Τάνια σώπασε αμέσως. Ο Μαξ βγήκε έξω κι εκείνη έτρεξε
κοντά του, χαμογελώντας πλατιά.
«Έτοιμος, αγάπη μου;» τον ρώτησε.
Χαμογελούσε, ωστόσο ακουγόταν νευρική. Φοβάται τον Μαξ, σκέφτηκα. Αναρωτήθηκα
γιατί.
13 / ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΛΙΣΙΑ ΜΠΕΡΕΝΣΟΝ 144

22 Ιουλίου
Καθόλου δεν μ’ αρέσει που υπάρχει όπλο στο σπίτι.
Χθες βράδυ, τσακωθήκαμε πάλι γι’ αυτό. Εγώ τουλάχιστον νόμιζα πως αυτό ήταν η αιτία
του καβγά - τώρα δεν είμαι και τόσο σίγουρη.
Ο Γκάμπριελ λέει πως ήταν δικό μου το φταίξιμο που καβγαδίσαμε. Μάλλον. Απεχθάνομαι
να τον βλέπω τόσο αναστατωμένο, να με κοιτάζει με πληγωμένο βλέμμα. Απεχθάνομαι να
του προκαλώ πόνο - κι όμως, κάποιες φορές θέλω απελπισμένα να του κάνω κακό και δεν
ξέρω για ποιο λόγο.
Είπε ότι γύρισα στο σπίτι με φριχτή διάθεση. Πως ανέβηκα τις σκάλες συγχυσμένη κι
άρχισα να του ουρλιάζω. Ίσως και να το έκανα. Υποθέτω πως ήμουν ταραγμένη. Δεν είμαι
τελείως σίγουρη τι συνέβη. Μόλις είχα επιστρέφει από το πάρκο. Δεν θυμάμαι πολλά
πράγματα από τον περίπατό μου - ονειροπολούσα, σκεφτόμουν τη δουλειά, το πορτρέτο του
Ιησού. Θυμάμαι ότι στην επιστροφή μου πέρασα μπροστά από ένα σπίτι. Δυο αγόρια έπαιζαν
με το λάστιχο του ποτίσματος. Δεν θα ήταν πάνω από εφτά οχτώ χρονών. Το μεγαλύτερο
κατάβρεχε το πιο μικρό και το νερό σχημάτιζε ένα ουράνιο τόξο γεμάτο χρώματα που
στραφτάλιζαν στο φως. Το τέλειο ουράνιο τόξο. Το μικρότερο αγόρι τέντωνε τα χέρια του
και γελούσε. Καθώς προσπερνούσα, συνειδητοποίησα ότι τα μάγουλά μου ήταν μούσκεμα
από τα δάκρυα.
Εκείνη τη στιγμή έδιωξα τη σκέψη, αλλά τώρα που το σκέφτομαι είναι φως φανάρι. Δεν
θέλω να παραδεχτώ την αλήθεια στον εαυτό μου - πως λείπει ένα τεράστιο κομμάτι από τη
ζωή μου. Αρνήθηκα ότι θέλω παιδιά, παριστάνοντας πως δεν μ’ ενδιαφέρουν, γιατί το μόν©
που με νοιάζει είναι η τέχνη μου. Αλλά δεν είναι αλήθεια. Είναι απλώς μια δικαιολογία - η
αλήθεια είναι ότι φοβάμαι να αποκτήσω παιδιά. Δεν είναι να μ’ εμπιστεύεται κανείς μαζί τους.
Με το αίμα της μητέρας μου να τρέχει στις φλέβες μου.
Αυτό είχα στο μυαλό μου, συνειδητά ή ασυνείδητα, όταν γύρισα στο σπίτι. Ο Γκάμπριελ
είχε δίκιο, ήμουν σε μαύρο χάλι.
Δεν θα είχα εκραγεί, όμως, αν δεν τον έβρισκα να καθαρίζει το όπλο. Συγχύζομαι
αφάνταστα που το έχει. Και με πληγώνει που αρνείται να το ξεφορτωθεί, όσες φορές κι αν
τον ικετέψω. Η απάντησή του είναι πάντα η ίδια - πως ήταν ένα από τα παλιά τουφέκια του
πατέρα του από το αγρόκτημά τους, και του το έδωσε όταν έγινε δεκάξι χρονών, κι έχει
συναισθηματική αξία, και ιστορίες για αγρίους. Δεν τον πιστεύω. Νομίζω πως το κρατάει για
άλλο λόγο. Του το είπα. Κι ο Γκάμπριελ μου απάντησε πως δεν είναι κακό να θέλει να νιώθει
ασφαλής - να μπορεί να προστατεύσει το σπίτι του και τη γυναίκα του. Κι αν έμπαιναν
διαρρήκτες;
«Τότε φωνάζουμε την αστυνομία», του είπα. «Δεν τους πυροβολούμε, διάολε!»
Είχα υψώσει τη φωνή, κι ύψωσε κι αυτός τη δική του, και σε χρόνο μηδέν φωνάζαμε ο ένας
στον άλλο.Ίσως είχα βγει εκτός ελέγχου. Μα αντιδρούσα απλώς στη στάση του. Ο Γκάμπριελ
έχει μια επιθετική πλευρά που μονάχα εγώ βλέπω κατά καιρούς - και τότε φοβάμαι. Για εκείνα
τα ελάχιστα λεπτά είναι σαν να ζω μ’ έναν ξένο. Κι είναι τρομακτικό.
Δεν ανταλλάξαμε κουβέντα όλο το υπόλοιπο βράδυ. Πήγαμε βουβοί για ύπνο.
Σήμερα το πρωί κάναμε σεξ και συμφιλιωθήκαμε. Πάντα φαίνεται να λύνουμε τα
προβλήματά μας στο κρεβάτι. Είναι κάπως πιο εύκολο, όταν είσαι γυμνός και μισοκοιμισμένος
κάτω απ’ τα σκεπάσματα να ψιθυρίζεις «Συγγνώμη» και να το εννοείς. Όλες οι άμυνες και οι
ηλίθιες δικαιολογίες καταρρέουν, πέφτουν στοίβα στο πάτωμα σαν τα ρούχα μας.
«Ίσως πρέπει να το κάνουμε κανόνα οι συζητήσεις μας να γίνονται πάντα στο κρεβάτι». Ο
Γκάμπριελ με φίλησε. «Σ’ αγαπώ. Θα το ξεφορτωθώ το τουφέκι, σου δίνω τον λόγο μου».
«Όχι», είπα. «Δεν έχει σημασία, ξέχασέ το. Δεν υπάρχει πρόβλημα. Ειλικρινά».
Με φίλησε πάλι και με τράβηξε προς το μέρος του. Τον αγκάλιασα, κολλώντας το γυμνό
κορμί μου πάνω στο δικό του. Έκλεισα τα μάτια κι απλώθηκα σ’ έναν φιλικό βράχο που
προσαρμόστηκε αμέσως στο σχήμα μου. Κι ένιωσα επιτέλους γαλήνη.
23 Ιουλίου
Γράφω στο Καφέ ντελ’ Αρτίστα. Τώρα έρχομαι εδώ τις περισσότερες μέρες. Νιώθω συνέχεια
την ανάγκη να βγαίνω από το σπίτι. Όταν είμαι μαζί με άλλους ανθρώπους, ακόμα κι αν είναι
η βαριεστημένη γκαρσόνα, αισθάνομαι συνδεδεμένη με τον κόσμο, σαν ανθρώπινο ον.
Αλλιώτικα, κινδυνεύω να πάψω να υπάρχω. Λες και θα εξαφανιστώ.
Ορισμένες φορές εύχομαι να μπορούσα να εξαφανιστώ - όπως απόψε. Ο Γκάμπριελ κάλεσε
τον αδελφό του για φαγητό. Μου το ξεφούρνισε σήμερα το πρωί.
«Εχουμε πολύ καιρό να δούμε τον Μαξ», παρατήρησε. «Από το πάρτι του Τζόελ όταν
μετακόμισε. Θα κάνω μπάρμπεκιου». Με κοίταξε περίεργα. «Δεν σε πειράζει, έτσι δεν είναι;»
«Γιατί να με πειράζει;»
Ο Γκάμπριελ έβαλε τα γέλια. «Τι κακή ψεύτρα που είσαι, το ξέρεις; Μπορώ να διαβάσω το
πρόσωπό σου σαν πολύ μικρό βιβλίο».
«Και τι λέει;»
«Πως δεν συμπαθείς τον Μαξ. Ποτέ σου δεν τον συμπάθησες».
«Αυτό δεν είναι αλήθεια».Ένιωσα τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν, ανασήκωσα τους ώμους
και κοίταξα αλλού. «Φυσικά και συμπαθώ τον Μαξ», είπα. «Θα ’ναι ωραία να τον δούμε...
Πότε θα μου ποζάρεις πάλι; Πρέπει να τελειώσω τον πίνακα».
Εκείνος χαμογέλασε. «Τι λες γι’ αυτό το Σαββατοκύριακο; Κι όσο για τον πίνακα... κάνε
μου μια χάρη. Μην τον δείξεις στον Μαξ, εντάξει; Δεν θέλω να με δει σαν Χριστό - δεν θα
γλιτώσω το δούλεμα».
«Ο Μαξ δεν πρόκειται να τον δει», τον διαβεβαίωσα. «Δεν είναι έτοιμος ακόμη».
Αλλά ακόμα κι αν ήταν, ο Μαξ είναι το τελευταίο άτομο που θέλω να μπει στο ατελιέ μου.
Το σκέφτηκα, αλλά δεν το είπα.
Δεν έχω καμιά όρεξη να γυρίσω στο σπίτι. Θέλω να μείνω σ’ αυτό το καφέ με τον κλιματισμό
και να κρυφτώ ώσπου να φύγει ο Μαξ. Μα η γκαρσόνα στενάζει ήδη ανυπόμονα και κοιτάζει
επιδεικτικά το ρολόι της. Σε λίγη ώρα θα με πετάξει έξω. Κι αυτό σημαίνει πως, αν δεν θέλω
να τριγυρίζω όλη νύχτα στους δρόμους σαν την τρελή, δεν έχω άλλη επιλογή από το να
επιστρέφω στο σπίτι και να τα βγάλω πέρα. Και να αντιμετωπίσω τον Μαξ.
24 Ιουλίου
Είμαι πάλι στο καφέ. Κάποιος καθόταν στο τραπέζι μου και η γκαρσόνα μού έριξε ένα
συμπονετικό βλέμμα - αν μη τι άλλο έτσι νόμισα, πως μου ’στελνε ένα μήνυμα
συμπαράστασης, μα μπορεί να κάνω και λάθος. Κάθισα σ’ ένα άλλο τραπέζι, που βλέπει προς
τα μέσα κι όχι προς τα έξω, κοντά στο κλιματιστικό. Δεν έχει πολύ φως - είναι δροσερά και
σκιερά. Ταιριάζει με τη διάθεσή μου.
Χθες βράδυ ήταν σκέτη φρίκη. Χειρότερα απ’ όσο φανταζόμουν.
Όταν έφτασε ο Μαξ, τρόμαξα να τον γνωρίσω - δεν νομίζω να τον έχω ξαναδεί χωρίς
κοστούμι. Έδειχνε σαν ηλίθιος με το σορτς του. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα μετά το
περπάτημα από τον σταθμό - η καράφλα του είχε κοκκινίσει και γυάλιζε και κάτω από τις
μασχάλες του απλώνονταν σκούροι λεκέδες. Στην αρχή απέφευγε το βλέμμα μου. Ή μήπως
εγώ δεν τον κοίταζα;
Εγκωμίασε υπερβολικά το σπίτι, λέγοντας πόσο διαφορετικό έδειχνε, ότι είχε περάσει
τόσος καιρός από την τελευταία φορά που τον καλέσαμε, ώστε είχε αρχίσει να πιστεύει πως
δεν θα τον προσκαλούσαμε ποτέ ξανά. Ο Γκάμπριελ ήταν συνέχεια απολογητικός, έλεγε ότι
ήμαστε πολύ απασχολημένοι, εγώ με την επικείμενη έκθεση κι αυτός με τη δουλειά, και δεν
είχαμε δει κανέναν. Χαμογελούσε, κατάλαβα ωστόσο πως είχε ενοχληθεί που ο Μαξ το έκανε
τέτοιο ζήτημα.
Στην αρχή κράτησα μια χαρά τα προσχήματα. Περίμενα την κατάλληλη στιγμή. Και όντως
ήρθε. Ο Μαξ κι ο Γκάμπριελ βγήκαν στον κήπο για να ανάψουν το μπάρμπεκιου. Εγώ έμεινα
στην κουζίνα για να φτιάξω τάχα τη σαλάτα.Ήξερα ότι ο Μαξ θα έβρισκε κάποια δικαιολογία
για να με πλησιάσει. Και είχα δίκιο. Μετά από πέντε λεπτά περίπου, άκουσα τα βαριά βήματά
του. Δεν περπατάει καθόλου όπως ο Γκάμπριελ - ο Γκάμπριελ είναι αθόρυβος σαν γάτα, δεν
τον ακούω ποτέ να κινείται μέσα στο σπίτι.
«Αλίσια», είπε ο Μαξ.
Συνειδητοποίησα ότι τα χέρια μου έτρεμαν καθώς έκοβα τις ντομάτες. Άφησα κάτω το
μαχαίρι. Στράφηκα και τον αντίκρισα.
Εκείνος σήκωσε ψηλά το άδειο μπουκάλι της μπίρας του και χαμογέλασε. Εξακολουθούσε
να μη με κοιτάζει. «Ήρθα να πάρω άλλη μια», μου εξήγησε. μ»

Έγνεψα καταφατικά. Δεν είπα τίποτε. Άνοιξε το ψυγείο κι έβγαλε άλλη μια μπίρα. Κοίταξε
γύρω του για να βρει το ανοιχτήρι. Του έδειξα πού ήταν πάνω στον πάγκο.
Μου χαμογέλασε μ’ έναν παράξενο τρόπο καθώς άνοιγε το μπουκάλι, λες και ετοιμαζόταν
να πει κάτι. Μα τον πρόλαβα:
«Θα πω στον Γκάμπριελ τι συνέβη», του ανακοίνωσα. «Σκέφτηκα ότι έπρεπε να το ξέρεις».
Το χαμόγελό του έσβησε. Με κοίταξε για πρώτη φορά, μισοκλείνοντας τα μάτια, σαν φίδι.
«Τι;»
«Θα πω στον Γκάμπριελ. Τι έγινε στου Τζόελ».
«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς».
«Σοβαρά;»
«Δεν θυμάμαι. Ήμουν αρκετά μεθυσμένος».
«Μαλακίες».
«Ειλικρινά».
«Δεν θυμάσαι ότι με φίλησες; Δεν θυμάσαι ότι με χούφτωσες;»
«Σταμάτα, Αλίσια».
«Τι να σταματήσω; Να μην το κάνω θέμα; Μου επιτέθηκες».
Ο θυμός φούντωνε μέσα μου. Έκανα προσπάθεια για να ελέγξω τη φωνή μου και να μην
αρχίσω να ξεφωνίζω. Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ο Γκάμπριελ βρισκόταν στην άκρη του
κήπου, πάνω από την ψησταριά. Ο καπνός και ο ζεστός αέρας παραμόρφωναν την όψη του,
του άλλαζαν σχήμα.
«Σε έχει για παράδειγμα», τον πληροφόρησα. «Είσαι ο μεγαλύτερος αδελφός του. Θα
πληγωθεί αφάνταστα όταν του το πω».
«Τότε μην του το πεις. Δεν υπάρχει τίποτα να του πεις».
«Πρέπει να ξέρει την αλήθεια. Πρέπει να μάθει τι άνθρωπος είναι στην πραγματικότητα ο
αδελφός του. Εσύ...»
Προτού τελειώσω τη φράση μου, ο Μαξ με άρπαξε βίαια από το μπράτσο και με τράβηξε
προς το μέρος του. Έχασα την ισορροπία μου κι έπεσα πάνω του.Ύψωσε τη γροθιά του και
προς στιγμήν νόμισα ότι θα με χτυπούσε. «Σ’ αγαπώ», είπε, «σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ.. ,»
Δεν πρόλαβα να αντιδράσω και με φίλησε. Πάσχισα να τραβηχτώ, αλλά δεν μ’ άφηνε.
Ένιωσα τα τραχιά χείλη του πάνω στα δικά μου, τη γλώσσα του να χώνεται στο στόμα μου.
Το ένστικτό μου ξύπνησε.
Του δάγκωσα τη γλώσσα όσο πιο δυνατά μπορούσα.
Ο Μαξ άφησε μια κραυγή και μ’ έσπρωξε πέρα. Όταν σήκωσε το κεφάλι του, το στόμα του
ήταν γεμάτο αίμα.
«Παλιοπουτάνα!» Η φωνή του ακούστηκε πνιχτή, τα δόντια του ήταν κόκκινα. Με κοίταξε
άγρια, σαν πληγωμένο ζώο.
Μου είναι αδύνατο να πιστέψω πως ο Μαξ είναι αδελφός του Γκάμπριελ. Δεν έχει κανένα
από τα προτερήματά του, ούτε ίχνος από την ακεραιότητα και την καλοσύνη του. Ο Μαξ με
αηδιάζει - και του το είπα.
«Αλίσια, μην πεις κουβέντα στον Γκάμπριελ», είπε. «Το εννοώ. Σε προειδοποιώ».
Δεν μίλησα καθόλου. Αισθανόμουν το αίμα του πάνω στη γλώσσα μου, οπότε άνοιξα τη
βρύση και ξέπλυνα το στόμα μου ώσπου καθάρισε. Έπειτα βγήκα στον κήπο.
Καθώς τρώγαμε, διαισθανόμουν τον Μαξ να με κοιτάζει κάθε τόσο. Σήκωνα το κεφάλι μου,
έπιανα το βλέμμα του κι εκείνος έσπευδε να κοιτάξει αλλού. Δεν κατέβαινε μπουκιά. Μου
προκαλούσε ναυτία και μόνο η σκέψη του φαγητού. Είχα συνέχεια στο στόμα μου τη γεύση
του αίματός του.
Δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν θέλω να πω ψέματα στον Γκάμπριελ. Ούτε να το κρατήσω κρυφό.
Αν όμως το πω στον Γκάμπριελ, δεν πρόκειται να ξαναμιλήσει στον Μαξ. Θα τον τσάκιζε το
γεγονός ότι έκανε λάθος που είχε εμπιστοσύνη στον αδελφό του. Γιατί όντως εμπιστεύεται
τον Μαξ. Είναι το είδωλό του. Και δεν θα έπρεπε. ««
Δεν πιστεύω πως ο Μαξ είναι ερωτευμένος μαζί μου. Θεωρώ ότι μισεί τον Γκάμπριελ, αυτό
είναι όλο. Νομίζω πως τον ζηλεύει τρελά - και θέλει να του πάρει οτιδήποτε είναι δικό του,
κι εμένα μαζί. Ωστόσο, τώρα που του αντιστάθηκα, δεν φαντάζομαι πως θα με ξαναενοχλήσει
- ή, τουλάχιστον, έτσι ελπίζω. Για λίγο διάστημα, πάντως, θα με αφήσει ήσυχη.
Οπότε, δεν θα πω τίποτα προς το παρόν.
Ο Γκάμπριελ, φυσικά, με διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο. Ή ίσως δεν είμαι πολύ καλή ηθοποιός.
Χθες βράδυ, καθώς ετοιμαζόμασταν να πέσουμε για ύπνο, παρατήρησε ότι φερόμουν
περίεργα όση ώρα ήταν εκεί ο Μαξ.
«Ήμουν κουρασμένη».
«Όχι, ήταν κάτι παραπάνω. Ήσουν πολύ απόμακρη. Θα μπορούσες να κάνεις λίγη
παραπάνω προσπάθεια. Έτσι κι αλλιώς, τον βλέπουμε ελάχιστα. Δεν ξέρω γιατί έχεις τέτοιο
πρόβλημα μαζί του».
«Δεν έχω. Δεν είχε σχέση με τον Μαξ. Ήμουν αφηρημένη, σκεφτόμουν τη δουλειά, έχω
μείνει πίσω με την έκθεση - είναι το μόνο που σκέφτομαι», δικαιολογήθηκα όσο πιο πειστικά
γινόταν.
Ο Γκάμπριελ μου έριξε μια δύσπιστη ματιά, αλλά προς το παρόν δεν επέμεινε. Θα πρέπει
να το αντιμετωπίσω πάλι την επόμενη φορά που θα δούμε τον Μαξ - κάτι μου λέει όμως ότι
δεν θα είναι σύντομα.
Νιώθω καλύτερα που τα έγραψα όλα αυτά. Πιο ασφαλής, με κάποιον τρόπο, που είναι
καταγεγραμμένα στο χαρτί. Σημαίνει ότι έχω στοιχεία - μια απόδειξη.
Αν φτάσουμε ποτέ σε σημείο που να τη χρειαστώ.
26 Ιουλίου
Έχω γενέθλια σήμερα. Είμαι τριάντα τριών ετών.
Αλλόκοτο συναίσθημα - είμαι μεγαλύτερη απ’ όσο πίστευα ποτέ ότι θα γινόμουν· μέχρι
εκεί μόνο έφτανε η φαντασία μου. Τώρα πλέον έχω ζήσει περισσότερο από αυτή. Με κλονίζ&ι
λίγο η σκέψη πως είμαι μεγαλύτερή της. Εκείνη έφτασε ως τα τριάντα δύο και σταμάτησε.
Εγώ έχω ζήσει πλέον πιο πολύ και δεν πρόκειται να σταματήσω. Θα μεγαλώνω και θα
μεγαλώνω - εκείνη, όμως, όχι.
Ο Γκάμπριελ ήταν τόσο γλυκός σήμερα το πρωί - με ξύπνησε μ’ ένα φιλί και μου πρόσφερε
τριάντα τρία κόκκινα τριαντάφυλλα. Ήταν πανέμορφα. Τρύπησε το δάχτυλό του σε ένα
αγκάθι. Ένα κατακόκκινο δάκρυ. Τέλειο.
Έπειτα με πήγε στο πάρκο για να φάμε πρωινό. Ο ήλιος μόλις που είχε ανατείλει, κι έτσι η
ζέστη δεν ήταν αβάσταχτη. Μια δροσερή αύρα ερχόταν από το νερό κι ο αέρας μοσχοβολούσε
κομμένο γρασίδι. Ξαπλώσαμε κοντά στη λίμνη, κάτω από μια κλαίουσα ιτιά, στη γαλάζια
κουβέρτα που αγοράσαμε στο Μεξικό. Τα κλαδιά της ιτιάς σχημάτιζαν μια τέντα από πάνω
μας κι ο ήλιος έφεγγε θαμπά ανάμεσα στα φύλλα. Ήπιαμε σαμπάνια και φάγαμε γλυκά
ντοματίνια με καπνιστό σολομό και λεπτές φέτες ψωμιού. Κάπου στο βάθος του μυαλού μου
υπήρχε ένα αόριστο συναίσθημα οικειότητας· μια πιεστική αίσθηση πως αυτό το είχα
ξαναζήσει, χωρίς ωστόσο να μπορώ να το προσδιορίσω.Ίσως ήταν απλώς μια ανάμνηση από
παιδικές ιστορίες, παραμύθια και μαγικά δέντρα που ήταν οι πύλες για άλλους κόσμους.Ίσως
ήταν κάτι πιο πεζό. Και τότε, θυμήθηκα ολοζώντανα:
Ήμουν πολύ μικρή και καθόμουν κάτω από μια κλαίουσα ιτιά στον κήπο μας στο Κέμπριτζ.
Περνούσα ώρες ολόκληρες κρυμμένη εκεί. Μπορεί να μην ήμουν ευτυχισμένο παιδί, αλλά το
διάστημα που βρισκόμουν κάτω από την ιτιά αισθανόμουν μια ευχαρίστηση παρόμοια με αυτή
που ένιωθα εδώ, με τον Γκάμπριελ. Και τώρα ήταν λες και το παρελθόν συνυπήρχε
ταυτόχρονα με το παρόν σε μια τέλεια στιγμή που ήθελα να κρατήσει για πάντα. Ο Γκάμπριελ
αποκοιμήθηκε κι εγώ τον σκιτσάρισα, προσπαθώντας να αποτυπώσω τις ραβδώσεις της
λιακάδας στο πρόσωπό του. Αυτή τη φορά τα κατάφερα με τα μάτια του. Ήταν πιο εύκολο
γιατί τα είχε κλειστά - πέτυχα το σχήμα τους, τουλάχιστον.Έμοιαζε με μικρό παιδί, έτσι όπως
κοιμόταν κουλουριασμένος, ανασαίνοντας ήρεμα, με ψίχουλα γύρω από τα χείλη του.
Τελειώσαμε το πικνίκ μας, γυρίσαμε στο σπίτι και κάναμε έρωτα. Κι ο Γκάμπριελ με έσφιξε
στην αγκαλιά του και είπε κάτι απίστευτο:
«Αλίσια, άκουσέ με, αγάπη μου.Έχω κάτι στο μυαλό μου και θέλω να το κουβεντιάσουμε».
Ο τρόπος που μίλησε μ’ έκανε αμέσως να αισθανθώ νευρικότητα. Φοβήθηκα το χειρότερο
και οπλίστηκα με θάρρος. «Πες μου».
«Θέλω να κάνουμε ένα παιδί».
Πέρασε ένα λεπτό ώσπου να μπορέσω να αρθρώσω λέξη. Ήμουν τόσο αποσβολωμένη,
ώστε δεν ήξερα τι να πω. «Μα... εσύ δεν ήθελες παιδιά. Είπες...»
«Ξέχνα το. Άλλαξα γνώμη. Θέλω να κάνουμε ένα παιδί μαζί. Λοιπόν; Τι λες;»
Ο Γκάμπριελ με κοίταξε γεμάτος ελπίδα και αδημονία, περιμένοντας την απάντησή μου.
Τα μάτια μου πλημμύρισαν δάκρυα. «Ναι», αποκρίθηκα, «ναι, ναι, ναι...»
Αγκαλιαστήκαμε, και κλαίγαμε, και γελούσαμε.
Τώρα είναι στο κρεβάτι, κοιμάται. Σηκώθηκα αθόρυβα κι έτρεξα να τα γράψω - θέλω να
θυμάμαι αυτή τη μέρα για όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Και το παραμικρό της δευτερόλεπτο.
Νιώθω μια βαθιά χαρά. Νιώθω γεμάτη ελπίδα.
14 154

Σκεφτόμουν διαρκώς τι είχε πει ο Μαξ Μπέρενσον - για την απόπειρα αυτοκτονίας της
Αλίσια μετά τον θάνατο του πατέρα της. Δεν υπήρχε καμιά αναφορά στον φάκελό της κι
αναρωτήθηκα για ποιο λόγο.
Την επόμενη μέρα τηλεφώνησα στον Μαξ, πετυχαίνοντάς τον τη στιγμή που έφευγε απ’
το γραφείο.
«Ήθελα απλώς να σας κάνω μια δυο ερωτήσεις ακόμα, αν δεν σας πειράζει».
«Με πετύχατε κυριολεκτικά στην πόρτα».
«Θα είμαι σύντομος».
Ο Μαξ αναστέναξε και χαμήλωσε το τηλέφωνο για να πει στην Τάνια κάτι που δεν άκουσα.
«Πέντε λεπτά», με προειδοποίησε. «Δεν έχω άλλο χρόνο».
«Ευχαριστώ, το εκτιμώ πολύ. Αναφέρατε την απόπειρα αυτοκτονίας της Αλίσια. Σε ποιο
νοσοκομείο πήγε;»
«Δεν πήγε σε νοσοκομείο».
«Δεν πήγε;»
«Όχι. Ανάρρωσε στο σπίτι. Τη φρόντισε ο αδελφός μου».
«Μα... δεν είναι δυνατόν να μην είδε γιατρό. Δεν είπατε πως πήρε υπερβολική δόση;»
«Ναι. Φυσικά και έφερε γιατρό ο Γκάμπριελ. Κι αυτός... ο γιατρός - συμφώνησε να μην το
αναφέρει πουθενά».
«Ποιος ήταν ο γιατρός; Θυμάστε το όνομά του;»
Μεσολάβησε μια παύση καθώς ο Μαξ το σκέφτηκε για ένα λεπτό. ·»
«Λυπάμαι, δεν μπορώ να σας πω... Δεν θυμάμαι».
«Ήταν ο οικογενειακός τους γιατρός;»
«Όχι, είμαι σίγουρος πως δεν ήταν. Ο αδελφός μου κι εγώ είχαμε τον ίδιο οικογενειακό
γιατρό. Θυμάμαι πως ο Γκάμπριελ μου ζήτησε επιτούτου να μην του το αναφέρω».
«Και είστε σίγουρος ότι δεν μπορείτε να θυμηθείτε το όνομα;»
«Λυπάμαι. Τελειώσαμε; Πρέπει να πηγαίνω».
«Κάτι τελευταίο... Είμαι περίεργος για τους όρους της διαθήκης του Γκάμπριελ».
Μια κοφτή εισπνοή στην άλλη άκρη της γραμμής, και ο τόνος της φωνής του Μαξ έγινε
αμέσως πιο απότομος.
«Της διαθήκης του; Ειλικρινά, δεν βλέπω τι σχέση...»
«Ο βασικός κληρονόμος ήταν η Αλίσια;»
«Πρέπει να πω ότι μου φαίνεται μάλλον παράξενη αυτή η ερώτηση».
«Προσπαθώ να καταλάβω...»
«Τι να καταλάβετε;» Ο Μαξ δεν περίμενε να τελειώσω και συνέχισε ενοχλημένος: «Εγώ
ήμουν ο βασικός κληρονόμος. Η Αλίσια είχε κληρονομήσει πάρα πολλά χρήματα από τον
πατέρα της, οπότε ο Γκάμπριελ θεώρησε πως ήταν εξασφαλισμένη. Κι έτσι, άφησε σ’ εμένα
το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Φυσικά, δεν είχε ιδέα πως η περιουσία του θα
αποκτούσε τόση αξία μετά τον θάνατό του. Τελειώσαμε;»
«Και τι γίνεται με τη διαθήκη της Αλίσια; Όταν πεθάνει, ποιος κληρονομεί;»
«Αυτό», δήλωσε σταθερά ο Μαξ, «δεν μπορώ να σας το πω εγώ. Κι εύχομαι ειλικρινά αυτή
να είναι και η τελευταία μας συνομιλία».
Μου έκλεισε το τηλέφωνο. Ωστόσο, κάτι στον τόνο της φωνής του μου έλεγε ότι δεν θα
ήταν η τελευταία φορά που θα είχα νέα του Μαξ Μπέρενσον.
Δεν χρειάστηκε να περιμένω πολύ.
Ο Διομήδης με κάλεσε στο γραφείο του μετά το μεσημεριανό φαγητό. Σήκωσε το κεφάλι
του όταν μπήκα μέσα, αλλά δεν χαμογέλασε.
«Τι έχεις πάθει;»

«Μην παριστάνεις τον ηλίθιο. Ξέρεις ποιος μου τηλεφώνησε σήμερα το πρωί; Ο Μαξ
Μπέρενσον. Λέει πως επικοινώνησες δύο φορές μαζί του και του έκανες ένα σωρό προσωπικές
ερωτήσεις».
«Του ζήτησα μερικές πληροφορίες για την Αλίσια. Δεν φάνηκε να έχει πρόβλημα».
«Τώρα, πάντως, έχει. Το αποκάλεσε παρενόχληση».
«Για όνομα του Θεού...»
«Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε είναι να κάνει φασαρία ένας δικηγόρος. Όλες σου
οι ενέργειες θα πρέπει να είναι εντός των ορίων της μονάδας και υπό την εποπτεία μου.
Κατάλαβες;»
Ήμουν θυμωμένος, αλλά έγνεψα καταφατικά. Κοίταξα το πάτωμα σαν μουτρωμένος
έφηβος. Ο Διομήδης ανταποκρίθηκε αναλόγως, χτυπώντας με πατρικά στον ώμο.
«Θίο. Άσε με να σου δώσω μια συμβουλή. Προσεγγίζεις αυτή την υπόθεση με λανθασμένο
τρόπο. Κάνεις ερωτήσεις, ψάχνεις στοιχεία, λες και είναι αστυνομική ιστορία». Γέλασε και
κούνησε το κεφάλι του. «Ετσι δεν πρόκειται να φτάσεις».
«Πού να φτάσω;»
«Στην αλήθεια. Θυμήσου τι είπε ο Μπίον: “Καμιά ανάμνηση, καμιά επιθυμία”. Καμιά
δεύτερη σκέψη - σαν θεραπευτής, ο μοναδικός σου στόχος είναι να είσαι παρών και δεκτικός
στα συναισθήματά σου ενώ κάθεσαι μαζί της. Αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται να κάνεις.
Τα υπόλοιπα θα γίνουν μόνα τους».
«Το ξέρω», συμφώνησα. «Εχετε δίκιο».
«Ναι, έχω δίκιο. Και μην ακούσω ξανά ότι έκανες κι άλλες επισκέψεις στους συγγενείς της
Αλίσια, κατάλαβες;»
«Σας δίνω τον λόγο μου».
15 158

Το ίδιο απόγευμα πήγα στο Κέμπριτζ για να δω τον ξάδελφο της Αλίσια, τον Πολ Ρόουζ.
Καθώς το τρένο πλησίαζε στον σταθμό, το τοπίο έγινε επίπεδο και τα χωράφια φανέρωσαν
ένα άπλετο και ψυχρό γαλάζιο φως. Χαιρόμουν που είχα φύγει από το Λονδίνο - ο ουρανός
ήταν λιγότερο καταπιεστικός κι ανάσαινα πιο εύκολα.
Βγήκα από το τρένο μαζί με μερικούς φοιτητές και τουρίστες, χρησιμοποιώντας τον χάρτη
του κινητού μου για να με καθοδηγήσει. Οι δρόμοι ήταν ήσυχοι· άκουγα τα βήματά μου να
αντηχούν στο πεζοδρόμιο. Ο δρόμος έφτασε απότομα στο τέλος του. Μπροστά μου
απλωνόταν μια έρημη έκταση από λασπωμένο χώμα και χορτάρι που οδηγούσε στο ποτάμι.
Ένα σπίτι στεκόταν ολομόναχο δίπλα στην όχθη. Πεισματάρικο και επιβλητικό, σαν ένα
μεγάλο κόκκινο τούβλο καρφωμένο μέσα στη λάσπη.Ήταν ένα άσχημο σπίτι, ένα βικτοριανό
τέρας. Ο κισσός γέμιζε ανεξέλεγκτα τους τοίχους και τα φυτά, ζιζάνια κυρίως, είχαν πνίξει
τον κήπο. Είχα την αίσθηση ότι η φύση καταπατούσε τον χώρο, διεκδικούσε τα εδάφη που
κάποτε της ανήκαν. Σ’ αυτό το σπίτι είχε γεννηθεί η Αλίσια. Εκεί πέρασε τα πρώτα δεκαοχτώ
χρόνια της ζωής της. Μέσα σ’ αυτούς τους τοίχους διαμορφώθηκε η προσωπικότητά της: οι
ρίζες της ενήλικης ζωής της, όλα τα αίτια και οι επακόλουθες επιλογές ήταν θαμμένα εδώ.
Μερικές φορές είναι δύσκολο να αντιληφθούμε για ποιο λόγο οι απαντήσεις για το παρόν
βρίσκονται στο παρελθόν.Ίσως βοηθήσει μια απλή αναλογία: μια κορυφαία ψυχίατρος στον
τομέα της σεξουαλικής κακοποίησης μου είπε κάποτε ότι στα τριάντα χρόνια που δούλευε
εκτεταμένα με παιδόφιλους δεν είχε συναντήσει ποτέ ούτε έναν που να μην είχε κακοποιηθεί
κι ο ίδιος σαν παιδί. Αυτό δεν σημαίνει πως όλα τα κακοποιημένα παιδιά κακοποιούν κι εκείνα
με τη σειρά τους όταν μεγαλώσουν· αλλά είναι αδύνατο για κάποιον που δεν έχει κακοποιηθεί
να κακοποιήσει. Κανένας δεν γεννιέται κακός. Όπως το έθεσε ο Γουίνικοτ: «Ένα μωρό δεν
μπορεί να μισήσει τη μητέρα, αν η μητέρα δεν μισήσει πρώτη το μωρό». Στη βρεφική μας
ηλικία, είμαστε αθώα σφουγγάρια, λευκές σελίδες, έχοντας μονάχα τις πιο βασικές ανάγκες:
να τρώμε, να χέζουμε, να αγαπάμε και να αγαπιόμαστε. Ωστόσο, κάτι πάει στραβά, ανάλογα
με τις συνθήκες στις οποίες γεννηθήκαμε και με το σπίτι όπου μεγαλώσαμε.Ένα βασανισμένο,
κακοποιημένο κορίτσι ποτέ δεν μπορεί στην πραγματικότητα να πάρει εκδίκηση, μια που
είναι ανυπεράσπιστο και αδύναμο, μπορεί όμως -και πρέπει- να τρέφει εκδικητικές
φαντασιώσεις. Η οργή, όπως κι ο φόβος, αντιδράει στη φύση. Κάτι άσχημο συνέβη στην
Αλίσια, κατά πάσα πιθανότητα στα πρώτα χρόνια της ζωής της, ώστε να προκαλέσει τις
δολοφονικές παρορμήσεις που εμφανίστηκαν τόσα χρόνια αργότερα. Όποια κι αν ήταν η
πρόκληση, δεν θα σήκωνε ο καθένας το όπλο και θα πυροβολούσε κατευθείαν το πρόσωπο
του Γκάμπριελ - οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν. Το γεγονός ότι η Αλίσια το
έκανε δείχνει μια διαταραχή στον ψυχικό της κόσμο. Γι’ αυτό ήταν τόσο σημαντικό για μένα
να καταλάβω πώς ήταν η ζωή της σ’ αυτό το σπίτι· να ανακαλύψω τι τη διαμόρφωσε και την
έκανε το άτομο που έγινε - ένα άτομο ικανό για φόνο.
Περιπλανήθηκα κι άλλο στον αφρόντιστο κήπο, μέσα από τα ζιζάνια και τα αγριολούλουδα,
και προχώρησα στην πλαϊνή μεριά του σπιτιού. Πίσω υπήρχε μια μεγάλη ιτιά - πανέμορφη
και μεγαλειώδης, με μακριά γυμνά κλαδιά που σέρνονταν στο έδαφος. Φαντάστηκα την
Αλίσια μικρή να παίζει ολόγυρά της και στον μυστικό, μαγικό κόσμο κάτω από τα κλαδιά της.
Χαμογέλασα.
Ξαφνικά ένιωσα άβολα. Διαισθανόμουν ένα βλέμμα καρφωμένο πάνω μου.
Σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα το σπίτι. Ένα πρόσωπο φαινόταν στα πάνω παράθυρα.
Το άσχημο πρόσωπο μιας γριάς κολλημένο στο τζάμι - που με κοίταζε με ένταση.Ένιωσα ένα
περίεργο, ανεξήγητο ρίγος φόβου.
Δεν αντιλήφθηκα τα βήματα πίσω μου, παρά μόνο όταν ήταν πολύ αργά πια. Ακούστηκε
ένας βαρύς, υπόκωφος θόρυβος κι ένας πόνος διαπέρασε το κεφάλι μου από πίσω.
Κι έπειτα σκοτείνιασαν όλα.
16 162

Όταν ξαναβρήκα τις αισθήσεις μου, ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα στο σκληρό, παγωμένο
χώμα. Η πρώτη μου αίσθηση ήταν πόνος. Πόνος σαν παλμός, σαν μαχαιριά, λες και είχε σπάσει
το κρανίο μου. Άγγιξα πολύ προσεκτικά το πίσω μέρος του κεφαλιού μου.
«Δεν μάτωσε», με πληροφόρησε μια φωνή. «Αλλά θα έχεις άσχημο καρούμπαλο αύριο. Και
φριχτό πονοκέφαλο».
Σήκωσα τα μάτια και είδα τον Πολ Ρόουζ για πρώτη φορά. Στεκόταν από πάνω μου
κρατώντας ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ. Ήταν περίπου στην ηλικία μου, μα πιο ψηλός και
ευρύστερνος. Είχε παιδιάστικο πρόσωπο και κατακόκκινα μαλλιά, ίδιο χρώμα με της Αλίσια.
Βρομοκοπούσε ουίσκι.
Προσπάθησα να ανασηκωθώ, αλλά δεν τα κατάφερα.
«Καλύτερα να μείνεις εκεί. Να συνέλθεις λιγάκι».
«Νομίζω πως έπαθα διάσειση».
«Πιθανόν».
«Για ποιο λόγο το ’κάνες αυτό, διάολε;»
«Τι περίμενες, άνθρωπέ μου; Νόμιζα πως ήσουν διαρρήκτης».
«Ε, λοιπόν, δεν είμαι».
«Τώρα ναι, το ξέρω. Έψαξα το πορτοφόλι σου. Είσαι ψυχοθεραπευτής».
Έβγαλε το πορτοφόλι μου από την πίσω τσέπη του και μου το πέταξε. Προσγειώθηκε στο
στήθος μου και τέντωσα το χέρι για να το πιάσω.
«Είδα την ταυτότητά σου», μου είπε. «Δουλεύεις σε εκείνο το νοσοκομείο - το Γκρόουβ;»
Έγνεψα καταφατικά και η κίνηση έστειλε άλλη μια μαχαιριά πόνου στο κεφάλι μου. «Ναι».
«Τότε ξέρεις ποιος είμαι».
«Ο ξάδελφος της Αλίσια;»
«Πολ Ρόουζ». Μου έτεινε το χέρι του. «Κάτσε να σε βοηθήσω να σηκωθείς».
Με σήκωσε όρθιο με μεγάλη άνεση.Ήταν δυνατός. Εγώ παραπατούσα. «Θα μπορούσες να
με είχες σκοτώσει», μουρμούρισα.
Ο Πολ ανασήκωσε τους ώμους του. «Θα μπορούσες να ήσουν οπλισμένος. Μπήκες σε ξένο
σπίτι. Τι περίμενες; Γιατί βρίσκεσαι εδώ;»
«Ήρθα να σε δω». Μόρφασα από τον πόνο. «Μακάρι να μην είχα έρθει».
«Έλα μέσα να κάτσεις για λίγο».
Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο πέρα από το να πάω όπου με οδηγούσε, μια που το
κεφάλι μου πονούσε με κάθε βήμα. Μπήκαμε από την πίσω πόρτα.
Το σπίτι μέσα ήταν εξίσου ρημαγμένο όπως έξω. Η ταπετσαρία στους τοίχους της κουζίνας
είχε ένα πορτοκαλί γεωμετρικό σχέδιο που ήταν της μόδας πριν από σαράντα χρόνια και
ξεφλούδιζε τμηματικά σε λωρίδες μαυρισμένες σαν να είχαν καεί, που έμοιαζαν με σγουρούς
βοστρύχους. Μουμιοποιημένα έντομα κρέμονταν μετέωρα από ιστούς αράχνης στις γωνίες
του ταβανιού. Η σκόνη στο πάτωμα ήταν τόσο πυκνή, ώστε έμοιαζε με βρόμικο χαλί. Και μια
υποδόρια μυρωδιά από κάτουρα γάτας μού προκάλεσε ναυτία. Μέτρησα τουλάχιστον πέντε
γάτες στην κουζίνα, που κοιμούνταν πάνω σε καρέκλες και σε διάφορες επιφάνειες. Στο
πάτωμα, οι ανοιχτές πλαστικές σακούλες ξεχείλιζαν από βρομερές γατοτροφές.
«Κάτσε», μου είπε. «Θα φτιάξω τσάι».
Ο Πολ ακούμπησε το ρόπαλο του μπέιζμπολ στον τοίχο δίπλα στην πόρτα. Δεν το άφηνα
από τα μάτια μου. Δεν αισθανόμουν ασφαλής.
Εκείνος μου έδωσε μια ραγισμένη κούπα γεμάτη τσάι. «Πιες το», είπε.
«Εχεις καθόλου παυσίπονα;»
«Κάπου πρέπει να υπάρχει ασπιρίνη, θα πάω να δω. Έλα...»Έπιασε ένα μπουκάλι ουίσκι.
«Αυτό θα βοηθήσει».
Έριξε λίγο ουίσκι στην κούπα.Ήπια μια μικρή γουλιά.Ήταν ζεστό, γλυκό και δυνατό.Έπεσε
σιωπή καθώς ο Πολ έπινε το τσάι του κοιτάζοντάς με - μου θύμισε την Αλίσια και το
διαπεραστικό βλέμμα της.
«Πώς είναι η Αλίσια;» με ρώτησε κάποια στιγμή και συνέχισε πριν προλάβω να απαντήσω:
«Δεν έχω έρθει να τη δω. Δεν είναι εύκολο να φύγω... η μαμά δεν είναι καλά - δεν μ’ αρέσει
να την αφήνω μόνη».
«Μάλιστα. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είδες την Αλίσια;»
«Α, έχουν περάσει πολλά χρόνια. Μεγάλο διάστημα. Χάσαμε επαφή. Ήμουν στον γάμο
τους και μετά την είδα δυο τρεις φορές, αλλά... νομίζω πως ο Γκάμπριελ ήταν ιδιαίτερα
κτητικός. Έτσι κι αλλιώς, από τότε που παντρεύτηκαν, εκείνη σταμάτησε να τηλεφωνεί. Δεν
ερχόταν πια καθόλου. Για να πω την αλήθεια, η μαμά πληγώθηκε πολύ».
Δεν μίλησα. Μετά βίας μπορούσα και να σκεφτώ με αυτό τον βουβό πόνο στο κεφάλι μου.
Τον ένιωθα να με περιεργάζεται.
«Λοιπόν, για ποιο λόγο ήθελες να με δεις;» ρώτησε.
«Θέλω απλώς να κάνω μερικές ερωτήσεις. Για την Αλίσια. Για... την παιδική της ηλικία».
Ο Πολ έγνεψε καταφατικά κι έριξε κι άλλο ουίσκι στην κούπα του. Φαινόταν πια να
χαλαρώνει· το ουίσκι επηρέαζε κι εμένα, μαλάκωνε κάπως τον πόνο μου και σκεφτόμουν πιο
ξεκάθαρα. Μείνε στο θέμα σου, συμβούλεψα τον εαυτό μου. Μάθε ορισμένα γεγονότα. Κι
έπειτα σήκω και φύγε όσο πιο γρήγορα μπορείς.
«Μαζί μεγαλώσατε;»
Εκείνος έγνεψε πάλι καταφατικά. «Η μαμά κι εγώ μετακομίσαμε εδώ όταν πέθανε ο
πατέρας μου. Ήμουν οχτώ εννιά χρονών. Νομίζω ότι θα καθόμασταν για λίγο καιρό μονάχα,
αλλά ύστερα η μαμά της Αλίσια σκοτώθηκε στο ατύχημα... Οπότε η μαμά έμεινε - για να
φροντίσει την Αλίσια και τον θείο Βέρνον».
«Τον Βέρνον Ρόουζ - τον πατέρα της Αλίσια;»
«Σωστά».
«Και ο Βέρνον πέθανε εδώ πριν από λίγα χρόνια;»
«Ναι. Πριν από κάμποσα χρόνια». Ο Πολ συνοφρυώθηκε. «Αυτοκτόνησε. Κρεμάστηκε.
Πάνω, στη σοφίτα. Εγώ τον βρήκα».
«Θα πρέπει να ήταν τρομερό».
«Ναι, ήταν δύσκολα - κυρίως για την Αλίσια. Τώρα που το σκέφτομαι, τότε την είδα για
τελευταία φορά. Στην κηδεία του θείου Βέρνον. Είχε τα χάλια της». Ο Πολ σηκώθηκε. «Θέλεις
άλλο ένα ποτό;»
Προσπάθησα να αρνηθώ, μα εκείνος συνέχισε να μιλάει όσο έβαζε κι άλλο ουίσκι.
«Ξέρεις, ποτέ μου δεν το πίστεψα. Πως σκότωσε τον Γκάμπριελ - δεν μου φαινόταν
λογικό».
«Για ποιο λόγο;»
«Ε, να, δεν ήταν έτσι. Δεν ήταν καθόλου βίαιος άνθρωπος».
Τώρα είναι, σκέφτηκα. Μα δεν είπα τίποτα. Ο Πολ ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι του.
«Συνεχίζει να μη μιλάει;»
«Συνεχίζει να μη μιλάει».
«Δεν βγάζει νόημα. Τίποτε απ’ όλα αυτά. Ξέρεις, νομίζω πως η Αλίσια ήταν...»
Μας διέκοψε ένας υπόκωφος θόρυβος, ένα συνεχές χτύπημα στο πάνω πάτωμα.
Ακούστηκε μια πνιχτή γυναικεία φωνή· τα λόγια της ήταν ακατάληπτα.
Ο Πολ πετάχτηκε όρθιος. «Μια στιγμή», μου είπε και βγήκε από την κουζίνα. Προχώρησε
βιαστικά στη βάση της σκάλας και ύψωσε τη φωνή του. «Όλα καλά, μαμά;»
Από πάνω ακούστηκε ένα ψέλλισμα που δεν το κατάλαβα.
«Τι; Καλά, εντάξει. Ε... περίμενε λίγο», απάντησε εκείνος αμήχανα και με κοίταξε από τον
διάδρομο, σμίγοντας τα φρύδια του.Έπειτα μου έκανε νόημα.
«Θέλει να πας επάνω».
17 167

Νιώθοντας αδύναμος ακόμη, αλλά πιο σταθερός στα πόδια μου, ακολούθησα τον Πολ που
ανέβηκε βαριά τη σκονισμένη σκάλα.
Η Λίντια Ρόουζ περίμενε στο κεφαλόσκαλο. Αναγνώρισα το κατσούφικο πρόσωπό της από
το παράθυρο. Είχε μακριά άσπρα μαλλιά, που απλώνονταν στους ώμους της σαν ιστός
αράχνης. Ήταν απίστευτα παχύσαρκη - φουσκωμένος λαιμός, παχιά μπράτσα, τεράστια
πόδια σαν κορμοί δέντρων.'Εγερνε βαριά πάνω στη μαγκούρα της, που λύγιζε κάτω από το
βάρος της κι έμοιαζε έτοιμη να σπάσει ανά πάσα στιγμή.
«Ποιος είναι αυτός; Ποιος είναι αυτός;»
Η στριγκή ερώτησή της απευθυνόταν στον Πολ, παρόλο που κοίταζε εμένα. Δεν έπαιρνε
τα μάτια της από πάνω μου. Ήταν πάλι το ίδιο διαπεραστικό βλέμμα που θυμόμουν από την
Αλίσια.
«Μαμά, μην ταράζεσαι», είπε χαμηλόφωνα ο Πολ. «Είναι απλώς ο ψυχοθεραπευτής της
Αλίσια. Από το νοσοκομείο. Ήρθε να μου μιλήσει».
«Σ’ εσένα; Τι δουλειά έχει να μιλήσει μαζί σου; Τι έκανες;»
«Θέλει να μάθει λίγα πράγματα για την Αλίσια».
«Δημοσιογράφος είναι, βρε ηλίθιε». Η φωνή της κόντευε να γίνει ξεφωνητό. «Διώξ’ τον
από δω μέσα!»
«Δεν είναι δημοσιογράφος. Είδα την ταυτότητά του, εντάξει; Έλα τώρα, μαμά, σε
παρακαλώ. Πάμε να ξαπλώσεις».
Εκείνη του επέτρεψε γκρινιάζοντας να την οδηγήσει στην κρεβατοκάμαρά της. Ο Πολ μού
έκανε νόημα να ακολουθήσω.
Η Λίντια ξάπλωσε με έναν υπόκωφο ήχο. Το κρεβάτι τρεμούλιασε ολόκληρο από το βάρο«ς
της. Ο Πολ τής έφτιαξε τα μαξιλάρια. Μια γέρικη γάτα κοιμόταν στα πόδια της. Ήταν η
ασχημότερη γάτα που είχα δει ποτέ στη ζωή μου - γεμάτη ουλές, χωρίς καθόλου τρίχωμα σε
διάφορα μέρη, με το ένα της αφτί δαγκωμένο. Γρύλιζε αγριεμένα στον ύπνο της.
Έριξα μια ματιά ολόγυρά μου. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο σκαρταδούρα: στοίβες από παλιά
περιοδικά και κιτρινισμένες εφημερίδες, σωροί από παλιά ρούχα. Μια φιάλη οξυγόνου ήταν
στερεωμένη στον τοίχο κι ένα τσίγκινο κουτί γεμάτο φάρμακα ήταν ακουμπισμένο πάνω στο
κομοδίνο.
Ένιωθα διαρκώς πάνω μου το εχθρικό βλέμμα της Λίντια. Υπήρχε παράνοια εκεί μέσα·
ήμουν απόλυτα σίγουρος.
«Τι θέλει;» ρώτησε. Τα μάτια της περιπλανιούνταν μανιασμένα πάνω-κάτω καθώς με
ζύγιαζε. «Ποιος είναι;»
«Μόλις τώρα σου είπα, μαμά. Θέλει να μάθει μερικά πράγματα για το παρελθόν της Αλίσια
που θα τον βοηθήσουν στη θεραπεία της. Είναι ο ψυχοθεραπευτής της».
Η Λίντια δεν άφησε καμιά αμφιβολία για τη γνώμη της σχετικά με τους ψυχοθεραπευτές.
Έστρεψε το κεφάλι της, ξερόβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό της - κι έφτυσε στο πάτωμα
μπροστά μου.
Ο Πολ βόγκηξε. «Μαμά, σε παρακαλώ...»
«Σκάσε». Η Λιντια με αγριοκοίταξε. «Δεν της αξίζει της Αλίσια να είναι στο νοσοκομείο».
«Μπα;» ρώτησα. «Πού θα έπρεπε να είναι;»
«Εσύ που λες; Στη φυλακή». Το βλέμμα της Λιντια ήταν περιφρονητικό. «Θέλεις να μάθει-ς
για την Αλίσια; Εγώ θα σου πω. Είναι μια σκρόφα και μισή. Πάντα τέτοια ήταν, από παιδί
ακόμη».
Την άκουγα, με το κεφάλι μου να πάλλεται από τον πόνο. Η Λιντια συνέχισε, με οργή που
φούντωνε ολοένα:
«Ο καημένος μου ο αδελφός, ο Βέρνον. Ποτέ του δεν ξεπέρασε τον θάνατο της Εύας. Τον
φρόντισα. Φρόντισα και την Αλίσια. Και σάμπως έδειξε καμιά ευγνωμοσύνη;»
Ήταν φως φανάρι πως δεν απαιτούνταν καμιά απάντηση από μέρους μου. Όχι πως εκείνη
περίμενε, δηλαδή.
«Και ξέρεις πώς ξεπλήρωσε η Αλίσια όλη μου την καλοσύνη; Ξέρεις τι μου έκανε;»
«Σε παρακαλώ, μαμά...»
«Βούλωσέ το, Πολ!» Η Λιντια στράφηκε προς το μέρος μου. Σάστισα από τον θυμό που
υπήρχε στη φωνή της. «Αυτή η σκύλα με ζωγράφισε. Με ζωγράφισε χωρίς να το ξέρω, χωρίς
να μου ζητήσει την άδεια. Πήγα στην έκθεσή της - κι είδα τον πίνακα να κρέμεται. Απαίσιος,
αηδιαστικός - ένα φριχτό ρεζίλεμα».
Έτρεμε από οργή και ο Πολ φάνηκε ανήσυχος. Μου έριξε ένα δυστυχισμένο βλέμμα.
«Ίσως είναι καλύτερα να φύγεις τώρα, φίλε μου. Δεν κάνει να ταράζεται η μαμά».
Έγνεψα καταφατικά. Η Λιντια Ρόουζ, χωρίς καμιά αμφιβολία, δεν ήταν καλά. Χαιρόμουν
ιδιαίτερα που μου δινόταν η ευκαιρία να δραπετεύσω.
Έφυγα από το σπίτι και πήγα στον σταθμό του τρένου, με ένα καρούμπαλο στο κεφάλι και
φριχτό πονοκέφαλο. Τι χάσιμο χρόνου, γαμώτο. Δεν είχα ανακαλύψει τίποτα - παρά μόνο τ·©
προφανές, για ποιο λόγο είχε φύγει η Αλίσια από κείνο το σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Μου θύμισε πώς το ’σκασα εγώ από το σπίτι μου στα δεκαοχτώ μου για να ξεφύγω από τον
πατέρα μου. Ήταν ολοφάνερο από ποιον προσπαθούσε να ξεφύγει η Αλίσια - από τη Λιντια
Ρόουζ.
Σκέφτηκα τον πίνακα που είχε ζωγραφίσει με θέμα τη θεία της. Ένα φριχτό ρεζίλεμα, έτσι
τον είχε αποκαλέσει εκείνη. Ήταν ώρα, λοιπόν, να επισκεφθώ την γκαλερί της Αλίσια και να
δω γιατί ο πίνακας είχε αναστατώσει τόσο πολύ τη Λιντια.
Φεύγοντας από το Κέμπριτζ, οι τελευταίες σκέψεις μου ήταν για τον Πολ. Τον λυπόμουν
που ήταν αναγκασμένος να ζει μ’ αυτό το τέρας και να είναι ο απλήρωτος σκλάβος της.Ήταν
μια μοναχική ζωή. Φανταζόμουν πως δεν είχε πολλούς φίλους. Ούτε φιλενάδα. Και μάλιστα,
δεν θα ξαφνιαζόμουν αν ήταν ακόμη παρθένος. Παρά το μέγεθος του, υπήρχε πάνω του κάτι
κουτσουρεμένο· κάτι που εμποδίστηκε να αναπτυχθεί.
Αντιπάθησα σφοδρά τη Λιντια από την πρώτη στιγμή - μάλλον επειδή μου θύμιζε τον
πατέρα μου. Έτσι κι είχα παραμείνει σ’ εκείνο το σπίτι, θα κατέληγα σαν τον Πολ· αν είχα
μείνει με τους γονείς μου στο Σάρεϊ, ανά πάσα στιγμή στη διάθεση ενός παράφρονα.
Σε όλη τη διαδρομή ως το Λονδίνο, ένιωθα κατάθλιψη. Στενοχωρημένος, αποκαμωμένος,
έτοιμος να κλάψω. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν αυτό που αισθανόμουν ήταν η θλίψη του
Πολ - ή η δική μου.
18 171

Η Κάθι έλειπε όταν γύρισα σπίτι.


Άνοιξα το λάπτοπ της και προσπάθησα να μπω στο μέιλ της - ήμουν άτυχος, όμως. Δεν
ήταν συνδεδεμένη.
Έπρεπε να αποδεχτώ την πιθανότητα ότι μπορεί να μην επαναλάμβανε ποτέ το λάθος της.
Θα συνέχιζα να ελέγχω ασταμάτητα, να παραδίδομαι στις εμμονές μου, να οδηγούμαι στην
τρέλα; Είχα αρκετή αυτεπίγνωση ώστε να αντιλαμβάνομαι πως είχα γίνει πια στερεότυπο, ο
ζηλιάρης σύζυγος. Επίσης, δεν μου ξέφυγε η τραγική ειρωνεία πως αυτή την εποχή έκανε
πρόβες για τον ρόλο της Δυσδαιμόνας στον Οθέλλο.
Θα έπρεπε εκείνο το πρώτο βράδυ να προωθήσω τα μηνύματα στο δικό μου μέιλ αμέσως
μόλις τα διάβασα. Τότε θα είχα πραγματικά στοιχεία.Ήταν λάθος μου που δεν το έκανα. Τώρα
άρχιζα να αμφισβητώ ό,τι είχα δει αρχικά.Ήταν αξιόπιστη η μνήμη μου; Στο κάτω κάτω, ήμουν
εντελώς μαστουρωμένος - μήπως είχα παρεξηγήσει αυτά που διάβασα;Έπιασα τον εαυτό μου
να πλάθει εξωπραγματικές θεωρίες ώστε να αποδείξω την αθωότητα της Κάθι. Μπορεί να
ήταν απλώς μια άσκηση υποκριτικής - να υποδυόταν τον ρόλο της και να έγραφε σαν
προετοιμασία για τον Οθέλλο. Όταν έκανε πρόβες για το Ήταν Όλοι τους Παιδιά μου, μιλούσε
επί έξι βδομάδες με αμερικανική προφορά. Πολύ πιθανό κάτι παρόμοιο να συνέβαινε κι εδώ.
Μόνο που τα μέιλ τα υπέγραφε η Κάθι - όχι η Δυσδαιμόνα.
Μακάρι να τα είχα φανταστεί όλα αυτά. Τότε θα μπορούσα να τα ξεχάσω, όπως ξεχνάς ένα
όνειρο - θα ξυπνούσα και θα χανόταν. Όμως ήμουν παγιδευμένος σε αυτό τον ατέλειωτο
εφιάλτη της δυσπιστίας, της καχυποψίας, της παράνοιας. Παρόλο που, επιφανειακά, ελάχιστα
πράγματα είχαν αλλάξει. Και πάλι πήγαμε τη βόλτα μας την Κυριακή. Μοιάζαμε σαν όλα τα
ζευγάρια που κάνουν περίπατο στο πάρκο. Ίσως οι σιωπές μας ήταν πιο παρατεταμένες απ’
όσο συνήθως, αλλά έμοιαζαν ήρεμες. Κάτω από τη σιωπή, ωστόσο, διεξαγόταν μέσα στο
μυαλό μου μια πυρετώδης, μονομερής συζήτηση. Προβάριζα ένα εκατομμύριο ερωτήσεις.
Γιατί το έκανε; Πώς μπόρεσε; Γιατί να πει ότι μ’ αγαπάει, γιατί να με παντρευτεί, να κάνει
έρωτα μαζί μου και να μοιράζεται το κρεβάτι μου - κι ύστερα να μου λέει ψέματα κατάμουτρα
και να συνεχίζει να με απατάει για χρόνια; Πόσο καιρό κρατούσε αυτή η ιστορία; Τον
αγαπούσε αυτό τον άντρα; Άραγε θα με εγκατέλειπε για χάρη του;
Έλεγξα δυο τρεις φορές το κινητό της, όσο έκανε ντους, ψάχνοντας για μηνύματα, αλλά
δεν βρήκα τίποτε. Αν είχε λάβει ενοχοποιητικά μηνύματα, τα είχε σβήσει. Φαίνεται πως δεν
ήταν ηλίθια· απλώς απρόσεκτη κάποιες φορές. Ήταν πολύ πιθανό να μη μάθαινα ποτέ την
αλήθεια. Να μην ανακάλυπτα ποτέ τι είχε γίνει.
Από μία άποψη, το ευχόμουν.
Η Κάθι με κοίταξε καλά καλά όταν καθίσαμε στον καναπέ μετά τη βόλτα. «Είσαι εντάξει;»
«Τι εννοείς;»
«Δεν ξέρω. Φαίνεσαι κάπως υποτονικός».
«Σήμερα;»
«Όχι μόνο σήμερα. Τον τελευταίο καιρό».
Απέφυγα το βλέμμα της. «Είναι η δουλειά.Έχω πολλά στο μυαλό μου».
Η Κάθι έγνεψε καταφατικά και μου έσφιξε συμπονετικά το χέρι. Ήταν καλή ηθοποιός.
Κόντεψα να πιστέψω ότι νοιαζόταν πραγματικά.
«Πώς πάνε οι πρόβες;» τη ρώτησα.
«Καλύτερα. Ο Τόνι είχε μερικές καλές ιδέες. Την επόμενη βδομάδα θα δουλεύουμε ως αργά
για να τις δοκιμάσουμε».
«Μάλιστα».
Δεν πίστευα πια λέξη απ’ όσα έλεγε. Ανέλυα και την κάθε πρόταση, όπως θα έκανα με
κάποιον ασθενή. Αναζητούσα κρυφά νοήματα, διάβαζα ανάμεσα στις λέξεις γυρεύοντας μη
λεκτικά στοιχεία - ανεπαίσθητες διακυμάνσεις στον τόνο της φωνής της, αποφυγές,
παραλείψεις. Ψέματα.
«Τι κάνει ο Τόνι;» ρώτησα.
«Μια χαρά», αποκρίθηκε, ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους της, λες και δεν έδινε
δεκάρα. Θαύμαζε τον Τόνι, τον σκηνοθέτη της, και μιλούσε διαρκώς γι’ αυτόν - παλιότερα
τουλάχιστον, γιατί τώρα τελευταία δεν τον ανέφερε πολύ συχνά. Μιλούσαν για θεατρικά
έργα, για την υποκριτική, για τις παραστάσεις - για έναν κόσμο άγνωστο σ’ εμένα. Είχα
ακούσει πολλά για τον Τόνι· μα τον είχα δει μονάχα μια φορά, πολύ σύντομα, όταν πήγα
κάποτε να συναντήσω την Κάθι μετά την πρόβα. Μου φαινόταν περίεργο που η Κάθι δεν μας
σύστησε.Ήταν παντρεμένος και η γυναίκα του ηθοποιός· είχα την αίσθηση ότι η Κάθι δεν τη
συμπαθούσε ιδιαίτερα. Ίσως η γυναίκα του ζήλευε τη σχέση τους, όπως κι εγώ. Πρότεινα να
βγούμε οι τέσσερις μας για φαγητό, μα η Κάθι δεν ενθουσιάστηκε ιδιαίτερα με την ιδέα.
Μερικές φορές αναρωτιόμουν αν προσπαθούσε να μας κρατήσει χώρια.
Την είδα να ανοίγει το λάπτοπ της και να πληκτρολογεί, στρέφοντας έτσι την οθόνη ώστε
να μη βλέπω. Ακουγα τα δάχτυλά της πάνω στα πλήκτρα. Σε ποιον έγραφε; Στον Τόνι;
«Τι κάνεις;» τη ρώτησα και χασμουρήθηκα.
«Στέλνω ένα μέιλ στην ξαδέλφη μου... Είναι στο Σίντνεϊτώρα».
«Αλήθεια; Χαιρετίσματα κι από μένα».
«Θα της δώσω».
Η Κάθι έγραψε λίγο ακόμα κι έπειτα σταμάτησε κι άφησε κάτω το λάπτοπ. «Πάω να κάνω
ένα μπάνιο».
Κούνησα το κεφάλι μου. «Εντάξει».
Με κοίταξε εύθυμα. «Μη χολοσκάς, αγάπη μου. Σίγουρα είσαι καλά;»
Χαμογέλασα κι έγνεψα καταφατικά. Εκείνη σηκώθηκε και βγήκε από το σαλόνι. Περίμενα
να ακούσω την πόρτα του μπάνιου να κλείνει και το νερό να τρέχει. Μετακινήθηκα εκεί όπου
καθόταν. Πήρα το λάπτοπ της. Τα δάχτυλά μου έτρεμαν καθώς το άνοιγα. Μπήκα στο
ίντερνετ και στην ηλεκτρονική της διεύθυνση.
Μα δεν ήταν πια συνδεδεμένη.
Έσπρωξα πέρα το λάπτοπ αγανακτισμένος. Αυτό πρέπει να σταματήσει, σκέφτηκα. Αλλιώς
θα τρελαθώ. Ή μήπως έχω ήδη τρελαθεί;
Είχα ξαπλώσει και τραβούσα τα σκεπάσματα πάνω μου, όταν η Κάθι μπήκε στην
κρεβατοκάμαρα βουρτσίζοντας τα δόντια της.
«Ξέχασα να σου πω. Την άλλη βδομάδα έρχεται στο Λονδίνο η Νικόλ».
«Η Νικόλ;»
«Δεν θυμάσαι τη Νικόλ, που πήγαμε στο αποχαιρετιστήριο πάρτι της;»
«Α, ναι. Νόμιζα πως μετακόμισε στη Νέα Υόρκη».
«Όντως. Και τώρα γυρίζει». Παύση. «Θέλει να συναντηθούμε την Πέμπτη... το βράδυ,
μετά την πρόβα».
Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που ξύπνησε τις υποψίες μου. Ο τρόπος που η Κάθι απέφευγε να με
κοιτάξει κατάματα, παρόλο που ήταν στραμμένη προς τη μεριά μου; Διαισθάνθηκα ότι έλεγε
ψέματα. Δεν μίλησα. Ούτε κι εκείνη. Εξαφανίστηκε από την πόρτα. Την άκουσα στο μπάνιο
να φτύνει την οδοντόπαστα και να ξεπλένει το στόμα της.
Ίσως να μη συνέβαινε τίποτα. Ίσως να ήταν κάτι τελείως αθώο και η Κάθι πράγματι να
συναντούσε τη Νικόλ την Πέμπτη.
Ίσως.
Μονάχα ένας τρόπος υπήρχε να το μάθω.
19 176

Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν ουρές έξω από την γκαλερί της Αλίσια, όπως εκείνη τη μέρα
πριν από έξι χρόνια που είχα πάει να δω την Αλκηστη. Στη βιτρίνα τώρα κρεμόταν το έργο
ενός άλλου καλλιτέχνη - και παρά το ενδεχόμενο ταλέντο του, του έλειπε η κακοφημία της
Αλίσια και η επακόλουθη ικανότητά της να τραβάει τα πλήθη.
Μπαίνοντας στην γκαλερί, ανατρίχιασα· έκανε ακόμα πιο κρύο εδώ μέσα απ’ όσο στον
δρόμο. Η ατμόσφαιρα επίσης είχε κάτι παγερό, πέρα από τη θερμοκρασία· μύριζαν τα
εκτεθειμένα ατσάλινα δοκάρια και το γυμνό τσιμεντένιο πάτωμα. Δεν έχει ψυχή, σκέφτηκα.
Είναι κενή.
Ο γκαλερίστας καθόταν στο γραφείο του. Σηκώθηκε βλέποντάς με να πλησιάζω.
Ο Ζαν-Φελίξ Μαρτέν ήταν λίγο παραπάνω από σαράντα - ένας γοητευτικός άντρας με
μαύρα μάτια και μαλλιά κι ένα στενό μπλουζάκι με μια κόκκινη νεκροκεφαλή επάνω. Του είπα
ποιος ήμουν και για ποιο λόγο είχα πάει. Προς μεγάλη μου έκπληξη, δέχτηκε ευχαρίστως να
κουβεντιάσουμε για την Αλίσια. Μιλούσε με προφορά. Τον ρώτησα αν ήταν Γάλλος.
«Εκεί γεννήθηκα - στο Παρίσι. Μα βρίσκομαι εδώ από φοιτητής, το λιγότερο είκοσι χρόνια.
Τώρα πια θεωρώ τον εαυτό μου περισσότερο Βρετανό». Χαμογέλασε και μου έδειξε ένα
δωμάτιο στο πίσω μέρος της γκαλερί. «Περάστε. Να πιούμε έναν καφέ».
«Ευχαριστώ».
Ο Ζαν-Φελίξ με οδήγησε σ’ ένα γραφείο, που ουσιαστικά ήταν αποθήκη, μ’ ένα σωρό
πίνακες σε στοίβες. 177

«Πώς είναι η Αλίσια;» ρώτησε, χρησιμοποιώντας μια περίπλοκη καφετιέρα. «Εξακολουθεί


να μη μιλάει;»
Κούνησα το κεφάλι μου. «Ναι».
Εκείνος στέναξε, γνέφοντας. «Πολύ στενάχωρο. Δεν κάθεστε; Τι θέλετε να μάθετε; Θα
βάλω τα δυνατά μου να απαντήσω ειλικρινά». Ο Ζαν-Φελίξ χαμογέλασε καυστικά ενώ με
παρατηρούσε με περιέργεια. «Αν και δεν είμαι απολύτως σίγουρος για ποιο λόγο ήρθατε σ’
εμένα».
«Είχατε στενή φιλία με την Αλίσια, έτσι δεν είναι; Πέρα από την επαγγελματική σας
σχέση...»
«Ποιος σας το είπε αυτό;»
«Ο αδελφός του Γκάμπριελ, ο Μαξ Μπέρενσον. Εκείνος πρότεινε να σας μιλήσω».
Ο Ζαν-Φελίξ έκανε έναν μορφασμό, «Α, ώστε είδατε τον Μαξ; Τι βαρετός, Θεέ μου».
Το είπε με τόση περιφρόνηση, που δεν μπόρεσα να μη γελάσω. «Ξέρετε τον Μαξ
Μπέρενσον;»
«Αρκετά καλά. Καλύτερα απ’ όσο θα ήθελα». Μου έδωσε ένα μικρό φλιτζάνι καφέ. «Η
Αλίσια κι εγώ ήμαστε δεμένοι. Πολύ δεμένοι. Γνωριζόμασταν χρόνια - πολύ πριν γνωρίσει
τον Γκάμπριελ».
«Δεν το είχα συνειδητοποιήσει αυτό».
«Α, ναι.Ήμαστε συμφοιτητές στην Καλών Τεχνών. Κι αφού αποφοιτήσαμε, βάφαμε μαζί».
«Εννοείτε πως συνεργαζόσασταν;»
«Όχι ακριβώς». Ο Ζαν-Φελίξ γέλασε. «Εννοώ πως βάφαμε τοίχους μαζί. Ήμαστε
μπογιατζήδες».
Χαμογέλασα. «Α, κατάλαβα».
«Αποδείχτηκε τελικά πως ήμουν καλύτερος στο μπογιάτισμα παρά στη ζωγραφική. Κι έτσι
τα παράτησα, την ίδια περίπου εποχή που η τέχνη της Αλίσια άρχισε πραγματικά να
απογειώνεται. Κι όταν ξεκίνησα να διευθύνω αυτή την γκαλερί, ήταν πολύ λογικό να εκθέσω
τα έργα της Αλίσια. Σαν μια φυσική, βιολογική διαδικασία».
«Ναι, έτσι ακούγεται. Κι ο Γκάμπριελ;»
«Τι ο Γκάμπριελ;»
Διαισθάνθηκα ένα τσίτωμα εδώ, μια αμυντική αντίδραση που μου έλεγε ότι άξιζε τον κόπο
να τη διερευνήσω. «Να, αναρωτιέμαι πού ταίριαζε σ’ αυτή τη δυναμική. Υποθέτω πως τον
ξέρατε πολύ καλά».
«Όχι ιδιαίτερα».
«Μπα;»
«Όχι». Ο Ζαν-Φελίξ δίστασε για μια στιγμή. «Ο Γκάμπριελ δεν αφιέρωσε χρόνο για να με
γνωρίσει.Ήταν πολύ... απορροφημένος από τον εαυτό του».
«Ακούγεστε σαν να μην τον συμπαθούσατε».
«Δεν τον συμπαθούσα. Νομίζω πως ούτε κι εκείνος με συμπαθούσε. Και μάλιστα το ήξερα».
«Γιατί αυτό;»
«Δεν έχω ιδέα».
«Θεωρείτε πως ίσως ζήλευε; Τη σχέση σας με την Αλίσια;»
Ο Ζαν-Φελίξ ήπιε μια γουλιά καφέ κι έγνεψε καταφατικά. «Ε, ναι. Μπορεί».
«Σας έβλεπε ενδεχομένως ως απειλή;»
«Εσείς να μου πείτε. Μου δίνετε την εντύπωση πως έχετε όλες τις απαντήσεις».
Έπιασα το υπονοούμενο. Δεν επέμεινα περισσότερο. Αντίθετα, δοκίμασα μια διαφορετική
προσέγγιση. «Είδατε, νομίζω, την Αλίσια λίγες μέρες πριν από τον φόνο, έτσι δεν είναι;»
«Ναι, πήγα να τη δω στο σπίτι».
«Μπορείτε να μου μιλήσετε λίγο γι’ αυτό;»
«Είχε προγραμματίσει να κάνει μια έκθεση κι είχε μείνει πίσω στη δουλειά της.Ήταν λογικό
να ανησυχεί».
«Δεν είχατε δει τα καινούρια της έργα;»
«Όχι, ανέβαλλε συνέχεια να μου τα δείξει. Σκέφτηκα να πάω να δω τι γινόταν. Περίμενα
πως θα την έβρισκα στο ατελιέ, στην άκρη του κήπου. Μα δεν ήταν εκεί».
«Δεν ήταν;»
«Όχι, τη βρήκα στο σπίτι».
«Πώς μπήκατε μέσα;»
Ο Ζαν-Φελίξ έδειξε να ξαφνιάζεται από την ερώτησή μου. «Τι;»
Συνειδητοποίησα πως έκανε γρήγορα κάποιους νοερούς υπολογισμούς. Ύστερα ένευσε.
«Α, κατάλαβα τι εννοείτε», είπε. «Υπήρχε μια καγκελόπορτα από τον δρόμο που άνοιγε στον
πίσω κήπο. Συνήθως ήταν ξεκλείδωτη. Και από τον κήπο μπήκα στην κουζίνα απ’ την πίσω
πόρτα. Που κι αυτή ήταν ξεκλείδωτη». Χαμογέλασε. «Ξέρετε, μου θυμίζετε περισσότερο
ντετέκτιβ παρά ψυχίατρο».
«Είμαι ψυχοθεραπευτής».
«Υπάρχει διαφορά;»
«Προσπαθώ απλώς να καταλάβω την ψυχική κατάσταση της Αλίσια. Πώς σας φάνηκε η
διάθεσή της;»
Ο Ζαν-Φελίξ ανασήκωσε τους ώμους του. «Καλά φαινόταν. Ήταν λίγο στρεσαρισμένη με
τη δουλειά».
«Αυτό ήταν όλο;»
«Δεν έδειχνε ότι σε λίγες μέρες θα πυροβολούσε τον άντρα της, αν αυτό εννοείτε.
Έμοιαζε... καλά».Ήπιε μονορούφι τον καφέ του και δίστασε κάπως, σαν να του ’ρθε ξαφνικά
μια ιδέα. «Θα θέλατε να δείτε μερικούς από τους πίνακές της;» Χωρίς να περιμένει απάντηση,
ο Ζαν-Φελίξ σηκώθηκε και προχώρησε προς την πόρτα, κάνοντάς μου νόημα να τον
ακολουθήσω. «Ελάτε».
20 180

Ακολούθησα τον Ζαν-Φελίξ σε μια αποθήκη. Πλησίασε ένα μεγάλο κασόνι κι έβγαλε από
μέσα τρεις πίνακες τυλιγμένους με κουβέρτες. Τους στήριξε στον τοίχο και τους ξετύλιξε έναν
έναν προσεκτικά. Έπειτα έκανε ένα βήμα πίσω και μου παρουσίασε τον πρώτο με μια
μεγαλόπρεπη κίνηση.
«Ορίστε».
Τον περιεργάστηκα. Ο πίνακας χαρακτηριζόταν από φωτογραφικό ρεαλισμό όπως και τα
υπόλοιπα έργα της Αλίσια. Ήταν σχεδόν μια φωτογραφική απεικόνιση του αυτοκινητιστικού
δυστυχήματος όπου σκοτώθηκε η μητέρα της. Το σώμα μιας γυναίκας βρισκόταν μέσα στο
τρακαρισμένο αμάξι, γερμένο πάνω στο τιμόνι. Ήταν βουτηγμένη στα αίματα και ολοφάνερα
νεκρή. Το πνεύμα της, η ψυχή της υψωνόταν από το πτώμα σαν ένα μεγάλο πουλί με κίτρινα
φτερά που πετούσε ψηλά στα ουράνια.
«Δεν είναι συγκλονιστικό;» είπε ο Ζαν-Φελίξ κοιτάζοντάς το. «Όλα αυτά τα κίτρινα και τα
κόκκινα και τα πράσινα - μπορώ να χαθώ εκεί μέσα. Τι χαρούμενος πίνακας!»
Δεν θα διάλεγα αυτή ακριβώς τη λέξη για να τον περιγράφω. Ανησυχητικός, ίσως. Δεν
ήμουν σίγουρος τι συναισθήματα μου προκαλούσε.
Προχώρησα στον επόμενο πίνακα. Έδειχνε τον Χριστό στον σταυρό. Ή μήπως όχι;
«Είναι ο Γκάμπριελ», μου εξήγησε ο Ζαν-Φελίξ. «Εξαιρετική ομοιότητα».
Ήταν όντως ο Γκάμπριελ - μα ο Γκάμπριελ ως Εσταυρωμένος Χριστός, με το κορμί του να
κρέμεται από τον σταυρό, το αίμα να στάζει από τις πληγές του κι ένα αγκάθινο στέμμα στο
κεφάλι του. Δεν κοίταζε κάτω, αλλά ευθεία. Με βλέμμα ατάραχο, βασανισμένο, αδιάντροπα
επιτιμητικό. Έμοιαζε να με καίει ως τα κατάβαθα της ψυχής μου. Περιεργάστηκα από κοντά
τον πίνακα και το παράταιρο αντικείμενο που ήταν σφιγμένο πάνω στον θώρακά του. Ένα
τουφέκι.
«Αυτό είναι το όπλο που τον σκότωσε;»
Ο Ζαν-Φελίξ έγνεψε καταφατικά. «Ναι. Ήταν δικό του, νομίζω».
«Κι αυτός ο πίνακας έγινε πριν από τον φόνο του;»
«Περίπου έναν μήνα πριν. Δείχνει τι είχε η Αλίσια στο μυαλό της, έτσι δεν είναι;» Ο Ζαν-
Φελίξ προχώρησε στον τρίτο πίνακα.Ήταν μεγαλύτερος από τους άλλους. «Αυτός εδώ είναι
ο καλύτερος. Σταθείτε πιο πίσω για να τον απολαύσετε περισσότερο».
Έκανα ό,τι μου είπε και οπισθοχώρησα. Έπειτα γύρισα και κοίταξα. Με το που είδα τον
πίνακα, έβαλα άθελά μου τα γέλια.
Το θέμα ήταν η θεία της Αλίσια, η Λίντια Ρόουζ. Και ήταν φως φανάρι γιατί την είχε
συγχύσει τόσο. Η Λίντια απεικονιζόταν γυμνή, ξαπλωμένη σε ένα μικροσκοπικό κρεβάτι. Το
κρεβάτι βούλιαζε κάτω από το βάρος της. Ήταν τεράστια, αφάνταστα χοντρή - μια έκρηξη
λίπους που ξεχυνόταν από το κρεβάτι στο πάτωμα κι απλωνόταν σ’ όλο το δωμάτιο σε
ρυτιδώματα και πτυχές σαν κύματα από γκρίζα κρέμα.
«Χριστέ μου», παρατήρησα. «Είναι ανελέητο».
«Εγώ το βρίσκω πανέμορφο». Ο Ζαν-Φελίξ με κοίταξε με ενδιαφέρον. «Γνωρίζετε τη
Λίντια;»
«Ναι, πήγα και την είδα».
«Μάλιστα», είπε εκείνος χαμογελώντας. «Απ’ ό,τι κατάλαβα, προετοιμαστήκατε
αναλόγως. Εγώ δεν τη γνώρισα ποτέ. Η Αλίσια τη μισούσε, ξέρετε».
«Ναι», απάντησα κοιτάζοντας με ένταση τον πίνακα. «Ναι, το βλέπω».
Ο Ζαν-Φελίξ άρχισε πάλι να τυλίγει προσεκτικά τους πίνακες.
«Και η Αλκηστη; Μπορώ να τη δω;» ζήτησα.
«Φυσικά. Ελάτε μαζί μου».
Ο Ζαν-Φελίξ με οδήγησε από έναν στενό διάδρομο στην άκρη της γκαλερί. Εκεί, η
Αλκηστη καταλάμβανε έναν ολόκληρο τοίχο μόνη της.Ήταν εξίσου όμορφη και μυστηριώδης
όπως τη θυμόμουν. Η Αλίσια γυμνή στο ατελιέ, μπροστά από ένα άδειο τελάρο, να ζωγραφίζει
με ένα πινέλο κόκκινο σαν αίμα. Περιεργάστηκα την έκφρασή της. Ανεξιχνίαστη. Έσμιξα τα
φρύδια μου.
«Είναι αδύνατο να καταλάβεις τι σκέφτεται».
«Αυτό είναι το νόημα - μια άρνηση σε κάθε σχόλιο. Είναι ένας πίνακας με θέμα τη σιωπή».
«Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνω τι εννοείτε».
«Στην καρδιά όλων των έργων τέχνης κρύβεται ένα μυστήριο. Η σιωπή της Αλίσια είναι
το μυστικό της - το μυστήριό της, με τη θρησκευτική έννοια. Γι’ αυτό ονόμασε τον πίνακα
Αλκηστη. Έχετε διαβάσει την τραγωδία; Είναι του Ευριπίδη». Ο Ζαν-Φελίξ με κοίταξε
περίεργα. «Διαβάστε την. Και τότε θα καταλάβετε».
Έγνεψα καταφατικά - και τότε πρόσεξα κάτι στον πίνακα που δεν είχα αντιληφθεί
πρωτύτερα. Έσκυψα μπροστά για να δω από πιο κοντά. Στο βάθος του πίνακα, πάνω στο
τραπέζι, υπήρχε μια γαβάθα με μήλα και αχλάδια. Και στα κόκκινα μήλα διακρίνονταν μερικές
μικρές άσπρες κηλίδες - άσπρες γλοιώδεις κηλίδες που σέρνονταν μέσα και γύρω από τα
φρούτα.
«Αυτά είναι;...»
«Κάμπιες;» Ο Ζαν-Φελίξ έγνεψε καταφατικά. «Ναι».
«Συναρπαστικό. Αναρωτιέμαι τι σημαίνει».
«Είναι εκπληκτικός πίνακας. Αριστούργημα. Πραγματικά». Ο Ζαν-Φελίξ αναστέναξε και
μου έριξε μια ματιά από την άλλη μεριά του πορτρέτου. Χαμήλωσε τη φωνή του λες και η
Αλίσια μπορούσε να μας ακούσει. «Τι κρίμα που δεν τη γνωρίζατε τότε. Ήταν το πιο
ενδιαφέρον άτομο που είχα συναντήσει ποτέ. Ξέρετε, οι περισσότεροι άνθρωποι στην
πραγματικότητα δεν είναι ζωντανοί - ζουν τη ζωή τους σαν υπνοβάτες. Μα η Αλίσια διέθετε
τόση ένταση, τόση ζωντάνια... Ήταν πολύ δύσκολο να τραβήξεις το βλέμμα σου από πάνω
της». Γύρισε πάλι προς τον πίνακα και χάζεψε το γυμνό κορμί της Αλίσια. «Πανέμορφη».
Κοίταξα κι εγώ το σώμα της Αλίσια. Μα εκεί όπου ο Ζαν-Φελίξ έβλεπε ομορφιά, εγώ έβλεπα
μονάχα πόνο· έβλεπα πληγές που είχε ανοίξει η ίδια, ουλές αυτοτραυματισμών.
«Σας μίλησε ποτέ για την απόπειρα αυτοκτονίας της;»
Ψάρευα, όμως ο Ζαν-Φελίξ τσίμπησε το δόλωμα.
«Α, ώστε ξέρετε γι’ αυτό; Ναι, βέβαια».
«Μετά τον θάνατο του πατέρα της;»
«Έγινε κομμάτια». Κούνησε το κεφάλι του και πρόσθεσε: «Η αλήθεια είναι πως η Αλίσια
είχε χοντρό πρόβλημα. Όχι ως καλλιτέχνιδα, αλλά ως άνθρωπος ήταν απίστευτα ευάλωτη.
Όταν ο πατέρας της κρεμάστηκε, ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Δεν
μπορούσε να τα βγάλει πέρα».
«Θα πρέπει να τον αγαπούσε πάρα πολύ».
Ο Ζαν-Φελίξ άφησε ένα πνιχτό γέλιο και με κοίταξε σαν να ήμουν τρελός.
«Τι είναι αυτά που λέτε;»
«Τι εννοείτε;»
«Η Αλίσια δεν τον αγαπούσε. Μισούσε τον πατέρα της. Τον απεχθανόταν».
Έμεινα εμβρόντητος. «Η Αλίσια σας το είπε αυτό;»
«Φυσικά. Τον μισούσε από μικρό παιδί - από τότε που πέθανε η μητέρα της».
«Μα... τότε γιατί έκανε απόπειρα αυτοκτονίας μετά τον θάνατό του; Αν ο λόγος δεν ήταν
η θλίψη, τότε ποιος ήταν;»
Ο Ζαν-Φελίξ ανασήκωσε τους ώμους του. «Οι ενοχές, μήπως; Ποιος ξέρει;»
Κάτι δεν μου λέει, συλλογίστηκα. Κάτι δεν κολλούσε. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε το τηλέφωνό του. «Με συγχωρείτε μια στιγμή», είπε και μου
γύρισε την πλάτη για να απαντήσει. Από την άλλη άκρη της γραμμής ακουγόταν μια
γυναικεία φωνή. Μίλησαν για λίγο, κανονίζοντας τι ώρα θα συναντηθούν.
«Θα σε ξαναπάρω, μωρό μου», είπε εκείνος και το έκλεισε.Έπειτα στράφηκε πάλι προς το
μέρος μου. «Συγγνώμη για τη διακοπή».
«Κανένα πρόβλημα. Η φιλενάδα σας ήταν;»
Ο Ζαν-Φελίξ χαμογέλασε. «Απλώς μια φίλη... Έχω πολλούς φίλους».
Είμαι σίγουρος, είπα από μέσα μου. Ένιωσα ένα τσίμπημα αντιπάθειας απέναντι του· δεν
ήμουν σίγουρος γιατί. Καθώς με συνόδευε έξω, του έκανα μια τελευταία ερώτηση.
«Και κάτι ακόμα. Σας ανέφερε ποτέ η Αλίσια κάποιον γιατρό;»
«Γιατρό;»
«Απ’ ό,τι φαίνεται, είδε έναν γιατρό την εποχή που έκανε την απόπειρα. Προσπαθώ να τον
εντοπίσω».
«Χμ». Ο Ζαν-Φελίξ συνοφρυώθηκε. «Πιθανώς - υπήρχε κάποιος...»
«Μήπως μπορείτε να θυμηθείτε το όνομά του;»
Έμεινε σκεφτικός για μια στιγμή κι έπειτα έγνεψε αρνητικά. «Όχι, λυπάμαι. Ειλικρινά δεν
μπορώ».
«Αν τύχει και το θυμηθείτε, θα με ειδοποιήσετε;»
«Βέβαια. Όμως πολύ αμφιβάλλω». Μου έριξε μια ματιά και πρόσθεσε διατακτικά: «Θέλετε
μια συμβουλή;»
«Πολύ ευχαρίστως».
«Αν θέλετε πραγματικά να κάνετε την Αλίσια να μιλήσει... δώστε της μπογιές και πινέλα.
Αφήστε τη να ζωγραφίσει. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος που θα σας μιλήσει. Μέσα από την
τέχνη της».
«Ενδιαφέρουσα ιδέα... Με βοηθήσατε πολύ. Σας ευχαριστώ, κύριε Μαρτέν».
«Να με λέτε Ζαν-Φελίξ. Κι όταν δείτε την Αλίσια, πείτε της πως την αγαπώ».
Χαμογέλασε κι αισθάνθηκα ξανά μια αδιόρατη απέχθεια: ο Ζαν-Φελίξ είχε κάτι που μου
ήταν αδύνατο να το χωνέψω. Κατάλαβα πως τον συνέδεε όντως στενή σχέση με την Αλίσια·
γνωρίζονταν πολύ καιρό και προφανώς την έβρισκε ελκυστική. Αραγε ήταν ερωτευμένος μαζί
της; Δεν ήμουν και τόσο σίγουρος. Θυμήθηκα την έκφρασή του όταν κοίταζε την Άλκηστη.
Ναι, υπήρχε έρωτας στο βλέμμα του - μα έρωτας για τον πίνακα, όχι αναγκαστικά για τη
ζωγράφο. Ο Ζαν-Φελίξ εποφθαλμιούσε την τέχνη. Αλλιώς θα είχε επισκεφθεί την Αλίσια στο
Γκρόουβ. Θα είχε παραμείνει στο πλευρό της - αυτό το ήξερα με σιγουριά.Ένας άντρας ποτέ
δεν εγκαταλείπει έτσι μια γυναίκα.
Όχι αν την αγαπάει.
21 186

Πηγαίνοντας στη δουλειά, μπήκα στο Γουότερστοουνς*** κι αγόρασα την Άλκηστη. Η


εισαγωγή
τις λιγότερο παιγμένες.
Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο στο μετρό. Δεν θα το ’λεγες και συναρπαστικό. Βασικά, ήταν
πολύ παράξενο. Ο ήρωας, ο Άδμητος, καταδικάζεται σε θάνατο από τις Μοίρες. Χάρη, όμως,
στις διαπραγματεύσεις του Απόλλωνα, του προσφέρεται ένα παραθυράκι - ο Άδμητος θα
γλιτώσει τον θάνατο έτσι και καταφέρει να πείσει κάποιον άλλο να πεθάνει στη θέση του.
άει από τους γονείς του να του κάνουν αυτή τη χάρη, εκείνοι όμως αρνούνται
κατηγορηματικά. Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τι σόι άνθρωπος ήταν ο Άδμητος σ’
αυτή τη φάση. Με κανένα κριτήριο η συμπεριφορά του δεν θα χαρακτηριζόταν ηρωική, και
οι αρχαίοι 'Ελληνες θα πρέπει να τον θεωρούσαν λίγο ζωντόβολο. Η Άλκηστη είναι πιο
δυνατός χαρακτήρας - προσφέρεται να πεθάνει στη θέση του άντρα της.Ίσως δεν περίμενε
ότι εκείνος θα αποδεχόταν την προσφορά της - ωστόσο, ο Άδμητος τη δέχεται και η Άλκηστη
πεθαίνει και αναχωρεί για τον Άδη.
Μα δεν τελειώνει εκεί. Υπάρχει αίσιο τέλος, κατά κάποιον τρόπο, ένας από μηχανής θεός.
Ο Ηρακλής αρπάζει την Άλκηστη από τον Άδη και την επαναφέρει θριαμβευτικά στη χώρα
των ζώντων. Εκείνη ξαναζωντανεύει. Ο Άδμητος συγκινείται μέχρι δακρύων που ξαναβρίσκει
τη σύζυγό του. Τα συναισθήματα της Άλκηστης είναι ανεξιχνίαστα - παραμένει σιωπηλή. Δεν

Ανακάθισα απότομα όταν το διάβασα αυτό. Δεν μπορούσα να το πιστέψω.


Διάβασα πάλι την τελευταία σελίδα του έργου αργά, προσεκτικά.
Η Άλκηστη επιστρέφει από τον θάνατο, ζωντανή και πάλι. Και παραμένει σιωπηλή - μη
θέλοντας ή μην μπορώντας να μιλήσει για την εμπειρία της. Ο Άδμητος ρωτάει απελπισμένος
τον Ηρακλή:
«Αμίλητη όμως στέκει· ποιος ο λόγος;»
Δεν παίρνει απάντηση. Η τραγωδία τελειώνει με τον Άδμητο να οδηγεί την Άλκηστη πίσω
στο σπίτι - μέσα στη σιωπή.
Γιατί; Γιατί δεν μιλάει;

*** Αλυσίδα βιβλιοπωλείων. (ΣτΜ)


22 / ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΛΙΣΙΑ ΜΠΕΡΕΝΣΟΝ 188

2 Αυγούστου
Κάνει ακόμα περισσότερη ζέστη σήμερα. Απ’ ό,τι μαθαίνω, κάνει πιο πολλή ζέστη στο
Λονδίνο παρά στην Αθήνα. Τουλάχιστον η Αθήνα έχει κοντά παραλίες.
Σήμερα μου τηλεφώνησε ο Πολ από το Κέμπριτζ. Ξαφνιάστηκα που τον άκουσα. Έχουμε
μήνες να μιλήσουμε. Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως μάλλον θα πέθανε η θεία Λίντια - δεν
ντρέπομαι να πω ότι αισθάνθηκα μια κάποια ανακούφιση.
Μα δεν με πήρε γι’ αυτό ο Πολ. Και μάλιστα, εξακολουθώ να μην είμαι βέβαιη για ποιο
λόγο μου τηλεφώνησε.Ήταν πολύ ασαφής. Περίμενα συνέχεια να μπει στο θέμα, αλλά τίποτα.
Ρωτούσε όλη την ώρα αν ήμουν εντάξει, αν ο Γκάμπριελ ήταν εντάξει και μουρμούρισε κάτι
για τη Λίντια, ότι ήταν ίδια όπως πάντα.
«Θα πεταχτώ να σας δω», είπα. «Έχω πολύ καιρό να έρθω, το ’χα σκοπό έτσι κι αλλιώς».
Για να πω την αλήθεια, με πλημμυρίζουν διάφορα περίπλοκα συναισθήματα στη σκέψη ότι
θα πάω στο σπίτι και θα είμαι με τη Λίντια και τον Πολ. Κι έτσι το αποφεύγω - με αποτέλεσμα
να αισθάνομαι ενοχές, οπότε βγαίνω χαμένη ό,τι κι αν κάνω.
«Θα ’ναι ωραία να πούμε όλα τα νέα μας», συνέχισα. «Θα έρθω σύντομα να σας επισκεφθώ.
Τώρα ετοιμάζομαι να βγω, οπότε...»
Και τότε ο Πολ είπε κάτι τόσο σιγανά που δεν τον άκουσα.
«Ορίστε; Μπορείς να το ξαναπείς αυτό;» του ζήτησα.
«Είπα πως έχω μπελάδες, Αλίσια. Χρειάζομαι τη βοήθειά σου».
«Τι συμβαίνει;»
«Δεν λέγονται αυτά από το τηλέφωνο. Πρέπει να σε δω».
«Απλώς... να, δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να έρθω τώρα αμέσως στο Κέμπριτζ».
«Θα έρθω εγώ. Σήμερα το απόγευμα. Εντάξε ΐ;» 189

Κάτι στη φωνή του μ’ έκανε να συμφωνήσω χωρίς να το σκεφτώ. Ακουγόταν απελπισμένος.
«Εντάξει», απάντησα. «Είσαι βέβαιος πως δεν μπορείς να μου πεις τώρα τι συμβαίνει;»
«Τα λέμε αργότερα», είπε ο Πολ κι έκλεισε το τηλέφωνο.
Το σκεφτόμουν όλο το υπόλοιπο πρωί. Τι θα μπορούσε να είναι τόσο σοβαρό ώστε ο Πολ
να απευθυνθεί ειδικά σ’ εμένα; Είχε σχέση με τη Λίντια; Με το σπίτι, ίσως; Δεν έβγαζα άκρη.
Μετά το μεσημεριανό φαγητό, δεν κατάφερα να δουλέψω καθόλου. Είπα ότι φταίει η ζέστη,
αλλά στην πραγματικότητα το μυαλό μου ήταν αλλού. Τριγύριζα στην κουζίνα, κοιτάζοντας
συνέχεια από τα παράθυρα, ώσπου είδα τον Πολ στον δρόμο. Μου κούνησε το χέρι.
«Γεια σου, Αλίσια».
Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν το πόσο χάλια έδειχνε. Είχε αδυνατίσει
πολύ, ιδιαίτερα στο πρόσωπο, στους κροτάφους και στο πιγούνι. Έδειχνε σκελετωμένος,
άρρωστος. Εξαντλημένος. Φοβισμένος.
Καθίσαμε στην κουζίνα, με τον φορητό ανεμιστήρα. Του πρόσφερα μια μπίρα, αλλά μου
είπε ότι θα προτιμούσε κάτι πιο δυνατό, και ξαφνιάστηκα γιατί δεν τον θυμάμαι να πίνει πολύ.
Του έβαλα λίγο ουίσκι κι αυτός μετά γέμισε το ποτήρι, σε κάποια φάση που νόμιζε πως δεν
έβλεπα.
Στην αρχή δεν είπε τίποτα. Καθίσαμε σιωπηλοί για μια στιγμή. Κι ύστερα επανέλαβε ό,τι
είχε πει στο τηλέφωνο. Τα ίδια ακριβώς λόγια:
«Έχω μπελάδες».
Τον ρώτησα τι εννοούσε. Με το σπίτι;
Με κοίταξε ανέκφραστα. Όχι, όχι με το σπίτι.
«Τότε;»
«Εγώ έχω πρόβλημα», αποκρίθηκε. Δίστασε για μια στιγμή κι έπειτα το ξεφούρνισε: «Έπαιζα
χαρτιά. Και, δυστυχώς, έχασα πολλά λεφτά».
Φαίνεται πως, εδώ και χρόνια, χαρτόπαιζε συστηματικά. Είπε ότι ξεκίνησε σαν αφορμή για
να βγαίνει απ’ το σπίτι -να πηγαίνει κάπου, να κάνει κάτι, να διασκεδάζει λίγο-, και δεν μπορώ
να πω ότι τον αδικώ. Η ζωή με τη Λίντια δεν θα πρέπει να είχε και πολλές χαρές. Όμως έχανε
όλο και περισσότερα χρήματα και τώρα η κατάσταση βγήκε εντελώς εκτός ελέγχου. Άρχισε
να βάζει χέρι και στις οικονομίες τους. Που, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν πολλές.
«Πόσα χρειάζεσαι;» ρώτησα.
«Είκοσι χιλιάρικα».
Δεν πίστευα στ’ αφτιά μου. «Έχασες είκοσι χιλιάρικα;»
«Όχι με τη μία. Και δανείστηκα από μερικούς ανθρώπους - και τώρα τα θέλουν πίσω».
«Τι ανθρώπους;»
«Αν δεν τους ξοφλήσω, θα έχω προβλήματα».
«Το είπες στη μητέρα σου;»
Ήξερα ήδη την απάντηση. Μπορεί ο Πολ να είχε τα χάλια του, μα δεν είναι ηλίθιος.
«Όχι βέβαια. Η μαμά θα με σκότωνε. Έχω ανάγκη από τη βοήθειά σου, Αλίσια. Γι’ αυτό
βρίσκομαι εδώ».
«Δεν έχω τόσα λεφτά, Πολ».
«Θα σου τα επιστρέφω. Δεν τα χρειάζομαι όλα μαζί. Ένα μέρος έστω».
Δεν είπα τίποτα και συνέχισε να με ικετεύει. «Αυτοί» ήθελαν κάτι απόψε. Δεν τολμούσε να
γυρίσει πίσω με άδεια χέρια. Ό,τι μπορούσα να του δώσω, όσα και να ήταν. Δεν ήξερα τι να
κάνω.Ήθελα να τον βοηθήσω, αλλά υποψιαζόμουν ότι δίνοντάς του χρήματα δεν ήταν ο πιο
σωστός τρόπος. Ήξερα επίσης πως θα δυσκολευόταν να κρατήσει κρυφά τα χρέη του από τη
θεία Λίντια. Δεν ξέρω τι θα έκανα έτσι και ήμουν στη θέση του.Ήταν πιο τρομακτικό μάλλον
να αντιμετωπίσει τη Λίντια παρά τους τοκογλύφους.
«Θα σου γράψω μια επιταγή», είπα τελικά.
Ο Πολ φάνηκε αξιολύπητα ευγνώμων και μουρμούριζε συνέχεια «ευχαριστώ, ευχαριστώ»'.
Του έγραψα μια επιταγή για δύο χιλιάδες λίρες, πληρωτέα στον φέροντα. Ξέρω πως δεν ήταν
αυτό που ήθελε, ωστόσο όλη αυτή η κατάσταση ήταν για μένα άγνωστα χωράφια. Και δεν
είμαι σίγουρη ότι πίστευα όλα όσα μου είπε. Κάτι δεν μου φαινόταν αληθινό.
«Ίσως μπορώ να σου δώσω περισσότερα μόλις μιλήσω με τον Γκάμπριελ», συμπλήρωσα.
«Είναι όμως καλύτερα να βρούμε κάποιον άλλο τρόπο να χειριστούμε την κατάσταση. Ξέρεις,
ο αδελφός του Γκάμπριελ είναι δικηγόρος.Ίσως θα μπορούσε...»
Ο Πολ τινάχτηκε πάνω τρομοκρατημένος, κουνώντας το κεφάλι του.
«Όχι», έλεγε συνέχεια, «όχι, όχι. Μην πεις κουβέντα στον Γκάμπριελ. Μην τον ανακατέψεις.
Σε παρακαλώ. Θα σκεφτώ πώς θα το κανονίσω. Θα βρω έναν τρόπο».
«Και τι θα γίνει με τη Λίντια; Νομίζω πως ίσως θα έπρεπε...»
Ο Πολ έγνεψε αρνητικά γεμάτος ένταση και πήρε την επιταγή. Δεν έδειξε ικανοποιημένος
με το ποσό, αλλά δεν είπε τίποτα και μετά από λίγο έφυγε.
Έχω την αίσθηση πως τον απογοήτευσα. Πάντα έτσι αισθάνομαι με τον Πολ, από τότε που
ήμαστε παιδιά. Δεν κατάφερα ποτέ να εκπληρώσω τις προσδοκίες που είχε από μένα - να
γίνω μια μητρική φιγούρα γι’ αυτόν. Κανονικά, θα έπρεπε να με ξέρει καλύτερα. Δεν είμαι
καθόλου μητρικός τύπος.
Μόλις γύρισε ο Γκάμπριελ, του είπα τι έγινε. Μου είπε ότι δεν έπρεπε να δώσω λεφτά στον
Πολ· και πως δεν του χρωστάω τίποτα, δεν είναι δική μου ευθύνη.
Ξέρω ότι έχει δίκιο ο Γκάμπριελ, μα η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να πάψω να αισθάνομαι
ενοχές. Ξέφυγα από εκείνο το σπίτι και από τη Λίντια - ο Πολ όχι. Εξακολουθεί να είναι
παγιδευμένος εκεί. Είναι ακόμη οχτώ χρονών. Θέλω να τον βοηθήσω.
Μα δεν ξέρω πώς.
6 Αυγούστου
Πέρασα όλη τη μέρα ζωγραφίζοντας, κάνοντας διάφορα πειράματα με το φόντο του πίνακα
με τον Ιησού.Έκανα σκίτσα από τις φωτογραφίες που τραβήξαμε στο Μεξικό -με την κόκκινη
ραγισμένη γη και τους σκοτεινούς αγκαθωτούς θάμνους- ενώ σκεφτόμουν πώς να
αποτυπώσω εκείνη τη ζέστη, εκείνη την έντονη ξηρασία, όταν άκουσα τον Ζαν-Φελίξ να
φωνάζει το όνομά μου.
Προς στιγμήν σκέφτηκα να τον αγνοήσω, να προσποιηθώ πως δεν ήμουν εκεί.Έπειτα όμως
άκουσα την καγκελόπορτα να ανοίγει και ήταν πολύ αργά. Έβγαλα το κεφάλι μου από το
άνοιγμα της πόρτας και τον είδα να διασχίζει τον κήπο. Μου έγνεψε.
«Γεια σου, μωρό μου», με χαιρέτησε. «Σ’ ενοχλώ; Δουλεύεις;»
«Να σου πω την αλήθεια, ναι».
«Ωραία, ωραία», είπε. «Μη σταματάς. Ξέρεις, έξι βδομάδες έμειναν μόνο ως την έκθεση.
Έχεις καθυστερήσει αφάνταστα». Γέλασε μ’ εκείνο το ενοχλητικό γέλιο του. Η έκφρασή μου
θα πρέπει να με πρόδωσε, γιατί έσπευσε να προσθέσει: «Αστειεύομαι, φυσικά. Δεν ήρθα εδώ
για να σε ελέγξω».
Δεν είπα τίποτα. Γύρισα απλώς στο ατελιέ μου και με ακολούθησε. Τράβηξε μια καρέκλα
μπροστά από τον ανεμιστήρα. Αναψε τσιγάρο και ο καπνός στροβιλίστηκε γύρω του από τον
αέρα. Πλησίασα στο καβαλέτο μου κι έπιασα το πινέλο μου. Ο Ζαν-Φελίξ μιλούσε όσο
δούλευα. Παραπονέθηκε για τη ζέστη, λέγοντας ότι το Λονδίνο δεν ήταν φτιαγμένο για
τέτοιες καιρικές συνθήκες. Το συνέκρινε αρνητικά με το Παρίσι και άλλες πόλεις. Μετά από
λίγο έπαψα να τον ακούω. Συνέχισε να γκρινιάζει, να δικαιολογείται, να τον πιάνει
αυτολύπηση, κάνοντάς με να βαρεθώ μέχρι θανάτου. Δεν με ρωτάει ποτέ τίποτα. Στην
πραγματικότητα, δεν έχει το παραμικρό ενδιαφέρον για μένα. Ακόμα κι ύστερα απ’ όλα αυτά
τα χρόνια, δεν είμαι παρά το μέσο για έναν σκοπό - το ακροατήριο για το Σόου Ζαν-Φελίξ.
Ίσως λέω κακίες. Είναι παλιός φίλος - και πάντοτε στεκόταν στο πλευρό μου. Νιώθει
μοναξιά, αυτό είναι όλο. Κι εγώ το ίδιο. Προτιμώ, πάντως, να είμαι μόνη παρά με το λάθος
άτομο. Γι’ αυτό δεν είχα ποτέ μου σοβαρές σχέσεις πριν από τον Γκάμπριελ. Περίμενα τον
Γκάμπριελ, κάποιον πραγματικό, σταθερό κι αληθινό άντρα, ενώ οι άλλοι ήταν ψεύτικοι. Ο
Ζαν-Φελίξ ανέκαθεν ζήλευε τη σχέση μας. Προσπάθησε να το κρύψει -κι ακόμη προσπαθεί-,
μα βλέπω ξεκάθαρα ότι μισεί τον Γκάμπριελ. Τον κακολογεί συνέχεια, πετάει μπηχτές πως
δεν έχει το δικό μου ταλέντο, ότι είναι ματαιόδοξος και εγωκεντρικός. Νομίζω πως ο Ζαν-
Φελίξ πιστεύει ότι κάποια μέρα θα με κερδίσει και θα πέσω στα πόδια του. Δεν συνειδητοποιεί
όμως πως, με κάθε υποτιμητικό σχόλιο και φαρμακερή παρατήρηση, με σπρώχνει ακόμα πιο
βαθιά στην αγκαλιά του άντρα μου.
Ο Ζαν-Φελίξ αναφέρεται διαρκώς στη μακρόχρονη φιλία μας -εκεί μένει γαντζωμένος-
και στην ένταση εκείνων των πρώτων χρόνων, όταν ήμαστε μονάχα «εμείς ενάντια στον
κόσμο». Δεν συνειδητοποιεί ωστόσο πως κρατιέται από μια περίοδο της ζωής μου που δεν
ήμουν ευτυχισμένη. Και όποια στοργή αισθάνομαι για τον Ζαν-Φελίξ είναι για την εποχή
εκείνη. Είμαστε σαν παντρεμένο ζευγάρι που του έχει τελειώσει ο έρωτας. Σήμερα
συνειδητοποίησα πόσο πολύ τον αντιπαθώ.
«Δουλεύω», του είπα. «Πρέπει να το προχωρήσω αυτό, οπότε αν δεν σε πειράζει...»
Ο Ζαν-Φελίξ έκανε μια γκριμάτσα. «Μου ζητάς να φύγω; Σε παρακολουθώ να ζωγραφίζεις
από τότε που πρωτοέπιασες πινέλο στα χέρια σου. Αν σου αποσπούσα την προσοχή όλα αυτά
τα χρόνια, θα μπορούσες να είχες πει κάτι νωρίτερα».
«Το λέω τώρα».
Το πρόσωπό μου είχε ανάψει κι είχα αρχίσει να θυμώνω. Δεν μπορούσα να το ελέγξω.
Προσπάθησα να ζωγραφίσω, όμως το χέρι μου έτρεμε. Ένιωθα τον Ζαν-Φελίξ να με
παρακολουθεί, κι ήταν σαν να άκουγα κυριολεκτικά το μυαλό του να δουλεύει - να χτυπάει
ρυθμικά, να βουίζει, να περιστρέφεται.
«Σε αναστάτωσα», διαπίστωσε τελικά. «Γιατί;»
«Μόλις σου είπα γιατί. Δεν μπορείς να εμφανίζεσαι έτσι στα ξαφνικά. Καλό θα ήταν να μου
στέλνεις μήνυμα στο κινητό ή να μου τηλεφωνείς».
«Δεν ήξερα ότι χρειάζομαι γραπτή πρόσκληση για να δω την καλύτερή μου φίλη».
Μεσολάβησε μια παύση. Το πήρε πολύ άσχημα. Φαντάζομαι ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος
να το πάρει. Δεν σκόπευα να του το πω έτσι - είχα σκοπό να του το φέρω πιο μαλακά. Μα
για κάποιο λόγο δεν μπορούσα να σταματήσω με τίποτα. Και το αστείο είναι πως ήθελα να
τον πληγώσω. Ήθελα να είμαι βάναυση.
«Άκου, Ζαν-Φελίξ».
«Ακούω».
«Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να σου το πω. Μετά την έκθεση, όμως, είναι καιρός να
αλλάξω».
«Τι να αλλάξεις;»
«Να αλλάξω γκαλερί».
Με κοίταξε πραγματικά εμβρόντητος. Έμοιαζε με μικρό παιδί, σκέφτηκα, έτοιμο να βάλει
τα κλάματα· κι έπιασα τον εαυτό μου να μη νιώθει τίποτε άλλο εκτός από εκνευρισμό. ·«
«Ήρθε ο καιρός για μια καινούρια αρχή», συνέχισα. «Και για τους δυο μας».
«Μάλιστα». Ο Ζαν-Φελίξ άναψε κι άλλο τσιγάρο. «Να υποθέσω πως είναι ιδέα του
Γκάμπριελ;»
«Ο Γκάμπριελ δεν έχει καμία σχέση».
«Με σιχαίνεται σαν τις αμαρτίες του».
«Μη λες βλακείες».
«Σε δηλητήριασε εναντίον μου. Το έχω δει να συμβαίνει. Το κάνει εδώ και χρόνια».
«Αυτό δεν είναι αλήθεια».
«Τι άλλη εξήγηση υπάρχει; Τι άλλο λόγο έχεις για να με μαχαιρώνεις πισώπλατα;»
«Μη γίνεσαι τόσο μελοδραματικός. Αυτό αφορά μονάχα την γκαλερί. Όχι εμάς τους δύο.
Θα συνεχίσουμε να είμαστε φίλοι. Μπορούμε να εξακολουθήσουμε να κάνουμε παρέα».
«Αν στείλω πρώτα μήνυμα ή πάρω τηλέφωνο;» Γέλασε κι άρχισε να μιλάει γρήγορα, λες
και προσπαθούσε να τα πει όλα πριν μπορέσω να τον σταματήσω. «Για σκέψου, λοιπόν. Όλο
αυτό το διάστημα πίστευα σε κάτι, σε σένα και σε μένα, ξέρεις τώρα - και τώρα αποφάσισες
πως ήταν ένα τίποτα. Έτσι ξαφνικά. Έχε υπόψη σου ότι κανείς δεν σε νοιάζεται όσο εγώ.
Κανείς».
«Ζαν-Φελίξ, σε παρακαλώ...»
«Δεν μπορώ να το πιστέψω πως πήρες έτσι μια τέτοια απόφαση».
«Ήθελα να σ’ το πω εδώ και καιρό».
Προφανώς, ήταν λάθος μου αυτό που είπα. Ο Ζαν-Φελίξ με κοίταξε αποσβολωμένος.
«Τι εννοείς, εδώ και καιρό; Πόσο καιρό, δηλαδή;»
«Δεν ξέρω. Εδώ και κάποιο διάστημα».
«Κι έπαιζες θέατρο μαζί μου; Αυτό γινόταν; Για όνομα του Θεού, Αλίσια. Μην το τελειώνεις
έτσι. Μη με παραπετάς με τέτοιο τρόπο».
«Δεν σε παραπετάω. Μην αρχίζεις τα δράματα. Πάντα θα είμαστε φίλοι».
«Για περίμενε μια στιγμή. Ξέρεις γιατί ήρθα; Για να σε καλέσω την Παρασκευή στο θέατρο»*.
Έβγαλε δύο εισιτήρια από το σακάκι του και μου τα έδειξε. Ήταν για μια τραγωδία του
Ευριπίδη στο Εθνικό. «Θα ήθελα να έρθεις μαζί μου. Είναι πολύ πιο πολιτισμένος τρόπος να
αποχαιρετιστούμε, δεν νομίζεις; Για χάρη του παλιού, καλού καιρού. Μη μου το αρνηθείς».
Δίστασα. Ήταν το τελευταίο πράγμα που είχα όρεξη να κάνω. Δεν ήθελα όμως να τον
ταράξω περισσότερο. Σε εκείνη τη φάση νομίζω ότι θα συμφωνούσα με οτιδήποτε - μόνο και
μόνο για να φύγει. Κι έτσι δέχτηκα.
10.30 μ.μ.
Όταν γύρισε ο Γκάμπριελ, του διηγήθηκα τι είχε συμβεί. Είπε πως, έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν
κατάλαβε τη φιλία μας. Ότι ο Ζαν-Φελίξ είναι απωθητικός και δεν του αρέσει ο τρόπος που
με κοιτάζει.
«Πώς με κοιτάζει;»
«Λες κι είσαι κτήμα του, ή κάπως έτσι. Νομίζω ότι θα έπρεπε να παρατήσεις την γκαλερί
τώρα, πριν από την έκθεση».
«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό - είναι πολύ αργά πια. Δεν θέλω να με μισήσει. Δεν ξέρεις
πόσο εκδικητικός μπορεί να γίνει».
«Ακούγεσαι σαν να τον φοβάσαι».
«Δεν τον φοβάμαι. Απλώς είναι ευκολότερο να απομακρυνθώ σταδιακά».
«Όσο πιο σύντομα, τόσο το καλύτερο. Είναι ερωτευμένος μαζί σου. Το ξέρεις, έτσι δεν
είναι;»
Δεν έφερα αντίρρηση - αλλά ο Γκάμπριελ κάνει λάθος. Ο Ζαν-Φελίξ δεν είναι ερωτευμένος
μαζί μου. Είναι περισσότερο κολλημένος με τους πίνακές μου παρά μαζί μου. Κι αυτός είναι
άλλος ένας λόγος για να τον αποφεύγω. Ο Ζαν-Φελίξ δεν έχει το παραμικρό ενδιαφέρον για
μένα. Ωστόσο, ο Γκάμπριελ έχει δίκιο σ’ ένα πράγμα.
Όντως τον φοβάμαι.
23 197

Βρήκα τον Διομήδη στο γραφείο του. Καθόταν σ’ ένα σκαμνί, μπροστά από την άρπα με
τις χρυσαφένιες χορδές.
«Τι όμορφη που είναι», παρατήρησα.
Ο Διομήδης συμφώνησε μ’ ένα νεύμα. «Και πολύ δύσκολο να παίξει κανείς». Μου έδειξε,
αγγίζοντας τρυφερά τις χορδές με τα δάχτυλά του. Μια μουσική σκάλα ξεχύθηκε σαν
καταρράκτης στο δωμάτιο. «Θα ήθελες να δοκιμάσεις;»
Χαμογέλασα, γνέφοντας αρνητικά. Εκείνος έβαλε τα γέλια.
«Όπως βλέπεις, επιμένω να σε ρωτάω, με την ελπίδα ότι θα αλλάξεις γνώμη. Αν μη τι άλλο,
είμαι επίμονος».
«Δεν έχω ταλέντο στη μουσική. Μου το είπε απερίφραστα ο δάσκαλος της ωδικής στο
σχολείο».
«Όπως η ψυχοθεραπεία, έτσι και η μουσική αφορά μια σχέση που εξαρτάται απολύτως από
τον δάσκαλο που επιλέγεις».
«Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό ισχύει».
Έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρο κι έδειξε μ’ ένα νεύμα τον ουρανό που σκοτείνιαζε.
«Εκείνα τα σύννεφα φέρνουν χιόνι».
«Εμένα μου φαίνεται ότι θα βρέξει».
«Όχι, θα χιονίσει», επέμεινε. «Άκου τι σου λέω, κατάγομαι από μια μακριά σειρά Ελλήνων
βοσκών. Απόψε θα πέσει χιόνι». Ο Διομήδης έριξε μια τελευταία ματιά όλο ελπίδα στα
σύννεφα κι έπειτα στράφηκε προς το μέρος μου. «Τι μπορώ να κάνω για σένα, Θίο;»
«Πρόκειται γι’ αυτό».
Ακούμπησα την τραγωδία πάνω στο γραφείο του. Εκείνος κοίταξε το βιβλίο.
«Τι είναι αυτό;» ·«
«Μια τραγωδία του Ευριπίδη».
«Το βλέπω. Γιατί μου τη δείχνεις;»
«Είναι η Άλκηστη - ο τίτλος που έδωσε η Αλίσια στην αυτοπροσωπογραφία που ζωγράφισε
μετά τον θάνατο του Γκάμπριελ».
«Α, ναι, ναι, φυσικά». Ο Διομήδης κοίταξε το βιβλίο με περισσότερο ενδιαφέρον. «Δίνοντας
στον εαυτό της τον ρόλο μιας τραγικής ηρωίδας».
«Πιθανώς. Οφείλω να ομολογήσω πως είμαι κάπως μπερδεμένος. Σκεφτόμουν ότι ίσως να
καταλαβαίνετε το έργο καλύτερα από μένα».
«Επειδή είμαι Έλληνας;» Εκείνος γέλασε. «Φαντάζεσαι ότι γνωρίζω διεξοδικά την κάθε
ελληνική τραγωδία;»
«Καλύτερα από μένα, πάντως».
«Δεν καταλαβαίνω γιατί. Είναι σαν να υποθέτεις πως κάθε Άγγλος είναι εξοικειωμένος με
τα έργα του Σαίξπηρ». Μου χαμογέλασε με οίκτο. «Ευτυχώς για σένα, αυτή είναι η διαφορά
ανάμεσα στις δύο χώρες. ΚάθεΈλληνας γνωρίζει τις τραγωδίες. Είναι οι μύθοι μας, η ιστορία
μας - το αίμα μας».
«Τότε σίγουρα θα μπορέσετε να με βοηθήσετε με τη συγκεκριμένη».
«Πού δυσκολεύεσαι;»
«Στο γεγονός ότι δεν μιλάει. Η Άλκηστη πεθαίνει για τον άντρα της. Και τελικά
επανέρχεται στη ζωή - μα παραμένει σιωπηλή».
«Α, μάλιστα. Όπως η Αλίσια».
«Ναι».
«Σου θέτω πάλι την ερώτηση - τι σε δυσκολεύει;»
«Προφανώς υπάρχει κάποια σχέση, αλλά δεν την καταλαβαίνω. Γιατί η Άλκηστη δεν μιλάει
στο τέλος;»
«Εσύ γιατί νομίζεις; » 199

«Δεν ξέρω. Είναι ίσως συγκλονισμένη από τα συναισθήματά της;»


«Μπορεί. Τι είδους συναισθήματα;»
«Χαρά;»
«Χαρά;» Ο Διομήδης έβαλε τα γέλια. «Σκέψου, Θίο. Πώς θα ένιωθες εσύ; Ο άνθρωπος που
αγαπάς περισσότερο στον κόσμο σ’ έχει καταδικάσει να πεθάνεις εξαιτίας της δειλίας του.
Πρόκειται για μεγάλη προδοσία».
«Λέτε δηλαδή πως ήταν αναστατωμένη;»
«Εσένα δεν σ’ έχουν προδώσει ποτέ;»
Ένιωσα την ερώτησή του σαν μαχαιριά. Το πρόσωπό μου φλογίστηκε. Τα χείλη μου
σάλεψαν, αλλά δεν βγήκε κανένας ήχος.
Ο Διομήδης χαμογέλασε. «Βλέπω ότι έχεις προδοθεί. Λοιπόν... πες μου. Πώς αισθάνεται
η Άλκηστη;»
Αυτή τη φορά ήξερα την απάντηση.
«Θυμωμένη. Αισθάνεται... θυμό».
«Ναι». Ο Διομήδης έγνεψε καταφατικά. «Κάτι παραπάνω από θυμό. Είναι έξαλλη - από
οργή». Χασκογέλασε και πρόσθεσε: «Δεν μπορεί κανείς παρά να αναρωτηθεί πώς θα είναι
στο μέλλον η σχέση της Άλκηστης και του Άδμητου. Έτσι και χαθεί η εμπιστοσύνη, δύσκολα
ανακτάται».
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα προτού καταφέρω να μιλήσω. «Και η Αλίσια;»
«Τι εννοείς;»
«Η Άλκηστη καταδικάστηκε να πεθάνει λόγω της δειλίας του άντρα της. Και η Αλίσια...»
«Όχι, η Αλίσια δεν πέθανε... σωματικά». Ο Διομήδης άφησε τη λέξη μετέωρη. «Ψυχικά,
όμως...»
«Εννοείτε πως έγινε κάτι - που σκότωσε το πνεύμα της... που σκότωσε μέσα της την
αίσθηση ότι ήταν ζωντανή ;» 2οθ

«Πολύ πιθανόν».
Ένιωθα ανικανοποίητος.Έπιασα το βιβλίο και το κοίταξα. Το εξώφυλλο έδειχνε ένα άγαλμα
της αρχαιότητας - μια όμορφη γυναίκα αποθανατισμένη πάνω σε μάρμαρο. Το κοίταξα με
ένταση, ενώ σκεφτόμουν τι μου είχε πει ο Ζαν-Φελίξ. «Αν η Αλίσια είναι νεκρή... τότε, σαν
την Άλκηστη, πρέπει να την ξαναφέρουμε στη ζωή».
«Σωστά».
«Σκέφτομαι ότι αν η τέχνη της Αλίσια είναι το μέσο της να εκφράζεται... γιατί να μην της
δώσουμε φωνή;»
«Και πώς θα το κάνουμε αυτό;»
«Αν την αφήναμε να ζωγραφίζει;»
Ο Διομήδης με κοίταξε έκπληκτος. Κι έπειτα κούνησε απορριπτικά το χέρι του. «Κάνει ήδη
εικαστική θεραπεία».
«Δεν μιλάω για εικαστική θεραπεία. Προτείνω να δουλεύει η Αλίσια με τους δικούς της
όρους - μόνη της, με τον δικό της χώρο για να δημιουργεί. Να την αφήσουμε να εκφραστεί,
να απελευθερώσει τα συναισθήματά της.Ίσως αυτή η μέθοδος κάνει θαύματα».
Για μια στιγμή ο Διομήδης δεν απάντησε. Το σκέφτηκε και τελικά είπε: «Θα πρέπει να
συνεννοηθείς με την υπεύθυνη της εικαστικής θεραπείας. Τη γνώρισες τη Ρογουίνα Χαρτ;
Δεν γίνεται να την παρακάμψεις».
«Θα της μιλήσω. Έχω όμως τις ευλογίες σας;»
Ο Διομήδης ανασήκωσε τους ώμους του. «Αν μπορέσεις να πείσεις τη Ρογουίνα, προχώρα.
Μα σου το λέω από τώρα - δεν θα της αρέσει η ιδέα. Δεν θα της αρέσει καθόλου».
24 201

«Φανταστική ιδέα», δήλωσε η Ρογουίνα.


Προσπάθησα να κρύψω την έκπληξή μου. «Το πιστεύεις στ’ αλήθεια;»
«Α, ναι. Το μόνο πρόβλημα είναι πως η Αλίσια δεν θα το εκμεταλλευτεί».
«Πώς είσαι τόσο σίγουρη;»
«Επειδή αυτή η μέγαιρα ανταποκρίνεται κι επικοινωνεί πολύ λιγότερο απ’ όλους τους
ασθενείς με τους οποίους έχω δουλέψει στη ζωή μου».
«Α, μάλιστα».
Ακολούθησα τη Ρογουίνα στο δωμάτιο όπου γινόταν η θεραπεία. Το πάτωμα ήταν
πιτσιλισμένο με μπογιές, σαν αφηρημένο μωσαϊκό, και οι τοίχοι γεμάτοι ζωγραφιές - μερικές
ωραίες, οι πιο πολλές απλώς αλλόκοτες. Η Ρογουίνα είχε κοντά ξανθά μαλλιά, μια βαθιά
ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια και επιδεικτικά κουρασμένη συμπεριφορά, σίγουρα εξαιτίας της
ατέλειωτης θάλασσας των ασθενών που δεν ήθελαν να συνεργαστούν.Ήταν φανερό πως μια
παρόμοια απογοήτευση βίωνε και με την Αλίσια.
«Δεν συμμετέχει στη θεραπεία;» ρώτησα.
«Όχι». Η Ρογουίνα συνέχισε να στοιβάζει ζωγραφιές σε ένα ράφι όσο μιλούσε. «Είχα
μεγάλες ελπίδες όταν ήρθε στην ομάδα -έκανα ό,τι μπορούσα για να νιώσει ευπρόσδεκτη-,
μα εκείνη κάθεται απλώς με σταυρωμένα χέρια και κοιτάζει τη λευκή σελίδα. Τίποτα δεν την
παρακινεί να ζωγραφίσει, ούτε καν να πιάσει ένα μολύβι και να σχεδιάσει. Πολύ κακό
παράδειγμα για τους άλλους».
Έγνεψα συμπονετικά. Ο σκοπός της εικαστικής θεραπείας είναι οι ασθενείς να σχεδιάζουν
και να ζωγραφίζουν και, το πιο σημαντικό, να μιλάνε για τα έργα τους και να τα συσχετίζουν
με την ψυχική τους κατάσταση. Όπως πάντα, όλα εξαρτώνται από τη δεξιότητα του κάθε
θεραπευτή. Η Ρουθ έλεγε πως ελάχιστοι θεραπευτές διέθεταν ικανότητες ή διαίσθηση - οι
περισσότεροι κάνουν απλώς μηχανικά τη δουλειά τους. Κατά τη γνώμη μου, το ίδιο έκανε
και η Ρογουίνα. Φως φανάρι, πίστευε πως η Αλίσια τη σνόμπαρε. Προσπάθησα να είμαι όσο
πιο συμβιβαστικός μπορούσα. «Ίσως είναι οδυνηρό γι’ αυτή», παρατήρησα διακριτικά. ™
«Οδυνηρό;»
«Δεν μπορεί να είναι εύκολο για μια καλλιτέχνιδα με τις δικές της ικανότητες να κάθεται
και να ζωγραφίζει μαζί με τους άλλους ασθενείς».
«Γιατί όχι; Επειδή είναι υπεράνω; Έχω δει τη δουλειά της. Δεν τη θεωρώ ιδιαίτερα
σπουδαία». Η Ρογουίνα σούφρωσε τα χείλη της σαν να είχε φάει κάτι ξινό.
Ώστε γι’ αυτό αντιπαθούσε την Αλίσια - τη ζήλευε.
«Ο καθένας μπορεί να ζωγραφίσει έτσι», πρόσθεσε. «Δεν είναι δύσκολο να απεικονίσεις
κάτι με φωτογραφικό ρεαλισμό - το δύσκολο είναι να έχεις άποψη γι’ αυτό».
Δεν ήθελα να ανοίξουμε διάλογο για την τέχνη της Αλίσια. «Αυτό που λες, λοιπόν, είναι
πως θα ανακουφιστείς αν σου την πάρω;»
Η Ρογουίνα μού έριξε μια καυστική ματιά. «Με το καλό να την πάρεις».
«Σ’ ευχαριστώ. Σου είμαι ευγνώμων».
Εκείνη ρουθούνισε περιφρονητικά. «Θα πρέπει να της αγοράσεις εσύ υλικά. Ο
προϋπολογισμός μου δεν φτάνει για λαδομπογιές».
25 204

«Έχω να σου εξομολογηθώ κάτι».


Η Αλίσια δεν με κοίταξε. Συνέχισα, παρατηρώντας την προσεκτικά:
«Τις προάλλες που ήμουν στο Σόχο, έτυχε να περάσω από την παλιά σου γκαλερί. Και
μπήκα μέσα. Ο διευθυντής είχε την καλοσύνη να μου δείξει μερικά από τα έργα σου. Είναι
παλιός σου φίλος, λέει. Ο Ζαν-Φελίξ Μαρτέν;»
Περίμενα κάποια αντίδραση. Καμία απολύτως.
«Ελπίζω να μη θεωρείς πως μπλέκομαι στα προσωπικά σου. Ίσως θα έπρεπε να σε
συμβουλευτώ πρώτα. Εύχομαι να μη σε πειράζει».
Καμιά απάντηση.
«Είδα δύο πίνακες που τους έβλεπα για πρώτη φορά. Αυτόν με τη μητέρα σου... Και το
πορτρέτο της θείας σου, της Λίντια Ρόουζ».
Η Αλίσια σήκωσε αργά το κεφάλι της και με κοίταξε. Υπήρχε στο βλέμμα της μια έκφραση
που δεν είχα ξαναδεί. Δεν μπορούσα να την περιγράφω ακριβώς. Μήπως ήταν... ευθυμία;
«Πέρα από το προφανές ενδιαφέρον που είχαν για μένα -ως ψυχοθεραπευτής σου, εννοώ-,
διαπίστωσα ότι οι πίνακες με επηρέασαν σε προσωπικό επίπεδο. Είναι εξαιρετικά δυναμικά
έργα».
Η Αλίσια χαμήλωσε το βλέμμα. Είχε αρχίσει να χάνει το ενδιαφέρον της. Οπότε
συμπλήρωσα βιαστικά:
«Μου έκαναν εντύπωση ένα δυο πράγματα. Στον πίνακα με το αυτοκινητιστικό δυστύχημα
της μητέρας σου, λείπει κάτι... εσύ. Δεν ζωγράφισες τον εαυτό σου μέσα στο αυτοκίνητο,
παρόλο που βρισκόσουν εκεί».
Καμιά αντίδραση.
«Αναρωτιέμαι μήπως αυτό σημαίνει ότι μπορείς να το σκεφτείς σαν δική της τραγωδία
μονάχα; Επειδή πέθανε; Στην πραγματικότητα, όμως, υπήρχε κι ένα κοριτσάκι μέσα στο
αυτοκίνητο. Ένα κοριτσάκι που τα συναισθήματα της απώλειάς του υποψιάζομαι πως ούτε
επιβεβαιώθηκαν ποτέ ούτε τα βίωσε πλήρως».
Το κεφάλι της Αλίσια σάλεψε. Με κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν προκλητικό. Κάτι απ’ όσα
είπα την είχε αγγίξει. Συνέχισα.
«Ρώτησα τον Ζαν-Φελίξ για την προσωπογραφία σου, την Αλκηστη. Τι σήμαινε. Και μου
πρότεινε να διαβάσω αυτό».
Έβγαλα το βιβλίο με την τραγωδία του Ευριπίδη. Το έσπρωξα προς το μέρος της στο
τραπέζι. Η Αλίσια του έριξε μια ματιά.
«“Γιατί δεν μιλάει;” Αυτό αναρωτιέται ο Αδμητος. Και σου κάνω κι εγώ την ίδια ερώτηση,
Αλίσια. Τι είναι αυτό που δεν μπορείς να πεις; Γιατί είσαι υποχρεωμένη να παραμένεις
σιωπηλή;»
Η Αλίσια έκλεισε τα μάτια της - κάνοντάς με να εξαφανιστώ. Τέλος η συζήτηση. Κοίταξα
το ρολόι που κρεμόταν στον τοίχο πίσω. Η συνεδρία κόντευε να τελειώσει. Δεν έμεναν παρά
μερικά λεπτά.
Φύλαγα τον άσο στο μανίκι μου μέχρι αυτή τη στιγμή. Και τον έπαιξα, με μια νευρικότητα
που ευχόμουν να μην ήταν εμφανής.
«Ο Ζαν-Φελίξ έκανε μια πρόταση που τη βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα. Θεωρεί ότι θα
έπρεπε να σου επιτρέπουμε να ζωγραφίζεις... Θα σου άρεσε κάτι τέτοιο; Θα μπορούσαμε να
σου παραχωρήσουμε έναν ιδιωτικό χώρο, με τελάρα και πινέλα και μπογιές».
Η Αλίσια τρεμόπαιξε τα βλέφαρά της. Τα μάτια της άνοιξαν. Ήταν λες κι ένα φως είχε
ανάψει μέσα τους. Ήταν τα μάτια ενός παιδιού, ορθάνοιχτα και αθώα, χωρίς την παραμικρή
περιφρόνηση ή καχυποψία. Το πρόσωπό της φάνηκε σαν να απέκτησε χρώμα.Έδειξε ξαφνικά
υπέροχα ζωντανή.
«Μίλησα με τον καθηγητή Διομήδη - συμφώνησε, το ίδιο και η Ρογουίνα... Οπότε
εξαρτάται από σένα, Αλίσια. Τι λες;»
Περίμενα. Με κοίταζε με ένταση.
Και τότε, επιτέλους, πήρα αυτό που ήθελα - μια ξεκάθαρη αντίδραση-, ένα σημάδι που μου
έδειξε πως ήμουν στον σωστό δρόμο.
Ήταν μια μικρή κίνηση. Βασικά, απειροελάχιστη. Ωστόσο έλεγε πολλά:
Η Αλίσια χαμογέλασε.
26
Το κυλικείο ήταν το πιο ζεστό δωμάτιο στο Γκρόουβ. Τα καλοριφέρ κατά μήκος των τοίχων
έκαιγαν· και οι πάγκοι που βρίσκονταν κοντά τους ήταν οι πρώτοι που γέμιζαν. Το μεσημέρι
γινόταν συνωστισμός, με το προσωπικό και τις ασθενείς να τρώνε δίπλα δίπλα. Οι δυνατές
φωνές τους δημιουργούσαν μια ηχηρή κακοφωνία, απότοκο μιας άβολης έξαψης όταν όλες
οι ασθενείς βρίσκονταν μαζεμένες στον ίδιο χώρο.
Δυο κεφάτες γυναίκες από την Καραϊβική γελούσαν και κουβέντιαζαν μεταξύ τους καθώς
σέρβιραν λουκάνικα με πουρέ, ψάρι με πατάτες τηγανητές, κοτόπουλο με κάρι· που όλα είχαν
καλύτερη μυρωδιά από γεύση. Διάλεξα ψάρι με πατάτες, σαν το μικρότερο από τα τρία κακά.
Καθώς πήγαινα να καθίσω, πέρασα μπροστά από την Ελίφ. Ήταν περιτριγυρισμένη από τη
συμμορία της, μια κατσούφικη παρέα από τα πιο σκληρά καρύδια εκεί μέσα. Την ώρα που
προσπερνούσα το τραπέζι της, την άκουσα να παραπονιέται για το φαγητό.
«Εγώ δεν τα τρώω αυτά τα σκατά», δήλωσε, σπρώχνοντας πέρα τον δίσκο της.
Η ασθενής από τα δεξιά της τον τράβηξε προς το μέρος της, για να την απαλλάξει - μα η
Ελίφ τής έδωσε μια φάπα στο κεφάλι.
«Άπληστη σκρόφα», φώναξε η Ελίφ. «Δώσ’ το μου πίσω».
Γέλια ξέσπασαν σ’ όλο το τραπέζι. Η Ελίφ πήρε το πιάτο της κι άρχισε να τρώει το φαγητό
της με ανανεωμένη απόλαυση.
Πρόσεξα ότι η Αλίσια καθόταν μόνη στο βάθος της αίθουσας. Έπαιζε μ’ ένα μικρό κομμάτι
ψάρι σαν ανόρεκτο πουλί· το μετακινούσε στο πιάτο της, αλλά δεν το έφερνε στο στόμα της.
Μπήκα στον πειρασμό να καθίσω μαζί της, όμως άλλαξα γνώμη. Ίσως να την πλησίαζα αν
σήκωνε το κεφάλι της και με κοίταζε. Ωστόσο, κρατούσε το βλέμμα της χαμηλωμένο, σαν να
προσπαθούσε να αποκλείσει το περιβάλλον και τους ανθρώπους γύρω της.Ένιωσα πως, έτσι
και τη διέκοπτα, θα ήταν σαν να εισέβαλλα στον ιδιωτικό της χώρο, κι έτσι κάθισα στην άκρη
ενός άλλου τραπεζιού, σε κάποια απόσταση από τις ασθενείς, κι άρχισα να τρώω το ψάρι και
τις πατάτες μου. Το ψάρι ήταν άγευστο, ξαναζεσταμένο αλλά ακόμη κρύο στο κέντρο του,
και με την πρώτη μπουκιά συμφώνησα με την Ελίφ. Ετοιμαζόμουν να το πετάξω στα
σκουπίδια, όταν κάποιος κάθισε απέναντι μου.
Προς μεγάλη μου έκπληξη, ήταν ο Κρίστιαν.
«Καλά;» ρώτησε χαιρετώντας με μ’ ένα νεύμα.
«Ναι, εσύ;»
Εκείνος δεν απάντησε. Επιτέθηκε αποφασιστικά στο σκληρό ρύζι με το κάρι. «Άκουσα για
το σχέδιό σου να βάλεις την Αλίσια να ζωγραφίσει», είπε ανάμεσα σε δύο μπουκιές.
«Απ’ ό,τι βλέπω, τα νέα κυκλοφορούν γρήγορα».
«Εδώ μέσα ναι. Δική σου ήταν η ιδέα;»
Δίστασα λίγο. «Ναι, δική μου. Πιστεύω πως θα της κάνει καλό».
Ο Κρίστιαν με κοίταξε δύσπιστα. «Πρόσεχε, φίλε».
«Ευχαριστώ για την προειδοποίηση. Αλλά είναι μάλλον περιττή».
«Εγώ απλώς σου το λέω. Οι οριακές προσωπικότητες είναι σαγηνευτικές. Αυτό συμβαίνει
εδώ πέρα. Δεν νομίζω ότι το συνειδητοποιείς απόλυτα».
«Δεν πρόκειται να με σαγηνεύσει, Κρίστιαν».
Εκείνος γέλασε. «Πιστεύω πως τα κατάφερε ήδη. Της δίνεις αυτό ακριβώς που θέλει».
«Της δίνω αυτό που έχει ανάγκη. Υπάρχει διαφορά».
«Πώς ξέρεις τι έχει ανάγκη; Ταυτίζεσαι υπερβολικά μαζί της. Είναι ολοφάνερο. Αυτή είναι
η ασθενής, ξέρεις - όχι εσύ».
Κοίταξα το ρολόι μου, προσπαθώντας να κρύψω τον θυμό μου. «Πρέπει να πηγαίνω».
Σηκώθηκα όρθιος και πήρα τον δίσκο μου. Καθώς απομακρυνόμουν, ο Κρίστιαν φώναξε:
«Θα στραφεί εναντίον σου, Θίο. Περίμενε και θα δεις. Μην πεις ότι δεν σε προειδοποίησα».
Ένιωσα ενοχλημένος. Και κουβαλούσα αυτή την ενόχληση μέσα μου για όλη την υπόλοιπη
μέρα.
Μετά τη δουλειά, έφυγα από το Γκρόουβ και πήγα στο μαγαζάκι στην άκρη του δρόμου
για να πάρω ένα πακέτο τσιγάρα.Έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα μου, το άναψα και πήρα μκ
βαθιά ρουφηξιά, έχοντας ελάχιστη επίγνωση των πράξεών μου. Σκεφτόμουν αυτό που είχε
πει ο Κρίστιαν, κλωθογυρίζοντας τη φράση του στο μυαλό μου, ενώ τα αυτοκίνητα περνούσαν
γρήγορα από μπροστά μου. «Οι οριακές προσωπικότητες είναι σαγηνευτικές», τον άκουγα
να λέει.
Ήταν αλήθεια; Γι’ αυτό ένιωθα τόσο ενοχλημένος; Μήπως η Αλίσια με είχε σαγηνεύσει
ψυχικά; Προφανώς αυτό πίστευε ο Κρίστιαν· και δεν είχα καμιά αμφιβολία ότι το ίδιο
υποψιαζόταν κι ο Διομήδης. Είχαν δίκιο άραγε;
Ερευνώντας τη συνείδησή μου, αισθάνθηκα βέβαιος πως η απάντηση ήταν αρνητική. Ναι,
ήθελα να βοηθήσω την Αλίσια - όμως ήμουν επίσης απόλυτα ικανός να παραμείνω
αντικειμενικός απέναντι της και σε εγρήγορση, να προχωρήσω προσεκτικά και να τηρήσω
αυστηρά όρια.
Έκανα λάθος, φυσικά. Ήταν ήδη πολύ αργά· παρόλο που αρνιόμουν να το παραδεχτώ
ακόμα και στον ίδιο τον εαυτό μου.
Τηλεφώνησα στον Ζαν-Φελίξ στην γκαλερί. Ρώτησα τι είχαν απογίνει τα υλικά της Αλίσια
- οι μπογιές, τα πινέλα και τα τελάρα. «Είναι όλα σε κάποια αποθήκη;»
Μεσολάβησε μια σύντομη παύση προτού απαντήσει.
«Ε, όχι... βασικά, έχω εγώ όλα τα πράγματά της».
«Σοβαρά;» 2"

«Ναι. Καθάρισα το ατελιέ της μετά τη δίκη και πήρα ό,τι άξιζε να κρατηθεί από εκεί - όλα
τα σκαριφήματά της, τα σημειωματάριά της, το καβαλέτο της, τις λαδομπογιές της. Τα
αποθηκεύω όλα για να τα βρει».
«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας».
«Ακολουθείτε δηλαδή τη συμβουλή μου; Αφήνετε την Αλίσια να ζωγραφίσει;»
«Ναι. Απομένει να δούμε αν θα βγει τίποτα».
«Α, όλο και κάτι θα βγει, θα δείτε. Το μόνο που σας ζητάω είναι να μου επιτρέψετε να ρίξω
μια ματιά στα ολοκληρωμένα έργα».
Μια παράξενη νότα που έμοιαζε με πείνα δονούσε τη φωνή του. Στο μυαλό μου πρόβαλαν
ξαφνικά οι πίνακες της Αλίσια τυλιγμένοι σαν μωρά σε κουβέρτες μέσα σ’ εκείνη την αποθήκη.
Στ’ αλήθεια τους φύλαγε για χάρη της; Ή επειδή δεν άντεχε να τους αποχωριστεί;
«Σας πειράζει να φέρετε τα υλικά στο Γκρόουβ;» του ζήτησα. «Θα σας βόλευε;»
«Ε, εγώ...»
Μεσολάβησε ένας στιγμιαίος δισταγμός. Διαισθάνθηκα το άγχος του· κι έπιασα τον εαυτό
μου να τον διευκολύνει.
«Ή, αν είναι πιο εύκολο, να περάσω εγώ να τα πάρω;»
«Ναι, ναι, ίσως καλύτερα έτσι».
Ο Ζαν-Φελίξ φοβόταν να έρθει εδώ, φοβόταν να δει την Αλίσια. Για ποιο λόγο; Τι είχε γίνει
μεταξύ τους;
Τι ήταν αυτό που δεν ήθελε να αντιμετωπίσει;
27 212

«Τι ώρα θα συναντήσεις τη φίλη σου;» ρώτησα.


«Στις εφτά. Μετά την πρόβα». Η Κάθι μού έδωσε το φλιτζάνι του καφέ που κρατούσε. «Αν
δεν θυμάσαι, Θίο, τη λένε Νικόλ».
«Ναι, σωστά», είπα μ’ ένα χασμουρητό.
Η Κάθι με κοίταξε αυστηρά. «Είναι λίγο προσβλητικό, ξέρεις, που δεν θυμάσαι το όνομά
της - είναι μια από τις καλύτερες φίλες μου. Πήγες στο αποχαιρετιστήριο πάρτι της, διάολε».
«Φυσικά και τη θυμάμαι τη Νικόλ. Απλώς ξέχασα το όνομά της, αυτό είναι όλο».
Η Κάθι έκανε μια γκριμάτσα. «Τέλος πάντων. Παλιό μαστούρη. Πάω να κάνω ένα ντους»,
είπε και βγήκε από την κουζίνα.
Χαμογέλασα μόνος μου.
Στις εφτά.
Στις εφτά παρά τέταρτο, περπατούσα κατά μήκος του ποταμού, προς τον χώρο όπου έκανε
πρόβες η Κάθι στη Σάουθ Μπανκ.
Κάθισα σε ένα παγκάκι απέναντι, κοιτάζοντας αντίθετα από την είσοδο, ώστε να μη με δει
αμέσως η Κάθι αν έφευγε νωρίς. Κάθε τόσο γύριζα κι έριχνα μια ματιά πάνω απ’ τον ώμο μου.
Μα η πόρτα παρέμενε πεισματικά κλειστή.
Κι έπειτα, στις εφτά και πέντε, άνοιξε. Ακόυσα ζωηρές συζητήσεις και γέλια καθώς έβγαιναν
οι ηθοποιοί. Έφευγαν σε παρέες των δύο ή τριών ατόμων. Η Κάθι δεν φάνηκε.
Περίμενα πέντε λεπτά. Δέκα λεπτά. Κάποια στιγμή έφυγαν όλοι, κανένας άλλος δεν βγήκ&
Μάλλον δεν την πρόλαβα. Θα έφυγε προτού φτάσω. Εκτός, βέβαια, αν δεν είχε έρθει καθόλου.
Έλεγε ψέματα για την πρόβα;
Σηκώθηκα και προχώρησα προς την είσοδο.Έπρεπε να βεβαιωθώ. Αν ήταν ακόμη μέσα και
με έβλεπε, τι θα γινόταν; Τι δικαιολογία θα μπορούσα να βρω που ήμουν εκεί; Είχα έρθει για
να της κάνω έκπληξη; Ναι - θα έλεγα ότι πήγα για να βγάλω αυτή και τη «Νικόλ» για φαγητό.
Και η Κάθι θα στριφογύριζε νευρικά και θα ξεφούρνιζε κάποιο ηλίθιο ψέμα -«Η Νικόλ
αρρώστησε, η Νικόλ ακύρωσε τελευταία στιγμή»-, οπότε θα καταλήγαμε να περάσουμε ένα
αμήχανο βράδυ μόνοι μας. Αλλο ένα βράδυ με παρατεταμένες σιωπές.
Έφτασα στην είσοδο. Δίστασα λίγο κι ύστερα άρπαξα το σκουριασμένο πράσινο πόμολο,
έσπρωξα την πόρτα και μπήκα μέσα.
Το εσωτερικό ήταν γυμνό, όλο τσιμέντο. Μύριζε υγρασία. Ο χώρος που έκανε πρόβες η
Κάθι βρισκόταν στον τέταρτο όροφο -γκρίνιαζε που έπρεπε να ανεβαίνει με τα πόδια κάθε
μέρα-, κι έτσι πήρα την κεντρική σκάλα. Έφτασα στον πρώτο όροφο και ξεκινούσα για τον
δεύτερο, όταν άκουσα μια φωνή από πιο πάνω. Ήταν η Κάθι. Μιλούσε στο τηλέφωνο:
«Το ξέρω, συγγνώμη. Θα τα πούμε σε λίγο. Δεν θα αργήσω. Εντάξει, εντάξει, γεια». ™
Κοκάλωσα -σε ελάχιστα δευτερόλεπτα θα πέφταμε ο ένας πάνω στον άλλο- κι ύστερα
κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά και κρύφτηκα στη γωνία. Η Κάθι προσπέρασε δίχως να με
δει. Βγήκε έξω από την πόρτα, αφήνοντάς τη να κλείσει με πάταγο.
Έσπευσα να την ακολουθήσω κι έφυγα από το κτίριο. Η Κάθι περπατούσε γρήγορα προς
τη γέφυρα. Την πήρα στο κατόπι, περνώντας ανάμεσα από εργαζόμενους και τουρίστες, ενώ
προσπαθούσα να κρατήσω μια απόσταση, χωρίς όμως να τη χάσω από τα μάτια μου.
Διέσχισε τη γέφυρα και κατέβηκε τα σκαλιά του σταθμού του μετρό στο Εμπάνκμεντ. Την
ακολούθησα κι αναρωτήθηκα ποια γραμμή θα έπαιρνε.
Δεν μπήκε όμως στο μετρό. Προχώρησε ευθεία στον σταθμό και βγήκε από την άλλη άκρη.
Συνέχισε να περπατάει προς την Τσάρινγκ Κρος Ρόουντ. Στάθηκα λίγα βήματα πίσω της στα
φανάρια. Έπειτα διασχίσαμε την Τσάρινγκ Κρος Ρόουντ και κατευθυνθήκαμε προς το Σόχο.
Την ακολούθησα στα στενά δρομάκια. Εκείνη έστριψε δεξιά, μετά αριστερά, έπειτα πάλι δεξιά.
Ύστερα σταμάτησε απότομα. Στάθηκε στη γωνία της Λέξινγκτον Στριτ. Και περίμενε.
Ώστε αυτό ήταν το σημείο του ραντεβού. Καλό - κεντρικό, πολυσύχναστο, ανώνυμο.
Δίστασα και μετά χώθηκα σε μια παμπ στη γωνία. Στάθηκα στο μπαρ. Από το παράθυρο
έβλεπα καθαρά την Κάθι στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ο βαριεστημένος μπάρμαν με την
απεριποίητη γενειάδα μού έριξε μια ματιά. «Ναι;»
«Μια μεγάλη Γκίνες».
Εκείνος χασμουρήθηκε και πήγε στην άλλη μεριά του μπαρ για να γεμίσει το ποτήρι μου
από το βαρέλι. Το βλέμμα μου παρέμεινε καρφωμένο στην Κάθι. Ήμουν απόλυτα σίγουρος
πως δεν θα κατάφερνε να με δει μέσα από το παράθυρο ακόμα κι αν κοίταζε προς τα δω. Σε
κάποια φάση, η Κάθι όντως κοίταξε - κατευθείαν εμένα. Η καρδιά μου σταμάτησε για ένα
δευτερόλεπτο -ήμουν βέβαιος ότι με πρόσεξε-, όμως όχι, το βλέμμα της πλανήθηκε αλλού.
Τα λεπτά περνούσαν και η Κάθι εξακολουθούσε να περιμένει. Το ίδιο κι εγώ. Έπινα την
μπίρα μου αργά, παρακολουθώντας την. Όποιον κι αν περίμενε, αυτός δεν βιαζόταν. Καθόλου
δεν θα της άρεσε αυτό. Η Κάθι απεχθανόταν να περιμένει - παρόλο που η ίδια αργούσε
μονίμως. Κατάλαβα πως είχε αρχίσει να εκνευρίζεται, γιατί έσμιγε τα φρύδια της και κοίταζε
το ρολόι της.
Και τότε ένας άντρας διέσχισε τον δρόμο, πηγαίνοντας προς το μέρος της. Μέσα σ’ αυτά
τα ελάχιστα δευτερόλεπτα τον είχα ήδη ζυγιάσει και αξιολογήσει. Ήταν γεροδεμένος. Είχε
ξανθά μαλλιά μέχρι τους ώμους - πράγμα που με ξάφνιασε, μια που η Κάθι έλεγε πάντα ότι
της άρεσαν μονάχα οι άντρες με σκούρα μαλλιά και μάτια σαν τα δικά μου. Εκτός, βέβαια, αν
ήταν κι αυτό άλλο ένα ψέμα.
Ωστόσο, ο άντρας την προσπέρασε. Δεν τον κοίταξε καν. Σε λίγο χάθηκε από τα μάτια μου.
Άρα δεν ήταν αυτός. Αναρωτήθηκα αν η Κάθι κι εγώ κάναμε την ίδια σκέψη - μήπως την
είχαν στήσει;
Ξαφνικά, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Χαμογέλασε. Κούνησε το χέρι της προς το
απέναντι πεζοδρόμιο - σε κάποιον που δεν έβλεπα. Επιτέλους, σκέφτηκα. Αυτός είναι.
Τέντωσα τον λαιμό μου για να δω...
Και, προς μεγάλη μου έκπληξη, μια ξανθιά τριαντάρα με πουτανίστικη εμφάνιση, που
φορούσε μια απίθανα κοντή φούστα και απίστευτα ψηλά τακούνια, προχώρησε
παραπαίοντας προς τη μεριά της Κάθι. Την αναγνώρισα αμέσως. Η Νικόλ. Χαιρετήθηκαν με
αγκαλιές και φιλιά. Πιάστηκαν αλά μπρατσέτα κι απομακρύνθηκαν μιλώντας και γελώντας.
Οπότε η Κάθι δεν μου είχε πει ψέματα ότι θα συναντούσε τη Νικόλ.
Σοκαρίστηκα από το συναίσθημα που με κυρίευσε - κανονικά, θα έπρεπε να νιώθω
τεράστια ανακούφιση που η Κάθι έλεγε την αλήθεια. Να είμαι ευγνώμων. Όμως δεν ήμουν.
Ήμουν απογοητευμένος.
28 217

«Λοιπόν, τι λες, Αλίσια; Δεν έχει πολύ φως; Σ’ αρέσει;»


Ο Γιούρι τής έδειχνε με καμάρι το καινούριο ατελιέ. Δική του ήταν η ιδέα να επιτάξουμε το
αχρησιμοποίητο δωμάτιο δίπλα στη Γυάλα κι εγώ συμφώνησα - μου φάνηκε καλύτερη ιδέα
από το να μοιράζεται την αίθουσα όπου η Ρογουίνα έκανε εικαστική θεραπεία, μια που,
δεδομένης της ολοφάνερης αντιπάθειάς της, θα δημιουργούσε δυσκολίες. Τώρα η Αλίσια θα
μπορούσε να έχει ένα δικό της δωμάτιο και θα μπορούσε να ζωγραφίζει όποτε ήθελε, χωρίς
να τη διακόπτουν.
Η Αλίσια κοίταξε γύρω της. Το καβαλέτο της ήταν στημένο δίπλα στο παράθυρο, όπου
έμπαινε το περισσότερο φως. Το κουτί με τις λαδομπογιές της ήταν ανοιχτό πάνω σ’ ένα
τραπέζι. Καθώς εκείνη το πλησίασε, ο Γιούρι μού έκλεισε το μάτι. Είχε ενθουσιαστεί μ’ αυτό
το σχέδιο κι ήμουν ευγνώμων για την υποστήριξή του - ο Γιούρι ήταν χρήσιμος σύμμαχος και
το πιο δημοφιλές μέλος του προσωπικού, με μεγάλη διαφορά· στις ασθενείς του, αν μη τι
άλλο. Μου έγνεψε λέγοντας: «Καλή τύχη, και τώρα μόνος σου». Έπειτα έφυγε. Η πόρτα
έκλεισε με θόρυβο πίσω του. Μα η Αλίσια δεν φαινόταν να ακούει.
Βρισκόταν στον δικό της κόσμο. Σκυμμένη πάνω από το τραπέζι, περιεργαζόταν τις μπογιές
της μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη.Έπιανε τα πινέλα από τρίχα ζιμπελίνας και τα χάιδευε
σαν να ήταν λεπτεπίλεπτα λουλούδια. Διάλεξε τρία σωληνάρια μπογιάς -πρωσικό μπλε,
ινδικό κίτρινο, κόκκινο καδμίου- και τα έβαλε στη σειρά. Ύστερα στράφηκε στο άδειο
καναβάτσο πάνω στο καβαλέτο. Το σκέφτηκε. Στάθηκε κάμποση ώρα έτσι.Έμοιαζε να μπαίνει
σ’ ένα είδος ύπνωσης, σε μια ονειροπόληση -το μυαλό της βρισκόταν αλλού, έχοντας
δραπετεύσει με κάποιον τρόπο, ταξιδεύοντας πολύ μακριά από αυτό το κελί-, ώσπου κάποια
στιγμή επανήλθε και γύρισε πάλι στο τραπέζι.Έβγαλε λίγη άσπρη μπογιά πάνω στην παλέτα
και τη συνδύασε με μια μικρή ποσότητα κόκκινου. Αναγκάστηκε να ανακατέψει τις μπογιές
με πινέλο: όταν έφτασαν στο Γκρόουβ τα ειδικά μαχαιράκια της, η Στέφανι τα κατάσχεσε
αμέσως για προφανείς λόγους.
Η Αλίσια σήκωσε το πινέλο της - κι έκανε ένα σημάδι στο καναβάτσο. Μια μοναδική
κόκκινη πινελιά στη μέση της λευκής επιφάνειας.
Για μια στιγμή την κοίταξε συλλογισμένη. Κι ύστερα έκανε άλλη μια πινελιά. Κι άλλη μια.
Σε λίγη ώρα ζωγράφιζε χωρίς καμία διακοπή ή δισταγμό κι οι κινήσεις της είχαν μια απόλυτη
ρευστότητα. Ήταν σαν χορός ανάμεσα στην Αλίσια και στο τελάρο. Στεκόμουν εκεί και
παρακολουθούσα τα σχήματα που δημιουργούσε.
Δεν μιλούσα καθόλου, μόλις που τολμούσα να ανασάνω. Ένιωθα λες και ήμουν παρών σε
μια πολύ ιδιωτική στιγμή, σαν να έβλεπα ένα αγρίμι να γεννάει. Και παρόλο που η Αλίσια είχε
επίγνωση της παρουσίας μου, δεν φαινόταν να ενοχλείται. Όση ώρα ζωγράφιζε, σήκωνε κάθε
τόσο το κεφάλι της και με κοίταζε.
Σχεδόν σαν να με μελετούσε.
Τις επόμενες μέρες ο πίνακας άρχισε σιγά σιγά να παίρνει μορφή, στην αρχή πρόχειρα,
αδρά, έπειτα όλο και με μεγαλύτερη σαφήνεια - ώσπου πρόβαλε στο τελάρο με ένα ξέσπασμα
φωτογραφικού ρεαλισμού και καθάριας λαμπρότητας.
Η Αλίσια είχε ζωγραφίσει ένα κτίριο από κόκκινα τούβλα, ένα νοσοκομείο - το Γκρόουβ,
δεν χωρούσε καμιά αμφιβολία. Είχε πιάσει ολόκληρο φωτιά. Στην έξοδο κινδύνου ξεχώριζαν
δύο μορφές. Ένας άντρας και μια γυναίκα που δραπέτευαν από την πυρκαγιά. Η γυναίκα
ήταν ολοφάνερα η Αλίσια. Τα κόκκινα μαλλιά της είχαν το ίδιο χρώμα με τις φλόγες. Στον
άντρα αναγνώρισα τον εαυτό μου. Κουβαλούσα στα μπράτσα μου την Αλίσια, κρατώντας
την ψηλά, ενώ η φωτιά έγλειφε τους αστραγάλους μου.
Δεν μπορούσα να καταλάβω αν με έδειχνε να τη σώζω - ή αν ετοιμαζόμουν να την πετάξω
μέσα στις φλόγες.
29 220

«Είναι γελοίο», είπε η γυναίκα. «Έρχομαι χρόνια εδώ και πρώτη φορά μου λέτε να
τηλεφωνήσω για να κλείσω ραντεβού. Δεν μπορώ να περιμένω όλη μέρα. Είμαι εξαιρετικά
πολυάσχολη».
Μια Αμερικανίδα στεκόταν μπροστά στη ρεσεψιόν και παραπονιόταν μεγαλόφωνα στη
Στέφανι Κλαρκ. Αναγνώρισα την Μπάρμπι Χέλμαν από τις εφημερίδες και την τηλεοπτική
κάλυψη του φόνου. Ήταν η γειτόνισσα της Αλίσια στο Χάμστεντ, που άκουσε τους
πυροβολισμούς τη βραδιά της δολοφονίας του Γκάμπριελ και τηλεφώνησε στην αστυνομία.
Η Μπάρμπι ήταν μια ξανθιά Καλιφορνέζα γύρω στα εξήντα πέντε, πιθανώς και
μεγαλύτερη. Ήταν βουτηγμένη στο Σανέλ νούμερο 5 κι είχε κάνει άπειρες πλαστικές. Της
ταίριαζε το όνομά της - έμοιαζε με ξαφνιασμένη κούκλα Μπάρμπι. Προφανώς, ήταν από τις
γυναίκες που είχε συνηθίσει να γίνεται το δικό της - εξού και οι έντονες διαμαρτυρίες της
στη ρεσεψιόν όταν ανακάλυψε ότι έπρεπε να κλείσει ραντεβού για να επισκεφθεί μια ασθενή.
«Θέλω να μιλήσω στον διευθυντή», δήλωσε με μια μεγαλόπρεπη χειρονομία, λες και
βρισκόταν σε εστιατόριο και όχι σε ψυχιατρική μονάδα. «Είναι γελοίο. Πού βρίσκεται;»
«Εγώ είμαι η διευθύντρια, κυρία Χέλμαν», είπε η Στέφανι. «Εχουμε ξανασυναντηθεί». ™
Ήταν η πρώτη φορά που συμπονούσα έστω και ελάχιστα τη Στέφανι· ήταν δύσκολο να μην
τη λυπηθεί κανείς καθώς δεχόταν την επίθεση της Μπάρμπι. Η Μπάρμπι μιλούσε πολύ και
γρήγορα, χωρίς παύσεις, χωρίς να δίνει στον αντίπαλό της χρόνο να απαντήσει.
«Ποτέ άλλοτε δεν αναφέρατε τίποτα για ραντεβού». Η Μπάρμπι γέλασε δυνατά. «Για
όνομα του Θεού, είναι πιο εύκολο να κλείσω τραπέζι στο Αιβι».
Τις πλησίασα και χαμογέλασα αθώα στη Στέφανι.
«Μπορώ να βοηθήσω;»
Η Στέφανι με κοίταξε ενοχλημένη. «Όχι, ευχαριστώ. Τα καταφέρνω μια χαρά».
Η Μπάρμπι με κοίταξε από την κορφή μέχρι τα νύχια με ενδιαφέρον. «Εσείς ποιος είστε;»
«Λέγομαι Θίο Φέιμπερ. Είμαι ο ψυχοθεραπευτής της Αλίσια».
«Αλήθεια;» είπε η Μπάρμπι. «Πολύ ενδιαφέρον». Φαίνεται ότι μπορούσε να συνεννοηθεί
με τους ψυχοθεραπευτές, σε αντίθεση με τους διευθυντές των κλινικών. Εφεξής μιλούσε
αποκλειστικά σ’ εμένα και φερόταν στη Στέφανι σαν να μην ήταν τίποτε άλλο από μια
υπάλληλος υποδοχής· κι αυτό με διασκέδαζε, το ομολογώ με κακία.
«Θα πρέπει να είστε καινούριος, για να μην έχουμε ξανασυναντηθεί», συνέχισε η Μπάρμπι.
Ετοιμάστηκα να απαντήσω, μα με πρόλαβε. «Συνήθως έρχομαι κάθε δυο τρεις μήνες. Αυτή
τη φορά πέρασε περισσότερος καιρός, μια που είχα πάει στις ΗΠΑ για να δω την οικογένειά
μου, αλλά αμέσως μόλις γύρισα σκέφτηκα να έρθω να δω τη φιλενάδα μου, γιατί μου λείπει
αφάνταστα. Ξέρετε, η Αλίσια ήταν η καλύτερή μου φίλη».
«Όχι, δεν το ήξερα».
«Α, ναι. Όταν μετακόμισαν στο διπλανό σπίτι, βοήθησα πάρα πολύ την Αλίσια και τον
Γκάμπριελ να προσαρμοστούν στη γειτονιά. Η Αλίσια κι εγώ γίναμε πολύ στενές φίλες.
Εκμυστηρευόμασταν τα πάντα η μια στην άλλη».
«Μάλιστα».
Ο Γιούρι εμφανίστηκε στην αίθουσα υποδοχής και του έκανα νόημα να έρθει κοντά μας.
«Η κυρία Χέλμαν ήρθε να δει την Αλίσια», του εξήγησα.
«Λέγε με Μπάρμπι, χρυσό μου. Ο Γιούρι κι εγώ είμαστε παλιοί φίλοι», είπε εκείνη,
κλείνοντας του το μάτι. «Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Δεν είναι αυτός το πρόβλημα. Είναι η
κυρία από δω...»
Έδειξε απαξιωτικά τη Στέφανι, η οποία βρήκε επιτέλους μια ευκαιρία να μιλήσει.
«Λυπάμαι, κυρία Χέλμαν», είπε η Στέφανι, «αλλά η πολιτική του νοσοκομείου έχει αλλάξει
από την τελευταία φορά που ήσαστε εδώ πέρυσι. Έχουμε αυξήσει τα μέτρα ασφαλείας. Από
δω και στο εξής, θα πρέπει να τηλεφωνείτε εκ των προτέρων...» 2»

«Οχ, Θεούλη μου, πρέπει πάλι να επαναλάβουμε τα ίδια και τα ίδια; Θα ξεφωνίσω έτσι και
το ακούσω άλλη μια φορά. Λες και η ζωή δεν είναι αρκετά περίπλοκη».
Η Στέφανι παραιτήθηκε πια και ο Γιούρι συνοδέυσε την Μπάρμπι. Τους ακολούθησα.
Μπήκαμε στο δωμάτιο των επισκεπτών και περιμέναμε την Αλίσια. Ήταν ένας γυμνός
χώρος - ένα τραπέζι και δύο καρέκλες, χωρίς παράθυρο, μ’ ένα αρρωστιάρικο κίτρινο φως
φθορισμού. Στάθηκα στο βάθος και είδα την Αλίσια να εμφανίζεται στην άλλη πόρτα,
συνοδευόμενη από δύο νοσοκόμες. Η Αλίσια δεν είχε καμιά εμφανή αντίδραση βλέποντας
την Μπάρμπι. Πλησίασε στο τραπέζι και κάθισε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της. Η Μπάρμπι,
από την άλλη μεριά, φάνηκε πολύ πιο συγκινημένη.
«Αλίσια, αγάπη μου, μου έλειψες πολύ. Πόσο αδυνάτισες, σκελετός έχεις μείνει. Σε ζηλεύω
αφάνταστα. Πώς είσαι; Εκείνη η απαίσια γυναίκα παραλίγο να μη με αφήσει να σε δω. Ήταν
σκέτος εφιάλτης...»
Έτσι συνεχίστηκε η επίσκεψη, με την Μπάρμπι να φλυαρεί αδιάκοπα για άσχετα πράγματα
και να διηγείται λεπτομέρειες από το Σαν Ντιέγκο όπου είχε πάει για να επισκεφθεί τη μητέρα
και τον αδελφό της. Η Αλίσια καθόταν σιωπηλή, με το πρόσωπό της μια μάσκα που δεν
πρόδιδε τίποτα, δεν έδειχνε τίποτα.Ύστερα από περίπου είκοσι λεπτά, ο μονόλογος ευτυχώς
τελείωσε. Ο Γιούρι έβγαλε έξω την Αλίσια, η οποία ήταν τόσο αδιάφορη όσο όταν ήρθε.
Καθώς η Μπάρμπι έφευγε από το Γκρόουβ, την πλησίασα. «Μπορώ να σας μιλήσω μια
στιγμή;» της ζήτησα.
Εκείνη έγνεψε καταφατικά, σαν να το περίμενε.
«Θέλεις να μου μιλήσεις για την Αλίσια; Καιρός ήταν πια να με ρωτήσει και κάποιος, διάολε.
Η αστυνομία δεν ήθελε να ακούσει τίποτα - κι ήταν τρελό, γιατί η Αλίσια, ξέρετε, μου
εκμυστηρευόταν διαρκώς τα πάντα. Μου είπε πράγματα που δεν θα τα πιστέψετε».
Η Μπάρμπι μίλησε με ιδιαίτερη έμφαση και χαμογέλασε δήθεν ντροπαλά. Ήξερε πως είχε
καταφέρει να ξυπνήσει το ενδιαφέρον μου.
«Όπως;» τη ρώτησα.
Εκείνη μου έσκασε ένα αινιγματικό χαμόγελο και φόρεσε το γούνινο παλτό της. «Δεν
μπορώ να μιλήσω γι’ αυτά εδώ μέσα. Έχω ήδη αργήσει αρκετά. Έλα σήμερα το απόγευμα -
να πούμε στις έξι;»
Δεν με ενθουσίαζε η προοπτική να πάω στο σπίτι της Μπάρμπι. Ευχόμουν ειλικρινά να μην
το μάθει ο Διομήδης. Ωστόσο, δεν είχα άλλη επιλογή - ήθελα να μάθω τι ήξερε. Της
χαμογέλασα βεβιασμένα. «Ποια είναι η διεύθυνσή σας;»
30 225

Το σπίτι της Μπάρμπι ήταν ένα απ’ αυτά που βρίσκονταν απέναντι από το Χάμστεντ Χιθ
κι έβλεπε σε μια από τις λιμνούλες. Ήταν μεγάλο και, κρίνοντας από τη θέση του, μάλλον
πανάκριβο και υπερτιμημένο.
Η Μπάρμπι ζούσε αρκετά χρόνια στο Χάμστεντ προτού ο Γκάμπριελ και η Αλίσια
μετακομίσουν στο διπλανό σπίτι. Ο πρώην άντρας της ήταν τραπεζίτης επενδύσεων και
πηγαινοερχόταν μεταξύ Λονδίνου και Νέας Υόρκης μέχρι που χώρισαν. Βρήκε μια νεότερη
και πιο ξανθιά εκδοχή της γυναίκας του - και η Μπάρμπι πήρε το σπίτι. «Κι έτσι ήμαστε όλοι
ευχαριστημένοι», είπε γελώντας. «Ιδιαίτερα εγώ».
Το σπίτι της ήταν βαμμένο γαλάζιο, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα σπίτια στον δρόμο που
ήταν λευκά. Ο μπροστινός κήπος ήταν διακοσμημένος με δεντράκια και φυτά σε γλάστρες.
Η Μπάρμπι με υποδέχτηκε στην πόρτα.
«Γεια σου, χρυσό μου. Χαίρομαι που ήρθες στην ώρα σου. Αυτό είναι καλό σημάδι. Πέρασε».
Την ακολούθησα από το χολ στο σαλόνι. Το σπίτι μύριζε σαν θερμοκήπιο. Ήταν γεμάτο
φυτά και λουλούδια: τριαντάφυλλα, κρίνα, ορχιδέες όπου κι αν έπεφτε το μάτι σου. Στους
τοίχους κρέμονταν στριμωγμένοι πίνακες, καθρέφτες, κορνιζαρισμένες φωτογραφίες· τα
αγαλματίδια, τα βάζα και τα αντικείμενα τέχνης συναγωνίζονταν για μια θέση πάνω στα
τραπεζάκια και στους μπουφέδες. Ήταν όλα πανάκριβα, μα βαλμένα έτσι έμοιαζαν με
σκαρταδούρα. Αν αποτελούσαν ένδειξη για το μυαλό της, το λιγότερο που θα μπορούσε να
πει κανείς ήταν πως φανέρωναν μια σύγχυση στον εσωτερικό της κόσμο. Με έκαναν να
σκεφτώ χάος, ακαταστασία, απληστία - αχόρταγη πείνα. Αναρωτήθηκα πώς να ήταν η
παιδική της ηλικία.
Μετακίνησα μερικά μαξιλάρια με κρόσσια για να κάνω χώρο και κάθισα στον μεγάλο,
άβολο καναπέ. Η Μπάρμπι άνοιξε ένα ντουλάπι με ποτά κι έβγαλε δύο ποτήρια.
«Πες μου τώρα, τι θες να πιεις; Μου δίνεις την εντύπωση ότι σ’ αρέσει το ουίσκι. Ο πρώην
άντρας μου έπινε ένα γαλόνι ουίσκι τη μέρα. Έλεγε πως το είχε ανάγκη για να με ανέχεται».
Έβαλε τα γέλια και πρόσθεσε: «Βασικά, ξέρω από κρασιά. Παρακολούθησα μαθήματα στην
περιοχή του Μπορντό της Γαλλίας. Έχω εξαιρετική μύτη».
Έκανε μια παύση για να πάρει ανάσα και βρήκα την ευκαιρία να μιλήσω όσο προλάβαινα.
«Δεν μ’ αρέσει το ουίσκι. Αλλωστε, δεν πίνω ιδιαίτερα... Καμιά μπίρα μία στις τόσες».
«Α». Η Μπάρμπι φάνηκε ενοχλημένη. «Δεν έχω καθόλου μπίρα».
«Δεν υπάρχει πρόβλημα, δεν χρειάζομαι ποτό...»
«Εγώ όμως χρειάζομαι, χρυσό μου.Ήταν μια από αυτές τις μέρες».
Γέμισε ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί και κουλουριάστηκε στην πολυθρόνα σαν να
ετοιμαζόταν για μια μεγάλη κουβέντα.
«Είμαι όλη δική σου», δήλωσε ναζιάρικα. «Τι θες να μάθεις;»
«Έχω δυο τρεις ερωτήσεις, αν δεν σας πειράζει».
«Σ’ ακούω».
«Ανέφερε ποτέ η Αλίσια ότι έβλεπε κάποιον γιατρό;»
«Γιατρό;» Η Μπάρμπι έδειξε να ξαφνιάζεται. «Εννοείς ψυχίατρο;»
«Όχι, εννοώ γιατρό».
«Να σου πω, εγώ δεν...» Η Μπάρμπι δεν τελείωσε την πρότασή της. Δίστασε λίγο. «Βασικά?,
τώρα που το λες, έβλεπε κάποιον...»
«Ξέρετε το όνομά του;»
«Όχι - θυμάμαι όμως ότι της είπα για τον γιατρό μου, τον δόκτορα Μονκς, που είναι
φανταστικός. Αρκεί να σε δει μια φορά για να καταλάβει τι έχεις και σου λέει ακριβώς τι να
φας. Είναι εκπληκτικό...» Ακολούθησε μια μακροσκελής και περίπλοκη εξήγηση των
διατροφικών απαιτήσεων του γιατρού της Μπάρμπι και η επιμονή της να τον επισκεφθώ
σύντομα. Είχα αρχίσει να χάνω την υπομονή μου. Χρειάστηκε κάποια προσπάθεια να την
επαναφέρω στο θέμα μας.
«Είδατε την Αλίσια τη μέρα του φόνου;»
«Ναι, λίγες ώρες προτού συμβεί». Έκανε μια παύση για να πιει κι άλλο κρασί. «Πήγα να τη
δω. Πεταγόμουν συνέχεια σπίτι της για καφέ. Δηλαδή, εκείνη έπινε καφέ, εγώ συνήθως
πήγαινα κάποιο ποτό. Μιλούσαμε ώρες ολόκληρες. Ήμαστε πολύ συνδεδεμένες, ξέρεις».
Έτσι λες συνέχεια, σκέφτηκα. Μα είχα ήδη διαγνώσει ότι η Μπάρμπι ήταν σχεδόν ολότελα
ναρκισσιστική προσωπικότητα· πολύ αμφέβαλλα αν μπορούσε να σχετιστεί με άλλους, παρά
μόνο για να ικανοποιήσει τις δικές της ανάγκες. Υποψιαζόμουν ότι η Αλίσια δεν θα μιλούσε
πολύ σε αυτές τις επισκέψεις.
«Πώς θα περιγράφατε την ψυχική της κατάσταση εκείνο το απόγευμα;»
Η Μπάρμπι ανασήκωσε τους ώμους της. «Φαινόταν μια χαρά. Απλώς είχε φριχτό
πονοκέφαλο».
«Δεν ήταν καθόλου νευρική;»
«Θα έπρεπε;»
«Ε, δεδομένων των συνθηκών...»
Η Μπάρμπι με κοίταξε κατάπληκτη. «Δεν πιστεύεις πως ήταν ένοχη, έτσι δεν είναι;»Έπειτα
έβαλε τα γέλια. «Αχ, χρυσό μου - σε περνούσα για πολύ πιο έξυπνο».
«Φοβάμαι πως δεν...»
«Η Αλίσια δεν ήταν με τίποτα τόσο σκληρή ώστε να σκοτώσει τον οποιονδήποτε. Δεν ήταν
δολοφόνος. Σου το λέω εγώ. Είναι αθώα. Είμαι σίγουρη εκατό τοις εκατό».
«Είμαι περίεργος πώς και είστε τόσο βέβαιη, δεδομένων των αποδεικτικών στοιχείων...»
«Δεκάρα δεν δίνω γι’ αυτά. Έχω τα δικά μου στοιχεία».

«Φυσικά. Πρώτα όμως... πρέπει να ξέρω αν μπορώ να σε εμπιστευτώ». Το βλέμμα της


Μπάρμπι έψαξε πεινασμένα κοίταξα σταθερά. Κι έπειτα μου ξεφούρνισε με
απόλυτη φυσικότητα: «Υπήρχε, βλέπεις, ένας άντρας».
«Ένας άντρας;»
«Ναι. Που την παρακολουθούσε».
Ξαφνιάστηκα κάπως και μπήκα αμέσως σε επιφυλακή.
«Τι εννοείτε, παρακολουθούσε;»
«Αυτό ακριβώς που είπα. Παρακολουθούσε. Το είπα στους αστυνομικούς, αλλά δεν έδειξαν
το παραμικρό ενδιαφέρον. Είχαν βγάλει την ετυμηγορία τους από τη στιγμή που βρήκαν την
Αλίσια με το πτώμα του Γκάμπριελ και το όπλο. Δεν ήθελαν να ακούσουν καμιά άλλη
ιστορία».
«Ποια ιστορία δηλαδή;»
«Θα σου πω. Και θα καταλάβεις γιατί ήθελα να έρθεις εδώ απόψε. Αξίζει τον κόπο να την
ακούσεις».
Πες τη να ξεμπερδεύουμε, σκέφτηκα. Δεν μίλησα, ωστόσο, απλώς χαμογέλασα
ενθαρρυντικά.
Εκείνη ξαναγέμισε το ποτήρι της. «Όλα άρχισαν περίπου δύο βδομάδες πριν από τον φόνο.
Πήγα να δω την Αλίσια κι ήπιαμε ένα ποτό και πρόσεξα ότι ήταν πιο λιγομίλητη απ’ όσο
συνήθως. “Είσαι καλά;” τη ρώτησα. Και πάτησε τα κλάματα. Πρώτη φορά την έβλεπα έτσι.
Έκλαιγε ασταμάτητα. Ξέρεις, ήταν τόσο συγκρατημένη συνήθως... εκείνη τη μέρα, όμως,
άφησε ελεύθερο τον εαυτό της. Ήταν ένα χάλι, χρυσό μου, ένα μαύρο χάλι».
«Τι είπε;»
«Με ρώτησε αν είχα προσέξει κάποιον να τριγυρίζει στη γειτονιά. Είχε δει έναν άντρα στον
δρόμο να την παρακολουθεί». Η Μπάρμπι δίστασε λίγο και πρόσθεσε: «Θα σου δείξω. Μου
έστειλε αυτό το μήνυμα».
Έπιασε με τα περιποιημένα χέρια της το κινητό της κι έψαξε τις φωτογραφίες. Έπειτα μου
κόλλησε στο πρόσωπο την οθόνη.
Την κοίταξα με ένταση. Χρειάστηκα ένα δευτερόλεπτο για να αντιληφθώ τι έβλεπα. Μια
θαμπή φωτογραφία ενός δέντρου.
«Τι είναι;»
«Σαν τι μοιάζει;»
«Με δέντρο;»
«Πίσω από το δέντρο».
Πίσω από το δέντρο υπήρχε μια γκρίζα μουτζούρα - θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε, από
λάμπα του δρόμου μέχρι μεγάλο σκυλί.
«Είναι ένας άντρας», τόνισε η Μπάρμπι. «Φαίνεται τελείως ξεκάθαρα το περίγραμμά του».
Δεν πείστηκα, όμως δεν έφερα αντίρρηση. Δεν ήθελα να διασπάσω την προσοχή της
Μπάρμπι. «Για συνεχίστε», την παρακίνησα.
«Αυτό είναι».
«Μα τι συνέβη;»
Η Μπάρμπι ανασήκωσε τους ώμους της. «Τίποτα. Είπα στην Αλίσια να ενημερώσει τους
μπάτσους - και τότε ανακάλυψα πως δεν το είχε πει ούτε καν στον άντρα της».
«Δεν το είχε πει στον Γκάμπριελ; Για ποιο λόγο;»
«Δεν έχω ιδέα. Είχα την αίσθηση πως δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαθητικός άνθρωπος - τέλος
πάντων. Επέμεινα να πάει στην αστυνομία. Θέλω να πω, κι εγώ; Η δική μου ασφάλεια; Έξω
κυκλοφορεί ένας ύποπτος τύπος - κι είμαι μια γυναίκα που μένει ολομόναχη, καταλαβαίνεις;
Θέλω να νιώθω ασφαλής όταν πηγαίνω τα βράδια για ύπνο».
«Κι η Αλίσια ακολούθησε τη συμβουλή σας;»
Η Μπάρμπι έγνεψε αρνητικά. «Όχι, δεν την ακολούθησε. Μετά από λίγες μέρες μου είπε
πως το κουβέντιασε με τον άντρα της και κατέληξε ότι τελικά ήταν η φαντασία της. Μου
ζήτησε να το ξεχάσω και να μην το αναφέρω στον Γκάμπριελ έτσι και τον έβλεπα. Κι επίσης
να σβήσω τη φωτογραφία. Δεν την έσβησα - την έδειξα στην αστυνομία όταν τη συνέλαβαν.
Μα δεν ενδιαφέρθηκαν. Είχαν πάρει ήδη την απόφασή τους. Είμαι σίγουρη, πάντως, πως
υπάρχει ζουμί από πίσω. Μπορώ να σου πω;...» Η φωνή της χαμήλωσε μέχρι που έγινε ένας
δραματικός ψίθυρος. «Η Αλίσια φοβόταν».
Σώπασε μελοδραματικά για λίγο, αποτελειώνοντας το κρασί της.Έπιασε ξανά το μπουκάλι.
«Είσαι σίγουρος ότι δεν θέλεις ένα ποτό;»
Αρνήθηκα πάλι, την ευχαρίστησα, βρήκα μια δικαιολογία κι έφυγα. Δεν είχε νόη μα να μείνω
άλλο· δεν είχε να μου πει τίποτα παραπάνω.Έπρεπε να σκεφτώ ένα σωρό πράγματα.
Είχε σκοτεινιάσει πια όταν έφυγα απ’ το σπίτι της. Στάθηκα για μια στιγμή έξω από το
διπλανό σπίτι - το παλιό σπίτι της Αλίσια. Είχε πουληθεί λίγο μετά τη δίκη και τώρα ζούσε
εκεί ένα ζευγάρι από την Ιαπωνία. Σύμφωνα με την Μπάρμπι, δεν ήταν καθόλου φιλικοί. Είχε
κάνει κάμποσες προσπάθειες να πιάσει φιλίες μαζί τους, αλλά εκείνοι αντιστάθηκαν.
Αναρωτήθηκα πώς θα ένιωθα έτσι και είχα γειτόνισσα την Μπάρμπι που θα ερχόταν επίσκεψη
κάθε τρεις και λίγο. Αναρωτήθηκα πώς ένιωθε η Αλίσια γι’ αυτή.
Αναψα τσιγάρο και συλλογίστηκα όσα είχα μόλις ακούσει. Δηλαδή η Αλίσια είχε πει στην
Μπάρμπι πως την παρακολουθούσαν. Οι αστυνομικοί μάλλον φαντάστηκαν ότι αυτά τα είχε
βγάλει η Μπάρμπι απ’ το μυαλό της επιζητώντας την προσοχή και γι’ αυτό αγνόησαν την
ιστορία της. Δεν απορούσα· ήταν δύσκολο να πάρει κανείς την Μπάρμπι στα σοβαρά.
Αυτό σήμαινε ότι η Αλίσια είχε φοβηθεί τόσο ώστε να ζητήσει βοήθεια από την Μπάρμπι
- και ύστερα από τον Γκάμπριελ. Και μετά τι; Μήπως η Αλίσια εκμυστηρεύτηκε κάτι και σε
κάποιον άλλο; Έπρεπε να μάθω.
Ξαφνικά, πρόβαλε στο μυαλό μου η εικόνα μου ως παιδιού. Ήμουν ένα αγοράκι που
κόντευε να σκάσει από το άγχος, που κρατούσα μέσα μου όλους μου τους τρόμους, όλο μου
τον πόνο: τριγυρίζοντας αδιάκοπα πάνω-κάτω, ανήσυχα, φοβισμένα· μόνος με τον φόβο του
τρελού πατέρα μου. Χωρίς κανέναν να μιλήσω. Χωρίς κανέναν να μ’ ακούσει. Παρόμοια
απόγνωση θα πρέπει να ένιωθε και η Αλίσια, αλλιώς ποτέ δεν θα είχε μιλήσει στην Μπάρμπι.
Ανατρίχιασα - και διαισθάνθηκα ένα ζευγάρι μάτια στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου.
Στράφηκα απότομα - μα δεν ήταν κανένας εκεί.Ήμουν ολομόναχος. Ο δρόμος ήταν άδειος,
γεμάτος σκιές, σιωπηλός.
31 232

Έφτασα στο Γκρόουβ το επόμενο πρωί, έχοντας σκοπό να μιλήσω στην Αλίσια για όσα μου
είχε πει η Μπάρμπι. Μόλις όμως μπήκα στην αίθουσα υποδοχής, άκουσα μια γυναίκα να
ξεφωνίζει. Ουρλιαχτά αγωνίας αντηχούσαν στους διαδρόμους.
«Τι είναι; Τι συμβαίνει;»
Ο φύλακας αγνόησε τις ερωτήσεις μου. Με προσπέρασε τρέχοντας καθώς κατευθυνόταν
προς τη μονάδα. Τον ακολούθησα. Οι κραυγές έγιναν ακόμα πιο δυνατές όσο πλησίαζα.
Ευχόμουν να ήταν καλά η Αλίσια, να μην ήταν ανακατεμένη - ωστόσο, είχα ένα κακό
προαίσθημα.
Έστριψα στη γωνία. Ένα πλήθος από νοσοκόμες, ασθενείς και προσωπικό ασφαλείας είχε
μαζευτεί έξω από τη Γυάλα. Ο Διομήδης ήταν στο τηλέφωνο και ζητούσε παραϊατρικό
προσωπικό. Το πουκάμισό του ήταν πιτσιλισμένο με αίμα - όχι όμως δικό του. Δύ©
νοσηλεύτριες γονάτιζαν στο πάτωμα βοηθώντας μια γυναίκα που ούρλιαζε. Η γυναίκα δεν
ήταν η Αλίσια.
Ήταν η Ελίφ.
Η Ελίφ σπάραζε, τσιρίζοντας απ’ τον πόνο, κι έσφιγγε το ματωμένο της πρόσωπο. Από το
μάτι της ξεχυνόταν ποτάμι το αίμα. Κάτι μπηγμένο στον βολβό της εξείχε απ’ την κόγχη.
Έμοιαζε με ξυλάκι. Μα δεν ήταν ξυλάκι. Κατάλαβα αμέσως τι ήταν. Ένα πινέλο.
Ο Γιούρι κι ένας άλλος νοσοκόμος κρατούσαν την Αλίσια κοντά στον τοίχο. Ωστόσο, δεν
χρειαζόταν να ασκήσουν καμιά σωματική δύναμη. Ήταν απολύτως ήρεμη, ασάλευτη σαν
άγαλμα. Η έκφρασή της μου θύμισε έντονα τον πίνακα - την Αλκηστη. Ανέκφραστη, κενή.
Αδεια. Το βλέμμα της καρφώθηκε κατευθείαν πάνω μου.
Και, για πρώτη φορά, φοβήθηκα.
32 234

«Πώς είναι η Ελίφ;» ρώτησα. Περίμενα στη Γυάλα κι έπιασα τον Γιούρι αμέσως μόλις γύρισε
από τον θάλαμο επειγόντων περιστατικών.
«Η κατάστασή της είναι σταθερή», μου απάντησε στενάζοντας βαριά. «Κι αυτό είναι το
καλύτερο που μπορούμε να ελπίζουμε».
«Θα ήθελα να τη δω».
«Την Ελίφ; Ή την Αλίσια;»
«Την Ελίφ πρώτα».
Ο Γιούρι έγνεψε καταφατικά. «Θέλουν να ξεκουραστεί απόψε, το πρωί όμως θα σε πάω να
τη δεις».
«Τι έγινε; Ήσουν εκεί; Να υποθέσω ότι εξόργισε την Αλίσια;»
Εκείνος στέναξε πάλι και ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω. Η Ελίφ τριγύριζε έξω από το
ατελιέ της Αλίσια. Θα πρέπει να έγινε κάποιος καβγάς. Δεν έχω ιδέα για ποιο λόγο».
«Εχεις το κλειδί; Πάμε να ρίξουμε μια ματιά. Μπας κι ανακαλύψουμε κανένα στοιχείο».
Βγήκαμε από τη Γυάλα και πήγαμε στο ατελιέ της Αλίσια. Ο Γιούρι ξεκλείδωσε την πόρτα
και την άνοιξε.Έπειτα άναψε το φως.
Κι εκεί, πάνω στο καβαλέτο, βρισκόταν η απάντηση που γυρεύαμε.
Ο πίνακας της Αλίσια -που έδειχνε το Γκρόουβ να φλέγεται- είχε καταστραφεί. Πάνω του,
με κόκκινη μπογιά, ήταν άτσαλα πασαλειμμένη η λέξη «ΠΟΥΤΑΝΑ».
Έγνεψα καταφατικά. «5

«Έτσι εξηγούνται όλα».


«Πιστεύεις πως το έκανε η Ελίφ;»
«Ποιος άλλος;»
Βρήκα την Ελίφ στον θάλαμο των επειγόντων. Ήταν καθισμένη στο κρεβάτι και της είχαν
βάλει ορό. Χοντροί επίδεσμοι, τυλιγμένοι γύρω από το κεφάλι της, σκέπαζαν το ένα μάτι της.
Ήταν αναστατωμένη, θυμωμένη και πονούσε.
«Αντε γαμήσου», είπε μόλις με είδε.
Τράβηξα μια καρέκλα κοντά στο κρεβάτι και κάθισα. Της μίλησα γλυκά, με σεβασμό.
«Λυπάμαι, Ελίφ. Πραγματικά λυπάμαι. Ήταν φριχτό αυτό που έγινε. Σκέτη τραγωδία».
«Ναι, ρε γαμώτο. Και τώρα πήγαινε στο διάολο και παράτα με ήσυχη».
«Πες μου τι συνέβη».
«Εκείνη η σκρόφα μού έβγαλε το μάτι, π’ ανάθεμά τη. Να τι συνέβη».
«Γιατί το έκανε αυτό; Τσακωθήκατε;»
«Πας να κατηγορήσεις εμένα; Εγώ τίποτες δεν έκανα!»
«Δεν πάω να σε κατηγορήσω. Θέλω απλώς να καταλάβω γιατί το έκανε».
«Επειδής έχει λασκαρισμένη βίδα, γαμώτη μου, να γιατί».
«Δεν είχε καμιά σχέση με τον πίνακα; Είδα τι έκανες. Τον κατέστρεψες, έτσι δεν είναι;»
Η Ελίφ στένεψε το μάτι που της απέμενε κι έπειτα το έκλεισε σφιχτά.
«Ήταν κακό αυτό που έκανες, Ελίφ. Όχι πως δικαιολογεί την αντίδρασή της, αλλά και
πάλι...»
«Δεν το ’κάνε γι’ αυτό».
Η Ελίφ άνοιξε το μάτι της και με κοίταξε χλ ευ αστικά. Δίστασα λίγο.
«Μπα; Τότε για ποιο λόγο σου επιτέθηκε;»
Τα χείλη της στράβωσαν σαν να χαμογελούσαν. Δεν είπε κουβέντα. Καθίσαμε σιωπηλοί

«Της είπα την αλήθεια», δήλωσε.


«Ποια αλήθεια;»
«Ότι της έχεις αδυναμία».
Έμεινα εμβρόντητος. Πριν προλάβω να απαντήσω, η Ελίφ πρόσθεσε με ψυχρή
περιφρόνηση:
«Είσαι ερωτευμένος μαζί της, φιλαράκο. Κι εγώ της το είπα. “Σ’ αγαπάει”, είπα. “Σ’ αγαπάει
- ο Θίο κι η Αλίσια κάθονται σ’ ένα δέντρο. Ο Θίο κι η Αλίσια ΦΙΛΙΟΥΝΤΑΙ
γελάει μ’ ένα απαίσιο, τσιριχτό κακάρισμα. Μπορούσα να φανταστώ τι έγινε μετά - την
Αλίσια την έπιασε φρενίτιδα, στράφηκε απότομα, σήκωσε ψηλά το πινέλο της... και το έμπηξε
στο μάτι της Ελίφ. «Είναι τελείως παλαβή, γαμώτο». Η Ελίφ ακουγόταν έτοιμη να βάλει τα
κλάματα, εξαντλημένη, γεμάτη αγωνία. «Ψυχάκιας πέρα για πέρα».
Και κοιτάζοντας την μπανταρισμένη της πληγή, δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ μήπως
είχε δίκιο.
33 237

Η συνάντηση έγινε στο γραφείο του Διομήδη, αλλά από την πρώτη στιγμή πήρε τον έλεγχο
η Στέφανι Κλαρκ. Τώρα που είχαμε αφήσει τον ασαφή κόσμο της ψυχολογίας και μπήκαμε
στον υπαρκτό τομέα της υγείας και της ασφάλειας, βρισκόμασταν υπό τη δικαιοδοσία της,
και το ήξερε. Κρίνοντας από τη σκυθρωπή σιωπή του Διομήδη, ήταν ολοφάνερο πως το ήξερε
κι αυτός.
Η Στέφανι στεκόταν με τα μπράτσα σταυρωμένα· η έξαψή της ήταν σχεδόν χειροπιαστή.
Πολύ γουστάρει, σκέφτηκα, να είναι επικεφαλής, να έχει τον τελευταίο λόγο. Πόσο θα πρέπει
να δυσφορούσε όταν κάναμε κόμμα εναντίον της, αγνοώντας τις αποφάσεις της. Τώρα
απολάμβανε την εκδίκησή της. «Το περιστατικό χθες το πρωί ήταν εντελώς απαράδεκτο»,
δήλωσε. «Σας προειδοποίησα να μην επιτραπεί στην Αλίσια να ζωγραφίζει, όμως δεν με
ακούσατε. Τα μεμονωμένα προνόμια δημιουργούν πάντα φθόνο και δυσαρέσκειες. Το
περίμενα πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Από δω και στο εξής θα πρέπει να προέχει η
ασφάλεια».
«Γι’ αυτό μπήκε στην απομόνωση η Αλίσια;» ρώτησα. «Για λόγους ασφαλείας;»
«Αποτελεί κίνδυνο για τον εαυτό της και για τους άλλους. Επιτέθηκε στην Ελίφ - θα
μπορούσε να την έχει σκοτώσει».
«Την προκάλεσε».
Ο Διομήδης κούνησε το κεφάλι του και μπήκε στη συζήτηση. «Δεν νομίζω», είπε
κουρασμένα, «πως δικαιολογείται μια τέτοια επίθεση, όσο μεγάλη κι αν ήταν η πρόκληση»;^
Η Στέφανι έγνεψε καταφατικά. «Ακριβώς», συμφώνησε.
«Ηταν ένα μεμονωμένο περιστατικό», επέμεινα. «Το να βάλετε την Αλίσια στην
απομόνωση δεν είναι απλώς σκληρό - είναι βάρβαρο». Στο Μπρόντμουρ είχα δει τους
ασθενείς που έμπαιναν στην απομόνωση και τους κλείδωναν σ’ ένα μικροσκοπικό δωμάτιο
χωρίς παράθυρα, όπου μετά βίας χωρούσε ένα κρεβάτι, πόσο μάλλον περισσότερα έπιπλα.
Οι ώρες και οι μέρες εκεί μέσα αρκούσαν για να τρελάνουν τον καθένα, όχι μόνο όσους ήταν
ήδη ανισόρροποι.
Η Στέφανι ανασήκωσε τους ώμους της. «Ως διευθύντρια της κλινικής, έχω το δικαίωμα να
πάρω όποια πρωτοβουλία κρίνω απαραίτητη. Ζήτησα τη συμβουλή του Κρίστιαν και
συμφώνησε μαζί μου».
«Δεν αμφιβάλλω καθόλου».
Ο Κρίστιαν μού χαμογέλασε αυτάρεσκα από την άλλη άκρη του δωματίου.'Ενιωθα επίσης
τον Διομήδη να με παρακολουθεί.Ήξερα τι σκέφτονταν - άφηνα το θέμα να γίνει προσωπικό
και φανέρωνα τα συναισθήματά μου· όμως δεν μ’ ένοιαζε.
«Η λύση δεν είναι να την κλειδώσουμε. Πρέπει να συνεχίσουμε να της μιλάμε. Χρειάζεται
να καταλάβουμε».
«Εγώ καταλαβαίνω μια χαρά», είπε ο Κρίστιαν μ’ ένα βαρύ συγκαταβατικό ύφος, σαν να
μιλούσε σε καθυστερημένο παιδί. «Εσύ φταις, Θίο».
«Εγώ;»
«Ποιος άλλος; Εσύ είσαι αυτός που αναμόχλευσες τα πράγματα».
«Με ποια έννοια τα αναμόχλευσα;»
«Δεν είναι αλήθεια; Δεν έκανες ολόκληρη εκστρατεία για να μειώσουμε τη δόση των
φαρμάκων της...»
Γέλασα. «Ε, όχι κι εκστρατεία. Μια παρέμβαση έκανα. Ήταν χαπακωμένη μέχρι αηδίας.
Έμοιαζε με ζόμπι».
«Βλακείες».
Στράφηκα στον Διομήδη. «Τώρα σοβαρά πάτε να τα φορτώσετε σ’ εμένα; Αυτό συμβαίνει
εδώ;»
Εκείνος έγνεψε αρνητικά, αλλά απέφυγε να με κοιτάξει κατάματα. «Οχι βέβαια. Είναι
φανερό, πάντως, ότι η ψυχοθεραπεία την έχει αποσταθεροποιήσει.Ήταν υπερβολικά μεγάλη
η πρόκληση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Υποψιάζομαι πως γι’ αυτό συνέβη αυτό το
ατυχές περιστατικό».
«Δεν το δέχομαι».
«Μάλλον έχεις εμπλακεί συναισθηματικά και δεν βλέπεις καθαρά». Ο Διομήδης σήκωσε
τα χέρια ψηλά κι αναστέναξε ηττημένος. «Δεν έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε άλλα λάθη,
ειδικά σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία - όπως ξέρεις, διακυβεύεται το μέλλον της μονάδας.
Κάθε σφάλμα μας δίνει άλλη μια δικαιολογία στο Ίδρυμα να μας κλείσει».
Αισθάνθηκα αφάνταστα εκνευρισμένος από την ηττοπάθειά του, την αποκαμωμένη του
αποδοχή. «Η απάντηση δεν είναι να τη γεμίσουμε φάρμακα και να πετάξουμε το κλειδί»,
διαμαρτυρήθηκα. «Δεν είμαστε δεσμοφύλακες».
«Συμφωνώ», είπε η Ίντιρα. Μου χαμογέλασε ενθαρρυντικά και συνέχισε: «Το πρόβλημα
είναι ότι αποφεύγουμε τόσο τον κίνδυνο, ώστε προτιμάμε να δίνουμε ένα σωρό φάρμακα
παρά να διακινδυνεύσουμε. Πρέπει να είμαστε αρκετά γενναίοι ώστε να καθίσουμε με την
τρέλα, να την κρατήσουμε - αντί να προσπαθούμε να την κλειδώσουμε».
Ο Κρίστιαν έκανε μια γκριμάτσα κι ετοιμάστηκε να φέρει αντίρρηση, αλλά τον πρόλαβε ο
Διομήδης κουνώντας το κεφάλι του:
«Είναι πολύ αργά πια για όλα αυτά. Το φταίξιμο είναι δικό μου. Η Αλίσια δεν είναι
κατάλληλη για ψυχοθεραπεία. Δεν έπρεπε ποτέ να επιτρέψω κάτι τέτοιο».
Ο Διομήδης είπε πως κατηγορούσε τον εαυτό του, ήξερα όμως ότι στην πραγματικότητα
έριχνε σ’ εμένα το φταίξιμο. Όλα τα βλέμματα είχαν καρφωθεί πάνω μου: το απογοητευμένο
κατσούφιασμα του Διομήδη· η κοροϊδευτική, θριαμβευτική έκφραση του Κρίστιαν· η εχθρική
ματιά της Στέφανι· το ανήσυχο βλέμμα της Ίντιρα.
Προσπάθησα να μην ακουστώ σαν να ικέτευα. «Μην αφήνετε την Αλίσια να ζωγραφίζει,
αν έτσι πρέπει», είπα. «Μη σταματήσετε όμως την ψυχοθεραπεία της - είναι ο μόνος τρόπος
για να επικοινωνήσουμε μαζί της».
Ο Διομήδης έγνεψε αρνητικά. «Υποψιάζομαι πως είναι ανέφικτο κάτι τέτοιο».
«Δώστε μου απλώς λίγο περισσότερο χρόνο...»
Ωστόσο, ο τόνος της φωνής του είχε κάτι το τελεσίδικο, που μου έλεγε ότι δεν είχε νόημα
να επιμείνω περισσότερο.
«Όχι», αποκρίθηκε ο Διομήδης. «Τέρμα».
34 241

Ο Διομήδης είχε άδικο για τα σύννεφα. Δεν έφεραν χιόνι· αντίθετα, εκείνο το απόγευμα
έριξε βροχή με το τουλούμι. Καταιγίδα με θυμωμένες βροντές και λαμπερές αστραπές.
Περίμενα την Αλίσια στο δωμάτιο της ψυχοθεραπείας, παρακολουθώντας τη βροχή να
σφυροκοπάει το τζάμι. Αισθανόμουν κατάθλιψη, εξάντληση. Όλη αυτή η ιστορία ήταν χάσιμο
χρόνου. Είχα χάσει την Αλίσια προτού μπορέσω να τη βοηθήσω· και τώρα δεν θα μου δινόταν
ποτέ η ευκαιρία.
Ένα χτύπημα στην πόρτα. Ο Γιούρι έφερε την Αλίσια στο δωμάτιο. Έδειχνε χειρότερα απ’
όσο περίμενα. Κάτωχρη σαν φάντασμα. Οι κινήσεις της ήταν άτσαλες, το δεξί της πόδι έτρεμε
ασταμάτητα. Τον μαλάκα τον Κρίστιαν, σκέφτηκα - ήταν χαπακωμένη μέχρι τα μπούνια.
Έπεσε μια παρατεταμένη σιωπή όταν έφυγε ο Γιούρι. Η Αλίσια δεν με κοίταζε. Τελικά, της
μίλησα αργά και καθαρά για να βεβαιωθώ πως με καταλάβαινε.
«Αλίσια. Λυπάμαι που σε έβαλαν στην απομόνωση. Λυπάμαι που έπρεπε να το περάσεις
αυτό».
Καμιά αντίδραση. Δίστασα προτού συνεχίσω. ™
«Πολύ φοβάμαι ότι εξαιτίας αυτού που έκανες στην Ελίφ η ψυχοθεραπεία μας
τερματίστηκε. Δεν ήταν δική μου η απόφαση -το αντίθετο μάλιστα-, αλλά δεν μπορώ να
κάνω τίποτα. Θα ήθελα να σου δώσω την ευκαιρία να μιλήσεις για ό,τι συνέβη, να εξηγήσεις
γιατί επιτέθηκες στην Ελίφ. Και να εκφράσεις τη μεταμέλεια που είμαι σίγουρος ότι νιώθεις».
Η Αλίσια δεν είπε τίποτα. Δεν ήμουν σίγουρος ότι τα λόγια μου διαπερνούσαν τη θολούρα
που της προκαλούσαν τα φάρμακα.
«Θα σου πω πώς αισθάνομαι εγώ», πρόσθεσα. «Για να είμαι ειλικρινής, νιώθω θυμωμένος.
Νιώθω θυμωμένος που η δουλειά μας τελειώνει προτού καν αρχίσουμε κανονικά - και νιώθω
θυμωμένος που δεν προσπάθησες περισσότερο».
Το κεφάλι της κουνήθηκε. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο δικό μου.
«Φοβάσαι, το ξέρω», είπα. «Προσπάθησα να σε βοηθήσω - αλλά δεν μ’ αφήνεις. Και τώρα
δεν ξέρω τι να κάνω».
Σώπασα ηττη μένος.
Και τότε η Αλίσια έκανε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
Έτεινε προς το μέρος μου το τρεμάμενο χέρι της. Κρατούσε σφιχτά κάτι - ένα μικρό
δερμάτινο σημειωματάριο.
«Τι είναι αυτό;»
Καμιά απάντηση. Συνέχισε να το τείνει προς το μέρος μου. Το κοίταξα με περιέργεια.
«Θέλεις να το πάρω;»
Καμιά απάντηση. Δίστασα κι έπειτα πήρα μαλακά το σημειωματάριο από τα δάχτυλά της
που έτρεμαν. Το άνοιξα και το ξεφύλλισα.Ήταν ένα χειρόγραφο ημερολόγιο.
Το ημερολόγιο της Αλίσια.
Κρίνοντας από τον γραφικό χαρακτήρα, το μυαλό της βρισκόταν σε χαοτική κατάσταση,
ειδικά στις τελευταίες σελίδες, όπου τα γράμματα διαβάζονταν με δυσκολία - βέλη συνέδεαν
παραγράφους γραμμένες σε διαφορετικές γωνίες στη σελίδα, σκαριφήματα και ζωγραφιές
που έπιαναν ολόκληρες σελίδες, λουλούδια που γίνονταν κλήματα, σκεπάζοντας τις
καταχωρίσεις και κάνοντας τες σχεδόν δυσανάγνωστες.
Κοίταξα την Αλίσια, νιώθοντας να φλέγομαι από περιέργεια.
«Τι θέλεις να κάνω μ’ αυτό;»
Η ερώτηση περίττευε. Ήταν προφανές τι ήθελε η Αλίσια.
Ήθελε να το διαβάσω.
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ 244

Δεν πρέπει να βάζω περίεργα πράγματα


εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα.
Πιστεύω ότι αυτός είναι ο κίνδυνος
όταν κρατάς ημερολόγιο:
υπερβάλλεις παντού, παραφυλάς συνέχεια
και μονίμως ξεχειλώνεις την αλήθεια.
Ζαν-Πολ Σαρτρ
Παρόλο που δεν είμαι έντιμος από τη φύση μου, γίνομαι καμιά φορά κατά τύχη.
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Χειμωνιάτικο Παραμύθι
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΛΙΣΙΑ ΜΠΕΡΕΝΣΟΝ 245

8 Αυγούστου
Σήμερα συνέβη κάτι περίεργο.
Ήμουν στην κουζίνα κι έφτιαχνα καφέ, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο -χωρίς να βλέπω,
απλώς ονειροπολούσα-, και τότε πρόσεξα κάτι, ή μάλλον κάποιον, έξω. Έναν άντρα. Τον
πρόσεξα επειδή στεκόταν τόσο ακίνητος -σαν άγαλμα- αντίκρυ απ’ το σπίτι. Στεκόταν στο
απέναντι πεζοδρόμιο, κοντά στην είσοδο του πάρκου, στη σκιά ενός δέντρου. Ήταν ψηλός,
γεροδεμένος. Δεν μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του, μια που φορούσε κασκέτο
και γυαλιά ηλίου.
Δεν ήξερα αν με έβλεπε ή όχι μέσα από το παράθυρο - αλλά ένιωθα σαν να με κοίταζε
κατάματα. Μου φάνηκε παράξενο - έχω συνηθίσει να περιμένουν οι άνθρωποι στη στάση
απέναντι. Αυτός όμως δεν περίμενε το λεωφορείο. Παρατηρούσε το σπίτι.
Συνειδητοποίησα πως στεκόμουν κάμποσα λεπτά εκεί, κι έτσι πίεσα τον εαυτό μου να
απομακρυνθεί από το παράθυρο. Πήγα στο ατελιέ. Προσπάθησα να ζωγραφίσω, μα δεν
κατάφερα να συγκεντρωθώ. Το μυαλό μου γύριζε στον άντρα. Αποφάσισα να περιμένω είκοσι
λεπτά και μετά να ξαναπάω στην κουζίνα να δω. Κι αν αυτός ήταν ακόμη εκεί, τότε τι; Δεν
έκανε τίποτα κακό. Ίσως ήταν διαρρήκτης και περιεργαζόταν το σπίτι -υποθέτω πως αυτή
ήταν η πρώτη σκέψη που έκανα-, αλλά γιατί να στέκεται τόσο φανερά εκεί; Μήπως
σκεφτόταν να μετακομίσει εδώ; Μήπως αγόραζε το σπίτι που πουλιόταν στο τέλος του
δρόμου;Ίσως αυτή ήταν η εξήγηση.
Ωστόσο, όταν ξαναπήγα στην κουζίνα και κρυφοκοίταξα έξω από το παράθυρο, είχε φύγει.
Ο δρόμος ήταν άδειος.
Φαντάζομαι πως δεν θα μάθω ποτέ τι έκανε. Τι παράξενο.
10 Αυγούστου
Χθες βράδυ πήγα στο θέατρο με τον Ζαν-Φελίξ. Ο Γκάμπριελ δεν ήθελε, μα εγώ πήγα. Με
είχε πιάσει φρίκη στην προοπτική, αλλά σκέφτηκα ότι αν έδινα στον Ζαν-Φελίξ αυτό που
ήθελε και τον συνόδευα, ίσως τελειώναμε επιτέλους. Αν μη τι άλλο, έτσι ευχόμουν.
Κανονίσαμε να συναντηθούμε νωρίς για να πιούμε ένα ποτό -δική του ιδέα-, κι όταν
έφτασα στο σημείο του ραντεβού μας είχε ακόμη φως. Ο ήλιος βρισκόταν χαμηλά στον
ουρανό, βάφοντας το ποτάμι κατακόκκινο σαν αίμα. Ο Ζαν-Φελίξ με περίμενε έξω από το
Εθνικό. Τον είδα προτού με δει. Περιεργαζόταν βλοσυρά τον κόσμο που περνούσε. Αν είχα
έστω και την παραμικρή αμφιβολία πως αυτό που έκανα ήταν σωστό, εξανεμίστηκε βλέποντας
το θυμωμένο του πρόσωπο. Με πλημμύρισε ένας φριχτός τρόμος - παραλίγο να κάνω
μεταβολή και να το βάλω στα πόδια. Μα εκείνος στράφηκε και με είδε πριν προλάβω. Μου
κούνησε το χέρι και τον πλησίασα. Χαμογέλασα υποκριτικά. Το ίδιο κι αυτός.
«Χαίρομαι αφάνταστα που σε βλέπω», μου είπε. «Ανησυχούσα μήπως δεν έρθεις. Πάμε
μέσα να πιούμε κάτι;»
Ήπιαμε ένα ποτό στο φουαγιέ του θεάτρου.Ήταν αμήχανα - το λιγότερο που θα μπορούσα
να πω. Κανείς από τους δυο μας δεν ανέφερε εκείνη τη μέρα. Κουβεντιάζαμε για άσχετα
πράγματα, ή μάλλον ο Ζαν-Φελίξ μιλούσε κι εγώ άκουγα. Καταλήξαμε να πιούμε δύο ποτά.
Δεν είχα φάει τίποτα και ζαλίστηκα λίγο· έχω την εντύπωση πως αυτή ήταν και η πρόθεσή
του. Έβαζε τα δυνατά του να με βάλει στη συζήτηση, αλλά ήταν σαν στημένη,
ενορχηστρωμένη. Ό,τι έλεγε έμοιαζε να ξεκινάει με τη φράση «Δεν είχε πλάκα τότε που...»
ή «Θυμάσαι όταν...» - λες και είχε προβάρει μικρές αναμνήσεις, ελπίζοντας να κάμψει τις
αντιστάσεις μου και να μου θυμίσει πόσα είχαμε ζήσει παρέα, πόσο δεμένοι ήμαστε κάποτε.
Δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί πως έχω πάρει την απόφασή μου. Και, ό,τι κι αν μου πει, δεν
πρόκειται να αλλάξει.
Τελικά, χάρηκα που πήγα. Όχι επειδή είδα τον Ζαν-Φελίξ - επειδή είδα το έργο. Η Άλκηστη
δεν είναι μια τραγωδία που την είχα ακουστά. Μάλλον είναι άσημη επειδή ασχολείται με μια
μικρότερη οικογενειακή ιστορία, κι αυτός άλλωστε ήταν ο λόγος που με γοήτευσε τόσο. Η
σκηνοθεσία ήταν σύγχρονη, σ’ ένα μικρό σπίτι στα προάστια της Αθήνας. Μου άρεσε η
αναλογία του. Μια προσωπική τραγωδία. Ένας άντρας καταδικάζεται σε θάνατο - και η
γυναίκα του, η Άλκηστη, θέλει να τον σώσει. Η ηθοποιός που έπαιζε την Άλκηστη έμοιαζε
με αρχαίο ελληνικό άγαλμα, είχε ένα εκπληκτικό πρόσωπο - σκεφτόμουν συνέχεια να τη
ζωγραφίσω. Μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη να μάθω το όνομά της και να επικοινωνήσω
με τον ατζέντη της. Παραλίγο να το αναφέρω στον Ζαν-Φελίξ, μα συγκρατήθηκα. Δεν θέλω
να τον ανακατεύω πια στη ζωή μου σε κανένα επίπεδο. Στο τέλος του έργου είχα βουρκώσει
- η Άλκηστη πεθαίνει και ξαναγεννιέται. Γυρίζει κυριολεκτικά από τους νεκρούς. Κάτι υπάρχει
εκεί που πρέπει να το σκεφτώ. Δεν είμαι σίγουρη ακόμη τι ακριβώς. Φυσικά, ο Ζαν-Φελίξ είχε
ένα σωρό απόψεις για το έργο, καμία όμως δεν με άγγιζε μέσα μου, κι έτσι αφαιρέθηκα κι
έπαψα να τον ακούω.
Μου ήταν αδύνατο να βγάλω από το μυαλό μου τον θάνατο και την ανάσταση της
Άλκηστης - συνέχεια αυτό σκεφτόμουν καθώς διασχίζαμε τη γέφυρα για να πάμε στον
σταθμό του μετρό. Ο Ζαν-Φελίξ μού πρότεινε να πιούμε άλλο ένα ποτό, είπα όμως ότι ήμουν
κουρασμένη. Μεσολάβησε άλλη μια αμήχανη παύση. Σταθήκαμε έξω από την είσοδο του
σταθμού. Τον ευχαρίστησα για τη βραδιά, λέγοντας πως ήταν ωραία.
«Έλα να πιούμε άλλο ένα ποτό», με παρακάλεσε ο Ζαν-Φελίξ. «Ένα μόνο. Για χάρη του
παλιού, καλού καιρού».
«Όχι, πρέπει να πηγαίνω».
Προσπάθησα να φύγω - και μ’ άρπαξε απ’ το χέρι.
«Αλίσια», είπε. «Άκουσέ με. Πρέπει να σου πω κάτι».
«Όχι, σε παρακαλώ, δεν έχουμε να πούμε τίποτα, ειλικρινά...»
«Απλώς άκουσέ με. Δεν είναι αυτό που νομίζεις».
Κι είχε δίκιο, δεν ήταν. Περίμενα ότι θα έκανε έκκληση στη φιλία μας ή θα προσπαθούσε
να με κάνει να νιώσω τύψεις που έφευγα από την γκαλερί. Ωστόσο, με ξάφνιασε τελείως αυτό
που είπε.
«Πρέπει να προσέχεις», με προειδοποίησε. «Εμπιστεύεσαι πάρα πολύ εύκολα. Οι άνθρωπο*
γύρω σου... τους έχεις εμπιστοσύνη. Μην το κάνεις. Μην τους εμπιστεύεσαι».
Τον κοίταξα άναυδη. Πέρασε ένα δευτερόλεπτο μέχρι να καταφέρω να μιλήσω.
«Τι είναι αυτά που λες; Τι εννοείς;»
Ο Ζαν-Φελίξ κούνησε απλώς το κεφάλι του και δεν είπε κουβέντα. Άφησε το χέρι μου κι
απομακρύνθηκε. Τον φώναξα, αλλά δεν σταμάτησε.
«Ζαν-Φελίξ. Περίμενε».
Δεν κοίταξε πίσω του. Τον είδα να στρίβει στη γωνία και να χάνεται. Έμεινα καθηλωμένη
στο σημείο όπου στεκόμουν. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Γιατί μου έδωσε αυτή τη μυστηριώδη
προειδοποίηση κι ύστερα έφυγε με τέτοιο τρόπο; Φαντάζομαι ότι ήθελε να έχει το πάνω χέρι
και να με αφήσει αβέβαιη, κλονισμένη. Και τα κατάφερε.
Μ’ άφησε επίσης εξοργισμένη. Από μία άποψη, με διευκόλυνε κιόλας. Τώρα είμαι
αποφασισμένη να τον βγάλω τελείως από τη ζωή μου. Τι ήθελε να πει αυτό το «οι άνθρωποι
γύρω μου» - υποθέτω πως εννοούσε τον Γκάμπριελ; Γιατί όμως;
Όχι. Αυτό ακριβώς ήθελε ο Ζαν-Φελίξ - να μου γαμήσει το μυαλό. Να μου βάλει έμμονες
ιδέες. Να μπει ανάμεσα σε μένα και στον Γκάμπριελ.
Δεν θα πέσω στην παγίδα του. Δεν πρόκειται να το σκεφτώ άλλο.
Γύρισα στο σπίτι και ο Γκάμπριελ ήταν ήδη στο κρεβάτι και κοιμόταν. Έπρεπε να σηκωθεί
στις πέντε το πρωί για μια φωτογράφιση. Μα τον ξύπνησα και κάναμε έρωτα. Ήταν σαν να
μην μπορούσα να βρεθώ αρκετά κοντά του, να τον αισθανθώ μέσα μου όσο βαθιά
λαχταρούσα. Ήθελα να γίνω ένα μαζί του. Να σκαρφαλώσω μέσα του και να εξαφανιστώ.
11 Αυγούστου
Είδα πάλι εκείνο τον άντρα. Αυτή τη φορά καθόταν πιο μακριά, σ’ ένα παγκάκι μέσα στο
πάρκο. Ωστόσο, ήταν ο ίδιος, το κατάλαβα - οι πιο πολλοί άνθρωποι μ’ αυτό τον καιρό φοράνε
σορτς και μπλουζάκια κι ανοιχτά χρώματα, ενώ αυτός φορούσε σκούρο πουκάμισο και
παντελόνι, μαύρα γυαλιά ηλίου και κασκέτο. Και το κεφάλι του ήταν στραμμένο προς το
σπίτι. Το κοίταζε.
Έκανα μια αστεία σκέψη - ίσως δεν είναι διαρρήκτης, αλλά ζωγράφος.Ίσως είναι ζωγράφος
σαν κι εμένα και σκέφτεται να ζωγραφίσει τον δρόμο - ή το σπίτι. Μόλις όμως το σκέφτηκα
αυτό, ήξερα ότι δεν ήταν αλήθεια. Αν επρόκειτο όντως να ζωγραφίσει το σπίτι, δεν θα καθόταν
εκεί με σταυρωμένα χέρια, θα έφτιαχνε διάφορα σκίτσα.
Μ’ έπιασε σύγχυση και τηλεφώνησα στον Γκάμπριελ. Μεγάλο λάθος. Κατάλαβα πως ήταν
απασχολημένος και το μόνο που του έλειπε ήταν να του τηλεφωνώ φρικαρισμένη επειδή
νόμιζα ότι κάποιος παρακολουθεί το σπίτι.
Φυσικά, απλώς φαντάζομαι ότι ο άντρας παρακολουθεί το σπίτι.
Μπορεί να παρακολουθεί εμένα.
13 Αυγούστου
Βρισκόταν πάλι εκεί.
Ήταν πρωί, λίγη ώρα αφότου έφυγε ο Γκάμπριελ. Έκανα ένα ντους και τον είδα από το
παράθυρο του μπάνιου. Αυτή τη φορά είχε πλησιάσει περισσότερο. Στεκόταν κοντά στη
στάση. Λες και περίμενε, τάχα μου αδιάφορα, το λεωφορείο.
Δεν ξέρω ποιον νομίζει ότι ξεγελάει.
Ντύθηκα γρήγορα και κατέβηκα στην κουζίνα για να δω καλύτερα. Μα είχε φύγει.
Αποφάσισα να το πω στον Γκάμπριελ όταν γύρισε στο σπίτι. Νόμιζα πως δεν θα έδινε
σημασία, αλλά το πήρε στα σοβαρά. Έδειξε πολύ ανήσυχος.
«Είναι ο Ζαν-Φελίξ;» ρώτησε αμέσως.
«Όχι βέβαια. Πώς μπόρεσες να σκεφτείς κάτι τέτοιο;»
Πάσχισα να ακουστώ έκπληκτη κι αγανακτισμένη. Στην πραγματικότητα, όμως, κι εμένα
μου είχε περάσει μια τέτοια υποψία απ’ το μυαλό. Ο άντρας είχε ίδιο παράστημα με τον Ζαν-
Φελίξ. Θα μπορούσε να είναι ο Ζαν-Φελίξ, μα ακόμα κι έτσι δεν θέλω να το πιστέψω. Δεν θα
προσπαθούσε να με φοβίσει με τέτοιο τρόπο. Σωστά;
«Ποιο είναι το τηλέφωνο του Ζαν-Φελίξ;» απαίτησε να μάθει ο Γκάμπριελ. «Θα τον πάρω
εδώ και τώρα».
«Όχι, αγάπη μου, σε παρακαλώ. Είμαι σίγουρη πως δεν είναι αυτός».
«Απόλυτα σίγουρη;»
«Απόλυτα. Δεν συνέβη τίποτα. Δεν ξέρω γιατί το κάνω θέμα. Είναι εντελώς ασήμαντο».
«Πόση ώρα ήταν εκεί;»
«Όχι πολλή - μία ώρα περίπου και μετά χάθηκε». «ο

«Τι εννοείς, χάθηκε;»


«Εξαφαν ίστη κε».
«Μάλιστα. Υπάρχει περίπτωση να το φαντάστηκες;»
Κάτι στον τρόπο που το είπε με ενόχλησε. «Δεν είναι φαντασία μου. Πρέπει να με
πιστέψεις».
«Σε πιστεύω».
Έβλεπα όμως ότι δεν με πίστευε απόλυτα. Μόνο εν μέρει. Ένα κομμάτι του δεν ήθελε να
με κακοκαρδίσει. Κι αν θέλω να είμαι ειλικρινής, αυτό με κάνει έξαλλη. Τόσο έξαλλη που
πρέπει να σταματήσω εδώ - αλλιώς ίσως γράψω κάτι που θα το μετανιώσω.
14 Αυγούστου
Πετάχτηκα από το κρεβάτι αμέσως μόλις ξύπνησα. Έλεγξα το παράθυρο, ελπίζοντας ο
άντρας να είναι ξανά εκεί ώστε να τον δει ο Γκάμπριελ, μα δεν ήταν πουθενά. Κι έτσι ένιωσα
ακόμα πιο ανόητη.
Σήμερα το απόγευμα αποφάσισα να πάω μια βόλτα, παρά τη ζέστη. Ήθελα να βρεθώ στο
πάρκο, μακριά από τα κτίρια, τους δρόμους και τους άλλους ανθρώπους - να μείνω μόνη με
τις σκέψεις μου. Ανηφόρισα στο Πάρλιαμεντ Χιλ, προσπερνώντας όσους έκαναν
ηλιοθεραπεία ξαπλωμένοι αριστερά και δεξιά στο μονοπάτι. Βρήκα ένα ελεύθερο παγκάκι και
κάθισα. Ατένισα το Λονδίνο που αστραποβολούσε πέρα μακριά.
Όσο ήμουν εκεί, με βασάνιζε ένα περίεργο συναίσθημα. Κοίταζα συνέχεια πίσω μου - αλλά
δεν έβλεπα κανέναν. Μα κάποιος ήταν εκεί όλο αυτό το διάστημα. Το ένιωθα. Με
παρακολουθούσαν.
Στην επιστροφή μου, πέρασα μπροστά από τη λιμνούλα.Έτυχε να σηκώσω το κεφάλι μου
κι ήταν εκεί αυτός ο άντρας - στην απέναντι όχθη, πολύ μακριά για να τον διακρίνω καθαρά.
Πάντως ήταν αυτός. Το ήξερα πως ήταν αυτός. Στεκόταν ακίνητος, ασάλευτος και με κοίταζε
κατάματα.
Ένα παγωμένο ρίγος φόβου με διαπέρασε. Κι αντέδρασα εντελώς ενστικτωδώς:
«Ζαν-Φελίξ;» φώναξα. «Εσύ είσαι; Σταμάτα. Πάψε να με ακολουθείς!»
Εκείνος δεν κουνήθηκε. Έβγαλα όσο πιο γρήγορα μπορούσα το κινητό από την τσέπη μου
και τον φωτογράφισα. Δεν έχω ιδέα πού θα μου χρησιμεύσει αυτό.Έπειτα έκανα μεταβολή κι
άρχισα να προχωράω βιαστικά προς την άκρη της λίμνης, χωρίς να κοιτάξω πίσω, μέχρι που
έφτασα στο κεντρικό μονοπάτι. Φοβόμουν ότι εκείνος θα ήταν ακριβώς από πίσω μου.
Στράφηκα απότομα - κι είχε φύγει.
Ελπίζω να μην είναι ο Ζαν-Φελίξ. Ειλικρινά.
Όταν γύρισα στο σπίτι, ένιωθα νευρικότητα. Κατέβασα τα στόρια κι έσβησα τα φώτα.
Κρυφοκοίταξα από το παράθυρο - και ήταν εκεί.
Ο άντρας στεκόταν στον δρόμο και με κοίταζε. Κοκάλωσα. Δεν ήξερα τι να κάνω.
Τινάχτηκα ολόκληρη όταν άκουσα να φωνάζουν το όνομά μου.
«Αλίσια; Αλίσια, είσαι εκεί;»
Ήταν εκείνη η απαίσια γυναίκα από το διπλανό σπίτι. Η Μπάρμπι Χέλμαν. Έφυγα απ’ το
παράθυρο, πήγα στην πίσω πόρτα και την άνοιξα. Η Μπάρμπι είχε μπει από την πλαϊνή
αυλόπορτα και στεκόταν στον κήπο, σφίγγοντας πάνω της ένα μπουκάλι κρασί.
«Γεια σου, χρυσό μου», είπε. «Είδα πως δεν ήσουν στο ατελιέ σου κι αναρωτήθηκα πού
βρισκόσουν».
«Έξω ήμουν, μόλις γύρισα».
«Ώρα για ποτάκι;» ρώτησε μ’ εκείνη τη μωρουδίστικη φωνή που χρησιμοποιεί μερικές
φορές και μου φαίνεται αφόρητα εκνευριστική.
«Βασικά, πρέπει να ξαναπιάσω δουλειά».
«Ένα στα γρήγορα. Και μετά θα φύγω, έχω μάθημα ιταλικών απόψε. Εντάξει;»
Μπήκε μέσα χωρίς να περιμένει απάντηση. Σχολίασε πόσο σκοτεινά ήταν στην κουζίνα κι
άρχισε να ανοίγει τα στόρια χωρίς να με ρωτήσει. Ήμουν έτοιμη να τη σταματήσω - αλλά
όταν κοίταξα έξω, δεν υπήρχε κανένας στον δρόμο. Ο άντρας είχε εξαφανιστεί.
Δεν ξέρω γιατί είπα στην Μπάρμπι τι συνέβαινε. Δεν τη συμπαθώ, ούτε την εμπιστεύομαι
- μα υποθέτω πως φοβόμουν κι είχα ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον, κι έτυχε να βρίσκεται
εκεί. Ήπιαμε ένα ποτό, κάτι που δεν συνηθίζω, και ξέσπασα σε λυγμούς. Και η Μπάρμπι με
κοίταζε με γουρλωμένα μάτια. Για πρώτη φορά δεν έβγαλε άχνα. Αφού τελείωσα, ακούμπησε
στην άκρη το μπουκάλι με το κρασί λέγοντας: «Χρειαζόμαστε κάτι πιο δυνατό». Κι έβαλε ουί»
σκι σε δυο ποτήρια. Μου έδωσε το ένα. «Πάρε. Το έχεις ανάγκη».
Είχε δίκιο - το είχα ανάγκη. Το ήπια μονορούφι κι αισθάνθηκα να με πιάνει. Τώρα ήταν η
σειρά μου να ακούσω όσο μιλούσε η Μπάρμπι. Δεν ήθελε να με φοβίσει, είπε, μα αυτό δεν
της άρεσε καθόλου. «Το έχω δει να γίνεται σ’ ένα εκατομμύριο σίριαλ στην τηλεόραση.
Μελετάει το σπίτι σου, εντάξει; Προτού κάνει την κίνησή του».
«Λες να είναι διαρρήκτης;»
Η Μπάρμπι ανασήκωσε τους ώμους. «Ή βιαστής. Έχει σημασία; Ό,τι κι αν είναι, καλό δεν
είναι».
Γέλασα. Αισθανόμουν ανακούφιση κι ευγνωμοσύνη που κάποιος με έπαιρνε στα σοβαρά
- έστω και η Μπάρμπι. Της έδειξα τη φωτογραφία στο κινητό μου, αλλά δεν εντυπωσιάστηκε.
«Στείλ’ τη μου με μήνυμα, ώστε να τη δω φορώντας τα γυαλιά μου. Σαν θαμπή μουτζούρα
μου φαίνεται. Για πες μου τώρα. Το είπες στον άντρα σου;»
Αποφάσισα να πω ψέματα. «Όχι», αποκρίθηκα. «Όχι ακόμη».
Η Μπάρμπι με κοίταξε περίεργα. «Πώς κι έτσι;»
«Δεν ξέρω, φοβάμαι μήπως ο Γκάμπριελ νομίσει ότι υπερβάλλω - ή πως το φαντάζομαι».
«Το φαντάζεσαι;»
«Όχι».
Η Μπάρμπι φάνηκε ικανοποιημένη. «Αν ο Γκάμπριελ δεν σε πάρει στα σοβαρά, θα πάμε
μαζί στην αστυνομία. Εσύ κι εγώ. Πίστεψέ με, μπορώ να γίνω πολύ πειστική».
«Ευχαριστώ, αλλά είμαι σίγουρη πως δεν θα χρειαστεί».
«Χρειάζεται ήδη. Πάρε πολύ σοβαρά αυτή την υπόθεση, χρυσό μου. Μου υπόσχεσαι πως
θα το πεις στον Γκάμπριελ όταν γυρίσει;»
Έγνεψα καταφατικά. Ωστόσο, είχα πάρει κιόλας την απόφαση να μην πω τίποτα
περισσότερο στον Γκάμπριελ. Δεν έχω καμιά απόδειξη ότι ο άντρας με ακολουθούσε ή με
παρακολουθεί. Η Μπάρμπι είχε δίκιο, η φωτογραφία δεν αποδεικνύει τίποτα.
Ήταν όλα στη φαντασία μου - αυτό θα πει ο Γκάμπριελ. Καλύτερα να μην του μιλήσω
καθόλου, αν είναι να τον αναστατώσω πάλι. Δεν θέλω να τον ενοχλώ.
Θα τα ξεχάσω όλα αυτά.
4 π.μ.
Ήταν άσχημη νύχτα.
Ο Γκάμπριελ γύρισε σπίτι κατάκοπος γύρω στις δέκα. Είχε μια πολύ κουραστική μέρα και
ήθελε να ξαπλώσει νωρίς. Προσπάθησα κι εγώ να κοιμηθώ, αλλά ήταν αδύνατο.
Και τότε, πριν από δύο ώρες, άκουσα έναν θόρυβο. Ερχόταν από τον κήπο. Σηκώθηκα και
πήγα στο πίσω παράθυρο. Κοίταξα έξω - δεν έβλεπα κανέναν, ωστόσο ένιωσα ένα ζευγάρι
μάτια πάνω μου. Κάποιος με παρακολουθούσε από τις σκιές.
Κατάφερα να τραβηχτώ από το παράθυρο κι έτρεξα στην κρεβατοκάμαρα. Τράνταξα τον
Γκάμπριελ για να τον ξυπνήσω.
«Ο άντρας είναι απ’ έξω», είπα. «Είναι έξω απ’ το σπίτι».
Εκείνος δεν καταλάβαινε τι έλεγα. Όταν κατάλαβε, άρχισε να θυμώνει. «Για όνομα του
Θεού», διαμαρτυρήθηκε. «Άσε με ήσυχο. Σε τρεις ώρες πρέπει να είμαι στη δουλειά. Δεν θέλω
να παίξω αυτό το παιχνίδι, γαμώτο».
«Δεν είναι παιχνίδι.Έλα να δεις. Σε παρακαλώ».
Πήγαμε, λοιπόν, στο παράθυρο - και φυσικά ο άντρας δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν κανένας
εκεί.
Ήθελα να βγει ο Γκάμπριελ έξω, να ελέγξει - όμως αρνήθηκε. Ανέβηκε πάλι επάνω
εκνευρισμένος. Προσπάθησα να του μιλήσω λογικά, μα είπε ότι δεν συζητούσε μαζί μου και
πήγε να κοιμηθεί στον ξενώνα.
Δεν γύρισα στο κρεβάτι. Από εκείνη την ώρα κάθομαι εδώ, περιμένω, αφουγκράζομαι,
ευαίσθητη σε κάθε ήχο, τσεκάρω τα παράθυρα. Μέχρι στιγμής, ο άντρας δεν έχει φανεί.
Άλλες δυο ώρες ακόμα. Σε λίγο θα φωτίσει.
15 Αυγούστου
Ο Γκάμπριελ κατέβηκε, έτοιμος να φύγει για τη φωτογράφιση. Όταν με είδε δίπλα στο
παράθυρο και συνειδητοποίησε ότι είχα μείνει άγρυπνη όλη τη νύχτα, έμεινε για λίγο σιω­
πηλός κι άρχισε να φέρεται περίεργα.
«Αλίσια, κάτσε κάτω», είπε. «Πρέπει να μιλήσουμε».
«Ναι. Όντως πρέπει να μιλήσουμε. Για το γεγονός ότι δεν με πιστεύεις».
«Πιστεύω πως το πιστεύεις».
«Δεν είναι το ίδιο. Δεν είμαι ηλίθια, διάολε».
«Ποτέ δεν είπα ότι είσαι ηλίθια».
«Τότε τι λες;»
Νόμιζα πως θα στήναμε καβγά, οπότε σάστισα μ’ αυτό που είπε ο Γκάμπριελ. Μίλησε τόσο
σιγανά, που καλά καλά δεν τον άκουσα.
«Θέλω να μιλήσεις σε κάποιον», είπε. «Σε παρακαλώ».
«Τι εννοείς; Σε κάποιον αστυνομικό;»
«Όχι», απάντησε ο Γκάμπριελ και φάνηκε πάλι να θυμώνει. «Όχι με αστυνομικό».
Κατάλαβα τι εννοούσε, τι μου έλεγε. Μα είχα ανάγκη να τον ακούσω να το ξεστομίζει.
Ήθελα να το πει ξεκάθαρα. «Τότε με ποιον;»
«Με κάποιο γιατρό».
«Δεν πρόκειται να πάω σε γιατρό, Γκάμπριελ...»
«Πρέπει να το κάνεις για μένα. Πρέπει να με συναντήσεις κάπου στη μέση». Το επανέλαβε:
«Πρέπει να με συναντήσεις κάπου στη μέση».
«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς. Πού στη μέση; Εγώ είμαι εδώ».
«Όχι, δεν είσαι. Δεν είσαι εδώ!»
Έδειχνε τόσο κουρασμένος, τόσο ανάστατος. Ήθελα να τον προστατεύσω. Να τον
παρηγορήσω. «Όλα θα πάνε καλά, αγάπη μου», είπα. «Όλα θα πάνε καλά, θα δεις».
Ο Γκάμπριελ έγνεψε αρνητικά, σαν να μη με πίστευε. «Θα κλείσω ένα ραντεβού με τον
δόκτορα Γουέστ. Να σε δει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Και σήμερα ακόμα, ει δυνατόν». Με
κοίταξε διατακτικά. «Εντάξει;»
Άπλωσε το χέρι του προς το μέρος μου - ήθελα να του το απομακρύνω μ’ ένα χτύπημα ή
να το γρατζουνίσω. Ήθελα να τον δαγκώσω, να τον χτυπήσω, να τον πετάξω πάνω στο
τραπέζι και να ουρλιάζω: «Με περνάς για τρελή, γαμώτο, αλλά δεν είμαι τρελή! Δεν είμαι, δεν
είμαι, δεν είμαι!»
Δεν έκανα τίποτε απ’ όλα αυτά. Έγνεψα καταφατικά, έπιασα το χέρι του Γκάμπριελ και το
έσφιξα.
«Εντάξει, αγάπη μου», είπα. «Ό,τι θες εσύ».
16 Αυγούστου
Σήμερα πήγα να δω τον δόκτορα Γουέστ. Απρόθυμα, αλλά πήγα.
Κατέληξα πως τον απεχθάνομαι. Απεχθάνομαι κι αυτόν και το στενό του σπίτι και το να
κάθομαι σ’ εκείνο το περίεργο δωματιάκι στον πάνω όροφο, ακούγοντας το σκυλί του να
γαβγίζει στο σαλόνι. Όση ώρα βρισκόμουν εκεί, δεν σταμάτησε να γαβγίζει. Ήθελα να του
φωνάξω να σκάσει, κι όλο σκεφτόμουν ότι κάτι θα έλεγε γι’ αυτό ο δόκτωρ Γουέστ, αλλά
εκείνος φερόταν σαν να μην το άκουγε. Ίσως δεν μπορούσε να το ακούσει. Έμοιαζε επίσης
να μην ακούει και τίποτε απ’ αυτά που του έλεγα. Του είπα τι συνέβη. Του είπα για τον άντρα
που παρακολουθούσε το σπίτι και πώς τον είχα δει να με ακολουθεί στο πάρκο. Τα είπα όλα
αυτά, όμως δεν αντέδρασε καθόλου. Απλώς καθόταν εκεί χαμογελώντας μ’ εκείνο το ξινό
χαμόγελό του. Με κοίταζε σαν να ήμουν έντομο ή κάτι τέτοιο. Ξέρω ότι είναι, υποτίθεται,
φίλος του Γκάμπριελ, μα δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να είναι φίλοι. Ο Γκάμπριελ είναι τόσο
ζεστός άνθρωπος και ο δόκτωρ Γουέστ είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι περίεργο να το λέω
αυτό για γιατρό, αλλά δεν έχει καμιά καλοσύνη.
Αφού του τα είπα όλα, δεν μίλησε για κάμποση ώρα. Η σιωπή έμοιαζε να κρατάει για πάντα.
Ο μοναδικός ήχος ήταν εκείνο το σκυλί κάτω. Άρχισα να συντονίζομαι νοερά με το γάβγισμα
και μπήκα σ’ ένα είδος ύπνωσης. Ξαφνιάστηκα όταν ο δόκτωρ Γουέστ μίλησε τελικά.
«Έχουμε ξαναβρεθεί σε παρόμοια κατάσταση, Αλίσια», είπε, «έτσι δεν είναι;»
Τον κοίταξα ανέκφραστα. Δεν ήμουν βέβαιη τι εννοούσε. «Αλήθεια;»
Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Ναι. Αλήθεια».
«Ξέρω πως νομίζετε ότι τα φαντάζομαι όλα αυτά», αποκρίθηκα. «Δεν τα φαντάζομαι.
Συμβαίνουν πραγματικά».
«Έτσι είπες και την τελευταία φορά. Θυμάσαι την τελευταία φορά; Θυμάσαι τι έγινε;»
Δεν απάντησα. Δεν ήθελα να του δώσω την ικανοποίηση. Καθόμουν και τον αγριοκοίταζα
σαν ανυπάκουο παιδί.
Ο δόκτωρ Γουέστ δεν περίμενε απάντηση. Συνέχισε να μιλάει, υπενθυμίζοντάς μου τι έγινε
μετά τον θάνατο του πατέρα μου, για τον νευρικό κλονισμό που έπαθα, τις παρανοϊκές
κατηγορίες που εξαπέλυα - την πεποίθηση ότι με παρακολουθούσαν, με έπαιρναν στο κατόπι,
με κατασκόπευαν. «Βλέπεις, λοιπόν, ότι έχουμε ξαναβρεθεί σε παρόμοια κατάσταση, σωστά;»
«Μα τότε ήταν διαφορετικό. Ήταν απλώς μια αίσθηση. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν
είδα κανέναν. Αυτή τη φορά είδα κάποιον».
«Και ποιον είδες;»
«Σας είπα ήδη. Έναν άντρα».
«Περίγραψέ τον μου».
Δίστασα. «Δεν μπορώ».
«Γιατί δεν μπορείς;»
«Δεν τον έβλεπα καλά. Σας είπα - ήταν πολύ μακριά».
«Μάλιστα».
«Και... μεταμφιεσμένος. Φορούσε κασκέτο. Και γυαλιά ηλίου».
«Πολλοί άνθρωποι φοράνε γυαλιά ηλίου μ’ αυτό τον καιρό. Και καπέλα. Είναι όλοι τους
μεταμφ ιεσμένο ι;»
Είχα αρχίσει να χάνω την ψυχραιμία μου. «Ξέρω τι προσπαθείτε να κάνετε».
«Τι;»
«Προσπαθείτε να με κάνετε να παραδεχτώ πως τρελαίνομαι πάλι - όπως μετά τον θάνατο
του μπαμπά».
«Αυτό νομίζεις ότι συμβαίνει;»
«Όχι. Τότε ήμουν άρρωστη. Αυτή τη φορά δεν είμαι άρρωστη. Δεν έχω τίποτα - πέρα από
το γεγονός πως κάποιος με κατασκοπεύει και αρνείστε να με πιστέψετε!»
Ο δόκτωρ Γουέστ κούνησε το κεφάλι του, αλλά δεν είπε τίποτε. Απλώς έγραψε κάτι στο
σημειωματάριό του.
«Θα σου δώσω πάλι φαρμακευτική αγωγή», δήλωσε. «Σαν προφύλαξη. Δεν θέλουμε η
κατάσταση να γίνει ανεξέλεγκτη, σωστά;»
Έγνεψα αρνητικά. «Δεν πρόκειται να πάρω χάπια».
«Μάλιστα. Τότε, αν αρνηθείς τα φάρμακα, είναι σημαντικό να έχεις επίγνωση των
επιπτώσεων».
«Ποιων επιπτώσεων; Με απειλείτε;»
«Δεν έχει καμιά σχέση μαζί μου. Μιλάω για τον σύζυγό σου. Πώς νομίζεις ότι αισθάνεται
ο Γκάμπριελ γι’ αυτά που πέρασε την τελευταία φορά που δεν ήσουν καλά;»
Φαντάστηκα τον Γκάμπριελ κάτω, να περιμένει στο σαλόνι με το σκυλί που γάβγιζε. «Δεν
ξέρω», αποκρίθηκα. «Γιατί δεν ρωτάτε τον ίδιο;»
«Θέλεις να τα ξαναζήσει όλα αυτά; Δεν θεωρείς πως ίσως υπάρχει και κάποιο όριο στο πόσα
μπορεί να αντέξει;»
«Τι εννοείτε; Ότι θα χάσω τον Γκάμπριελ; Αυτό πιστεύετε;»
Ακόμα και που το είπα, μ’ έπιασε ναυτία. Δεν άντεχα τη σκέψη να τον χάσω. Θα έκανα τα
πάντα για να τον κρατήσω - θα παρίστανα ακόμα και την τρελή, ενώ ξέρω πως δεν είμαι. Κι
έτσι υποχώρησα. Συμφώνησα να είμαι «ειλικρινής» με τον δόκτορα Γουέστ σχετικά με τις
σκέψεις και τα συναισθήματά μου και να του το πω έτσι και άκουγα φωνές. Υποσχέθηκα να
παίρνω τα χάπια που μου έδωσε και να ξαναπάω σε δυο βδομάδες για επανέλεγχο.
Ο δόκτωρ Γουέστ φάνηκε ευχαριστημένος. Είπε ότι τώρα μπορούσαμε να πάμε στο ισόγειο
και να βρούμε τον Γκάμπριελ. Καθώς κατέβαινε μπροστά μου, μου πέρασε από το μυαλό η
ιδέα να απλώσω το χέρι μου και να τον σπρώξω κάτω στη σκάλα. Μακάρι να το είχα κάνει.
Ο Γκάμπριελ έμοιαζε πολύ πιο χαρούμενος στη διαδρομή προς το σπίτι. Μου έριχνε
συνέχεια λοξές ματιές καθώς οδηγούσε και χαμογελούσε. «Μπράβο σου. Είμαι περήφανος
για σένα. Θα το περάσουμε κι αυτό, θα δεις».
Έγνεψα, αλλά δεν μίλησα, επειδή έλεγε βλακείες, βέβαια - δεν θα το «περνούσαμε» μαζί
αυτό.
Θα πρέπει να το αντιμετωπίσω ολομόναχη.
Ήταν λάθος μου που το εκμυστηρεύτηκα σε οποιονδήποτε. Αύριο θα πω στην Μπάρμπι
να το ξεχάσει, εξηγώντας της πως το άφησα πίσω μου και δεν θέλω να το ξανακουβεντιάσω.
Θα με θεωρήσει περίεργη και θα ενοχληθεί γιατί θα της στερήσω το δράμα της - αν όμως
φέρομαι φυσιολογικά, σύντομα θα το ξεχάσει. Όσο για τον Γκάμπριελ, θα τον καθησυχάσω
όσο μπορώ. Θα κάνω λες και όλα είναι πάλι φυσιολογικά. Θα δώσω μια εκπληκτική
παράσταση. Δεν θα επαναπαυτώ ούτε δευτερόλεπτο.
Πήγαμε στο φαρμακείο και ο Γκάμπριελ πήρε τα φάρμακά μου. Μόλις γυρίσαμε στο σπίτι,
μπήκαμε στην κουζίνα.
Μου έδωσε τα κίτρινα χάπια μ’ ένα ποτήρι νερό. «Ελα, πάρ’ τα».
«Δεν είμαι μικρό παιδί», διαμαρτυρήθηκα. «Δεν χρειάζεται να μου τα δίνεις εσύ».
«Το ξέρω πως δεν είσαι μικρό παιδί. Απλώς θέλω να είμαι σίγουρος πως θα τα πάρεις - και
δεν θα τα πετάξεις».
«Θα τα πάρω»
«Ορίστε, λοιπόν».
Ο Γκάμπριελ με παρακολουθούσε καθώς έβαλα τα χάπια στο στόμα μου και ήπια λίγες
γουλιές νερό.
«Μπράβο το κορίτσι μου», είπε και, αφού με φίλησε στο μάγουλο, βγήκε από την κουζίνα*.
Μόλις γύρισε την πλάτη του, έφτυσα τα χάπια στον νεροχύτη κι έριξα μπόλικο νερό για
να φύγουν στην αποχέτευση. Δεν πρόκειται να τα πάρω. Τα φάρμακα που μου έδωσε ο δόκτωρ
Γουέστ την τελευταία φορά κόντεψαν να με τρελάνουν. Και δεν το ρισκάρω πάλι.
Χρειάζομαι ατόφιες τις νοητικές μου λειτουργίες τώρα.
Πρέπει να είμαι προετοιμασμένη.
17 Αυγούστου
Έχω αρχίσει να κρύβω αυτό το ημερολόγιο. Υπάρχει μια λασκαρισμένη σανίδα στον ξενώνα.
Το χώνω εκεί, κάτω από το παρκέ. Γιατί; Να, είμαι πάρα πολύ ειλικρινής εδώ, σ’ αυτές τις
σελίδες. Δεν είναι ασφαλές να το αφήνω εδώ κι εκεί. Φαντάζομαι συνέχεια τον Γκάμπριελ να
το βλέπει μπροστά του και να δίνει μάχη με την περιέργειά του, μα έπειτα να το ανοίγει και
να ξεκινάει να διαβάζει. Αν μάθαινε ότι δεν παίρνω τα χάπια, θα αισθανόταν τόσο
προδομένος, τόσο πληγωμένος - κι αυτό δεν θα το άντεχα.
Ευτυχώς που έχω αυτό το ημερολόγιο για να γράφω. Με κρατάει στα λογικά μου. Δεν
υπάρχει κανείς που να μπορώ να του μιλήσω.
Κανέναν δεν εμπιστεύομαι.
21 Αυγούστου
Έχω τρεις μέρες να βγω έξω. Λέω στον Γκάμπριελ πως πηγαίνω βόλτες τα απογεύματα που
λείπει, αλλά δεν είναι αλήθεια.
Η σκέψη να βγω έξω με κάνει να φοβάμαι. Θα είμαι υπερβολικά εκτεθειμένη. Τουλάχιστον
εδώ, μέσα στο σπίτι, ξέρω πως είμαι ασφαλής. Μπορώ να κάθομαι δίπλα στο παράθυρο και
να παρατηρώ τους περαστικούς. Περιεργάζομαι το κάθε πρόσωπο που μου θυμίζει κάπως
εκείνο του άντρα - δεν ξέρω όμως πώς μοιάζει, αυτό είναι το πρόβλημα. Μπορεί να έβγαλε
τη μεταμφίεσή του και να κυκλοφορεί μπροστά μου εντελώς απαρατήρητος.
Είναι τρομακτική αυτή η σκέψη.
22 Αυγούστου
Δεν έχει φανεί καθόλου. Δεν πρέπει όμως να επαναπαυτώ. Είναι απλώς ζήτημα χρόνου.
Αργά ή γρήγορα, θα γυρίσει. Πρέπει να είμαι έτοιμη. Πρέπει να πάρω μέτρα.
Ξύπνησα σήμερα το πρωί και θυμήθηκα το όπλο του Γκάμπριελ. Θα το πάρω από τον
ξενώνα. Θα το φέρω κάτω, όπου θα έχω πιο εύκολη πρόσβαση. Θα το βάλω στο ντουλάπι
της κουζίνας, κοντά στο παράθυρο. Έτσι, θα είναι εκεί σε περίπτωση που το χρειαστώ.
Το ξέρω πως όλα αυτά ακούγονται παρανοϊκά. Μακάρι να μη γίνει τίποτα. Μακάρι να μην
ξαναδώ ποτέ τον άντρα.
Ωστόσο, έχω ένα φριχτό προαίσθημα πως θα τον ξαναδώ.
Πού βρίσκεται; Γιατί δεν έχει έρθει εδώ; Μήπως προσπαθεί να με κάνει να εγκαταλείψω τις
προφυλάξεις μου; Δεν πρέπει να χαλαρώσω. Πρέπει να συνεχίσω την επαγρύπνησή μου κοντά
στο παράθυρο.
Να συνεχίσω να περιμένω.
Να συνεχίσω να παρακολουθώ.
23 Αυγούστου
Έχω αρχίσει να σκέφτομαι μήπως τα φαντάστηκα όλα αυτά. Μπορεί.
Ο Γκάμπριελ ρωτάει και ξαναρωτάει πώς τα πάω - αν είμαι καλά. Βλέπω ότι ανησυχεί,
παρόλο που επιμένω ότι είμαι μια χαρά. Η παράστασή μου φαίνεται να μην τον πείθει πια.
Χρειάζεται να προσπαθήσω περισσότερο. Υποκρίνομαι ότι όλη μέρα εστιάζω στη δουλειά -
ενώ, στην πραγματικότητα, ούτε που τη σκέφτομαι. Έχασα κάθε σύνδεσμο μαζί της, κάθε
παρόρμηση να τελειώσω τους πίνακες. Καθώς τα γράφω αυτά, δεν μπορώ να πω με ειλικρίνεια
ότι νομίζω πως θα ζωγραφίσω ξανά. Τουλάχιστον όχι μέχρι να τα αφήσω πίσω μου όλα αυτά.
Βρίσκω διάφορες δικαιολογίες που δεν θέλω να βγαίνω έξω - ο Γκάμπριελ όμως δήλωσε
ότι απόψε δεν είχα άλλη λύση. Ο Μαξ μάς είχε καλέσει έξω για φαγητό.
Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα χειρότερο από το να δω τον Μαξ. Ικέτεψα τον Γκάμπριελ να
το ακυρώσει, λέγοντας πως είχα ανάγκη να δουλέψω, αλλά μου είπε ότι θα μου έκανε καλό
να πάω. Επέμενε και κατάλαβα πως το εννοούσε, οπότε δεν είχα άλλη επιλογή. Υπέκυψα και
δέχτηκα.
Ανησυχούσα όλη μέρα για σήμερα το βράδυ. Επειδή από τη στιγμή που το μυαλό μου άρχισε
να το επεξεργάζεται, τα πάντα έμοιαζαν να μπαίνουν στη θέση τους. Όλα έβγαζαν νόημα.
Δεν ξέρω πώς και δεν το σκέφτηκα νωρίτερα, είναι ολοφάνερο. «ο

Τώρα καταλαβαίνω. Ο άντρας -ο άντρας που παρακολουθεί- δεν είναι ο Ζαν-Φελίξ. Ο


Ζαν-Φελίξ δεν είναι τόσο σκοτεινός ή ύπουλος ώστε να κάνει κάτι τέτοιο. Ποιος άλλος θα
ήθελε να με βασανίσει, να με φοβίσει, να με τιμωρήσει;
Ο Μαξ.
Φυσικά και είναι ο Μαξ. Πρέπει να είναι ο Μαξ. Προσπαθεί να με τρελάνει.
Τρέμω στην προοπτική αυτή, αλλά πρέπει με κάποιον τρόπο να βρω το θάρρος. Θα το
κάνω απόψε.
Θα τον αντιμετωπίσω στα ίσια.
24 Αυγούστου
Ένιωσα παράξενα και λίγο τρομακτικά που βγήκα έξω χθες βράδυ, μετά από τόσο καιρό
μέσα στο σπίτι.
Ο έξω κόσμος φαινόταν τεράστιος - ένας άδειος χώρος ολόγυρά μου, ο απέραντος ουρανός
από πάνω μου. Ένιωσα πολύ μικρή και κρατήθηκα από το μπράτσο του Γκάμπριελ για να
στηριχτώ.
Παρόλο που πήγαμε στο παλιό, αγαπημένο μας εστιατόριο, το Αουγκούστο’ς, δεν ένιωθα
ασφαλής. Δεν μου φάνηκε κατευναστικό και οικείο όπως παλιά. Το εστιατόριο έμοιαζε
διαφορετικό με κάποιον τρόπο. Και μύριζε διαφορετικά - σαν καμένο. Ρώτησα τον Γκάμπριελ
μήπως καιγόταν κάτι στην κουζίνα, αλλά μου απάντησε πως εκείνος δεν μύριζε τίποτα, η
φαντασία μου ήταν.
«Όλα είναι μια χαρά», πρόσθεσε. «Ηρέμησε».
«Ηρεμη είμαι», διαμαρτυρήθηκα. «Δεν φαίνομαι ήρεμη;»
Εκείνος δεν απάντησε. Έσφιξε απλώς το σαγόνι του, όπως κάνει όταν είναι συγχυσμένος.
Καθίσαμε στο τραπέζι μας και περιμέναμε σιωπηλοί τον Μαξ.
Ο Μαξ ήρθε με τη γραμματέα του. Τη λένε Τάνια. Απ’ ό,τι κατάλαβα, έχουν αρχίσει να
βγαίνουν μαζί. Ο Μαξ φερόταν σαν ξελογιασμένος, δεν μπορούσε να πάρει τα χέρια του από
πάνω της, την άγγιζε, τη φιλούσε - και όλη αυτή την ώρα δεν έπαυε να με κοιτάζει. Μήπως
νόμιζε ότι θα μ’ έκανε να ζηλέψω; Είναι φριχτός. Μου φέρνει εμετό.
Η Τάνια πρόσεξε ότι κάτι συνέβαινε - τσάκωσε τον Μαξ να με κοιτάζει όλο ένταση δυο
φορές. Βασικά, θα έπρεπε να την προειδοποιήσω. Να της πω πού μπλέκει. Ίσως και να το
κάνω, όχι όμως τώρα. Προς το παρόν, έχω άλλες προτεραιότητες. ™
Ο Μαξ είπε πως θα πήγαινε στο μπάνιο. Περίμενα ένα λεπτό κι ύστερα άδραξα την ευκαιρία.
Είπα πως ήθελα κι εγώ να πάω στην τουαλέτα. Σηκώθηκα από το τραπέζι και τον ακολούθησα.
Τον πρόλαβα στη γωνία και τον άρπαξα από το μπράτσο. Τα δάχτυλά μου τον έσφιξαν
γερά.
«Σταμάτα το», είπα. «Σταμάτα το!»
Εκείνος φάνηκε να το διασκεδάζει. «Τι να σταματήσω;»
«Με κατασκοπεύεις, Μαξ. Με παρακολουθείς. Το ξέρω».
«Τι; Δεν έχω ιδέα σε τι αναφέρεσαι, Αλίσια».
«Μη μου λες ψέματα». Δυσκολευόμουν πια να ελέγξω τη φωνή μου. Ήθελα να βάλω τις
φωνές. «Σ’ έχω δει, εντάξει; Τράβηξα φωτογραφία. Σε φωτογράφισα!»
Ο Μαξ έβαλε τα γέλια. «Τι κάθεσαι και μου τσαμπουνάς; Άφησέ με, θεοπάλαβη!»
Τον χαστούκισα στο πρόσωπο. Με δύναμη.
Και τότε γύρισα κι είδα την Τάνια να στέκεται εκεί. Έμοιαζε σαν να ’χε φάει εκείνη το
χαστούκι. Η Τάνια κοίταξε πρώτα τον Μαξ και μετά εμένα, αλλά δεν είπε κουβέντα. Έκανε
μεταβολή κι έφυγε από το εστιατόριο.
Ο Μαξ με κοίταξε άγρια και, προτού τρέξει πίσω της, μου σφύριξε μέσα από τα δόντια του:
«Δεν έχω ιδέα τι είναι αυτά που λες. Δεν σε παρακολουθώ, γαμώτο. Και τώρα φύγε από τη
μέση».
Και με τον τρόπο που το είπε, με τόση οργή, τόση περιφρόνηση, κατάλαβα ότι έλεγε την
αλήθεια. Τον πίστεψα. Δεν ήθελα - αλλά τον πίστεψα.
Αν όμως δεν είναι ο Μαξ... ποιος είναι;
25 Αυγούστου
Μόλις άκουσα κάτι. Έναν θόρυβο απ’ έξω. Τσέκαρα το παράθυρο. Και είδα κάποιον να
κινείται στις σκιές...
Είναι ο άντρας. Είναι έξω.
Τηλεφώνησα στον Γκάμπριελ, αλλά δεν το σήκωσε. Να πάρω την αστυνομία; Δεν ξέρω τι
να κάνω. Το χέρι μου τρέμει τόσο πολύ που μετά βίας...
Τον ακούω -κάτω-, δοκιμάζει τα παράθυρα και τις πόρτες. Προσπαθεί να μπει μέσα.
Πρέπει να φύγω από δω πέρα. Πρέπει να δραπετεύσω.
Αχ, Θεούλη μου - τον ακούω...
Είναι μέσα.
Είναι μέσα στο σπίτι.
ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ 262

Σκοπός της ψυχοθεραπείας δεν είναι


να διορθώσει το παρελθόν, αλλά να βοηθήσει
τον ασθενή να έρθει αντιμέτωπος με τη δική του ιστορία και να μπορέσει να πενθήσει.
Άλις Μίλερ
1 263

Έκλεισα το ημερολόγιο της Αλίσια και το ακούμπησα πάνω στο γραφείο μου.
Κάθισα εκεί, ακίνητος, ακούγονταςτη βροχή να πέφτει έξω από το παράθυρο. Προσπάθησα
να βγάλω νόημα από αυτά που είχα μόλις διαβάσει. Προφανώς, η Αλίσια Μπέρενσον είχε

άνοιξε και το περιεχόμενό του με ξάφνιασε ολότελα.


Είχα ένα σωρό ερωτήματα. Η Αλίσια υποψιαζόταν πως κάποιος την παρακολουθούσε.
Ανακάλυψε ποτέ την ταυτότητα του άντρα; Το είπε σε κανέναν;Έπρεπε να το μάθω αυτό. Απ’
όσο ήξερα, το είχε εκμυστηρευτεί σε τρεις ανθρώπους - στον Γκάμπριελ, στην Μπάρμπι και
σε αυτό τον μυστηριώδη δόκτορα Γουέστ. Αραγε σταμάτησε εκεί ή το είπε και σε κανέναν
άλλο; Αλλη ερώτηση. Γιατί το ημερολόγιο τελείωνε τόσο απότομα; Υπήρχε κι άλλο, γραμμένο
κάπου αλλού; Σ’ ένα άλλο σημειωματάριο, το οποίο δεν μου έδωσε; Αναρωτήθηκα επίσης τι
σκοπό είχε η Αλίσια δίνοντάς μου να διαβάσω το ημερολόγιο. Σίγουρα προσπαθούσε να
επικοινωνήσει - και ήταν μια επικοινωνία που σχεδόν σόκαρε με την οικειότητά της. Ήταν
μια χειρονομία καλής πίστης, δείχνοντας πόσο μ’ εμπιστευόταν;Ή κάτι πιο δυσοίωνο;
Υπήρχε και κάτι ακόμα· κάτι που έπρεπε να ελέγξω. Τον δόκτορα Γουέστ - τον γιατρό που
κουράριζε την Αλίσια. Ήταν σημαντικός μάρτυρας για τον χαρακτήρα της, με κρίσιμες
πληροφορίες για την ψυχική της κατάσταση την εποχή του φόνου. Ωστόσο, ο δόκτωρ Γουέστ
δεν είχε καταθέσει στη δίκη της Αλίσια. Για ποιο λόγο; Δεν αναφέρθηκε καθόλου. Μέχρι να
δω το όνομά του στο ημερολόγιό της, ήταν σαν να μην υπήρχε. Πόσα ήξερε; Γιατί δεν είχε
εμφανιστεί;
Ο δόκτωρ Γουέστ.
Αποκλείεται να ήταν ο ίδιος άνθρωπος. Πρέπει σίγουρα να ήταν σύμπτωση. Έπρεπε να

Έβαλα το ημερολόγιο στο συρτάρι του γραφείου μου και το κλείδωσα. Κι ύστερα, σχεδόν
αμέσως, άλλαξα γνώμη. Ξεκλείδωσα το συρτάρι κι έβγαλα το ημερολόγιο. Καλύτερα να το
κραταω πάνω μου - είναι ασφαλέστερο να μην το αφησω απο τα ματια μου. Ιο έχωσα στην
τσέπη του παλτού μου και κρέμασα το παλτό στο μπράτσο μου.
Έφυγα απ’ το γραφείο μου. Κατέβηκα κάτω και προχώρησα σ’ έναν διάδρομο, ώσπου
έφτασα σε μια πόρτα στην άκρη του.
Στάθηκα εκεί για μια στιγμή, κοιτάζοντάς την. Πάνω σε μια μικρή ταμπέλα, ήταν γραμμένο
ένα όνομα. Έλεγε:
«ΔΡ Κ. ΓΟΥΕΣΤ».
Δεν μπήκα στον κόπο να χτυπήσω. Ανοιξα την πόρτα και πέρασα μέσα.
2 266

Ο Κρίστιαν καθόταν στο γραφείο του, τρώγοντας με ξυλάκια το σούσι που είχε
παραγγείλει. Σήκωσε το κεφάλι του και συνοφρυώθηκε.
«Δεν ξέρεις να χτυπάς την πόρτα;»
«Πρέπει να σου μιλήσω».
«Όχι τώρα, τρώω το μεσημεριανό μου».
«Δεν θα σε καθυστερήσω πολύ. Κουράρισες ποτέ την Αλίσια Μπέρενσον;»
Ο Κρίστιαν κατάπιε μια μπουκιά ρύζι και με κοίταξε ανέκφραστα.
«Τι εννοείς; Αφού το ξέρεις. Είμαι επικεφαλής της ομάδας που την έχει αναλάβει».
«Δεν εννοώ εδώ - εννοώ πριν τη φέρουν στο Γκρόουβ».
Τον παρατηρούσα προσεκτικά. Η έκφρασή του μου είπε όλα όσα χρειαζόταν να ξέρω.Έγινε
κατακόκκινος και χαμήλωσε τα ξυλάκια του.
«Τι είναι αυτά που λες;»
Έβγαλα από την τσέπη μου το ημερολόγιο της Αλίσια και το σήκωσα ψηλά.
«Μπορεί αυτό να σ’ ενδιαφέρει. Είναι το ημερολόγιό της. Έγραφε εδώ μερικούς μήνες πριν
από τον φόνο. Το διάβασα».
«Τι σχέση έχει αυτό μ’ εμένα;»
«Σε αναφέρει εκεί μέσα».

«Απ’ ό,τι κατάλαβα, την έβλεπες ιδιωτικά πριν τη φέρουν στο Γκρόουβ. Αυτό δεν το
γνώριζα».
«Δ-δεν καταλαβαίνω. Κάποιο λάθος κάνεις».
«Δεν νομίζω. Την έβλεπες ιδιωτικά για πολλά χρόνια. Κι ωστόσο, δεν ήρθες να καταθέσεις
στη δίκη - παρόλο που τα στοιχεία που θα έδινες ήταν πολύ σημαντικά. Ούτε όταν άρχισες
να εργάζεσαι εδώ παραδέχτηκες ότι γνώριζες ήδη την Αλίσια. Υποθέτω πως σε αναγνώρισε
αμέσως - είσαι τυχερός που παραμένει σιωπηλή».
Μίλησα ξερά, αλλά ήμουν εξοργισμένος. Τώρα καταλάβαινα γιατί ο Κρίστιαν
εναντιωνόταν τόσο στην προσπάθειά μου να κάνω την Αλίσια να μιλήσει. Τον συνέφερε να
της κρατάει το στόμα βουλωμένο.
«Είσαι ένας αχρείος εγωιστής, Κρίστιαν, το ξέρεις;»
Ο Κρίστιαν με κοίταξε με ολοένα και μεγαλύτερη απόγνωση. «Γαμώτο», είπε σιγανά.
«Γαμώτο. Θίο, άκουσέ με. Δεν είναι αυτό που φαίνεται».
«Αλήθεια;»
«Τι άλλο λέει στο ημερολόγιο;»
«Τι άλλο υπάρχει για να πει;»
Ο Κρίστιαν δεν απάντησε στην ερώτησή μου. Έτεινε το χέρι του προς το μέρος μου.
«Μπορώ να του ρίξω μια ματιά;»
«Λυπάμαι», αποκρίθηκα. «Δεν το θεωρώ σωστό».
Ο Κρίστιαν έπαιζε με τα ξυλάκια του καθώς είπε: «Δεν θα έπρεπε να το κάνω. Μα ήταν
εντελώς αθώο. Πρέπει να με πιστέψεις».
«Πολύ φοβάμαι πως δεν σε πιστεύω. Αφού ήταν αθώο, γιατί δεν εμφανίστηκες στην έρευνα
μετά τον φόνο;»
«Επειδή στην πραγματικότητα δεν ήμουν ο γιατρός της Αλίσια - επισήμως, εννοώ. Την
είδα μονάχα για να κάνω χάρη στον Γκάμπριελ. Ήμαστε φίλοι. Συμφοιτητές στο
πανεπιστήμιο. Είχα πάει στον γάμο τους. Είχα να τον δω πολλά χρόνια - μέχρι που μου
τηλεφώνησε, ψάχνοντας ψυχίατρο για τη γυναίκα του. Δεν ήταν καθόλου καλά μετά τον
θάνατο του πατέρα της».
«Κι έσπευσες να προσφέρεις τις υπηρεσίες σου;»
«Όχι, καθόλου. Το αντίθετο μάλιστα. Ήθελα να τον παραπέμψω σε κάποιον συνάδελφο -
εκείνος όμως επέμεινε να τη δω εγώ. Ο Γκάμπριελ είπε πως η Αλίσια ήταν πολύ αρνητική
στην όλη ιδέα και ήταν πιο πιθανό να συνεργαστεί βλέποντας έναν φίλο του. Όπως
καταλαβαίνεις, εγώ δέχτηκα πολύ απρόθυμα».
«Είμαι σίγουρος γι’ αυτό».
Ο Κρίστιαν μού έριξε ένα πληγωμένο βλέμμα. «Δεν χρειάζεται να είσαι σαρκαστικός».
«Πού την κουράριζες;»
Εκείνος δίστασε. «Στο σπίτι της φιλενάδας μου. Μα όπως σου είπα», έσπευσε να προσθέσει,
«ήταν εντελώς ανεπίσημο - στην πραγματικότητα, δεν ήμουν εγώ ο γιατρός της. Την έβλεπα
σπάνια. Μία στις τόσες, αυτό ήταν όλο...»
«Και σ’ αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις, έπαιρνες αμοιβή;»
Ο Κρίστιαν ανοιγόκλεισε τα μάτια και απέφυγε το βλέμμα μου. «Να σου πω, ο Γκάμπριελ
επέμενε να πληρώσει, οπότε δεν είχα άλλη επιλογή...»
«Μετρητά, να υποθέσω;»
«Θίο...»
«Έπαιρνες μετρητά;»
«Ναι, αλλά...»
«Και τα δήλωνες;»
Ο Κρίστιαν δάγκωσε τα χείλη του και δεν απάντησε. Αρα η απάντηση ήταν όχι. Και γι’
αυτό δεν είχε εμφανιστεί στη δίκη της Αλίσια. Αναρωτήθηκα πόσους άλλους ασθενείς έβλεπε
«ανεπίσημα» και δεν δήλωνε τις αμοιβές που έπαιρνε. ™
«Κοίτα», είπε. «Αν το μάθει ο Διομήδης, μπορεί... μπορεί να χάσω τη δουλειά μου. Το ξέρεις,
έτσι δεν είναι;» Η φωνή του ήταν ικετευτική, έκανε έκκληση στη συμπόνια μου. Όμως δεν
ένιωθα καμιά συμπόνια για τον Κρίστιαν. Μονάχα περιφρόνηση.
«Ασε τον καθηγητή. Τι γίνεται με τον Ιατρικό Σύλλογο; Θα χάσεις την άδεια εξάσκησης
επαγγέλματος».
«Μόνο αν πεις κάτι. Δεν χρειάζεται να το φανερώσεις σε κανέναν. Έτσι κι αλλιώς, σ’ αυτή
τη φάση είναι όλα περασμένα ξεχασμένα, σωστά; Θέλω να πω, πρόκειται για την καριέρα
μου, που να πάρει ο διάολος».
«Αυτό θα έπρεπε να το σκεφτείς νωρίτερα, έτσι δεν είναι;»
«Θίο, σε παρακαλώ...»
Ο Κρίστιαν θα πρέπει να απεχθανόταν το γεγονός ότι ήταν αναγκασμένος να με ικετεύει,
μα δεν ένιωθα καμιά ικανοποίηση βλέποντάς τον να ζαρώνει φοβισμένος· μονάχα εκνευρισμό.
Δεν είχα καμιά πρόθεση να τον μαρτυρήσω στον Διομήδη - όχι ακόμη, τουλάχιστον. Θα μου
φαινόταν πολύ πιο χρήσιμος έτσι και τον κρατούσα σε αβεβαιότητα.
«Μην ανησυχείς», είπα. «Κανείς άλλος δεν χρειάζεται να το μάθει. Προς το παρόν».
«Σ’ ευχαριστώ. Σοβαρά το λέω. Σου χρωστάω χάρη».
«Ναι, μου χρωστάς. Εμπρός, λοιπόν».
«Τι εννοείς;»
«Θέλω να μιλήσεις. Να μου πεις για την Αλίσια».
«Τι θες να μάθεις;»
«Τα πάντα», του απάντησα.
3 270

Ο Κρίστιαν με κοίταξε με ένταση, παίζοντας με τα ξυλάκια του.Έμεινε για λίγο σκεφτικός


προτού μιλήσει.
«Δεν έχω να σου πω πολλά. Δεν ξέρω τι θέλεις να ακούσεις ή από πού να ξεκινήσω».
«Ξεκίνα από την αρχή», είπα. «Την έβλεπες αρκετά χρόνια;»
«Όχι -θέλω να πω, ναι-, μα όπως σου είπα, όχι τόσο συχνά όσο το παρουσιάζεις. Την είδα
δύο ή τρεις φορές μετά τον θάνατο του πατέρα της».
«Πότε ήταν η τελευταία φορά;»
«Περίπου μία βδομάδα πριν από τον φόνο».
«Και πώς θα χαρακτήριζες την ψυχική της κατάσταση;»
«Α», είπε ο Κρίστιαν γέρνοντας πίσω στην πολυθρόνα του, πιο χαλαρός τώρα που ένιωθε
ασφαλέστερος. «Ηταν εντελώς παρανοϊκή, έβλεπε παραισθήσεις, σχεδόν ψυχωσική. Μα ήταν
και παλιά έτσι. Είχε κυκλοθυμική συμπεριφορά για πολλά χρόνια. Μονίμως με τα πάνω της
και τα κάτω της - τυπική οριακή προσωπικότητα».
«Δεν μου χρειάζεται η γαμημένη διάγνωσή σου. Περιορίσου απλώς στα γεγονότα».
Ο Κρίστιαν τότε μου έριξε μια πληγωμένη ματιά, αλλά αποφάσισε να μη φέρει αντίρρηση.
«Τι θέλεις να μάθεις;»
«Η Αλίσια σου εκμυστηρεύτηκε πως την παρακολουθούσαν, σωστά;» ™
Το βλέμμα του παρέμενε ανέκφραστο. «Την παρακολουθούσαν;»
«Κάποιος την κατασκόπευε. Νόμιζα ότι σου το είπε».
Εκείνος με κοίταξε παράξενα. Κι έπειτα, προς μεγάλη μου έκπληξη, έβαλε τα γέλια.
«Πού είναι το αστείο;» απόρησα.
«Δεν φαντάζομαι να το πιστεύεις στ’ αλήθεια αυτό; Τον ματάκια που κατασκοπεύει από τα
παράθυρα;»
«Λες ότι δεν είναι αλήθεια;»
«Σκέτη φαντασίωση. Θα έλεγα πως ήταν προφανές».
Έδειξα μ’ ένα νεύμα το ημερολόγιο. «Γράφει πολύ πειστικά γι’ αυτόν. Εγώ την πίστεψα».
«Μα φυσικά και ακούστηκε πειστική. Κι εγώ θα την πίστευα, αν δεν την ήξερα καλύτερα.
Έπαθε ψυχωσικό επεισόδιο».
«Έτσι λες συνέχεια. Δεν φαίνεται ψυχωσική στο ημερολόγιο. Μονάχα φοβισμένη».
«Είχε παρελθόν - το ίδιο συνέβη και στο μέρος όπου έμεναν προτού πάνε στο Χάμστεντ.
Γι’ αυτό αναγκάστηκαν να μετακομίσουν. Κατηγόρησε κάποιον ηλικιωμένο στην απέναντι
μεριά του δρόμου ότι την κατασκόπευε. Έκανε μεγάλη φασαρία. Αποδείχτηκε πως ο γέρος
ήταν τυφλός - δεν μπορούσε καν να τη δει, πόσο μάλλον να την κατασκοπεύει. Η Αλίσια
ήταν ανέκαθεν ανισόρροπη, την αποτελείωσε όμως η αυτοκτονία του πατέρα της. Δεν
συνήλθε ποτέ».
«Σου μίλησε καθόλου γι’ αυτόν; Για τον πατέρα της;»
Ο Κρίστιαν ανασήκωσε τους ώμους. «Όχι ιδιαίτερα. Επέμενε πάντα ότι τον αγαπούσε και
είχαν μια πολύ φυσιολογική σχέση - όσο φυσιολογική γινόταν, αν σκεφτεί κανείς πως η
μητέρα της αυτοκτόνησε. Για να πω την αλήθεια, ήμουν τυχερός που κατάφερα να μάθω έστω
κι αυτά. Δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμη.Ήταν... ξέρεις πώς είναι».
«Προφανώς όχι τόσο καλά όσο εσύ». Έσπευσα να συνεχίσω προτού με διακόψει: «Εκανε
απόπειρα αυτοκτονίας μετά τον θάνατο του πατέρα της;»
«Εγώ δεν θα το έλεγα έτσι», απάντησε αδιάφορα εκείνος.
«Πώς θα το έλεγες;»
«Ηταν αυτοκτονική συμπεριφορά, αλλά δεν πιστεύω πως σκόπευε να πεθάνει.Ήταν πολύ
ναρκισσιστική προσωπικότητα για να κάνει πραγματικά κακό στον εαυτό της. Πήρε
υπερβολική δόση χαπιών, περισσότερο για επίδειξη παρά για οτιδήποτε άλλο.
“Επικοινωνούσε” την απελπισία της στον Γκάμπριελ - μια ζωή προσπαθούσε νατού τραβήξει
την προσοχή του κακομοίρη. Αν δεν ήμουν υποχρεωμένος να σεβαστώ το ιατρικό απόρρητο*,
θα τον είχα προειδοποιήσει να σηκωθεί και να φύγει μακριά της».
«Τι ατυχία γι’ αυτόν που είσαι τόσο ηθικός άνθρωπος».
Ο Κρίστιαν μόρφασε. «Θίο, το ξέρω πως έχεις φοβερή ενσυναίσθηση -γι’ αυτό άλλωστε
είσαι και τόσο καλός ψυχοθεραπευτής-, όμως χάνεις τον χρόνο σου με την Αλίσια
Μπέρενσον. Ακόμα και πριν από τον φόνο, διέθετε ελάχιστες ικανότητες για ενδοσκόπηση,
ή εκλογίκευση, όπως θες πες το. Ο εαυτός της κι η τέχνη της την απορροφούσαν εντελώς.
Όλη την ενσυναίσθηση και την καλοσύνη που της δείχνεις... είναι ανίκανη να τα
ανταποδώσει. Είναι χαμένη υπόθεση. Μια σκέτη σκύλα».
Τα είπε όλα αυτά με μια περιφρονητική έκφραση - και χωρίς καμιά απολύτως φανερή
ενσυναίσθηση για μια τόσο σακατεμένη γυναίκα. Για μια στιγμή, αναρωτήθηκα μήπως ο
Κρίστιαν ήταν οριακή προσωπικότητα και όχι η Αλίσια. Μου φαινόταν πολύ πιο λογικό.
Σηκώθηκα.
«Πάω να δω την Αλίσια. Χρειάζομαι μερικές απαντήσεις».
«Από την Αλίσια;» Ο Κρίστιαν με κοίταξε εμβρόντητος. «Και πώς σκοπεύεις να τις πάρεις;»
«Ρωτώντας την», του απάντησα και βγήκα από το γραφείο του.
4 274

Περίμενα μέχρι που ο Διομήδης εξαφανίστηκε στο γραφείο του και η Στέφανι πήγε σε μια
συνάντηση με το Ίδρυμα. Τότε γλίστρησα μέσα στη Γυάλα και βρήκα τον Γιούρι.
«Πρέπει να δω την Αλίσια», του είπα.
«Α, μπα;» Με κοίταξε παραξενεμένος. «Μα... νόμιζα πως η ψυχοθεραπεία δεν θα
συνεχιστεί».
«Όντως. Πρέπει απλώς να της μιλήσω ιδιαιτέρως, αυτό είναι όλο».
«Μάλιστα, κατάλαβα». Φάνηκε κάπως δύσπιστος. «Λοιπόν, το δωμάτιο της ψυχοθεραπείας
είναι κατειλημμένο. ΗΊντιρα θα βλέπει εκεί ασθενείς όλο το υπόλοιπο απόγευμα».Έμεινε για
λίγο σκεφτικός. «Είναι ελεύθερη η αίθουσα εικαστικής θεραπείας, αν δεν σε πειράζει να
συναντηθείτε εκεί. Θα πρέπει να κάνετε γρήγορα, όμως».
Δεν επεκτάθηκε, αλλά κατάλαβα τι εννοούσε - έπρεπε να κάνουμε γρήγορα ώστε να μην
το προσέξει κανείς και το αναφέρει στη Στέφανι. Ένιωθα ευγνωμοσύνη που είχα τον Γιούρι
με το μέρος μου· ήταν ολοφάνερα καλός άνθρωπος. Μ’ έπιασαν τύψεις που τον παρεξήγησα
όταν τον γνώρισα.
«Ευχαριστώ», του είπα. «Το εκτιμώ πολύ».
Ο Γιούρι μού χαμογέλασε. «Θα τη φέρω εκεί σε δέκα λεπτά».
Ο Γιούρι κράτησε τον λόγο του. Δέκα λεπτά αργότερα, η Αλίσια κι εγώ βρισκόμασταν στην
αίθουσα εικαστικής θεραπείας, καθισμένοι ο ένας απέναντι από τον άλλο, έχοντας ανάμεσά
μας την επιφάνεια εργασίας, πιτσιλισμένη με μπογιές.
Στηριζόμουν σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο σκαμνί, νιώθοντας ασταθής. Η Αλίσια έδειχνε τελείως
ατάραχη όπως κάθισε - σαν να πόζαρε για ένα πορτρέτο ή σαν να ήταν έτοιμη να ζωγραφίσει.
«Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό», είπα, βγάζοντας το ημερολόγιό της και ακουμπώντας το μπροστά
μου. «Που μου επέτρεψες να το διαβάσω. Είναι πολύ σημαντικό για μένα που μου
εμπιστεύτηκες κάτι τόσο προσωπικό».
Χαμογέλασα, εκείνη ωστόσο παρέμεινε ανέκφραστη. Τα χαρακτηριστικά της ήταν σκληρά
και άκαμπτα. Αναρωτήθηκα αν το μετάνιωσε που μου έδωσε το ημερολόγιο. Μήπως
αισθανόταν ντροπή που είχε εκτεθεί τόσο ολοκληρωτικά; Έκανα μια παύση και μετά
συνέχισα:
«Το ημερολόγιο τελειώνει απότομα, σε μια δραματική στιγμή αγωνίας». Ξεφύλλισα τις
υπόλοιπες άδειες σελίδες. «Μοιάζει κάπως με την ψυχοθεραπεία μας - που έμεινε στη μέση,
ανολοκλήρωτη».
Η Αλίσια δεν έλεγε κουβέντα. Μόνο κοίταζε. Δεν ξέρω τι περίμενα, όχι αυτό πάντως*.
Υπέθεσα ότι το γεγονός πως μου έδωσε το ημερολόγιο σηματοδοτούσε κάποια αλλαγή - ότι
αντιπροσώπευε μια πρόσκληση, ένα άνοιγμα, ένα σημείο εισόδου· κι ωστόσο, βρισκόμουν
πάλι στην αρχή, αντιμέτωπος μ’ ένα αδιαπέραστο τείχος.
«Ηλπιζα, ξέρεις, ότι μια που μου μίλησες έμμεσα -μέσα από αυτές τις σελίδες-, ίσως έκανες
ένα βήμα παραπέρα και μου μιλούσες και πρόσωπο με πρόσωπο».
Καμιά αντίδραση.
«Νομίζω ότι μου έδωσες το ημερολόγιο γιατί ήθελες να επικοινωνήσεις μαζί μου. Και όντως
επικοινώνησες. Διαβάζοντας το, έμαθα πάρα πολλά πράγματα για σένα -πόση μοναξιά
αισθανόσουν, πόσο απομονωμένη και φοβισμένη ήσουν-, κι επίσης ότι η κατάστασή σου ήταν
πολύ πιο περίπλοκη απ’ όσο υπέθετα αρχικά. Η σχέση σου με τον δόκτορα Γουέστ, για
παράδειγμα».
Καθώς πρόφερα το όνομα του Κρίστιαν, της έριξα μια ματιά. Ήλπιζα να δω κάποια
αντίδραση, τα μάτια της να στενεύουν, το πιγούνι της να σφίγγεται -κάτι, οτιδήποτε-, αλλά
δεν υπήρξε τίποτα, ούτε καν ένα πετάρισμα των βλεφάρων της.
«Δεν είχα ιδέα πως γνώριζες τον Κρίστιαν Γουέστ προτού έρθεις στο Γκρόουβ. Σε κουράριζε
ιδιωτικά για αρκετά χρόνια. Προφανώς, τον αναγνώρισες μόλις ήρθε να δουλέψει εδώ,
μερικούς μήνες μετά την εισαγωγή σου. Θα πρέπει να σάστισες όταν προσποιήθηκε πως δεν
σε αναγνώρισε. Και φαντάζομαι ότι ταράχτηκες;»
Το διατύπωσα σαν ερώτηση, μα δεν πήρα απάντηση. Ο Κρίστιαν έμοιαζε να την ενδιαφέρει
ελάχιστα. Η Αλίσια κοίταξε αλλού, βαριεστημένη, απογοητευμένη - σαν να είχα χάσει κάποια
ευκαιρία, να πήρα λάθος δρόμο. Κάτι περίμενε από μένα· κάτι που απέτυχα να κάνω.
Ε, λοιπόν, δεν είχα τελειώσει.
«Υπάρχει και κάτι ακόμα», είπα. «Το ημερολόγιο θέτει ορισμένα ερωτήματα - ερωτήματα
που χρειάζονται απαντήσεις. Ορισμένα πράγματα δεν βγάζουν νόημα, δεν ταιριάζουν με τις
πληροφορίες που έχω από άλλες πηγές. Τώρα που μου επέτρεψες να το διαβάσω, νιώθω
υποχρεωμένος να ερευνήσω περισσότερο. Ελπίζω να το καταλαβαίνεις αυτό».
Της έδωσα πίσω το ημερολόγιο. Η Αλίσια το πήρε κι ακούμπησε τα δάχτυλά της πάνω του.
Για μια στιγμή κοιταχτήκαμε.
«Είμαι με το μέρος σου, Αλίσια», είπα τελικά. «Το ξέρεις αυτό, έτσι δεν είναι;»
Εκείνη δεν απάντησε.
Το εξέλαβα ως «ναι».
5
Η Κάθι είχε αρχίσει να γίνεται απρόσεκτη. Ήταν αναπόφευκτο, υποθέτω. Μια που την
έβγαζε καθαρή τόσο καιρό απατώντας με, άρχισε να χαλαρώνει.
Γύρισα σπίτι και τη βρήκα έτοιμη να φύγει.
«Πάω μια βόλτα», με πληροφόρησε, βάζοντας τα αθλητικά της. «Δεν θα αργήσω».
«Θα μου έκανε κι εμένα καλό η άσκηση. Θες παρέα;»
«Όχι, πρέπει να κάνω πρόβα τα λόγια μου».
«Μπορώ να σε εξετάσω, αν θες».
«Όχι», είπε η Κάθι, γνέφοντας αρνητικά. «Είναι πιο εύκολο όταν είμαι μόνη μου.
Επαναλαμβάνω συνέχεια τους μονολόγους - όσους δεν μπορώ να εμπεδώσω, ξέρεις ποιους,
αυτούς στη δεύτερη πράξη. Κάνω τον γύρο του πάρκου, απαγγέλλοντάς τους δυνατά. Πού
να δεις πώς με κοιτάζουν».
Έπρεπε να της το αναγνωρίσω. Η Κάθι τα είπε όλα αυτά με απόλυτη ειλικρίνεια, ενώ δεν
έπαψε στιγμή να με κοιτάζει στα μάτια.Ήταν εκπληκτική ηθοποιός.
Και η δική μου ηθοποιία βελτιωνόταν. Της χαμογέλασα πλατιά, εγκάρδια.
«Καλή βόλτα», της ευχήθηκα.
Μόλις έφυγε από το διαμέρισμα, την ακολούθησα. Κράτησα προσεκτικά μια απόσταση -
εκείνη όμως δεν κοίταξε πίσω της ούτε μια φορά. Όπως είπα, είχε αρχίσει να γίνεται
απρόσεκτη.
Περπάτησε γύρω στα πέντε λεπτά, μέχρι την είσοδο του πάρκου. Καθώς πλησίαζε, ένας
άντρας πρόβαλε από τις σκιές. Μου είχε γυρισμένη την πλάτη και δεν μπορούσα να διακρίνω
το πρόσωπό του. Είχε σκούρα μαλλιά κι ήταν γεροδεμένος, ψηλότερος από μένα. Εκείνη πήγε
κοντά του και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Άρχισαν να φιλιούνται. Η Κάθι απολάμβανε
αχόρταγα τα φιλιά του, εντελώς παραδομένη.Ήταν παράξενο -το λιγότερο που θα μπορούσα
να πω- να βλέπω έναν άλλο άντρα να την αγκαλιάζει. Τα χέρια του έσφιγγαν και χάιδευαν
τα στήθη της πάνω από τα ρούχα της.
Ήξερα πως έπρεπε να κρυφτώ. Ήμουν εκτεθειμένος, φαινόμουν από παντού - έτσι και η
Κάθι έστρεφε το κεφάλι της, σίγουρα θα με έβλεπε. Μα ήταν αδύνατο να κουνήσω ρούπι.
Είχα καθηλωθεί κοιτάζοντας μια Μέδουσα, είχα γίνει άγαλμα.
Κάποια στιγμή σταμάτησαν να φιλιούνται και μπήκαν στο πάρκο, πιασμένοι αλά
μπρατσέτα. Τους ακολούθησα. Ήταν αποπροσανατολιστικό. Από πίσω, από κάποια
απόσταση, ο άντρας δεν έμοιαζε διαφορετικός από μένα. Μπερδεύτηκα για μερικά
δευτερόλεπτα, σαν να είχα βγει από το σώμα μου - ήμουν πεπεισμένος ότι παρακολουθούσα
τον εαυτό μου να κάνει βόλτα στο πάρκο με την Κάθι. 2δ0

Εκείνη τον οδήγησε σε ένα μέρος με πολλά δέντρα. Ο άντρας πήγε μαζί της κι
εξαφανίστηκαν.
Το στομάχι μου σφίχτηκε, μ’ έπιασε ναυτία. Η ανάσα μου έβγαινε βραχνή, αργή και βαριά.
Κάθε κομμάτι του κορμιού μου με συμβούλευε να φύγω, να το βάλω στα πόδια, να τρέξω
μακριά. Μα δεν άκουσα. Τους ακολούθησα στο δάσος.
Προσπάθησα να κάνω όσο το δυνατόν λιγότερο θόρυβο - αλλά τα ξερά κλαράκια έσπαγαν
κάτω απ’ τα πόδια μου, τα κλωνάρια με γρατζουνούσαν. Δεν τους έβλεπα πουθενά. Τα δέντρα
ήταν τόσο πυκνοφυτεμένα, ώστε μπορούσα να δω μονάχα λίγα μέτρα μπροστά μου.
Κοντοστάθηκα κι αφουγκράστηκα. Ακόυσα ένα θρόισμα στα φυλλώματα· θα μπορούσε
να είναι κι ο άνεμος. Και μετά έφτασε στ’ αφτιά μου ένας ήχος απαραγνώριστος, ένας χαμηλός,
βραχνός ήχος που αναγνώρισα αμέσως.
Ήταν η Κάθι που βογκούσε.
Πάσχισα να πλησιάσω κι άλλο, όμως τα κλαδιά με αιχμαλώτισαν και με κράτησαν μετέωρο,
σαν μύγα σε ιστό αράχνης. Στάθηκα εκεί, στο μισόφωτο, εισπνέοντας τη μουχλιασμένη
μυρωδιά του φλοιού των δέντρων και του χώματος. Άκουγα την Κάθι να βογκάει όσο την
πηδούσε. Αυτός μούγκριζε σαν ζώο.
Φλεγόμουν από μίσος. Αυτός ο άντρας είχε έρθει από το πουθενά και καταπάτησε τη ζωή
μου.'Εκλεψε και ξελόγιασε και διέφθειρε το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που ήταν πολύτιμο
για μένα. Αυτό που συνέβη ήταν τερατώδες - υπερφυσικό. Ίσως να μην ήταν καν άνθρωπος,
αλλά όργανο μιας μοχθηρής θεότητας που με είχε βάλει στο μάτι. Αραγε με τιμωρούσε ο
Θεός; Για ποιο λόγο; Τι είχα κάνει κι ήμουν ένοχος - πέρα απ’ το ότι ερωτεύτηκα; Μήπως
επειδή αγαπούσα πολύ βαθιά, πολύ απαιτητικά; Πάρα πολύ;
Την αγαπούσε αυτός ο άντρας; Πολύ αμφέβαλλα. Όχι όσο εγώ. Απλώς τη χρησιμοποιούσε·
χρησιμοποιούσε το σώμα της. Αποκλείεται να τη νοιαζόταν όπως εγώ. Εγώ θα πέθαινα για
την Κάθι.
Θα σκότωνα για χάρη της.
Σκέφτηκα τον πατέρα μου - τι θα έκανε σε μια τέτοια περίσταση. Θα τον δολοφονούσε
τον τύπο. Φέρσου σαν άντρας, άκουγα τον πατέρα μου να μου φωνάζει. Σκλήρυνε επιτέλους.
Αυτό έπρεπε να κάνω; Να τον σκοτώσω; Να τον ξεκάνω; Ήταν κι αυτός ένας τρόπος να
βγούμε απ’ αυτό το χάλι - ένας τρόπος να διαλύσω τα μάγια, να αποδεσμεύσω την Κάθι και
να μας απελευθερώσω. Θα πενθούσε τον χαμό του και μετά όλα θα τελείωναν, αυτός δεν θα
ήταν παρά μια ανάμνηση που εύκολα θα ξεχνιόταν· και θα συνεχίζαμε τη ζωή μας όπως πρίΜ
Θα μπορούσα να το κάνω τώρα, εδώ, στο πάρκο. Θα τον έσερνα στη λίμνη και θα βύθιζα το
κεφάλι του κάτω απ’ το νερό. Θα το κρατούσα εκεί ώσπου το σώμα του να αρχίσει να σφαδάζει
και τελικά να μείνει ασάλευτο στα χέρια μου.Ή θα μπορούσα να τον ακολουθήσω ως το σπίτι
του με το μετρό, να σταθώ ακριβώς πίσω του στην πλατφόρμα και -με μια δυνατή σπρωξιά-
να τον ρίξω στις γραμμές ενώ θα περνούσε το τρένο. Ή να τον πετύχω σ’ έναν έρημο δρόμο
και, κρατώντας ένα τούβλο, να του σπάσω το κεφάλι. Γιατί όχι;
Ξαφνικά, τα βογκητά της Κάθι δυνάμωσαν και συνειδητοποίησα ότι έφτανε σε οργασμό.
Έπειτα έπεσε σιωπή... που τη διέκοψε το πνιχτό χαχάνισμα που γνώριζα τόσο καλά. Ακόυσα
τα κλαράκια να σπάνε καθώς έβγαιναν από το δάσος.
Περίμενα μερικά λεπτά.Ύστερα λύγισα τα κλαδιά γύρω μου για να ξεφύγω από τα δέντρα,
σκίζοντας και γρατζουνώντας άσχημα τα χέρια μου.
Όταν βγήκα κι εγώ, τα μάτια μου ήταν μισοτυφλωμένα από τα δάκρυα. Τα σκούπισα με τη
ματωμένη μου γροθιά.
Απομακρύνθηκα τρεκλίζοντας, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Περπατούσα πέρα-δώθε
σαν τρελός.
6 283

«Ζαν-Φελίξ;»
Δεν ήταν κανείς στην υποδοχή και κανένας δεν ήρθε όταν φώναξα. Δίστασα για λίγο κι
έπειτα μπήκα μέσα στην γκαλερί.
Προχώρησα στον διάδρομο μέχρι που έφτασα εκεί όπου κρεμόταν η Άλκηστη. Για άλλη
μια φορά περιεργάστηκα τον πίνακα. Για άλλη μια φορά προσπάθησα να τον διαβάσω·
απέτυχα πάλι. Είχε κάτι που αψηφούσε κάθε ερμηνεία - ή κάποιο νόημα που δεν είχα
αντιληφθεί ακόμη. Μα τι ήταν αυτό;
Και τότε - η ανάσα μου κόπηκε καθώς παρατήρησα κάτι που δεν είχα δει πρωτύτερα. Πίσω
από την Αλίσια, στο σκοτάδι, αν μισόκλεινες τα μάτια και κοίταζες προσεκτικά τον πίνακα,
τα πιο σκοτεινά μέρη της σκιάς ενώνονταν -όπως ένα ολόγραμμα αποκτάει τρεις διαστάσεις
αντί για δύο όταν το βλέπεις από συγκεκριμένη γωνία- και μια μορφή ξεπρόβαλλε από τις
σκιές... μια αντρική φιγούρα. Ένας άντρας - κρυμμένος στο σκοτάδι. Παρακολουθώντας.
Κατασκοπεύόντας την Αλίσια.
«Τι θέλετε;»
Η φωνή μ’ έκανε να αναπηδήσω. Στράφηκα. Ο Ζαν-Φελίξ δεν φαινόταν ιδιαίτερα
χαρούμενος που μ’ έβλεπε.
«Τι κάνετε εδώ;» είπε.
Ήμουν έτοιμος να του δείξω την αντρική φιγούρα στον πίνακα και να τον ρωτήσω γι’ αυτή
- κάτι μέσα μου όμως μου είπε ότι ίσως δεν ήταν καλή ιδέα. Έτσι, απλώς χαμογέλασα.
«Έχω να σας κάνω δυο τρεις ερωτήσεις ακόμα. Σας πετυχαίνω σε καλή ώρα;»
«Όχι ιδιαίτερα. Σας είπα όλα όσα ξέρω. Αποκλείεται να υπάρχει κάτι άλλο». ™
«Βασικά, βγήκαν στη φόρα κάποιες καινούριες πληροφορίες».

«Να, πρώτα απ’ όλα, δεν ήξερα πως η Αλίσια σκόπευε να φύγει από την γκαλερί σας».
Μεσολάβησε μια στιγμιαία παύση προτού απαντήσει ο Ζαν-Φελίξ. Η φωνή του ακούστηκε
σφιγμένη, σαν τεντωμένο λάστιχο έτοιμο να σπάσει.
«Τι είναι αυτά που λέτε;»

«Τι σας νοιάζει εσάς;»


«Η Αλίσια είναι ασθε1 είναι να μιλήσει και πάλι - μα τώρα βλέπω ότι
ίσως σας συμφέρει να παραμείνει σιωπηλή».
«Τι υποτίθεται πως σημαίνει αυτό, διάολε;»
«Εφόσον κανένας δεν γνωρίζει την επιθυμία της να σας παρατήσει, τότε μπορείτε να
κρατήσετε επ αόριστόν τα έργα της».
«Για ποιο πράγμα με κατηγορείτε ακριβώς;»
«Καθόλου δεν σας κατηγορώ. Απλώς αναφέρω ένα γεγονός».
Ο Ζαν-Φελίξ έβαλε τα γέλια. «Αυτό θα το δούμε. Θα επικοινωνήσω με τον δικηγόρο μου
- και θα υποβάλουμε γραπτή διαμαρτυρία στο νοσοκομείο».
«Δεν νομίζω πως θα κάνετε κάτι τέτοιο».
«Για ποιο λόγο;»
«Βλέπετε, δεν σας είπα πώς έμαθα ότι η Αλίσια σκόπευε να φύγει».
«Όποιος σας το είπε έλεγε ψέματα».
«Η ίδια η Αλίσια».
«Τι;» Ο Ζαν-Φελίξ έμεινε άναυδος. «Θέλετε να πείτε... μίλησε;»
«Κατά κάποιον τρόπο. Μου έδωσε να διαβάσω το ημερολόγιό της».
«Το... ημερολόγιό της;» Ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα μάτια του, σαν να δυσκολευόταν
να επεξεργαστεί αυτή την πληροφορία. «Δεν ήξερα πως η Αλίσια κρατούσε ημερολόγιο». ™
«Κι όμως. Περιγράφει με λεπτομέρειες τις τελευταίες σας συναντήσεις».
Δεν είπα τίποτε άλλο. Δεν χρειαζόταν. Μεσολάβησε μια βαριά παύση. Ο Ζαν-Φελίξ δεν
μιλούσε.
«Θα είμαστε σε επαφή», είπα χαμογελώντας, κι έφυγα.
Βγαίνοντας στον δρόμο του Σόχο, ένιωσα κάποιες τύψεις που τάραξα έτσι τον Ζαν-Φελίξ.
Το έκανα σκόπιμα, ωστόσο - ήθελα να δω τι αποτέλεσμα θα είχε η πρόκληση, πώς θα
αντιδρούσε, τι θα έκανε.
Τώρα έπρεπε να περιμένω.
Καθώς περπατούσα στο Σόχο, τηλεφώνησα στον ξάδελφο της Αλίσια, τον Πολ Ρόουζ, για
να τον ειδοποιήσω ότι θα πήγαινα. Δεν ήθελα να εμφανιστώ απροειδοποίητα στο σπίτι και
να ρισκάρω μια παρόμοια υποδοχή όπως την τελευταία φορά. Ο μώλωπας στο κεφάλι μου
δεν είχε φύγει ακόμη.
Στήριξα το τηλέφωνο ανάμεσα στον ώμο και στο αφτί μου, ανάβοντας τσιγάρο. Μόλις που
είχα προλάβει να τραβήξω μια ρουφηξιά και μου απάντησαν στο πρώτο κουδούνισμα κιόλας.
Ευχόμουν να ήταν ο Πολ κι όχι η Λίντια. Στάθηκα τυχερός.
«Εμπρός;»
«Γεια σου, Πολ. Ο Θίο Φέιμπερ είμαι».
«Α, γεια χαρά. Συγγνώμη που ψιθυρίζω», είπε. «Η μαμά παίρνει τον υπνάκο της και δεν
θέλω να την ενοχλήσω. Πώς πάει το κεφάλι σου;»
«Πολύ καλύτερα, ευχαριστώ».
«Ωραία, ωραία. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;»
«Να σου πω», απάντησα. «Εμαθα ορισμένες καινούριες πληροφορίες για την Αλίσια... κι
ήθελα να μιλήσουμε».
«Τι πληροφορίες; » 286

Του είπα ότι η Αλίσια μου έδωσε να διαβάσω το ημερολόγιό της.


«Το ημερολόγιό της; Δεν ήξερα πως κρατούσε ημερολόγιο. Και τι λέει;»
«Ίσως είναι πιο καλά να τα πούμε από κοντά. Είσαι καθόλου ελεύθερος σήμερα;»
Ο Πολ δίστασε. «Καλύτερα να μην περάσεις από το σπίτι. Η μητέρα δεν είναι... να, δεν
χάρηκε πολύ την τελευταία φορά που ήρθες».
«Ναι, το αντιλήφθηκα».
«Υπάρχει μια παμπ στην άκρη του δρόμου, στην κυκλική διασταύρωση. Λέγεται Ασπρη
Αρκούδα...»
«Ναι, τη θυμάμαι», είπα. «Μια χαρά. Τι ώρα;»
«Κατά τις πέντε; Τέτοια ώρα θα μπορέσω να βγω για λίγο».
Ακόυσα στο βάθος τη Λίντια να φωνάζει. Προφανώς είχε ξυπνήσει.
«Πρέπει να κλείσω», είπε ο Πολ. «Τα λέμε αργότερα». Κι έκλεισε απότομα το τηλέφωνο.
Λίγες ώρες αργότερα, πήγαινα πάλι στο Κέμπριτζ. Και από το τρένο έκανα άλλο ένα
τηλεφώνημα - στον Μαξ Μπέρενσον. Προβληματίστηκα λίγο πριν τον πάρω. Είχε ήδη
παραπονεθεί μια φορά στον Διομήδη, οπότε δεν θα χαιρόταν να με ξανακούσει. Σ’ αυτή τη
φάση, όμως, ήξερα ότι δεν είχα άλλη επιλογή.
Σήκωσε η Τάνια το τηλέφωνο. Ακουγόταν σαν να είχε συνέλθει από το κρύωμά της, αλλά
διέκρινα την ένταση στη φωνή της όταν συνειδητοποίησε ποιος ήμουν.
«Δεν νομίζω... Θέλω να πω, ο Μαξ είναι απασχολημένος.Έχει ραντεβού όλη τη μέρα».
«Θα ξαναπάρω».
«Δεν είμαι σίγουρη ότι είναι καλή ιδέα. Εγώ...»
Ακόυσα στο βάθος τον Μαξ να λέει κάτι· και την απάντησή της: «Δεν πρόκειται να το πω
αυτό, Μαξ».
Ο Μαξ τής άρπαξε το τηλέφωνο και μου μίλησε ο ίδιος:
«Μόλις είπα στην Τάνια να σου πει να πας να γαμηθείς».
«Λ, μάλιστα».
«Έχεις μεγάλο θράσος που ξαναπαίρνεις εδώ. Διαμαρτυρήθηκα ήδη μια φορά στον
καθηγητή Διομήδη».
«Ναι, το έχω υπόψη μου. Ωστόσο, βγήκαν στο φως κάποιες καινούριες πληροφορίες και
σας αφορούν άμεσα - οπότε ένιωσα πως δεν είχα άλλη επιλογή από το να επικοινωνήσω μαζί
σας».
«Τι πληροφορίες;»
«Ένα ημερολόγιο όπου έγραφε η Αλίσια τις βδομάδες μέχρι τον φόνο».
Έπεσε σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής. Δίστασα λίγο και μετά συνέχισα:
«Η Αλίσια γράφει με πολλές λεπτομέρειες για σένα, Μαξ. Είπε πως έτρεφες ερωτικά
αισθήματα γι’ αυτή. Αναρωτιόμουν αν...»
Ακούστηκε ένα κλικ καθώς μου έκλεισε το τηλέφωνο. Μέχρι στιγμής, όλα καλά. Ο Μαξ
είχε τσιμπήσει το δόλωμα - και τώρα έπρεπε να περιμένω για να δω πώς θα αντιδρούσε.
Συνειδητοποίησα πως φοβόμουν λιγάκι τον Μαξ· όπως τον φοβόταν κι η Τάνια. Θυμήθηκα
την ψιθυριστή συμβουλή της, να μιλήσω στον Πολ, να τον ρωτήσω - τι; Κάτι για τη νύχτα
μετά το ατύχημα όπου σκοτώθηκε η μητέρα της Αλίσια. Θυμήθηκα την έκφραση στο
πρόσωπό της όταν εμφανίστηκε ο Μαξ, πώς σώπασε αμέσως και του χαμογέλασε. Όχι,
συλλογίστηκα, δεν πρέπει να υποτιμήσω τον Μαξ Μπέρενσον.
Θα ήταν πολύ επικίνδυνο σφάλμα.
7 288

Καθώς το τρένο πλησίαζε στο Κέμπριτζ, το τοπίο έγινε επίπεδο και η θερμοκρασία έπεσε.
Κούμπωσα το παλτό μου βγαίνοντας από τον σταθμό. Ο αέρας χάραζε το πρόσωπό μου σαν
καταιγισμός από παγωμένα ξυράφια. Πήγα προς την παμπ για να συναντήσω τον Πολ.
Η Άσπρη Αρκούδα ήταν ένα ετοιμόρροπο παλιό κτίριο - έμοιαζε λες και με τα χρόνια είχαν
προστεθεί κάμποσα δωμάτια στο αρχικό οίκημα. Δυο τρεις φοιτητές αψηφούσαν γενναία τον
άνεμο και κάθονταν έξω στον κήπο με τις μπίρες τους και κάπνιζαν, τυλιγμένοι με τα κασκόλ
τους. Μέσα ήταν πολύ πιο ζεστά, χάρη στις δυνατές φωτιές που έκαιγαν στα τζάκια,
προσφέροντας μια ευπρόσδεκτη ανακούφιση από την παγωνιά.
Πήρα ένα ποτό και κοίταξα ολόγυρα μήπως βρω τον Πολ. Από το κεντρικό μπαρ
ξεκινούσαν κάμποσα μικρά δωμάτια και ο φωτισμός ήταν χαμηλός. Προσπάθησα να τον
εντοπίσω, παρατηρώντας τις φιγούρες μέσα στις σκιές, αλλά δεν τα κατάφερα. Καλό μέρος
για παράνομο ραντεβού, σκέφτηκα. Που, υποθέτω, αυτό ήταν και το δικό μας.
Βρήκα τον Πολ μόνο του σ’ ένα δωματιάκι. Καθόταν μπροστά στο τζάκι, με την πλάτη
στην πόρτα. Τον αναγνώρισα αμέσως, από το μέγεθος του και μόνο. Η τεράστια πλάτη του
έκρυβε σχεδόν τη φωτιά.
«Πολ;»
Τινάχτηκε και γύρισε προς το μέρος μου. Έμοιαζε με γίγαντα μέσα στο μικροσκοπικό
δωμάτιο. Αναγκαζόταν να σκύβει λίγο για να μη χτυπήσει το κεφάλι του στο ταβάνι.
«Όλα καλά;» μου είπε.Έμοιαζε λες και προετοιμαζόταν ψυχικά να ακούσει άσχημα νέα από
κάποιο γιατρό. Μου έκανε χώρο και κάθισα μπροστά στη φωτιά. Ήταν πραγματική
ανακούφιση να νιώθω τη ζεστασιά της στο πρόσωπο και στα χέρια μου.
«Εδώ κάνει πιο κρύο απ’ το Λονδίνο», είπα. «Κι αυτός ο αέρας δεν βοηθάει».
«Λένε πως έρχεται κατευθείαν από τη Σιβηρία». Ο Πολ συνέχισε χωρίς καμιά παύση, μην
έχοντας διάθεση προφανώς για άσχετες συζητήσεις. «Τι είναι αυτό που μου είπες για κάποιο
ημερολόγιο; Δεν ήξερα πως η Αλίσια κρατούσε ημερολόγιο».
«Κι όμως».
«Και σου το έδωσε;»
Έγνεψα καταφατικά.
«Και; Τι λέει;»
«Αναφέρεται συγκεκριμένα, με λεπτομέρειες, στους τελευταίους δύο μήνες πριν από τον
φόνο. Και υπάρχουν μερικές ανακολουθίες για τις οποίες ήθελα να σε ρωτήσω».
«Τι ανακολουθίες;»
«Ανάμεσα σ’ αυτά που είπες εσύ και σ’ αυτά που γράφει».
«Τι είναι αυτά που λες;» Ο Πολ άφησε κάτω την μπίρα του και με κοίταξε με ένταση. «Τι
εννοείς;»
«Πρώτα απ’ όλα, μου είπες πως είχες να δεις την Αλίσια αρκετά χρόνια πριν από τον φόνο».
Εκείνος δίστασε κάπως. «Ναι;»
«Και στο ημερολόγιο η Αλίσια λέει πως σε είδε μερικές βδομάδες πριν δολοφονηθεί ο
Γκάμπριελ. Ότι πήγες στο σπίτι τους στο Χάμστεντ».
Τον περιεργάστηκα, νιώθοντας πως ξεφούσκωνε μέσα του. Ξαφνικά έδειχνε σαν παιδί, σ’
ένα σώμα υπερβολικά μεγάλο γι’ αυτόν. Ήταν ολοφάνερο πως φοβόταν. Για μια στιγμή δεν
απάντησε. Μου έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα.
290

Έγνεψα αρνητικά. «Δεν το θεωρώ σωστό. Κι άλλωστε, δεν το έφερα μαζί μου».
«Τότε πώς ξέρω ότι υπάρχει καν; Θα μπορούσες να μου λες ψέματα».
«Δεν λέω ψέματα. Εσύ όμως είπες - είπες ψέματα σε μένα, Πολ. Γιατί;»
«Δεν σε αφορά. Να γιατί».
«Πολύ φοβάμαι πως με αφορά. Με αφορά να είναι καλά η Αλίσια».
«Δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτή. Δεν την έβλαψα».
«Ποτέ δεν είπα ότι την έβλαψες».
«Τότε;»
«Γιατί δεν μου λες τι συνέβη;»
Ο Πολ ανασήκωσε τους ώμους του. «Είναι μεγάλη ιστορία». Δίστασε λίγο κι έπειτα
υπέκυψε. Μιλούσε γρήγορα, ξέπνοα. Διαισθάνθηκα πως ένιωθε ανακούφιση που τα
εκμυστηρευόταν επιτέλους σε κάποιον. «Ήμουν σε μαύρα χάλια. Είχα ένα πρόβλημα, ξέρεις
- έπαιζα χαρτιά και δανειζόμουν χρήματα και δεν κατάφερνα να τα ξεπληρώσω. Χρειαζόμουν
μετρητά για... για να τους ξοφλήσω όλους».
«Και ζήτησες από την Αλίσια; Σου έδωσε τα χρήματα;»
«Τι λέει το ημερολόγιο;»
«Δεν λέει».
Ο Πολ δίστασε και μετά έγνεψε αρνητικά. «Όχι, δεν μου έδωσε τίποτα. Είπε πως δεν είχε
τη δυνατότητα».
Και πάλι έλεγε ψέματα. Για ποιο λόγο;
«Και πώς βρήκες τα λεφτά τότε;»
«Τα... τα πήρα από τις οικονομίες μου. Αυτό να μείνει μεταξύ μας, σε παρακαλώ - δεν θέλω
να το μάθει η μητέρα μου».
«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανακατέψουμε τη Λίντια σ’ αυτή την υπόθεση».
«Αλήθεια;» Ο Πολ ξαναβρήκε το χρώμα του. Φάνηκε πιο αισιόδοξος. «Σ’ ευχαριστώ. Το
εκτιμώ πολύ, να ξέρεις».
«Σου είπε ποτέ η Αλίσια ότι υποψιαζόταν πως την παρακολουθούσαν;» »«
Εκείνος άφησε κάτω το ποτήρι του και με κοίταξε απορημένα. Κατάλαβα ότι δεν ήξερε
τίποτα. «Την παρακολουθούσαν; Τι εννοείς;»
Του διηγήθηκα την ιστορία που είχα διαβάσει στο ημερολόγιο - για τις υποψίες της Αλίσια
πως την παρακολουθούσε ένας άγνωστος και, τέλος, για τους φόβους της ότι δεχόταν
επίθεση μέσα στο ίδιο της το σπίτι.
Ο Πολ κούνησε το κεφάλι του.
«Δεν ήταν καλά στα μυαλά της».
«Λες ότι τα φαντάστηκε;»
«Λογικό δεν είναι;» Ο Πολ ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν πιστεύεις, βέβαια, πως
κάποιος την καταδίωκε... Θέλω να πω, υπάρχει βέβαια κι αυτή η πιθανότητα...»
«Ναι, υπάρχει. Να υποθέσω, λοιπόν, πως εσένα δεν σου είπε τίποτα;»
«Ούτε λέξη. Μα ξέρεις, ποτέ δεν μιλούσαμε πολύ με την Αλίσια. Ήταν πάντα λιγομίλητη.
Όλοι ήμαστε, ήταν οικογενειακό μας. Θυμάμαι που η Αλίσια έλεγε πόσο αλλόκοτο ήταν -
πήγαινε στα σπίτια των φίλων της κι έβλεπε άλλες οικογένειες να γελάνε και να αστειεύονται
και να συζητάνε διάφορα πράγματα, και το δικό μας σπίτι ήταν τόσο σιωπηλό. Δεν μιλούσαμε
ποτέ. Εκτός από τη μαμά μου που έδινε εντολές».
«Κι ο πατέρας της Αλίσια; Ο Βέρνον; Πώς ήταν;»
«Ο Βέρνον στ’ αλήθεια δεν μιλούσε πολύ. Το ’χε χάσει - ειδικά αφότου πέθανε η Εύα. Δεν
ήταν ο ίδιος άνθρωπος μετά απ’ αυτό... Ούτε η Αλίσια, εδώ που τα λέμε».
«Αυτό μου θύμισε πως ήθελα κάτι να σε ρωτήσω - κάτι που μου ανέφερε η Τάνια».
«Η Τάνια Μπέρενσον; Μίλησες μαζί της;» »2

«Μόνο για λίγο. Εκείνη πρότεινε να σε βρω».


«Η Τάνια το πρότεινε;» Τα μάγουλα του Πολ κοκκίνισαν. «Δ-δεν την ξέρω πολύ καλά, μα
πάντα μου φερόταν με καλοσύνη. Είναι καλός άνθρωπος, πολύ καλός. Ήρθε μια δυο φορές
να μας επισκεφθεί, εμένα και τη μαμά». Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του και για μια
στιγμή το βλέμμα του έγινε απλανές. Είναι τσιμπημένος μαζί της, μάντεψα. Αναρωτήθηκα
πώς ένιωθε γι’ αυτό ο Μαξ. «Τι είπε η Τάνια;» με ρώτησε.
«Είπε να σε ρωτήσω για κάτι... που συνέβη το βράδυ μετά το αυτοκινητιστικό δυστύχημα.
Δεν μου ανέφερε λεπτομέρειες».
«Ναι, ξέρω τι εννοεί - της το είπα στη δίκη. Της ζήτησα να μην το πει σε κανέναν».
«Δεν μου είπε. Από σένα εξαρτάται. Αν θέλεις, μου λες. Φυσικά, αν δεν θέλεις...»
Ο Πολ ήπιε μονορούφι την υπόλοιπη μπίρα του κι ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είναι
τίποτα μάλλον, όμως... μπορεί να σε βοηθήσει να καταλάβεις την Αλίσια. Εκείνη...»
Δίστασε κι έμεινε σιωπηλός.
«Συνέχισε», τον παρότρυνα.
«Η Αλίσια... το πρώτο πράγμα που έκανε η Αλίσια όταν γύρισε σπίτι από το νοσοκομείο
-την κράτησαν για ένα βράδυ μετά το δυστύχημα- ήταν να σκαρφαλώσει στη σκεπή του
σπιτιού μας. Ανέβηκα κι εγώ. Κάτσαμε εκεί σχεδόν όλη νύχτα. Πηγαίναμε συνέχεια εκεί πέρα.
Ήταν η μυστική μας κρυψώνα».
«Πάνω στη σκεπή;»
Ο Πολ δίστασε. Με κοίταξε προβληματισμένος για μια στιγμή. Έπειτα πήρε την απόφασή
του.
«Έλα», είπε και σηκώθηκε. «Θα σου δείξω».
8 293

Το σπίτι ήταν σκοτεινό καθώς πλησιάζαμε.


«Εδώ είναι», είπε ο Πολ. «Ακολούθησέ με».
Στο πλαϊνό μέρος του σπιτιού ήταν προσαρτημένη μια σιδερένια σκάλα. Προχωρήσαμε
προς τα κει. Η λάσπη ήταν παγωμένη κάτω από τα πόδια μας, σαν γλυπτό με σκληρούς
κυματισμούς και ράχες. Χωρίς να με περιμένει, ο Πολ άρχισε να σκαρφαλώνει.
Με κάθε λεπτό που περνούσε, το κρύο γινόταν όλο και πιο τσουχτερό. Αναρωτήθηκα αν
ήταν καλή ιδέα. Τον ακολούθησα κι έπιασα το πρώτο σκαλοπάτι - παγωμένο και γλιστερό.
Πάνω του ήταν μπλεγμένο κάποιο αναρριχητικό· κισσός ίσως.
Ανέβηκα σκαλί σκαλί. Μέχρι να φτάσω πάνω, τα δάχτυλά μου είχαν μουδιάσει και ο άνεμος
έσκιζε το πρόσωπό μου. Σκαρφάλωσα πάνω στη στέγη. Ο Πολ με περίμενε χαμογελώντας
γεμάτος έξαψη, σαν έφηβος. Η φλούδα του φεγγαριού κρεμόταν από πάνω μας· όλα τα
υπόλοιπα ήταν βυθισμένα στο σκοτάδι.
Ξαφνικά, ο Πολ έτρεξε προς το μέρος μου, με μια παράξενη έκφραση. Ένιωσα ένα
φτερούγισμα πανικού καθώς το μπράτσο του τεντώθηκε για να με πιάσει - λοξοδρόμησα για
να τον αποφύγω, αλλά με άρπαξε. Για μια τρομακτική στιγμή, νόμισα πως θα με πετούσε
κάτω. Αυτός όμως με τράβηξε προς το μέρος του.
«Είσαι πολύ κοντά στην άκρη», μου εξήγησε. «Μείνε εδώ, στη μέση. Είναι πιο ασφαλές».
Έγνεψα καταφατικά ξαναβρίσκοντας την ανάσα μου. Τελικά, ήταν κακή ιδέα. Δεν
αισθανόμουν καθόλου ασφαλής με τον Πολ. Ήμουν έτοιμος να προτείνω να κατέβουμε πάλι$
όταν εκείνος έβγαλε τα τσιγάρα του και μου πρόσφερε ένα. Δίστασα λίγο και μετά δέχτηκα.
Τα δάχτυλά μου έτρεμαν καθώς έβγαλα τον αναπτήρα μου κι άναψα τα τσιγάρα μας.
Σταθήκαμε εκεί για λίγο καπνίζοντας , χωρίς να μιλάμε.
«Εδώ καθόμασταν», είπε. «Η Αλίσια κι εγώ. Σχεδόν καθημερινά».
«Πόσων ετών ήσαστε;»
«Εγώ ήμουν εφτά, άντε οχτώ. Η Αλίσια δεν θα ’ταν πάνω από δέκα».
«Ήσαστε κομματάκι μικροί για να σκαρφαλώνετε σε σκάλες».
«Ναι, μάλλον. Εμάς μας φαινόταν φυσιολογικό. Στην εφηβεία μας, ανεβαίναμε εδώ πάνω
και καπνίζαμε και πίναμε μπίρες».
Προσπάθησα να φανταστώ την έφηβη Αλίσια να κρύβεται από τον πατέρα της και την
αυταρχική θεία της· τον Πολ, τον μικρότερο ξάδελφό της που τη λάτρευε, να την ενοχλεί
όταν εκείνη θα προτιμούσε να μένει σιωπηλή, μόνη με τις σκέψεις της.
«Είναι καλή κρυψώνα», παρατήρησα.
Ο Πολ έγνεψε καταφατικά. «Ο θείος Βέρνον δεν μπορούσε να ανεβεί τη σκάλα. Ήταν
μεγαλόσωμος, σαν τη μαμά».
«Με δυσκολία την ανέβηκα κι εγώ. Αυτός ο κισσός είναι παγίδα θανάτου».
«Δεν είναι κισσός», με διόρθωσε ο Πολ, «είναι γιασεμί». Κοίταξε τα πράσινα κλωνιά που
κουλουριάζονταν στην κορφή της σκάλας. «Δεν έχει ακόμη λουλούδια, την άνοιξη ανθίζει.
Και τότε, όταν είναι πολλά, μοσχοβολάνε σαν άρωμα». Για μια στιγμή, φάνηκε χαμένος στις
αναμνήσεις του. «Για σκέψου».
«Τι;»
«Τίποτε». Ανασήκωσε τους ώμους του και πρόσθεσε: «Σκεφτόμουν το γιασεμί - ήταν
ολάνθιστο εκείνη τη μέρα, τη μέρα του δυστυχήματος, όταν σκοτώθηκε η Εύα».
Κοίταξα γύρω μου. «Είπες ότι εσύ κι η Αλίσια ανεβήκατε εδώ μαζί;»
Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Η μαμά κι ο θείος Βέρνον μάς έψαχναν εκεί κάτω. Τους
ακούγαμε που μας φώναζαν. Μα δεν είπαμε κουβέντα. Μείναμε κρυμμένοι. Τότε ήταν που
έγινε». Έσβησε το τσιγάρο του και χαμογέλασε αλλόκοτα. «Γι’ αυτό σ’ έφερα εδώ. Ώστε να
τη δεις - τη σκηνή του εγκλήματος».
«Του εγκλήματος;»
Ο Πολ δεν μου απάντησε, μόνο συνέχισε να μου χαμογελάει πονηρά.
«Ποιου εγκλήματος, Πολ;»
«Του εγκλήματος του Βέρνον», αποκρίθηκε. «Ο θείος Βέρνον, βλέπεις, δεν ήταν καλός
άνθρωπος. Καθόλου μάλιστα».
«Τι προσπαθείς να πεις;»
«Τότε ήταν που το έκανε».
«Τι έκανε;»
«Τότε σκότωσε την Αλίσια».
Τον κοίταξα άναυδος, μην μπορώντας να πιστέψω στα αφτιά μου. «Σκότωσε την Αλίσια;
Τι είναι αυτά που λες;»
Ο Πολ έδειξε το έδαφος κάτω. «Ο θείος Βέρνον ήταν εκεί πέρα με τη μαμά. Ήταν
μεθυσμένος. Η μαμά προσπαθούσε να τον πείσει να μπει στο σπίτι. Εκείνος όμως στεκόταν
κάτω και φώναζε την Αλίσια. Ήταν αφάνταστα θυμωμένος μαζί της. Είχε γίνει έξαλλος».
«Επειδή η Αλίσια κρυβόταν; Μα... ήταν μικρό παιδί... μόλις είχε πεθάνει η μητέρα της».
«Ήταν ένα μοχθηρό καθίκι. Ο μοναδικός άνθρωπος για τον οποίο νοιάστηκε ποτέ ήταν η
θεία Εύα. Μάλλον γι’ αυτό το είπε».
«Τι είπε;» Είχα αρχίσει να χάνω την υπομονή μου. «Δεν καταλαβαίνω τι μου λες. Τι ακριβώς
συνέβη;»
«Ο Βέρνον έλεγε και ξανάλεγε πόσο πολύ αγαπούσε την Εύα - ότι δεν μπορούσε να ζήσει
χωρίς αυτή. “Το κορίτσι μου”, κλαψούριζε συνέχεια, “το καημένο μου το κοριτσάκι, η Εύα
μου... Γιατί έπρεπε να πεθάνει; Γιατί έπρεπε να είναι αυτή; Γιατί δεν πέθανε η Αλίσια στη θέση
της;”».
Τον κοίταξα αποσβολωμένος για μια στιγμή. Δεν ήμουν σίγουρος ότι κατάλαβα.
«“Γιατί δεν πέθανε η Αλίσια στη θέση της”;»
«Ετσι είπε».
«Και το άκουσε αυτό η Αλίσια;»
«Ναι. Και μου ψιθύρισε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. “Με σκότωσε” είπε. “Ο μπαμπάς
μόλις... με σκότωσε”».
Κοίταξα τον Πολ άναυδος. Ένα σωρό καμπανάκια άρχισαν να σημαίνουν στο κεφάλι μου,
να κουδουνίζουν, να συνηχούν, να αντηχούν. Αυτό ήταν που έψαχνα. Επιτέλους είχα βρει το
κομμάτι που έλειπε από το παζλ - εδώ, σε μια στέγη στο Κέμπριτζ.
Σε όλη τη διαδρομή μέχρι το Λονδίνο, συλλογιζόμουν συνέχεια τις συνέπειες όσων είχα
ακούσει. Τώρα καταλάβαινα γιατί η Αλκηστη είχε συγκλονίσει την Αλίσια. Όπως ακριβώς ο
Άδμητος είχε καταδικάσει την Άλκηστη σε σωματικό θάνατο, έτσι και ο Βέρνον Ρόουζ είχε
καταδικάσει την κόρη του σε ψυχικό θάνατο. Ο Άδμητος θα πρέπει να είχε αγαπήσει την
Άλκηστη σε κάποιο επίπεδο τουλάχιστον· μα δεν υπήρχε καμιά αγάπη μέσα στον Βέρνον
Ρόουζ, μονάχα μίσος. Αυτό που έκανε ήταν μια πράξη ψυχικής παιδοκτονίας - και η Αλισίβα
το ήξερε.
«Με σκότωσε», είπε. «Ο μπαμπάς μόλις με σκότωσε».
Τώρα είχα επιτέλους κάτι με το οποίο να δουλέψω. Κάτι που ήξερα - τις συναισθηματικές
επιρροές των ψυχολογικών τραυμάτων στα παιδιά και πώς εκδηλώνονται αργότερα σε
ενήλικες. Για φαντάσου - να ακούς τον πατέρα σου, το άτομο από το οποίο εξαρτάται η
επιβίωσή σου, να εύχεται να είχες πεθάνει. Πόσο τρομακτικό πρέπει να είναι αυτό για ένα
παιδί, πόσο τραυματικό - πώς θα καταρράκωνε την αίσθηση της αξίας σου· και ο πόνος θα
ήταν πολύ μεγάλος, πολύ βαθύς για να τον νιώσεις, οπότε θα τον κατέπνιγες, θα τον
καταπίεζες, θα τον έθαβες. Με τα χρόνια, θα έχανες την επαφή με την πηγή του τραύματός
σου, θα αποσυνέδεες τις ρίζες της αιτίας του και θα ξεχνούσες. Κάποια μέρα, όμως, όλος ο
πόνος και ο θυμός θα ξεχύνονταν σαν φωτιά από την κοιλιά ενός δράκου - και θα έπιανες
ένα όπλο. Θα ξεσπούσες αυτή την οργή όχι πάνω στον πατέρα σου, που ήταν νεκρός και
ξεχασμένος και απρόσβλητος, αλλά πάνω στον άντρα σου, τον άνθρωπο που είχε πάρει τη
θέση του στη ζωή σου, που σ’ αγαπούσε και μοιραζόταν το κρεβάτι σου. Θα τον πυροβολούσες
πέντε φορές στο κεφάλι· και, πιθανότατα, χωρίς καν να ξέρεις το γιατί.
Το τρένο έτρεχε μέσα στη νύχτα επιστρέφοντας στο Αονδίνο. Επιτέλους, σκέφτηκα -
επιτέλους, ήξερα πώς να επικοινωνήσω μαζί της.
Τώρα, μπορούσαμε να αρχίσουμε.
9 298

Καθίσαμε με την Αλίσια σιωπηλοί.


Αντιμετώπιζα καλύτερα αυτές τις σιωπές, τις άντεχα πιο στωικά, βολευόμουν μέσα τους
και περίμενα να περάσουν· ένιωθα σχεδόν άνετα να κάθομαι αμίλητος μαζί της σ’ εκείνο το
μικρό δωμάτιο.
Η Αλίσια ακουμπούσε τα χέρια στα γόνατά της, σφίγγοντας και ξεσφίγγοντας ρυθμικά τις
γροθιές της, σαν καρδιοχτύπι. Βρισκόταν απέναντι μου, δεν με κοίταζε όμως, χάζευε έξω από
το παράθυρο και τα κάγκελα. Η βροχή είχε σταματήσει και τα σύννεφα παραμέρισαν για μια
στιγμή, φανερώνοντας έναν αχνογάλανο ουρανό· κι έπειτα φάνηκε άλλο ένα σύννεφο,
βάφοντάς τον γκρίζο. Τότε της είπα:
«Έμαθα κάτι. Κάτι που μου είπε ο ξάδελφός σου».
Μίλησα όσο πιο ήπια μπορούσα. Δεν είδα την παραμικρή αντίδραση κι έτσι συνέχισα:
«Ο Πολ ανέφερε πως όταν ήσουν μικρή, άκουσες κατά τύχη τον πατέρα σου να λέει κάτι
ολέθριο. Μετά το αυτοκινητιστικό δυστύχημα όπου σκοτώθηκε η μητέρα σου... τον άκουσες
να λέει ότι ευχόταν να είχες πεθάνει εσύ αντί γι’ αυτή».
Ήμουν σίγουρος ότι θα έβλεπα κάποια αθέλητη σωματική αντίδραση, κάποιου είδους
παραδοχή. Περίμενα· τίποτα.
«Αναρωτιέμαι πώς νιώθεις που μου το είπε αυτό ο Πολ - μπορεί να σου φάνηκε σαν να
πρόδωσε την εμπιστοσύνη σου. Πιστεύω όμως ότι σκεφτόταν το καλό σου. Στο κάτω κάτω>,
έχω αναλάβει τη θεραπεία σου».
Καμιά απάντηση. Δίστασα λίγο και πρόσθεσα: «Μπορεί να σε βοηθήσει αν σου πω κάτι.
Όχι - ίσως να μην είμαι ειλικρινής, ίσως βοηθήσει εμένα. Η αλήθεια είναι πως σε καταλαβαίνω
καλύτερα απ’ όσο νομίζεις. Χωρίς να θέλω να σου αποκαλύψω πολλά, εσύ κι εγώ βιώσαμε
παρόμοιες παιδικές ηλικίες· με παρόμοιους πατεράδες. Και οι δυο φύγαμε από τα σπίτια μας
όσο συντομότερα μπορέσαμε. Γρήγορα όμως ανακαλύψαμε ότι η γεωγραφική απόσταση
μετράει ελάχιστα στον κόσμο της ψυχής. Ορισμένα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολο να τα
αφήσουμε πίσω μας. Ξέρω πόσο καταστροφική ήταν η παιδική σου ηλικία. Έχει μεγάλη
σημασία να κατανοήσεις πόσο σοβαρό είναι. Αυτό που είπε ο πατέρας σου ισοδυναμεί με
ψυχικό φόνο. Σε σκότωσε».
Αυτή τη φορά υπήρξε αντίδραση.
Σήκωσε απότομα το κεφάλι της - και με κοίταξε κατάματα. Το βλέμμα της μ’ έκαψε ως τα
κατάβαθά μου. Αν οι ματιές μπορούσαν να σκοτώσουν, θα είχα πέσει νεκρός. Αντιμετώπισα
τη δολοφονική της έκφραση χωρίς να ζαρώσω.
«Αλίσια», είπα. «Αυτή είναι η τελευταία μας ευκαιρία. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι εδώ χωρίς
να το ξέρει ο καθηγητής Διομήδης, χωρίς την έγκρισή του. Έτσι και συνεχίσω να παραβαίνω
τους κανονισμούς για χάρη σου, θα απολυθώ. Γι’ αυτό και είναι η τελευταία φορά που με
βλέπεις. Καταλαβαίνεις;»
Μίλησα χωρίς καμιά προσδοκία ή συγκίνηση, στραγγισμένος από ελπίδα ή συναισθήματα.
Είχα βαρεθεί να κοπανάω το κεφάλι μου στον τοίχο. Δεν περίμενα την παραμικρή αντίδραση.
Και τότε...
Στην αρχή νόμισα πως το φαντάστηκα. Σκέφτηκα ότι άκουγα φωνές. Την κοίταξα με
κομμένη την ανάσα.Ένιωσα την καρδιά μου να σφυροκοπάει μέσα στο στήθος μου. Το στόμα
μου είχε στεγνώσει όταν μίλησα:
«Είπες... είπες κάτι... μόλις τώρα;»
Κι άλλη σιωπή. Μάλλον έκανα λάθος. Θα πρέπει να το φαντάστηκα.Έπειτα όμως... έγινε
πάλι.
Τα χείλη της Αλίσια σάλεψαν αργά, επώδυνα· η φωνή της ράγισε λιγάκι καθώς βγήκε, σαν
καγκελόπορτα που τρίζει και θέλει λάδωμα.
«Τι...» ψιθύρισε. Μετά σταμάτησε. Και πάλι: «Τι... τι...»
Για μια στιγμή μείναμε να κοιταζόμαστε. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα - δάκρυα
δυσπιστίας, έξαψης κι ευγνωμοσύνης.
«Τι θέλω;» είπα. «Θέλω να συνεχίσεις να μιλάς. Μίλα, μίλησέ μου, Αλίσια...»
Το βλέμμα της καρφώθηκε πάνω μου. Κάτι σκεφτόταν. Πήρε την απόφασή της. Έγνεψε
αργά.
«Εντάξει», αποκρίθηκε.
10 301

«Τι είπε;»
Ο καθηγητής Διομήδης με κοίταξε αποσβολωμένος.Ήμαστε έξω και καπνίζαμε. Κατάλαβα
ότι ένιωσε ενθουσιασμένος γιατί πέταξε κάτω το πούρο του χωρίς να το προσέξει καν.
«Μίλησε; Η Αλίσια μίλησε;»
«Ναι».
«Απίστευτο. Είχες δίκιο, λοιπόν. Είχες δίκιο. Και είχα άδικο».
«Όχι δα. Ήταν λάθος μου να τη δω χωρίς την έγκρισή σας, κύριε καθηγητά. Συγγνώμη,
απλώς το ένστικτό μου...»
Ο Διομήδης απέρριψε με μια χειρονομία την απολογία μου και τέλειωσε την πρόταση που
άφησα στη μέση. «Ακολούθησες το ένστικτό σου. Κι εγώ το ίδιο θα έκανα, Θίο. Μπράβο σου».
Ήμουν απρόθυμος να πανηγυρίσω υπερβολικά. «Ας μην προτρέχουμε. Είναι σημαντική
εξέλιξη, ναι, δεν λέω. Μα δεν έχουμε καμιά εγγύηση - μπορεί ανά πάσα στιγμή να επανέλθει
στην προηγούμενη κατάστασή της ή να επιδεινωθεί».
Ο Διομήδης έγνεψε καταφατικά. «Πολύ σωστά. Πρέπει να οργανώσουμε μια επίσημη
αξιολόγηση και να δούμε την Αλίσια το συντομότερο δυνατό. Να την παρουσιάσουμε
μπροστά σε μια επιτροπή - εσύ κι εγώ και κάποιος από το Ίδρυμα, τον Τζούλιαν να καλέσουμε,
ναι, αυτός είναι αρκετά ακίνδυνος...»
«Προχωράτε πολύ γρήγορα. Δεν ακούτε τι σας λέω. Είναι υπερβολικά νωρίς ακόμη. Κάτι
τέτοιο θα τη φοβίσει. Πρέπει να κάνουμε προσεκτικά βήματα».
«Είναι σημαντικό, πάντως, να μάθει το Ίδρυμα...»
«Όχι, όχι ακόμη. Ίσως να μην ξανασυμβεί. Ας περιμένουμε. Να μην κάνουμε καμία
ανακοίνωση προς το παρόν».
Ο Διομήδης έγνεψε καταφατικά, προσπαθώντας να χωνέψει αυτά που του έλεγα. Μου
έπιασε τον ώμο και τον έσφιξε. «Μπράβο», επανέλαβε. «Είμαι πολύ περήφανος για σένα».
Καμάρωσα μέσα μου - σαν γιος που τον συγχαίρει ο πατέρας του. Είχα επίγνωση της
επιθυμίας μου να ικανοποιήσω τον Διομήδη, να δικαιώσω την πίστη του σ’ εμένα, να τον
κάνω περήφανο. Μ’ έπιασε συγκίνηση και άναψα ένα τσιγάρο για να το κρύψω. «Και τώρα
τι κάνουμε;»
«Τώρα συνεχίζεις», αποκρίθηκε ο Διομήδης. «Συνεχίζεις να δουλεύεις με την Αλίσια». ™
«Κι αν το ανακαλύψει η Στέφανι;»
«Ξέχνα τη Στέφανι - την αναλαμβάνω εγώ. Εσύ κοίτα να επικεντρωθείς στην Αλίσια».
Και αυτό έκανα.
Στην επόμενη συνεδρία μας, μιλούσαμε ασταμάτητα με την Αλίσια. Ύστερα από τόση
σιωπή, ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία να την ακούω, μια εμπειρία που με αναστάτωνε. Στην
αρχή μιλούσε αργά, διατακτικά - προσπαθώντας να περπατήσει σε πόδια που δεν είχε
χρησιμοποιήσει για καιρό. Σύντομα, ωστόσο, βρήκε τον ρυθμό της, απέκτησε ταχύτητα και
ευλυγισία, περνούσε ανάλαφρα ανάμεσα στις προτάσεις, λες και δεν υπήρξε ποτέ σιωπηλή -
και, από μία άποψη, δεν υπήρξε.
Όταν τελείωσε η συνεδρία, πήγα στο γραφείο μου. Κάθισα και αντέγραψα όσα είχαν
ειπωθεί, ενώ ήταν ακόμη φρέσκα στο μυαλό μου. Κατέγραψα τα πάντα, λέξη προς λέξη, με
όσο το δυνατόν περισσότερη ακρίβεια.
Όπως θα δείτε, πρόκειται για μια απίστευτη ιστορία - δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’
αυτό.
Αν θα την πιστέψετε ή όχι, εξαρτάται από σας.
11 304

Η Αλίσια κάθισε στην καρέκλα απέναντι μου στην αίθουσα ψυχοθεραπείας.


«Πριν ξεκινήσουμε», είπα, «έχω να σου κάνω μερικές ερωτήσεις. Θέλω να διευκρινίσω
ορισμένα πράγματα...»
Καμιά απάντηση. Η Αλίσια με κοίταζε μ’ εκείνο το ανεξιχνίαστο βλέμμα της.
«Πιο συγκεκριμένα», συνέχισα, «θέλω να καταλάβω τη σιωπή σου. Να μάθω γιατί
αρνιόσουν να μιλήσεις».
Εκείνη έδειξε να απογοητεύεται από την ερώτησή μου.'Εστρεψε το κεφάλι της και κοίταξε
έξω από το παράθυρο.
Μείναμε σιωπηλοί για λίγα λεπτά. Προσπαθούσα να περιορίσω την αγωνία που
αισθανόμουν. Αραγε ήταν προσωρινή εκείνη η σημαντική εξέλιξη; Θα συνεχίζαμε τώρα όπως
πρωτύτερα; Δεν μπορούσα να επιτρέψω να συμβεί κάτι τέτοιο.
«Αλίσια. Το ξέρω πως είναι δύσκολο. Μόλις όμως αρχίσεις να μου μιλάς, θα δεις πως θα
σου φανεί ευκολότερο. Σου δίνω τον λόγο μου».
Καμιά απάντηση.
«Προσπάθησε. Σε παρακαλώ. Μην τα παρατάς τώρα που έκανες τέτοια πρόοδο. Συνέχισε.
Πες μου... πες μου γιατί αρνιόσουν να μιλήσεις».
Η Αλίσια στράφηκε και με κοίταξε παγερά. Έπειτα είπε σιγανά:
«Δεν είχα τίποτα... τίποτα να πω».
«Αυτό δεν το πιστεύω. Νομίζω πως είχες πάρα πολλά να πεις».
Μια παύση. Ανασήκωματων ώμων. «Ίσως.Ίσως... έχεις δίκιο».
«Συνέχισε».
Εκείνη δίστασε. «Στην αρχή», είπε, «όταν ο Γκάμπριελ... όταν πέθανε - δεν μπορούσα,
προσπάθησα... αλλά δεν μπορούσα... να μιλήσω. Ανοιγα το στόμα μου - μα δεν έβγαινε
κανένας ήχος. Όπως σ’ ένα όνειρο... όταν προσπαθείς να ξεφωνίσεις... αλλά δεν μπορείς».
«Ησουν σε κατάσταση σοκ. Τις επόμενες μέρες όμως θα πρέπει να ξαναβρήκες τη φωνή
σου;...»
«Τότε πια... έμοιαζε να μην έχει νόημα.Ήταν πολύ αργά».
«Πολύ αργά; Να μιλήσεις για να υπερασπιστείς τον εαυτό σου;»
Η Αλίσια με κοίταζε κατάματα, μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο στα χείλη. Δεν είπε κουβέντα.
«Πες μου γιατί άρχισες πάλι να μιλάς».
«Ξέρεις την απάντηση».
«Την ξέρω;»
«Χάρη σ’ εσένα».
Την κοίταξα έκπληκτος. «Χάρη σ’ εμένα;»
«Επειδή ήρθες εδώ».
«Κι αυτό έκανε διαφορά;»
«Μεγάλη διαφορά - έκανε μεγάλη διαφορά». Η Αλίσια χαμήλωσε τη φωνή της και
κάρφωσε επίμονα το βλέμμα της στο δικό μου. «Θέλω να καταλάβεις - τι μου συνέβη. Πώς
ένιωθα. Είναι σημαντικό... να καταλάβεις». ™
«Θέλω κι εγώ να καταλάβω. Γι’ αυτό μου έδωσες το ημερολόγιο, έτσι δεν είναι; Επειδή
θέλεις να καταλάβω. Μου φαίνεται ότι οι πιο σημαντικοί άνθρωποι στη ζωή σου δεν πίστεψαν
την ιστορία σου για τον άντρα. Ενδεχομένως να αναρωτιέσαι... αν εγώ σε πιστεύω».
«Με πιστεύεις», είπε.
Δεν ήταν ερώτηση, αλλά η απλή δήλωση ενός γεγονότος. Κι έγνεψα καταφατικά.
«Ναι, σε πιστεύω. Γιατί, λοιπόν, δεν ξεκινάμε από εκεί; Στην τελευταία καταχώριση στο
ημερολόγιό σου περιγράφεις τον άντρα να μπαίνει στο σπίτι. Τι έγινε μετά;»
«Τίποτα».
«Τίποτα;»
Εκείνη έγνεψε αρνητικά. «Δεν ήταν αυτός».
«Δεν ήταν; Τότε ποιος ήταν;»
«Ο Ζαν-Φελίξ.Ήθελε... είχε έρθει να μιλήσουμε για την έκθεση».
«Κρίνοντας από όσα γράφεις στο ημερολόγιό σου, δεν μου φαίνεται πως ήσουν σε
κατάσταση να δεχτείς επισκέψεις».
Η Αλίσια το παραδέχτηκε, σηκώνοντας τους ώμους της.
«Εμεινε πολλή ώρα;»
«Όχι. Του ζήτησα να φύγει. Δεν ήθελε - ήταν αναστατωμένος. Άρχισε να μου φωνάζει,
αλλά μετά από λίγο έφυγε».
«Κι έπειτα;» ρώτησα. «Τι συνέβη αφότου έφυγε ο Ζαν-Φελίξ;»
Εκείνη έγνεψε αρνητικά. «Δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό». 3°7

«Δεν θέλεις;»
«Όχι ακόμη».
Το βλέμμα της στάθηκε πάνω μου για ένα λεπτό. Κι ύστερα πλανήθηκε πάλι στο παράθυρο,
παρατηρώντας τον ουρανό που σκοτείνιαζε πέρα από τα κάγκελα. Έγερνε το κεφάλι της
σχεδόν κοκέτικα· και στην άκρη των χειλιών της είχε αρχίσει να διαγράφεται ένα χαμόγελο.
Το διασκεδάζει, σκέφτηκα. Να μ’ έχει υπό την εξουσία της.
«Για τι πράγμα θες να μιλήσεις;» τη ρώτησα.
«Δεν ξέρω. Για τίποτα. Θέλω απλώς να μιλήσω».
Μιλήσαμε λοιπόν. Μιλήσαμε για τη Λίντια και τον Πολ, και για τη μητέρα της και για το
καλοκαίρι που πέθανε. Μιλήσαμε για την παιδική ηλικία της Αλίσια - και τη δική μου. Της
είπα για τον πατέρα μου, και πώς ήταν να μεγαλώνω σε κείνο το σπίτι· είχε την περιέργεια να
μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα για το παρελθόν μου, για ό,τι με είχε
διαμορφώσει και μ’ έκανε αυτό που είμαι.
Θυμάμαι ότι σκέφτηκα: τώρα δεν υπάρχει γυρισμός. Διαλύαμε πια και τα τελευταία όρια
μεταξύ ψυχοθεραπευτή και θεραπευόμενου. Και σύντομα θα ήταν αδύνατο να πει κανείς
ποιος ήταν ο ένας και ποιος ο άλλος.
12 308

Συναντηθήκαμε πάλι το επόμενο πρωί. Η Αλίσια έμοιαζε κάπως διαφορετική - πιο


συγκρατημένη, πιο επιφυλακτική. Νομίζω επειδή προετοιμαζόταν να μιλήσει για τη μέρα του
θανάτου του Γκάμπριελ.
Κάθισε απέναντι μου και, πράγμα ασυνήθιστο γι’ αυτή, με κοίταξε κατάματα και διατήρησε
την οπτική επαφή μας σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίας. Άρχισε να μιλάει χωρίς να την
παρακινήσω· αργά, συλλογισμένα, διαλέγοντας κάθε φράση με προσοχή, λες κι έβαζε
μελετημένες πινελιές σ’ έναν πίνακα.
«Ήμουν μόνη εκείνο το απόγευμα», άρχισε. «Ήξερα πως έπρεπε να ζωγραφίσω, μα έκανε
τόση ζέστη που δεν πίστευα ότι θα άντεχα. Αποφάσισα όμως να προσπαθήσω. Κι έτσι, πήρα
τον μικρό ανεμιστήρα που είχα αγοράσει στο ατελιέ του κήπου και τότε...»
«Και τότε;»
«Χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο Γκάμπριελ, για να μου πει ότι θα γύριζε αργά από τη
φωτογράφιση».
«Ήταν κάτι που το συνήθιζε; Να σου τηλεφωνεί για να σε ειδοποιεί πως θα καθυστερήσει;»
Η Αλίσια με κοίταξε απορημένα, σαν να της φάνηκε περίεργη η ερώτηση. 309

Έγνεψε αρνητικά. «Οχι. Γιατί;»


«Αναρωτιέμαι μήπως τηλεφώνησε για κάποιο άλλο λόγο. Για να δει πώς αισθανόσουν
μήπως; Από το ημερολόγιό σου φαίνεται ότι ανησυχούσε για την ψυχική σου κατάσταση».
«Α», έκανε εκείνη σαστισμένη· το σκέφτηκε για λίγο κι έπειτα κούνησε αργά το κεφάλι
της. «Κατάλαβα. Ναι, ναι, μπορεί...»
«Συγγνώμη. Σε διέκοψα. Συνέχισε. Τι έγινε μετά το τηλεφώνημα;»
Η Αλίσια δίστασε.
«Τον είδα».
«Ποιον;
«Τον άντρα. Θέλω να πω... είδα την αντανάκλασή του. Στο παράθυρο.Ήταν μέσα - μέσα
στο ατελιέ. Στεκόταν ακριβώς από πίσω μου».
Η Αλίσια έκλεισε τα μάτια της κι έμεινε εντελώς ακίνητη. Μεσολάβησε μια παρατεταμένη
σιωπή.
«Μπορείς να τον περιγράφεις;» τη ρώτησα γλυκά. «Πώς έμοιαζε;»
Άνοιξε τα μάτια και με περιεργάστηκε για μια στιγμή.
«Ήταν ψηλός... Έμοιαζε δυνατός. Δεν μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του -
φορούσε μάσκα, μια μαύρη μάσκα που του έκρυβε όλο το πρόσωπο. Έβλεπα όμως τα μάτια
του - ήταν δυο σκοτεινές τρύπες. Δεν είχαν καθόλου φως μέσα τους».
«Τι έκανες όταν τον είδες;» ™
«Τίποτα. Φοβόμουν πάρα πολύ. Δεν σταματούσα να τον κοιτάζω... Κρατούσε ένα μαχαίρι.
Τον ρώτησα τι ήθελε. Δεν μίλησε. Και είπα πως είχα λεφτά στην κουζίνα, μέσα στην τσάντα
μου. Κούνησε το κεφάλι του και είπε, “Δεν θέλω λεφτά”. Και γέλασε. Ήταν φριχτό το γέλιο
του, σαν γυαλί που έσπαγε. Μου ’βάλε το μαχαίρι στον λαιμό. Η κοφτερή πλευρά της λεπίδας
άγγιζε το δέρμα μου... μου είπε να πάω μαζί του στο σπίτι».
Η Αλίσια έκλεισε τα μάτια της καθώς τα θυμόταν.
«Με οδήγησε έξω από το ατελιέ, στο παρτέρι. Προχωρήσαμε προς το σπίτι. Έβλεπα λίγα
μέτρα πιο πέρα την καγκελόπορτα στον δρόμο - ήμουν τόσο κοντά... Και κάτι μέσα μου
επαναστάτησε.Ήταν... ήταν η μοναδική ευκαιρία μου να δραπετεύσω. Κι έτσι, τον κλότσησα
όσο πιο δυνατά μπορούσα και του ξέφυγα. Και το έβαλα στα πόδια. Έτρεξα προς την
καγκελόπορτα». Άνοιξε τα μάτια και χαμογέλασε καθώς το αναθυμόταν. «Για μερικά
δευτερόλεπτα - ήμουν ελεύθερη».
Το χαμόγελό της έσβησε.
«Κι έπειτα... αυτός πήδησε πάνω μου. Στην πλάτη μου. Πέσαμε στο χώμα... Η παλάμη του
σκέπασε το στόμα μου κι ένιωσα την κρύα λεπίδα στον λαιμό μου. Είπε πως έτσι κι έκανα την
παραμικρή κίνηση, θα με σκότωνε. Μείναμε έτσι για λίγο κι ένιωθα την ανάσα του στο
πρόσωπό μου. Βρομοκοπούσε.Ύστερα με σήκωσε όρθια - και μ’ έσυρε μέσα στο σπίτι».
«Και μετά; Τι έγινε;»
«Κλείδωσε την πόρτα», απάντησε εκείνη. «Κι ήμουν παγιδευμένη».
Ανάσαινε βαριά σ’ εκείνη τη φάση, τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα. Φοβόμουν
πως είχε ταραχτεί πολύ και δεν ήθελα να την πιέσω υπερβολικά.
«Θες να κάνουμε ένα διάλειμμα;» τη ρώτησα.
Η Αλίσια έγνεψε αρνητικά. «Όχι, ας συνεχίσουμε. Περίμενα τόσο καιρό να τα πω όλα αυτά.
Θέλω να ξεμπερδεύω».
«Είσαι σίγουρη; Ίσως είναι καλύτερα να σταματήσουμε λίγο».
Εκείνη δίστασε. «Μπορώ να έχω ένα τσιγάρο;»
«Τσιγάρο; Δεν ήξερα ότι καπνίζεις».
«Δεν καπνίζω. Κάπνιζα... παλιότερα. Μου δίνεις ένα;»
«Πώς ξέρεις ότι καπνίζω;»
«Το μυρίζω πάνω σου».
«Α, μάλιστα». Χαμογέλασα κάπως αμήχανα. «Εντάξει», είπα και σηκώθηκα. «Πάμε έξω».
13 312

Η αυλή ήταν γεμάτη ασθενείς. Ήταν συγκεντρωμένες στις διάφορες ομάδες τους,
κουτσομπόλευαν, τσακώνονταν, κάπνιζαν· μερικές είχαν τυλίξει τα μπράτσα τους γύρω από
το σώμα τους και χτυπούσαν κάτω τα πόδια τους για να ζεσταθούν.
Η Αλίσια έβαλε ένα τσιγάρο στα χείλη της, κρατώντας το στα μακριά, λεπτά της δάχτυλα.
Της το άναψα. Καθώς η άκρη του τσιγάρου ακούμπησε στη φλόγα, τσιτσίρισε κι έλαμψε
κατακόκκινη. Εκείνη τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά, με το βλέμμα της καρφωμένο στο δικό
μου.Έμοιαζε σχεδόν να το διασκεδάζει.
«Εσύ δεν θα καπνίσεις; Ή δεν επιτρέπεται να καπνίζεις παρέα με μια ασθενή;»
Με κοροϊδεύει, σκέφτηκα. Είχε δίκιο, όμως - δεν υπήρχε κανένας κανονισμός που να
απαγορεύει σε κάποιο μέλος του προσωπικού να καπνίζει μαζί μ’ έναν ασθενή. Ωστόσο, αν
τα μέλη του προσωπικού κάπνιζαν, το έκαναν κρυφά, ξεγλιστρώντας μουλωχτά στην έξοδο
κινδύνου, στο πίσω μέρος του κτιρίου. Σίγουρα, πάντως, δεν κάπνιζαν μπροστά στις ασθενείς.
Το να στέκομαι στην αυλή και να καπνίζω μαζί της θα με έκανε όντως να νιώθω σαν να
παρανομούσα. Και μάλλον ήταν η φαντασία μου, μα είχα την εντύπωση ότι μας
παρακολουθούσαν. Διαισθάνθηκα τον Κρίστιαν να μας κατασκοπεύει από το παράθυρο.
Θυμήθηκα τα λόγια του: «Οι οριακές προσωπικότητες είναι σαγηνευτικές». Κοίταξα τα μάτια
της Αλίσια. Δεν ήταν σαγηνευτικά· δεν ήταν καν φιλικά. Υπήρχε ένα μυαλό ξυράφι πίσω από
αυτά τα μάτια, μια έντονη ευφυΐα που τώρα μόλις άρχιζε να αφυπνίζεται. Δεν ήταν καθόλου
αμελητέα η Αλίσια Μπέρενσον. Τώρα το καταλάβαινα.
Ίσως γι’ αυτό ο Κρίστιαν ένιωθε την ανάγκη να τη ναρκώνει. Φοβόταν άραγε τι θα
μπορούσε να κάνει - τι θα μπορούσε να πει; Κι εγώ αισθανόμουν κάποιο φόβο απέναντι της·
όχι ακριβώς φόβο, αλλά ήμουν νευρικός, σε εγρήγορση.Ήξερα πως έπρεπε να προσέχω πολύ.
«Γιατί όχι;» είπα. «Θα κάνω κι εγώ ένα τσιγάρο».
Αναψα τσιγάρο και για μια στιγμή καπνίσαμε σιωπηλοί. Κοιταζόμασταν κατάματα, με
ελάχιστα εκατοστά να μας χωρίζουν· μέχρι που αισθάνθηκα μια παράξενη, εφηβική αμηχανία
και τράβηξα το βλέμμα μου. Για να μη φανερωθώ, έδειξα την αυλή.
«Θέλεις να περπατάμε και να μιλάμε;»
Η Αλίσια έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει».
Αρχίσαμε να βαδίζουμε κοντά στον τοίχο, στην περίμετρο της αυλής. Οι άλλες ασθενείς
μάς περιεργάζονταν. Αναρωτιόμουν τι να σκέφτονταν. Η Αλίσια δεν έδειχνε να νοιάζεται.
Δεν έμοιαζε καν να τις προσέχει. Προχωρούσαμε σιωπηλοί για λίγη ώρα. Κάποια στιγμή
εκείνη είπε:
«Θες να συνεχίσω;»
«Αν θέλεις, ναι... Είσαι έτοιμη;»
Κούνησε το κεφάλι της. «Ναι, είμαι».
«Τι έγινε μόλις μπήκατε μέσα στο σπίτι;»
«Ο άντρας είπε... είπε πως ήθελε ένα ποτό. Του έδωσα, λοιπόν, μια από τις μπίρες του
Γκάμπριελ. Εγώ δεν πίνω μπίρα. Δεν είχα τίποτε άλλο στο σπίτι».
«Και μετά;»
«Μιλούσε».
«Τι έλεγε;»
«Δεν θυμάμαι».
«Δεν θυμάσαι;»
«Όχι».
Η Αλίσια έμεινε σιωπηλή. Περίμενα όσο μπορούσα να αντέξω, πριν την ενθαρρύνω.
«Ας συνεχίσουμε», την παρακίνησα. «Ησουν στην κουζίνα. Πώς αισθανόσουν;»
«Δεν... δεν θυμάμαι να αισθάνομαι απολύτως τίποτα».
Έγνεψα καταφατικά. «Δεν είναι ασυνήθιστο σε τέτοιες καταστάσεις. Δεν πρόκειται απλώς
για μια περίπτωση φυγής ή μάχης. Υπάρχει και μια τρίτη, εξίσου κοινή αντίδραση όταν
δεχόμαστε επίθεση - κοκαλώνουμε».
«Δεν είχα κοκαλώσει».
«Αλήθεια;»
«Αλήθεια». Με κοίταξε με ένταση. «Προετοιμαζόμουν. Ήμουν έτοιμη... έτοιμη να
αντισταθώ.Έτοιμη να... τον σκοτώσω».
«Μάλιστα. Και πώς σκόπευες να το κάνεις αυτό;»
«Με το όπλο του Γκάμπριελ. Ήξερα πως έπρεπε να πάρω το όπλο».
«Ήταν στην κουζίνα; Το είχες βάλει εκεί;Έτσι έγραψες στο ημερολόγιό σου».
Η Αλίσια έγνεψε καταφατικά. «Ναι, στο ντουλάπι κοντά στο παράθυρο». Πήρε μια βαθιά
εισπνοή και φύσηξε ένα μακρύ σύννεφο καπνού. «Του είπα πως ήθελα λίγο νερό. Πήγα να
πάρω ένα ποτήρι. Διέσχισα την κουζίνα - μου φάνηκε μια αιωνιότητα μέχρι να περπατήσω
αυτά τα λίγα μέτρα. Βήμα βήμα έφτασα στο ντουλάπι. Το χέρι μου έτρεμε... το άνοιξα...»
«Και;»
«Το ντουλάπι ήταν άδειο. Το όπλο είχε εξαφανιστεί. Τον άκουσα να λέει: “Τα ποτήρια είναι
στο ντουλάπι δεξιά σου”. Στράφηκα προς το μέρος του και το όπλο ήταν εκεί - στο χέρι του.
Με σημάδευε και γελούσε».
«Και μετά;»
«Μετά;»
«Τι σκεφτόσουν;»
«Πως ήταν η τελευταία μου ευκαιρία να δραπετεύσω και τώρα... τώρα θα με σκότωνε».
«Πίστεψες ότι θα σε σκότωνε;»
«Το ήξερα».
«Μα γιατί καθυστερούσε τότε;» ρώτησα. «Γιατί δεν το έκανε αμέσως μόλις μπήκε στο
σπίτι;»
Η Αλίσια δεν απάντησε. Της έριξα μια ματιά. Είδα έκπληκτος ότι χαμογελούσε.
«Όταν ήμουν μικρή», είπε, «η θεία Λίντια είχε μια μικρή τιγρέ γάτα. Δεν τη συμπαθούσα
ιδιαίτερα. Ήταν άγρια και μερικές φορές μου ορμούσε με τα νύχια της. Ήταν κακιά - και
μοχθηρή».
«Τα ζώα δεν αντιδρούν σύμφωνα με το ένστικτό τους; Μπορούν να φερθούν μοχθηρά;»
Εκείνη με κοίταξε γεμάτη ένταση. «Φυσικά και μπορούν. Αυτή η γάτα ήταν κακιά. Έφερνε
στο σπίτι ό,τι τύχαινε να πιάσει στον αγρό - ποντίκια ή πουλάκια. Και ήταν πάντα ζωντανά.
Πληγωμένα, αλλά ζωντανά. Τα κρατούσε έτσι κι έπαιζε μαζί τους».
«Κατάλαβα. Λες, δηλαδή, πως ήσουν το θήραμα αυτού του άντρα. Ότι έπαιζε ένα σαδιστικό
παιχνίδι μαζί σου. Σωστά;»
Η Αλίσια πέταξε τη γόπα της στο χώμα και την πάτησε.
«Δώσε μου άλλο ένα τσιγάρο».
Της έδωσα όλο το πακέτο. Τράβηξε ένα τσιγάρο και το άναψε μόνη της. Κάπνισε για λίγο
κι ύστερα συνέχισε: «Ο Γκάμπριελ θα γύριζε στις οχτώ. Σε δυο ώρες. Κοίταζα συνέχεια το
ρολόι. “Τι τρέχει;” είπε εκείνος. “Δεν σ’ αρέσει που καθόμαστε παρεούλα;” Και με χάιδεψε με
το όπλο, σέρνοντας την κάννη πάνω-κάτω στο μπράτσο μου». Ανατρίχιασε καθώς το
θυμόταν. «Του είπα ότι ο Γκάμπριελ όπου να ’ναι θα γύριζε σπίτι. “Και τι θα γίνει;” ρώτησε.
“Θα σε σώσει;”».
«Τι του απάντησες;»
«Τίποτε. Απλώς συνέχισα να κοιτάζω το ρολόι... και τότε χτύπησε το κινητό μου.Ήταν ο
Γκάμπριελ. Αυτός μου είπε να το σηκώσω. Κόλλησε το όπλο στο κεφάλι μου».
«Και; Τι είπε ο Γκάμπριελ;»
«Είπε... είπε πως η φωτογράφιση εξελισσόταν σε εφιάλτη - οπότε να μην τον περιμένω
για φαγητό. Θα γύριζε κατά τις δέκα, το νωρίτερο. Έκλεισα το τηλέφωνο. “Ο άντρας μου
είναι στον δρόμο” του είπα. “Σε λίγα λεπτά θα βρίσκεται εδώ. Καλύτερα να φύγεις τώρα,
προτού επιστρέφει”. Ο άντρας έβαλε τα γέλια. “Μα αφού τον άκουσα να λέει πως δεν θα
γυρίσει πριν από τις δέκα”, είπε. ‘Έχουμε πολλές ώρες μπροστά μας. Φέρε μου σχοινί ή ταινία”
με διέταξε. “Θέλω να σε δέσω”. Έκανα ό,τι μου είπε. Ήξερα πια ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα.
Ήξερα πώς θα τελείωναν όλα».
Η Αλίσια σταμάτησε να μιλάει και με κοίταξε. Στα μάτια της καθρεφτίζονταν γυμνά τα
συναισθήματά της. Αναρωτήθηκα μήπως την πίεζα υπερβολικά. ™
«Ίσως πρέπει να κάνουμε ένα διάλειμμα».
«Όχι, θέλω να τελειώσω. Το έχω ανάγκη».
Έπιασε πάλι να μιλάει, πιο γρήγορα πλέον:
«Δεν είχα σχοινί και πήρε το σύρμα που είχα για να κρεμάω τους πίνακες. Με ανάγκασε να
πάω στο σαλόνι. Τράβηξε από την τραπεζαρία μια από τις καρέκλες με την ίσια πλάτη και μου
είπε να καθίσω. Άρχισε να τυλίγει το σύρμα γύρω από τους αστραγάλους μου, δένοντάς με
στην καρέκλα. Το ένιωθα να με κόβει. “Σε παρακαλώ” είπα. “Σε παρακαλώ...” Εκείνος όμως
δεν άκουγε. Μου έδεσε τα χέρια πίσω απ’ την πλάτη. Τότε σιγουρεύτηκα ότι θα με σκότωνε.
Μακάρι... μακάρι να με είχε σκοτώσει».
Η τελευταία της πρόταση βγήκε σαν φτυσιά. Σάστισα με τη σφοδρότητά της.
«Γιατί το λες αυτό;»
«Επειδή αυτό που έκανε ήταν χειρότερο».
Για μια στιγμή, νόμισα ότι η Αλίσια θα έβαζε τα κλάματα. Αντιστάθηκα στην ξαφνική μου
επιθυμία να την πιάσω, να την κλείσω στην αγκαλιά μου, να τη φιλήσω, να την καθησυχάσω,
να της υποσχεθώ ότι ήταν ασφαλής. Συγκρατήθηκα. Έσβησα το τσιγάρο μου στον τοίχο από
κόκκινο τούβλο.
«Νιώθω ότι έχεις ανάγκη από φροντίδα», είπα. «Συνειδητοποιώ πως θέλω να σε φροντίσω,
Αλίσια».
«Όχι», αποκρίθηκε και κούνησε αποφασιστικά το κεφάλι της. «Δεν είναι αυτό που θέλω
από σένα».
«Τι θέλεις;»
Η Αλίσια δεν απάντησε. Έκανε μεταβολή και μπήκε πάλι μέσα.
14 318

Άναψα το φως στο δωμάτιο της ψυχοθεραπείας κι έκλεισα την πόρτα. Όταν στράφηκα, η
Αλίσια είχε ήδη καθίσει - όχι όμως στην καρέκλα της. Καθόταν στη δική μου πολυθρόνα.
Αυτή η κίνηση σήμαινε πολλά και, υπό κανονικές συνθήκες, θα διερευνούσαμε μαζί το
νόημά της. Τώρα, ωστόσο, δεν είπα τίποτε. Αν το να κάθεται στην καρέκλα μου
σηματοδοτούσε πως είχε το πάνω χέρι - ε, δεν είχε άδικο. Ανυπομονούσα να φτάσουμε στο
τέλος της ιστορίας της, τώρα που ήμαστε τόσο κοντά. Κάθισα, λοιπόν, και περίμενα να
μιλήσει. Μισόκλεισε τα μάτια της κι έμεινε εντελώς ακίνητη. Κάποια στιγμή είπε:
«Ήμουν δεμένη στην καρέκλα και, κάθε φορά που έστριβα το κορμί μου, το σύρμα χωνόταν
όλο και πιο βαθιά στα πόδια μου και μάτωναν. Ήταν σκέτη ανακούφιση να εστιάζω στις
πληγές και όχι στις σκέψεις μου. Οι σκέψεις μου ήταν υπερβολικά τρομακτικές... Νόμιζα πως
δεν θα ξανάβλεπα ποτέ τον Γκάμπριελ. Πίστευα ότι θα πέθαινα».
«Τι έγινε μετά;»
«Κάτσαμε εκεί για ένα διάστημα που μου φάνηκε μια αιωνιότητα. Είναι περίεργο, πάντα
σκεφτόμουν τον φόβο σαν μια κρύα αίσθηση, αλλά δεν είναι - καίει σαν φωτιά.'Εκανε τόση
ζέστη σ’ εκείνο το δωμάτιο, με τα παράθυρα κλειστά και τα στόρια κατεβασμένα. Στάσιμη,
αποπνικτική, βαριά ατμόσφαιρα. Οι στάλες του ιδρώτα κυλούσαν από το μέτωπο στα μάτια
μου, κάνοντάς τα να τσούζουν. Μύριζα το αλκοόλ πάνω του και τη βρόμα του ιδρώτα του,
ενώ έπινε και μιλούσε - μιλούσε αδιάκοπα. Εγώ δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία. Άκουγα μια
μεγάλη παχιά μύγα να βουίζει ανάμεσα στο στόρι και το παράθυρο - είχε παγιδευτεί και
χτυπούσε μ’ έναν υπόκωφο θόρυβο πάνω στο τζάμι. Με ρωτούσε για μένα και τον Γκάμπριελ
- πώς γνωριστήκαμε, πόσα χρόνια ήμαστε μαζί, αν νιώθαμε ευτυχισμένοι. Σκέφτηκα ότι αν
τον κρατούσα στην κουβέντα, είχα μεγαλύτερη πιθανότητα να παραμείνω ζωντανή. Κι έτσι,
απάντησα στις ερωτήσεις του - για μένα, για τον Γκάμπριελ, για τη δουλειά μου. Μιλούσα
για ό,τι ήθελε εκείνος. Μόνο και μόνο για να κερδίσω χρόνο. Η προσοχή μου ήταν
επικεντρωμένη στο ρολόι. Το άκουγα να χτυπάει. Κι έπειτα, ξαφνικά, πήγε δέκα η ώρα... Και
μετά... δέκα και μισή. Κι ο Γκάμπριελ ακόμη να γυρίσει στο σπίτι.
»“Άργησε”, παρατήρησε ο άντρας. “Μπορεί να μην έρθει”.
»“Θα έρθει”, επέμεινα.
»“Ευτυχώς που είμαι εδώ για να σου κάνω παρέα”.
»Και τότε το ρολόι σήμανε έντεκα κι άκουσα ένα αυτοκίνητο να σταματάει απ’ έξω. Ο
άντρας πήγε στο παράθυρο και κοίταξε. ‘Ήρθε την πιο κατάλληλη στιγμή”, είπε».
Αυτό που έγινε μετά -είπε η Αλίσια- έγινε πολύ γρήγορα.
Ο άντρας την άρπαξε και γύρισε την καρέκλα της έτσι ώστε να μη βλέπει την πόρτα. Μετά
εξαφανίστηκε. Ένα λεπτό αργότερα τα φώτα έσβησαν κι όλα βυθίστηκαν στο σκοτάδι.
Στο χολ, η εξώπορτα άνοιξε κι έκλεισε πάλι.
«Αλίσια;» φώναξε ο Γκάμπριελ.
Δεν πήρε απάντηση και φώναξε πάλι το όνομά της. Μπήκε στο σαλόνι - και την είδε να
κάθεται μπροστά στο τζάκι, έχοντάς του γυρισμένη την πλάτη.
«Γιατί κάθεσαι στα σκοτεινά;» ρώτησε ο Γκάμπριελ. Καμιά απάντηση. «Αλίσια;»
Εκείνη πάσχισε να παραμείνει σιωπηλή - ήθελε να φωνάξει, αλλά τα μάτια της είχαν
προσαρμοστεί στο σκοτάδι κι έβλεπε μπροστά της, στη γωνία του δωματίου, το όπλο του
άντρα να γυαλίζει στις σκιές. Σημάδευε τον Γκάμπριελ. Για χάρη του, δεν έβγαλε άχνα.
«Αλίσια;» Ο Γκάμπριελ προχώρησε προς το μέρος της. «Τι τρέχει;»
Τη στιγμή που άπλωσε το χέρι του για να την αγγίξει, ο άντρας πήδησε μέσα απ’ το σκοτάδι.
Η Αλίσια άφησε μια κραυγή, αλλά ήταν πολύ αργά - κι ο Γκάμπριελ βρισκόταν σωριασμένος
στο πάτωμα· με τον άντρα από πάνω του. Το όπλο ήταν υψωμένο σαν σφυρί και σφυροκόπησε
το κεφάλι του Γκάμπριελ μ’ έναν άρρωστη μένο υπόκωφο ήχο -μία, δύο, τρεις φορές- κι αυτός
έμεινε εκεί αναίσθητος, αιμορραγώντας. Ο άντρας τον τράβηξε και τον έβαλε να καθίσει σε
μια καρέκλα. Τον έδεσε με το σύρμα. Ο Γκάμπριελ σάλεψε καθώς ξαναβρήκε τις αισθήσεις
του.
«Τι σκατά; Τι...»
Ο άντρας σήκωσε το όπλο και σημάδεψε τον Γκάμπριελ. Ακούστηκε ένας πυροβολισμός.
Κι άλλος ένας. Κι άλλος. Η Αλίσια άρχισε να ουρλιάζει. Ο άντρας συνέχισε να πυροβολεί.
Πυροβόλησε τον Γκάμπριελ στο κεφάλι έξι φορές.Έπειτα πέταξε το όπλο στο πάτωμα.Έφυγε
χωρίς να πει κουβέντα.
15 322

Ορίστε, λοιπόν. Η Αλίσια Μπέρενσον δεν σκότωσε τον άντρα της. Ένας απρόσωπος
εισβολέας μπήκε στο σπίτι τους και, φαινομενικά χωρίς κανένα κίνητρο, σκότωσε τον
Γκάμπριελ και μετά εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα. Η Αλίσια ήταν εντελώς αθώα.
Αν πιστεύετε, δηλαδή, την εξήγησή της.
Εγώ δεν την πίστεψα. Ούτε λέξη.
Πέρα από τις ολοφάνερες ανακολουθίες και ανακρίβειες -όπως το γεγονός ότι ο Γκάμπριελ
δεν πυροβολήθηκε έξι φορές, αλλά μόνο πέντε, γιατί μια από τις σφαίρες σφηνώθηκε στο
ταβάνι-, ούτε η Αλίσια ανακαλύφθηκε δεμένη σε μια καρέκλα. Στεκόταν στη μέση του
δωματίου, έχοντας κόψει τις φλέβες της. Η Αλίσια δεν μου ανέφερε αν ο άντρας την έλυσε,
ούτε εξήγησε γιατί δεν είπε από την αρχή αυτή την εκδοχή στην αστυνομία. Όχι, ήξερα πως
έλεγε ψέματα. Και ενοχλήθηκα που μου είπε καταπρόσωπο ψέματα, αδέξια και χωρίς κανένα
νόημα. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα μήπως με δοκίμαζε για να δει αν πίστευα ή όχι την ιστορία
της. Αν ήταν έτσι, ήμουν αποφασισμένος να μη δείξω τίποτε απολύτως.
Καθόμουν σιωπηλός. Η Αλίσια, πράγμα ασυνήθιστο, μίλησε πρώτη.
«Είμαι κουρασμένη», δήλωσε. «Θέλω να διακόψω».
Έγνεψα καταφατικά. Δεν μπορούσα να φέρω αντίρρηση.
«Ας συνεχίσουμε αύριο», μου είπε.
«Έχεις κι άλλα να πεις;»
«Ναι. Κάτι τελευταίο».
«Πολύ καλά», συμφώνησα. «Αύριο».
Ο Γιούρι περίμενε στον διάδρομο. Συνοδέυσε την Αλίσια στο δωμάτιό της κι εγώ ανέβηκα
στο γραφείο μου.
Όπως έχω πει, συνηθίζω εδώ και χρόνια να καταγράφω μια συνεδρία αμέσως μόλις λήξεν.
Η ικανότητα να μεταφέρει με ακρίβεια τι έχει λεχθεί τα τελευταία πενήντα λεπτά είναι
εξαιρετικά σημαντική για έναν ψυχοθεραπευτή· αλλιώτικα, πολλές λεπτομέρειες ξεχνιούνται
και χάνεται η αμεσότητα των συναισθημάτων.
Κάθισα στο γραφείο μου κι έγραψα όσο πιο γρήγορα μπορούσα όλα όσα είχαν μεσολαβήσει
μεταξύ μας. Μόλις τελείωσα, βγήκα έξω κι άρχισα να περπατάω στους διαδρόμους,
σφίγγοντας στο χέρι τις σελίδες με τις σημειώσεις μου.
Χτύπησα την πόρτα του Διομήδη. Καμιά απάντηση, οπότε χτύπησα πάλι. Και πάλι δεν
πήρα απάντηση. Ανοιξα μια χαραμάδα την πόρτα - και τον είδα να κοιμάται βαθιά στον στενό
καναπέ του.
«Κύριε καθηγητά;» Και ξανά, πιο δυνατά: «Κύριε Διομήδη;»
Εκείνος ξύπνησε απότομα και ανακάθισε βιαστικά. Με κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια
του.
«Τι τρέχει; Τι έγινε;»
«Πρέπει να σας μιλήσω. Μήπως να έρθω αργότερα;»
Ο Διομήδης συνοφρυώθηκε κι έγνεψε αρνητικά. «Έπαιρνα έναν σύντομο υπνάκο. Πάντα
αυτό κάνω μετά το μεσημεριανό φαγητό. Με βοηθάει να βγάλω το απόγευμα. Όσο μεγαλώνω,
μου είναι απαραίτητος». Χασμουρήθηκε και σηκώθηκε. «Πέρασε μέσα, Θίο. Κάθισε.Έτσι όπως
σε βλέπω, μάλλον πρόκειται για κάτι σοβαρό».
«Ναι, έτσι νομίζω».
«Πρόκειται για την Αλίσια;»
Έγνεψα καταφατικά και κάθισα μπροστά στο γραφείο. Εκείνος κάθισε στην πολυθρόνα
από πίσω. Τα μαλλιά του ήταν κολλημένα από τη μια μεριά του κεφαλιού του κι έμοιαζε ακόμη
μισοκοιμισμένος.
«Είστε σίγουρος πως δεν είναι καλύτερα να έρθω αργότερα;» ™
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του και γέμισε ένα ποτήρι νερό από μια κανάτα. «Ξύπνησα
τώρα. Πες μου. Τι συμβαίνει;»
«Ημουν με την Αλίσια και μιλούσαμε... Χρειάζομαι λίγη εποπτεία».
Ο Διομήδης κατένευσε. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε έδειχνε ολοένα και πιο ξύπνιος
και το ενδιαφέρον του μεγάλωνε. «Για λέγε».
Αρχισα να διαβάζω από τις σημειώσεις μου. Του διάβασα ολόκληρη τη συνεδρία.
Επανέλαβα τα λόγια της με όσο το δυνατόν περισσότερη ακρίβεια και ανέφερα την ιστορία
που μου διηγήθηκε: πώς ο άντρας που την κατασκόπευε μπήκε μέσα στο σπίτι της, την
αιχμαλώτισε και πυροβόλησε τον Γκάμπριελ, σκοτώνοντάς τον.
Όταν τελείωσα, έπεσε σιωπή. Η έκφραση του Διομήδη πρόδιδε ελάχιστα πράγματα. Από
το συρτάρι του γραφείου του έβγαλε ένα κουτί με πούρα. Πήρε έναν μικρό ασημένιο κόφτη
κι έκοψε την άκρη ενός πούρου.
«Ας ξεκινήσουμε με την αντιμεταβίβαση», είπε. «Μίλησέ μου για το ψυχικό σου βίωμα. Από
την πρώτη στιγμή. Καθώς σου έλεγε την ιστορία της, τι αισθήματα ξυπνούσαν μέσα σου;»
Το σκέφτηκα για λίγο. «Ενιωσα έξαψη, υποθέτω... Και άγχος. Φοβήθηκα».
«Φοβήθηκες;Ήταν δικός σου ο φόβος ή δικός της;»
«Μάλλον και τα δύο».
«Και τι φοβόσουν;»
«Δεν είμαι σίγουρος. Ίσως ήταν ο φόβος της αποτυχίας. Όπως ξέρετε, παίζονται πολλά σ’
αυτή την υπόθεση για μένα».
Ο Διομήδης έγνεψε καταφατικά. «Τι άλλο;»
«Σύγχυση. Πολύ συχνά νιώθω συγχυσμένος στις συνεδρίες μας».
«Και θυμωμένος;»
«Ναι, μάλλον».
«Αισθάνεσαι σαν συγχυσμένος πατέρας που έχει να αντιμετωπίσει ένα δύσκολο παιδί;» 325
«Ναι. Θέλω να τη βοηθήσω - αλλά δεν ξέρω αν θέλει να βοηθηθεί».
Εκείνος έγνεψε πάλι. «Μείνε στο συναίσθημα του θυμού. Μίλα περισσότερο γι’ αυτό. Πώς
εκδηλώνεται;»
Δίστασα λίγο. «Να σας πω, συχνά έχω τρομερό πονοκέφαλο όταν τελειώνουν οι
συνεδρίες».
Ο Διομήδης κούνησε το κεφάλι του. «Ναι, ακριβώς. Πρέπει να ξεσπάσει με τον έναν ή τον
άλλο τρόπο. ‘Ένας μαθητευόμενος που δεν έχει άγχος θα αρρωστήσει”. Ποιος το είπε αυτό;»
«Δεν ξέρω». Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους. «Εγώ και άρρωστος είμαι και άγχος έχω».
Ο καθηγητής χαμογέλασε. «Επίσης, δεν είσαι πια μαθητευόμενος - παρόλο που εκείνα τα
συναισθήματα ποτέ δεν χάνονται τελείως». Πήρε το πούρο του και είπε: «Πάμε έξω να
καπνίσουμε».
Πήγαμε στην έξοδο κινδύνου. Ο Διομήδης κάπνισε το πούρο του συλλογισμένος για λίγο.
Κάποια στιγμή, κατέληξε σ’ ένα συμπέρασμα.
«Λέει ψέματα, ξέρεις», είπε.
«Εννοείτε για τον άντρα που σκότωσε τον Γκάμπριελ; Κι εγώ αυτή την εντύπωση έχω».
«Όχι μόνο γι’ αυτό».
«Τότε;»
«Για όλα. Η ιστορία είναι πολύ απίστευτη για να είναι αληθινή. Δεν πιστεύω ούτε λέξη».
Θα πρέπει να φάνηκε η έκπληξή μου. Υποψιαζόμουν πως θα αντιμετώπιζε δύσπιστα
ορισμένα στοιχεία από τη διήγηση της Αλίσια. Δεν περίμενα όμως ότι θα την απέρριπτε εξ
ολοκλήρου.
«Δεν πιστεύετε αυτά που είπε για τον άντρα;»
«Όχι. Δεν πιστεύω καν ότι υπήρξε ποτέ. Πρόκειται για μια φαντασίωση. Από την αρχή
μέχρι το τέλος».
«Πώς είστε τόσο σίγουρος;»
Ο Διομήδης χαμογέλασε παράξενα. «Πες το διαίσθηση. Επαγγελματική εμπειρία τόσων
χρόνων με φαντασιόπληκτους». Προσπάθησα να τον διακόψω, αλλά με εμπόδισε με μια
χειρονομία. «Δεν περιμένω, φυσικά, να συμφωνήσεις, Θίο. Είσαι βαθιά χωμένος στην
περίπτωση της Αλίσια και τα αισθήματά σου έχουν μπλεχτεί με τα δικά της σαν ένα κουβάρι
μαλλί. Αυτό τον σκοπό έχει μια εποπτεία σαν αυτή - να σε βοηθήσει να ξεχωρίσεις τις ίνες,
να δεις τι είναι δικό σου και τι δικό της. Και μόλις αποκτήσεις λίγη απόσταση και διαύγεια,
θεωρώ πως θα αισθανθείς πολύ διαφορετικά για την εμπειρία σου με την Αλίσια Μπέρενσον».
«Δεν είμαι σίγουρος για το τι θέλετε να πείτε».
«Για να το πω ωμά, πολύ φοβάμαι πως δίνει παράσταση για σένα. Σε χειραγωγεί. Και
πρόκειται για μια παράσταση που πιστεύω πως είναι ειδικά προσχεδιασμένη ώστε να αγγίξει
τα ιπποτικά... και, ας πούμε, ρομαντικά σου ένστικτα. Από την πρώτη στιγμή είδα ξεκάθαρα
πως είχες πρόθεση να τη σώσεις. Είμαι εντελώς βέβαιος ότι κι αυτή το αντιλήφθηκε. Κι έτσι
αποφάσισε να σε σαγηνεύσει».
«Ακούγεστε σαν τον Κρίστιαν. Δεν μ’ έχει σαγηνεύσει. Είμαι απολύτως ικανός να
αντισταθώ στις σεξουαλικές προβολές μιας θεραπευόμενής μου. Μη με υποτιμάτε, κύριε
καθηγητά».
«Αυτή μην υποτιμάς. Δίνει μια εξαιρετική παράσταση». Ο Διομήδης κούνησε το κεφάλι του
και κοίταξε τα γκρίζα σύννεφα στον ουρανό. «Η ευάλωτη γυναίκα που δέχεται επίθεση,
ολομόναχη, και χρειάζεται προστασία. Η Αλίσια έδωσε στον εαυτό της τον ρόλο του θύματος
και σ’ αυτό τον μυστηριώδη άντρα τον ρόλο του κακού. Ενώ, στην πραγματικότητα, είναι ένα
και το αυτό πρόσωπο. Εκείνη σκότωσε τον Γκάμπριελ. Ήταν ένοχη - και εξακολουθεί να
αρνείται αυτή την ενοχή. Κι έτσι διχάζεται, αποστασιοποιείται, φαντασιώνεται - γίνεται το
αθώο θύμα κι εσύ ο προστάτης της. Και συνεργώντας σ’ αυτή τη φαντασίωση, της επιτρέπεις
να απαρνηθεί κάθε ευθύνη».
«Δεν συμφωνώ με αυτό. Δεν πιστεύω πως λέει ψέματα. Τουλάχιστον όχι συνειδητά. Αν μη
τι άλλο, η Αλίσια πιστεύει πως η ιστορία της είναι αληθινή».
«Ναι, το πιστεύει. Η Αλίσια είναι θύμα επίθεσης - αλλά από την ίδια της την ψυχή, όχι από
παράγοντες του εξωτερικού κόσμου».
Ήξερα πως αυτό δεν ήταν αλήθεια. Μα δεν είχε κανένα νόημα να το κουβεντιάσουμε
περισσότερο.Έσβησα το τσιγάρο μου.
«Πώς λέτε να προχωρήσω;»
«Πρέπει να την αναγκάσεις να αντιμετωπίσει την αλήθεια. Μόνο τότε θα έχει κάποια
ελπίδα να συνέλθει. Να αρνηθείς ξεκάθαρα να αποδεχτείς την ιστορία της. Να την
προκαλέσεις. Να απαιτήσεις να σου πει τι πραγματικά έγινε».
«Και πιστεύετε ότι θα το κάνει;»
Ο Διομήδης ανασήκωσε τους ώμους του. «Αυτό», απάντησε, τραβώντας μια βαθιά
ρουφηξιά από το πούρο του, «κανείς δεν μπορεί να το ξέρει».
«Πολύ καλά. Θα της μιλήσω αύριο. Θα έρθω σε αντιπαράθεση μαζί της».
Εκείνος φάνηκε κάπως αμήχανος κι άνοιξε το στόμα του σαν να ετοιμαζόταν να προσθέσει
κάτι ακόμα. Όμως άλλαξε γνώμη. Έγνεψε καταφατικά και πάτησε αποφασιστικά το πούρο
του κάτω. «Αύριο», είπε.
16 328

Μετά τη δουλειά, ακολούθησα πάλι την Κάθι στο πάρκο. Και ο εραστής της την περίμενε
στο ίδιο σημείο όπου είχαν συναντηθεί την τελευταία φορά. Άρχισαν να φιλιούνται και να
χουφτώνονται σαν έφηβοι.
Η Κάθι έριξε μια ματιά προς το μέρος μου και για μια στιγμή νόμισα ότι με είδε, όμως όχι.
Είχε μάτια μόνο γι’ αυτόν. Προσπάθησα να τον παρατηρήσω καλύτερα αυτή τη φορά. Μα και
πάλι δεν διέκρινα καλά το πρόσωπό του· αν και η κορμοστασιά του μου φάνηκε γνώριμη.
Είχα την αίσθηση πως κάπου τον είχα ξαναδεί.
Προχώρησαν προς το Κάμντεν και χώθηκαν μέσα σε μια παμπ, Το Ρόδο και το Στέμμα, ένα
άθλιο μέρος. Εγώ περίμενα σ’ ένα καφέ στο απέναντι πεζοδρόμιο. Βγήκαν μετά από μία ώρα
περίπου. Η Κάθι ήταν κολλημένη πάνω του και τον φιλούσε. Φιλήθηκαν για κάμποση ώρα
στον δρόμο. Τους παρακολουθούσα με το στομάχι ανακατεμένο και το μίσος να με καίει
σύγκορμο.
Κάποια στιγμή τον αποχαιρέτησε και χωρίστηκαν. Εκείνη άρχισε να απομακρύνεται. Ο
άντρας έκανε μεταβολή και τράβηξε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν ακολούθησα την
Κάθι.
Ακολούθησα αυτόν.
Περίμενε σε μια στάση λεωφορείου. Στάθηκα πίσω του. Περιεργάστηκα την πλάτη, τους
ώμους του· φαντάστηκα να του ορμάω - να τον σπρώχνω στις ρόδες του λεωφορείου που
ερχόταν. Ωστόσο, δεν τον έσπρωξα. Ανέβηκε στο λεωφορείο. Το ίδιο κι εγώ.
Υπέθεσα ότι θα πήγαινε κατευθείαν στο σπίτι του, όμως όχι. Άλλαξε δύο φορές λεωφορείο.
Τον ακολουθούσα από απόσταση. Πήγε στο Ιστ Εντ, όπου εξαφανίστηκε για μισή ώρα μέσα
σε μια αποθήκη. Έπειτα πήρε ένα λεωφορείο για άλλη μια διαδρομή. Έκανε δύο
τηλεφωνήματα, μιλώντας χαμηλόφωνα και χασκογελώντας συχνά. Αναρωτήθηκα αν μιλούσε
με την Κάθι. Αισθανόμουν ολοένα και πιο συγχυσμένος κι αποθαρρυμένος. Μα ήμουν επίσης
πεισματάρης και αρνιόμουν να τα παρατήσω.
Κάποια στιγμή επέστρεψε στο σπίτι. Κατέβηκε από το λεωφορείο κι έστριψε σ’ έναν ήσυχο
δεντρόφυτο δρόμο. Εξακολουθούσε να μιλάει στο κινητό του. Τον πήρα στο κατόπι,
κρατώντας την απόστασή μου. Ο δρόμος ήταν έρημος.Έτσι και κοίταζε πίσω του, θα μ’ έβλεπε.
Ωστόσο δεν γύρισε.
Πέρασα μπροστά από ένα σπίτι με έναν βραχόκηπο και σαρκώδη φυτά. Χωρίς να το
σκεφτώ, λες και το σώμα μου έδρασε εντελώς παρορμητικά, το χέρι μου τεντώθηκε πάνω από
το τοιχαλάκι κι έπιασε μια πέτρα από τον κήπο. Ένιωσα το βάρος της στις παλάμες μου. Τα
χέρια μου ήξεραν τι να κάνουν: είχαν αποφασίσει να τον σκοτώσουν· να σπάσουν το κρανίο
αυτού του ανάξιου μαλάκα. Συμφώνησα με αυτό, βυθισμένος σε μια ασυλλόγιστη ύπνωση,
και τάχυνα αθόρυβα το βήμα μου, πλησιάζοντάς τον στα μουλωχτά. Σε λίγο βρέθηκα αρκετά
κοντά του. Σήκωσα την πέτρα, έτοιμος να την κατεβάσω με όλη μου τη δύναμη στο κεφάλι
του. Θα τον σώριαζα κάτω και θα του πετούσα έξω τα μυαλά. Είχα πλησιάσει τόσο πολύ που,
αν δεν μιλούσε ακόμη στο κινητό του, θα με είχε ακούσει.
Τώρα: ύψωσα την πέτρα και...
Πίσω μου ακριβώς, στα αριστερά, άνοιξε μια εξώπορτα. Ακούστηκαν ξαφνικά συζητήσεις,
δυνατά «ευχαριστούμε» και «γεια σας», καθώς μερικοί άνθρωποι βγήκαν από το σπίτι.
Κοκάλωσα. Μπροστά μου, ο εραστής της Κάθι κοντοστάθηκε και κοίταξε το σπίτι απ’ όπου
ερχόταν ο θόρυβος. Παραμέρισα και κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο. Δεν με είδε.
Άρχισε πάλι να περπατάει, αλλά δεν τον ακολούθησα. Η διακοπή μ’ έκανε να σαστίσω και
να συνέλθω από την ύπνωσή μου. Η πέτρα γλίστρησε από την παλάμη μου κι έπεσε κάτω μ’
έναν υπόκωφο γδούπο. Τον παρακολούθησα από το δέντρο όπου είχα κρυφτεί. Προχώρησε
ως την εξώπορτα ενός σπιτιού, την ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα.
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, άναψε ένα φως στην κουζίνα. Στεκόταν προφίλ, κάπως
μακρύτερα από το παράθυρο. Μονάχα το μισό δωμάτιο διακρινόταν απ’ το σημείο όπου
στεκόμουν. Μιλούσε με κάποιον που δεν έβλεπα. Ενώ κουβέντιαζαν, άνοιξε ένα μπουκάλι
κρασί. Κάθισαν κι έφαγαν παρέα.Έπειτα το μάτι μου πήρε το άλλο άτομο.Ήταν μια γυναίκα.
Η σύζυγός του άραγε; Δεν μπορούσα να τη διακρίνω καθαρά. Την αγκάλιασε και τη φίλησε.
Δεν ήμουν ο μόνος προδομένος, λοιπόν. Γύρισε σπίτι του, αφού φίλησε τη γυναίκα μου, κι
έφαγε το φαγητό που είχε μαγειρέψει για χάρη του αυτή η γυναίκα, σαν να μην έτρεχε τίποτα.
Ήξερα πως δεν μπορούσα να το αφήσω έτσι - κάτι έπρεπε να κάνω. Τι όμως; Παρά τις
υπέροχες φονικές φαντασιώσεις μου, δεν ήμουν δολοφόνος. Δεν μπορούσα να τον σκοτώσω.
Θα έπρεπε να σκεφτώ κάτι πιο έξυπνο.
17 332

Σχέδιαζα να ξεκαθαρίσω πρωί πρωί την κατάσταση με την Αλίσια. Σκόπευα να την κάνω
να παραδεχτεί πως μου είχε πει ψέματα για τον άντρα που σκότωσε τον Γκάμπριελ και να την
πιέσω να αντιμετωπίσει την αλήθεια.
Δυστυχώς, δεν μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία.
Ο Γιούρι με περίμενε στη ρεσεψιόν. «Θίο, πρέπει να σου μιλήσω...»
«Τι τρέχει;»
Τον περιεργάστηκα πιο προσεκτικά. Το πρόσωπό του έμοιαζε να ’χει γεράσει μέσα σε μία
νύχτα· έδειχνε συρρικνωμένος, ωχρός, άψυχος. Κάτι κακό είχε συμβεί.
«Εγινε ένα ατύχημα», είπε. «Η Αλίσια... πήρε υπερβολική δόση χαπιών».
«Τι; Είναι;...»
Ο Γιούρι έγνεψε αρνητικά. «Ζει ακόμη, αλλά...»
«Δόξατω Θεώ...»
«Αλλά είναι σε κώμα. Η πρόγνωσή της δεν είναι καλή».
«Πού βρίσκεται;»
Ο Γιούρι με οδήγησε μέσα από διάφορους κλειδωμένους διαδρόμους στη μονάδα εντατικής
θεραπείας. Η Αλίσια ήταν σ’ έναν μονόκλινο θάλαμο. Την είχαν συνδέσει με
ηλεκτροκαρδιογράφο και αναπνευστήρα. Είχε τα μάτια της κλειστά.
Ήταν εκεί ο Κρίστιαν με μια άλλη γιατρό. Έδειχνε σταχτής, σε αντίθεση με τη γιατρό από
τα Επείγοντα που είχε ένα βαθύ μαύρισμα - προφανώς, μόλις είχε γυρίσει από τις διακοπές
της. Μα δεν φαινόταν αναζωογονημένη.Έδειχνε εξαντλημένη.
«Πώς είναι η Αλίσια;» ρώτησα.
Η γιατρός κούνησε το κεφάλι της. «Δεν είναι καλά. Αναγκαστήκαμε να τη βάλουμε σε
κώμα. Κατέρρευσε το αναπνευστικό της σύστημα». 3»

«Τι πήρε;»
«Κάποιο οπιοειδές. Μάλλον υδροκωδόνη».
Ο Γιούρι έγνεψε καταφατικά. «Υπήρχε ένα άδειο μπουκάλι από χάπια στο γραφείο του
δωματίου της».
«Ποιος τη βρήκε;»
«Εγώ», είπε ο Γιούρι. «Ήταν πεσμένη στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι. Δεν φαινόταν να
αναπνέει. Στην αρχή νόμισα πως ήταν νεκρή».
«Καμιά ιδέα για το πού βρήκε τα χάπια;»
Ο Γιούρι έριξε μια ματιά στον Κρίστιαν, ο οποίος ανασήκωσε τους ώμους του.
«Όλοι ξέρουμε πως γίνεται κάμποση διακίνηση στους θαλάμους».
«Η Ελίφ εμπορεύεται», είπα.
Ο Κρίστιαν έγνεψε καταφατικά. «Ναι, κι εγώ έτσι πιστεύω».
Η Ίντιρα μπήκε στον θάλαμο. Έμοιαζε έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Στάθηκε δίπλα στην
Αλίσια και την περιεργάστηκε για λίγο. «Θα έχει άσχημη επίδραση στις άλλες», παρατήρησε.
«Οι ασθενείς πάντα υποτροπιάζουν όποτε συμβαίνουν τέτοια περιστατικά». Κάθισε σε μια
καρέκλα κι άρχισε να χαϊδεύει το χέρι της Αλίσια. Έβλεπα τον αναπνευστήρα να
ανεβοκατεβαίνει. Για μια στιγμή έπεσε σιωπή.
«Εγώ φταίω», είπα.
ΗΊντιρα κούνησε το κεφάλι της. «Δεν είναι δικό σου το φταίξιμο, Θίο».
«Θα έπρεπε να την προσέχω περισσότερο».
«Έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες. Τη βοήθησες. Παραπάνω από τον καθένα».
«Ειδοποίησε κανείς τον Διομήδη;»
Ο Κρίστιαν έγνεψε αρνητικά. «Δεν καταφέραμε να τον βρούμε ακόμη».
«Δοκιμάσατε να τον πάρετε στο κινητό του;»
«Και στο σταθερό. Προσπάθησα αρκετές φορές».
Ο Γιούρι έσμιξε τα φρύδια του. «Μα... είδα νωρίτερα τον καθηγητή Διομήδη. Εδώ ήταν».

«Ναι, τον είδα νωρίς σήμερα το πρωί. Ήταν στην άλλη άκρη του διαδρόμου κι έμοιαζε
βιαστικός - τουλάχιστον νομίζω πως ήταν αυτός».
«Περίεργο. Ίσως πήγε σπίτι του. Προσπαθήστε πάλι να τον βρείτε, εντάξει;»
Ο Γιούρι έγνεψε καταφατικά.Έμοιαζε να είναι αλλού· σαστισμένος, χαμένος. Το είχε πάρει
πολύ βαριά. Τον λυπήθηκα.
Ο βομβητής του Κρίστιαν χτύπησε, ξαφνιάζοντάς τον - έφυγε γρήγορα από τον θάλαμο,
με τον Γιούρι και τη γιατρό να τον ακολουθούν.
ΗΊντιρα δίστασε λίγο και μετά με ρώτησε σιγανά:
«Θα ήθελες να μείνεις για λίγο μόνος με την Αλίσια;»
Έγνεψα καταφατικά, γιατί δεν εμπιστευόμουν τον εαυτό μου να μιλήσει. Η Ίντιρα
σηκώθηκε και μου έσφιξε για μια στιγμή τον ώμο. Έπειτα βγήκε έξω.
Μείναμε μόνοι, η Αλίσια κι εγώ.
Κάθισα δίπλα στο κρεβάτι της. Απλωσα το χέρι μου κι έπιασα το μπράτσο της. Στο πίσω
μέρος του χεριού της υπήρχε ένας φλεβοκαθετήρας. Χάιδεψα απαλά την παλάμη της και το
εσωτερικό του καρπού της. Αγγιξα με το δάχτυλό μου τον καρπό της, νιώθοντας τις φλέβες
κάτω από το δέρμα της και τις ανάγλυφες, χοντρές ουλές από τις απόπειρες αυτοκτονίας που
είχε κάνει.
Αυτό ήταν, λοιπόν. Έτσι θα τελείωναν όλα. Η Αλίσια ήταν και πάλι σιωπηλή· κι αυτή τη
φορά η σιωπή της θα διαρκούσε για πάντα.
Αναρωτήθηκα τι θα έλεγε ο Διομήδης. Μπορούσα να φανταστώ πώς θα του τα παρουσίαζε
ο Κρίστιαν - θα έβρισκε κάποιον τρόπο για να με κατηγορήσει: η Αλίσια δεν κατάφερε να
αντιμετωπίσει τα έντονα συναισθήματα που της ξύπνησα στην ψυχοθεραπεία και πήρε την
υδροκωδόνη σε μια απόπειρα να παρηγορήσει και να γιατρέψει τον εαυτό της. Η υπερβολική
δόση μπορεί να ήταν τυχαία, άκουγα τον Διομήδη να λέει, η συμπεριφορά όμως ήταν
αυτοκτονική. Κι αυτό θα ήταν.
Μα δεν ήταν αυτό.
Είχαν παραβλέψει κάτι. Κάτι σημαντικό, κάτι που κανένας δεν είχε προσέξει - ούτε καν ο
Γιούρι όταν τη βρήκε αναίσθητη δίπλα στο κρεβάτι. Ναι, υπήρχε ένα άδειο κουτί από χάπια
στο γραφείο της και, ναι, βρέθηκαν δυο τρία χάπια στο πάτωμα, οπότε ήταν φυσικό να
υποθέσουν όλοι ότι είχε πάρει υπερβολική δόση.
Εδώ, ωστόσο, κάτω από το δάχτυλό μου, στο εσωτερικό του καρπού της Αλίσια, υπήρχαν
μια μελανιά κι ένα μικρό σημάδι που έλεγαν μια πολύ διαφορετική ιστορία.
Ένα τσίμπημα στη φλέβα -μια μικροσκοπική τρύπα από μια υποδερμική σύριγγα-
αποκάλυπτε την αλήθεια: η Αλίσια δεν κατάπιε ένα μπουκάλι χάπια θέλοντας να
αυτοκτονήσει. Της έδωσαν με ένεση μια τεράστια δόση μορφίνης. Αυτό δεν ήταν υπερβολική
δόση.
Ήταν απόπειρα ανθρωποκτονίας.
18 336

Ο Διομήδης εμφανίστηκε μισή ώρα αργότερα. Είχε μια σύσκεψη με το Ίδρυμα, είπε, και
μετά καθηλώθηκε στο μετρό, όπου δεν είχε σήμα.Έστειλε τον Γιούρι να με φωνάξει.
Εκείνος με βρήκε στο γραφείο μου. «Ο καθηγητής Διομήδης είναι εδώ. Είναι με τη Στέφανι.
Σε περιμένουν».
«Ευχαριστώ. Έρχομαι αμέσως».
Πήγα στο γραφείο του Διομήδη περιμένοντας τα χειρότερα. Θα χρειάζονταν έναν
αποδιοπομπαίο τράγο για να του ρίξουν το φταίξιμο. Το είχα δει να συμβαίνει και παλιότερα,
στο Μπρόντμουρ, σε περιπτώσεις αυτοκτονίας: όποιο μέλος του προσωπικού είχε στενότερη
σχέση με το θύμα θεωρούνταν υπεύθυνο, είτε ήταν ψυχοθεραπευτής είτε γιατρός είτε
νοσηλευτής. Δεν είχα καμιά αμφιβολία πως η Στέφανι ζητούσε την κεφαλή μου επί πίνακι.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Η Στέφανι κι ο Διομήδης στέκονταν αντικριστά στο
γραφείο. Κρίνοντας από την τεταμένη σιωπή, είχα διακόψει μια διαφωνία.
Ο Διομήδης ήταν ο πρώτος που μίλησε. Ήταν φανερά ταραγμένος και κουνούσε τα χέρια
του πέρα-δώθε.
«Φριχτή ιστορία. Φριχτή. Προφανώς, δεν μπορούσε να συμβεί χειρότερη στιγμή. Δίνει στο
Ίδρυμα την τέλεια δικαιολογία για να μας κλείσει».
«Δεν νομίζω ότι η άμεση έγνοια μας πρέπει να είναι το Ίδρυμα», αντέτεινε η Στέφανι.
«Προηγείται η ασφάλεια των ασθενών. Πρέπει να ανακαλύψουμε τι ακριβώς έγινε». Στράφηκε
προς το μέρος μου. «ΗΊντιρα ανέφερε ότι υποψιάζεσαι πως η Ελίφ διακινούσε φάρμακα;Έτσι
βρήκε την υδροκωδόνη η Αλίσια;»
Δίστασα λίγο. «Δεν έχω αποδείξεις. Ακόυσα να το λένε δυο τρεις νοσοκόμες. Βασικά, όμως,
υπάρχει κάτι άλλο που νομίζω ότι θα έπρεπε να ξέρετε...»
Η Στέφανι με διέκοψε μ’ ένα νεύμα. «Ξέρουμε τι συνέβη. Δεν ήταν η Ελίφ».
«Δεν ήταν;»
«Ο Κρίστιαν έτυχε να περνάει από τον σταθμό των νοσηλευτών και είδε το ντουλάπι με
τα φάρμακα ορθάνοιχτο. Δεν ήταν κανείς στο γραφείο. Το είχε αφήσει ξεκλείδωτο ο Γιούρι.
Ο καθένας θα μπορούσε να μπει μέσα και να πάρει ό,τι ήθελε. Κι ο Κρίστιαν είδε την Αλίσια
να παραμονεύει στη γωνία. Αναρωτήθηκε τι έκανε εκεί τέτοια ώρα. Τώρα, βέβαια, έχουμε την
εξήγηση».
«Τι τύχη που ήταν εκεί ο Κρίστιαν και τα είδε όλα αυτά».
Η Στέφανι ωστόσο επέλεξε να μη σχολιάσει τον σαρκαστικό τόνο μου.
«Ο Κρίστιαν δεν είναι ο μόνος που έχει παρατηρήσει την απροσεξία του Γιούρι», συνέχισε.
«Πολλές φορές αισθανόμουν κι εγώ πως ο Γιούρι αντιμετώπιζε υπερβολικά χαλαρά τους
κανόνες ασφαλείας.Ήταν υπέρ το δέον φιλικός με τις ασθενείς. Τον ενδιέφερε πάρα πολύ να
είναι δημοφιλής. Εκπλήσσομαι που δεν συνέβη νωρίτερα κάτι τέτοιο».
«Καταλαβαίνω», είπα. Και όντως καταλάβαινα. Συνειδητοποίησα τώρα γιατί η Στέφανι
ήταν εγκάρδια μαζί μου. Φαίνεται πως την είχα γλιτώσει· είχε επιλέξει τον Γιούρι σαν
αποδιοπομπαίο τράγο.
«Ο Γιούρι φαίνεται πάντα πολύ σχολαστικός», παρατήρησα, ρίχνοντας μια ματιά στον
Διομήδη, ενώ αναρωτιόμουν αν θα παρενέβαινε. «Ειλικρινά δεν πιστεύω...»
Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Η προσωπική μου άποψη είναι ότι η Αλίσια είχε
πάντα έντονες αυτοκτονικές τάσεις. Όπως ξέρουμε, άμα κάποιος θέλει να πεθάνει, είναι
συχνά αδύνατο να τον εμποδίσουμε, όσο κι αν προσπαθήσουμε».
«Αυτή δεν είναι η δουλειά μας;» ρώτησε απότομα η Στέφανι. «Να το εμποδίσουμε;»
«Όχι». Ο Διομήδης έγνεψε αρνητικά. «Δουλειά μας είναι να τους βοηθήσουμε να
θεραπευτούν. Μα δεν είμαστε ο Θεός. Δεν έχουμε δύναμη πάνω στη ζωή και στον θάνατο. Η
Αλίσια Μπέρενσον ήθελε να πεθάνει. Κάποια στιγμή θα τα κατάφερνε. Ή, τουλάχιστον, εν
μέρει».
Δίστασα. Ήταν ή τώρα ή ποτέ.
«Δεν είμαι τόσο σίγουρος ότι ισχύει αυτό», είπα. «Δεν πιστεύω πως επρόκειτο για απόπειρα
αυτοκτονίας».
«Θεωρείς ότι ήταν ατύχημα;»
«Όχι. Δεν θεωρώ ότι ήταν ατύχημα».
Ο Διομήδης με κοίταξε παραξενεμένος. «Τι προσπαθείς να πεις, Θίο; Τι άλλο ενδεχόμενο
υπάρχει;»
«Λοιπόν, πρώτα απ’ όλα, δεν πιστεύω πως ο Γιούρι έδωσε στην Αλίσια τα χάπια». »»
«Θες να πεις ότι ο Κρίστιαν κάνει λάθος;»
«Όχι», αποκρίθηκα. «Ο Κρίστιαν λέει ψέματα».
Ο Διομήδης και η Στέφανι με κοίταξαν άναυδοι. Συνέχισα προτού προλάβουν να ξαναβρούν
τη μιλιά τους.
Τους διηγήθηκα στα γρήγορα ό,τι είχα διαβάσει στο ημερολόγιο της Αλίσια: ότι ο Κρίστιαν
την κουράριζε ιδιωτικά πριν από τη δολοφονία του Γκάμπριελ· ότι ήταν μια από αρκετούς
ασθενείς που έβλεπε ανεπίσημα· και όχι μόνο δεν είχε έρθει οικειοθελώς να καταθέσει στη
δίκη, αλλά είχε προσποιηθεί επίσης πως δεν τη γνώριζε όταν την έφεραν στο Γκρόουβ. «Δεν
απορώ που εναντιωνόταν τόσο σε οποιαδήποτε απόπειρα να την κάνουμε να μιλήσει πάλι»,
σχολίασα. «Ετσι και μιλούσε, θα είχε τη δυνατότητα να τον εκθέσει».
Η Στέφανι με κοίταξε ανέκφραστα. «Μα... τι λες; Δεν είναι δυνατόν να υπονοείς σοβαρά
πως εκείνος...»
«Ναι, το υπονοώ. Δεν ήταν υπερβολική δόση χαπιών. Ήταν μια απόπειρα να τη
δολοφονήσει».
«Πού είναι το ημερολόγιο της Αλίσια;» με ρώτησε ο Διομήδης. «Το έχεις εσύ;»
Έγνεψα αρνητικά. «Όχι πια. Το επέστρεψα στην Αλίσια. Θα πρέπει να είναι στο δωμάτιό
της».
«Τότε πρέπει να το πάρουμε». Ο Διομήδης στράφηκε προς τη Στέφανι. «Πρώτα, όμως»,
πρόσθεσε, «θεωρώ ότι επιβάλλεται να καλέσουμε την αστυνομία. Δεν συμφωνείς;»
19 340

Από τότε και μετά όλα έγιναν πολύ γρήγορα.


Οι αστυνομικοί κατέκλυσαν το Γκρόουβ, κάνοντας ερωτήσεις, τραβώντας φωτογραφίες,
σφραγίζοντας το ατελιέ και το δωμάτιο της Αλίσια. Επικεφαλής της έρευνας ήταν ο
υπαστυνόμος Α' Στίβεν Αλεν - ένας σωματώδης, φαλακρός άντρας με χοντρά γυαλιά
μυωπίας που παραμόρφωναν τα γεμάτα ενδιαφέρον και περιέργεια μάτια του, μεγεθύνοντάς
τα και κάνοντάς τα να μοιάζουν τεράστια.
Ο Αλεν άκουσε προσεκτικά την ιστορία μου· του είπα όλα όσα είχα πει στον Διομήδη και
του έδειξα τις σημειώσεις της παρακολούθησής μου.
«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε Φέιμπερ», μου είπε.
«Να με λέτε Θίο».
«Θα ήθελα να κάνετε επίσημη κατάθεση, παρακαλώ. Και θα μιλήσουμε περισσότερο εν
ευθέτω χρόνω».
«Ναι, βεβαίως».
Ο υπαστυνόμος Αλεν με συνοδέυσε έξω από το γραφείο του Διομήδη, το οποίο είχε
επιτάξει. Αφού έδωσα κατάθεση σ’ έναν αστυνομικό, χασομέρησα στον διάδρομ?©
περιμένοντας. Και μετά από λίγο είδα έναν άλλο αστυνομικό να οδηγεί τον Κρίστιαν στην
πόρτα. Έδειχνε αμήχανος, φοβισμένος - και ένοχος. Ένιωσα ικανοποιημένος που σύντομα
θα του απήγγελλαν κατηγορία.
Δεν είχα τίποτε άλλο να κάνω πια πέρα από το να περιμένω. Προχωρώντας για να φύγω
από το Γκρόουβ, πέρασα από τη Γυάλα. Έριξα μια ματιά μέσα - κι αυτό που είδα με έκανε να
κοντοσταθώ απότομα.
Ο Γιούρι έδινε φάρμακα στην Ελίφ κι έχωνε στην τσέπη του λεφτά. Η Ελίφ όρμησε έξω και
με κάρφωσε με το μοναδικό της μάτι. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο περιφρόνηση και μίσος.
«Ελίφ», είπα.
«Αντε και γαμήσου».
Με προσπέρασε κι εξαφανίστηκε στη γωνία.Έπειτα ο Γιούρι πρόβαλε από τη Γυάλα. Μόλις
με είδε, του ’πεσαν τα μούτρα κι άρχισε να ψελλίζει από την έκπληξη.
«Δ-δεν σε πρόσεξα».
«Προφανώς».
«Η Ελίφ... ξέχασε τα φάρμακά της. Μόλις της τα έδωσα».
«Μάλιστα», είπα.
Ώστε ο Γιούρι εμπορευόταν φάρμακα και προμήθευε την Ελίφ. Αναρωτήθηκα τι άλλο
σκάρωνε - ίσως είχα βιαστεί να τον υπερασπιστώ, και μάλιστα τόσο ένθερμα, στη Στέφανι.
Καλό θα ήταν να τον προσέχω.
«Ήθελα να σε ρωτήσω», είπε, οδηγώντας με μακριά από τη Γυάλα. «Τι να κάνουμε με τον
κύριο Μαρτέν;»
«Τι θες να πεις;» Τον κοίταξα κατάπληκτος. «Εννοείς τον Ζαν-Φελίξ Μαρτέν; Τι τρέχει μ’
αυτόν;»
«Είναι πολλές ώρες εδώ. Ήρθε σήμερα το πρωί να επισκεφθεί την Αλίσια. Κι από τότε,
κάθεται και περιμένει».
«Τι; Γιατί δεν μου το είπες; Εννοείς πως βρίσκεται εδώ όλο αυτό το διάστημα;»
«Συγγνώμη, με όλα όσα έγιναν το ξέχασα. Είναι στην αίθουσα αναμονής».
«Κατάλαβα. Πάω να του μιλήσω».
Κατέβηκα βιαστικά στη ρεσεψιόν, ενώ σκεφτόμουν αυτό που είχα μόλις ακούσει. Τι δουλειά
είχε εδώ ο Ζαν-Φελίξ; Αναρωτήθηκα τι ήθελε· τι σήμαινε αυτό.
Μπήκα στην αίθουσα αναμονής και κοίταξα ολόγυρα.
Μα δεν ήταν κανένας εκεί.
20 343

Βγήκα από το Γκρόουβ κι άναψα τσιγάρο. Ακόυσα μια αντρική φωνή να φωνάζει το όνομά
μου. Σήκωσα το κεφάλι μου περιμένοντας να δω τον Ζαν-Φελίξ. Δεν ήταν αυτός, όμως.
Ήταν ο Μαξ Μπέρενσον. Βγήκε από ένα αυτοκίνητο και όρμησε φουριόζος καταπάνω μου.
«Τι σκατά έγινε;» φώναξε. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο, παραμορφωμένο από τον
θυμό. «Μόλις μου τηλεφώνησαν και μου είπαν για την Αλίσια. Τι της συνέβη;»
Έκανα ένα βήμα προς τα πίσω. «Νομίζω πως πρέπει να ηρεμήσετε, κύριε Μπέρενσον».
«Να ηρεμήσω; Η κουνιάδα μου έχει πέσει σε κώμα, γαμώτο, εξαιτίας της αμέλειάς σου...»
Το χέρι του Μαξ ήταν σφιγμένο σε γροθιά. Το σήκωσε ψηλά. Νόμισα ότι θα μου ρίξει
μπουνιά. Μα τον πρόλαβε η Τάνια. Προχώρησε βιαστικά προς το μέρος μας κι έδειχνε εξίσου
θυμωμένη - αλλά με τον Μαξ, όχι μαζί μου.
«Σταμάτα, Μαξ! Για όνομα του Θεού. Δεν είναι ήδη αρκετά άσχημα τα πράγματα; Δεν φταίει
ο Θίο!»
Ο Μαξ την αγνόησε και στράφηκε προς το μέρος μου. Το βλέμμα του ήταν τρελαμένο. 344

«Εσύ ήσουν υπεύθυνος για την Αλίσια», φώναξε. «Πώς άφησες να συμβεί κάτι τέτοιο;
Πώς;»
Τα μάτια του είχαν πλημμυρίσει δάκρυα από την οργή του. Δεν έκανε την παραμικρή
προσπάθεια να κρύψει τα συναισθήματά του. Στεκόταν εκεί και έκλαιγε.Έριξα μια ματιά στην
Τάνια, κι ήταν φανερό ότι γνώριζε τα αισθήματά του για την Αλίσια. Έδειχνε στραγγισμένη,
γεμάτη απόγνωση. Χωρίς να πει κουβέντα, έκανε μεταβολή και γύρισε στο αυτοκίνητό τους.
Ήθελα να απομακρυνθώ από τον Μαξ όσο πιο γρήγορα γινόταν. Συνέχισα να περπατάω.
Αυτός εξακολούθησε να φωνάζει και να βρίζει. Νόμισα ότι θα με ακολουθούσε, αλλά δεν
το έκανε - ήταν ριζωμένος στο ίδιο σημείο, ένας τσακισμένος άνθρωπος, ουρλιάζοντας
αξιολύπητα:
«Σε θεωρώ υπεύθυνο. Καημένη μου Αλίσια, κοριτσάκι μου... καημένη μου Αλίσια... Θα
το πληρώσεις αυτό! Με ακούς;»
Ο Μαξ δεν σταματούσε να φωνάζει, μα τον αγνόησα. Σε λίγο η φωνή του έσβησε μέσα στη
σιωπή. Ήμουν μόνος.
Συνέχισα να περπατάω.
21 345

Επέστρεψα στο σπίτι όπου ζούσε ο εραστής της Κάθι. Στάθηκα εκεί για μία ώρα και
παρακολουθούσα. Κάποια στιγμή, η εξώπορτα άνοιξε και πρόβαλε αυτός. Τον είδα να φεύγει.
Πού πήγαινε; Να συναντήσει την Κάθι; Δίστασα, αποφάσισα όμως να μην τον ακολουθήσω.
Έμεινα να κοιτάζω το σπίτι.
Παρατηρούσα τη γυναίκα του από τα παράθυρα και αισθανόμουν ολοένα και πιο σίγουρος
πως κάτι έπρεπε να κάνω για να τη βοηθήσω. Ήταν εγώ κι ήμουν αυτή: ήμαστε δυο αθώα
θύματα, εξαπατημένα, προδομένα. Πίστευε ότι ο άντρας αυτός την αγαπούσε - όμως όχι.
Μήπως έκανα λάθος υποθέτοντας πως δεν ήξερε τίποτα για τη σχέση του με την Κάθι;
Μπορεί και να ήξερε. Ίσως είχαν μια ελεύθερη σεξουαλική σχέση και ήταν κι η ίδια εξίσου
ασύδοτη. Μα, για κάποιο λόγο, δεν το πίστευα. Έδειχνε αθώα, όπως έδειχνα κι εγώ κάποτε.
Ήταν καθήκον μου να τη διαφωτίσω. Ήμουν σε θέση να της αποκαλύψω την αλήθεια για τον
άντρα με τον οποίο ζούσε και μοιραζόταν το κρεβάτι του. Δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να
τη βοηθήσω.
Τις επόμενες μέρες, γύριζα συνέχεια εκεί. Κάποια μέρα εκείνη βγήκε από το σπίτι και πήγε
μια βόλτα. Την ακολούθησα από απόσταση. Σε κάποια φάση, φοβήθηκα ότι με είδε· μα ακόμα
κι έτσι να ήταν, δεν ήμουν παρά ένας άγνωστος γι’ αυτή. Προς το παρόν.
Έφυγα κι έκανα μερικές αγορές. Ξαναγύρισα. Στάθηκα στο απέναντι πεζοδρόμιο,
παρακολουθώντας το σπίτι. Την είδα πάλι, να στέκεται δίπλα στο παράθυρο.
Δεν είχα συγκεκριμένο σχέδιο, παρά μόνο μια ασαφή, συγκεχυμένη ιδέα τού τι χρειαζόμουν
να καταφέρω. Όπως οι άπειροι καλλιτέχνες, ήξερα το αποτέλεσμα που ήθελα - χωρίς να ξέρω
πώς ακριβώς να το επιτύχω. Περίμενα λίγο κι ύστερα ανηφόρισα προς το σπίτι. Δοκίμασα
την αυλόπορτα - ήταν ξεκλείδωτη. Άνοιξε απαλά και μπήκα στον κήπο. Ένα ξαφνικό κύμα
αδρεναλίνης με πλημμύρισε, μια παράνομη έξαψη που καταπατούσα τον χώρο κάποιου
άλλου.
Έπειτα είδα την πίσω πόρτα να ανοίγει. Έψαξα μέρος να κρυφτώ. Πρόσεξα το μικρό κιόσκι
στο γρασίδι. Διέσχισα αθόρυβα την πελούζα και γλίστρησα μέσα.Έμεινα εκεί για μια στιγμή?,
πασχίζοντας να ξαναβρώ την ανάσα μου. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Με είχε δει άραγε;
Ακόυσα τα βήματά της να πλησιάζουν. Ήταν πολύ αργά πια για να κάνω πίσω. Από την πίσω
τσέπη μου έβγαλα τη μαύρη ολοπρόσωπη κουκούλα που είχα αγοράσει. Τη φόρεσα. Έβαλα
κι ένα ζευγάρι γάντια.
Εκείνη μπήκε μέσα. Μιλούσε στο τηλέφωνο: «Εντάξει, αγάπη μου», είπε. «Θα σε δω στις
οχτώ. Ναι... κι εγώ σε αγαπώ».
Έκλεισε το τηλέφωνο κι άναψε τον ηλεκτρικό ανεμιστήρα. Στάθηκε μπροστά του και τα
μαλλιά της ανέμισαν στο ρεύμα. Πήρε ένα πινέλο και πλησίασε τον πίνακα που είχε στο
καβαλέτο. Στεκόταν με την πλάτη της σ’ εμένα. Τότε είδε την αντανάκλασή μου στο τζάμι.
Νομίζω πως πρόσεξε πρώτα το μαχαίρι μου. Το κορμί της σφίχτηκε και στράφηκε αργά. Τα
μάτια της γούρλωσαν από τον τρόμο. Κοιταχτήκαμε σιωπηλοί.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με την Αλίσια Μπέρενσον.
Τα υπόλοιπα, όπως λένε, ανήκουν στην ιστορία.
ΠΕΜΠΤΟ ΜΕΡΟΣ 348

Εάν ήθελον δικαιώσω εμαυτόν,


το στόμα μου ήθελε με καταδικάσει.
Ιώβ, 9:20
1 / ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΛΙΣΙΑ ΜΠΕΡΕΝΣΟΝ 349

23 Φεβρουάριου
Μόλις έφυγε ο Θίο. Είμαι μόνη. Τα γράφω αυτά όσο πιο γρήγορα μπορώ. Δεν έχω πολύ
χρόνο. Πρέπει να τα καταγράψω όσο έχω ακόμη τη δύναμη.
Στην αρχή νόμιζα πως είμαι τρελή. Ήταν ευκολότερο να πιστεύω ότι ήμουν τρελή από το
να πιστέψω πως ήταν αλήθεια. Όμως δεν είμαι τρελή. Δεν είμαι.
Εκείνη την πρώτη φορά που τον συνάντησα στο δωμάτιο της ψυχοθεραπείας, δεν ήμουν
σίγουρη. Είχε κάτι γνώριμο, αλλά διαφορετικό. Αναγνώρισα τα μάτια του, όχι απλώς το
χρώμα, μα και το σχήμα. Κι είχε την ίδια μυρωδιά από τσιγάρο, το ίδιο άφτερ σέιβ με τις
καπνιστές νότες. Και ο τρόπος που σχημάτιζε τις λέξεις, ο ρυθμός της ομιλίας του - όχι όμως
ο τόνος της φωνής του, έμοιαζε διαφορετικός με κάποιον τρόπο. Κι έτσι, δεν ήμουν βέβαιη.
Μα την επόμενη φορά που συναντηθήκαμε, προδόθηκε. Είπε τις ίδιες λέξεις - την ίδια
ακριβώς φράση που είχε ξεστομίσει στο σπίτι κι είχε χαραχτεί στο μυαλό μου:
«Θέλω να σε βοηθήσω - να σε βοηθήσω να δεις καθαρά».
Μόλις το άκουσα αυτό, κάτι κούμπωσε στο μυαλό μου και το τελευταίο κομμάτι μπήκε στη
θέση του - η εικόνα είχε ολοκληρωθεί.
Ήταν αυτός.
Και κάτι με κυρίεψε τότε, ένα άγριο, ζωώδες ένστικτο. Ήθελα να τον σκοτώσω, να τον
σκοτώσω ή να σκοτωθώ - χίμηξα πάνω του και προσπάθησα να τον στραγγαλίσω, να του
βγάλω τα μάτια, ήθελα να χτυπάω το κρανίο του στο πάτωμα μέχρι να γίνει κομμάτια. Μα
δεν κατάφερα να τον σκοτώσω και με συγκράτησαν, με χαπάκωσαν και με κλείδωσαν. Και
μετά έχασα το κουράγιο μου. Άρχισα πάλι να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου - ίσως είχα κάνει,
λάθος, ίσως το φαντάστηκα, ίσως να μην ήταν αυτός.
Πώς είναι δυνατόν να είναι ο Θίο; Για ποιο λόγο ήρθε εδώ για να με βασανίσει έτσι; Και
τότε κατάλαβα. Όλες αυτές οι μαλακίες πως ήθελε να με βοηθήσει - αυτό ήταν το πιο νοσηρό
απ’ όλα. Το γούσταρε τρελά, το ευχαριστιόταν -γι’ αυτό ήταν εδώ-, είχε επιστρέφει για να
κοκορευτεί.
«Θέλω να σε βοηθήσω - να σε βοηθήσω να δεις καθαρά».
Ε, λοιπόν, τώρα είδα. Είδα καθαρά. Ήθελα να ξέρει ότι ήξερα. Κι έτσι είπα ψέματα για το
πώς πέθανε ο Γκάμπριελ. Καθώς μιλούσα, καταλάβαινα πως ήξερε ότι έλεγα ψέματα.
Κοιταχτήκαμε και το είδε - πως τον είχα αναγνωρίσει. Και υπήρχε κάτι στα μάτια του που
έβλεπα για πρώτη φορά. Φόβο. Με φοβόταν - φοβόταν τι θα μπορούσα να πω. Έτρεμε - τον
ήχο της φωνής μου.
Γι’ αυτό ξαναγύρισε πριν από λίγα λεπτά. Αυτή τη φορά δεν είπε τίποτα. Τέρμα τα λόγια.
Μου άρπαξε τον καρπό κι έχωσε μια βελόνα στη φλέβα μου. Δεν αντιστάθηκα. Δεν
προσπάθησα να τραβηχτώ. Τον άφησα να το κάνει. Μου αξίζει - μου αξίζει αυτή η τιμωρία.
Είμαι ένοχη - αλλά κι εκείνος το ίδιο. Γι’ αυτό τα γράφω αυτά - για να μην τη βγάλει καθαρή.
Για να τιμωρηθεί.
Πρέπει να κάνω γρήγορα. Το νιώθω τώρα - αυτό που μου ’δώσε έχει αρχίσει να με πιάνει.
Νυστάζω πολύ. Θέλω να ξαπλώσω. Θέλω να κοιμηθώ... Όμως όχι - όχι ακόμη. Πρέπει να
μείνω ξύπνια. Πρέπει να τελειώσω την ιστορία. Κι αυτή τη φορά, θα πω την αλήθεια.
Εκείνο το βράδυ, ο Θίο μπήκε στο σπίτι και μ’ έδεσε - κι όταν ο Γκάμπριελ γύρισε, ο ΘΑ
τον άφησε ξερό. Στην αρχή νόμισα ότι τον σκότωσε, μα έπειτα είδα πως ο Γκάμπριελ ανέπνεε.
Ο Θίο τον σήκωσε και τον έδεσε στην καρέκλα. Τη μετακίνησε έτσι ώστε να καθόμαστε πλάτη
με πλάτη και να μην μπορώ να δω το πρόσωπό του.
«Σε παρακαλώ», είπα. «Σε παρακαλώ, μην του κάνεις κακό. Σε ικετεύω. Θα κάνω ό,τι θέλεις,
οτιδήποτε μου πεις».
Ο Θίο γέλασε. Μισούσα πια το γέλιο του - ήταν κρύο, άδειο. Άκαρδο. «Να μην του κάνω
κακό;» Κούνησε το κεφάλι του. «Θα τον σκοτώσω».
Το εννοούσε. Ένιωσα τέτοιο τρόμο, που έχασα τον έλεγχο των δακρύων μου. Έκλαιγα κι
εκλιπαρούσα. «Θα κάνω ό,τι θες, οτιδήποτε... Σε παρακαλώ, άσ’ τον να ζήσει - του αξίζει να
ζήσει. Είναι ο πιο καλοσυνάτος κι ο καλύτερος απ’ όλους τους άντρες - και τον αγαπώ, τον
αγαπώ τόσο πολύ...»
«Πες μου, Αλίσια. Πες μου για την αγάπη που του έχεις. Πες μου, πιστεύεις ότι σ’ αγαπάει;»
«Μ’ αγαπάει», αποκρίθηκα.
Άκουγα στο βάθος το ρολόι να χτυπάει. Μου φάνηκε πως πέρασε μια αιωνιότητα προτού
απαντήσει. «Θα δούμε», είπε. Τα μαύρα μάτια του με κοίταξαν με ένταση για μια στιγμή κι
ένιωσα να με καταπίνει το σκοτάδι. Βρισκόμουν μπροστά σε ένα πλάσμα που δεν ήταν καν
ανθρώπινο.Ήταν σατανικό.
Πήγε και στάθηκε μπροστά στον Γκάμπριελ. Έστριψα το κεφάλι μου όσο περισσότερο
γινόταν, μα δεν μπορούσα να τους δω. Ακούστηκε ένας φριχτός υπόκωφος ήχος - ζάρωσα
ακούγοντάς τον να χτυπάει τον Γκάμπριελ στο πρόσωπο. Τον χτύπησε ξανά και ξανά, μέχρι
που ο Γκάμπριελ άρχισε να φτύνει και ξαναβρήκε τις αισθήσεις του.
«Γεια σου, Γκάμπριελ», είπε.
«Ποιος είσαι εσύ, διάολε;»
«Είμαι ένας παντρεμένος άντρας», απάντησε ο Θίο. «Ξέρω, λοιπόν, πώς είναι να αγαπάς
κάποιον. Και ξέρω πώς είναι να απογοητεύεσαι».
«Τι σκατά είναι αυτά που λες;»
«Μόνο οι δειλοί προδίδουν τους ανθρώπους που τους αγαπάνε. Είσαι δειλός, Γκάμπριελ;»
«Αντε και γαμήσου».
«Είχα σκοπό να σε σκοτώσω. Μα η Αλίσια ικέτεψε για τη ζωή σου. Έτσι, λοιπόν, θα σου
δώσω μια επιλογή. Ή εσύ θα πεθάνεις - ή η Αλίσια. Η απόφαση είναι δική σου».
Μιλούσε τόσο ψυχρά και ήρεμα κι ατάραχα. Χωρίς κανένα συναίσθημα. Για μια στιγμή, ο
Γκάμπριελ δεν απάντησε. Ακούστηκε ξεψυχισμένος, σαν να είχε φάει γροθιά.
«Όχι...»
«Ναι. Πεθαίνει η Αλίσια, ή πεθαίνεις εσύ. Εσύ διαλέγεις, Γκάμπριελ. Για να δούμε πόσο
πολύ την αγαπάς. Θα πέθαινες για χάρη της; Έχεις δέκα δευτερόλεπτα να αποφασίσεις...
Δέκα... εννιά...»
«Μην τον πιστεύεις», είπα. «Θα μας σκοτώσει και τους δυο... σ’ αγαπώ...»
«Οχτώ... εφτά...»
«Ξέρω πως μ’ αγαπάς, Γκάμπριελ...»
«Εξι... πέντε...»
«Μ’ αγαπάς...»
«Τέσσερα, τρία...»
«Γκάμπριελ, πες ότι μ’ αγαπάς...»
«Δύο...»
Και τότε ο Γκάμπριελ μίλησε. Στην αρχή δεν αναγνώρισα τη φωνή του.Ήταν τόσο σιγανή,
τόσο απόμακρη, σαν μικρού παιδιού.Ένα αγοράκι - που είχε στα δάχτυλά του τη δύναμη της
ζωής και του θανάτου.
«Δεν θέλω να πεθάνω», είπε.
'Επεσε σιωπή. Τα πάντα σταμάτησαν. Μέσα στο κορμί μου, το κάθε κύτταρο ξεφούσκωσε·
μαραμένα κύτταρα, σαν νεκρά πέταλα που πέφτουν από κάποιο λουλούδι. Γιασεμιά που
αιωρούνται ώσπου να πέσουν στο χώμα. Μυρίζω κάπου γιασεμί; Ναι, ναι, γλυκό γιασεμί -
ίσως στο περβάζι του παραθύρου...
Ο Θίο απομακρύνθηκε από τον Γκάμπριελ κι άρχισε να μιλάει σ’ εμένα. Δυσκολευόμουν
να συγκεντρωθώ σ’ αυτά που μου έλεγε. «Βλέπεις, Αλίσια;Ήξερα ότι ο Γκάμπριελ ήταν δειλός
- πηδάει τη γυναίκα μου πίσω απ’ την πλάτη μου. Κατέστρεψε τη μοναδική ευτυχία που είχα
ποτέ...»Έγειρε μπροστά και κόλλησε το πρόσωπό του στο δικό μου. «Λυπάμαι που το κάνω
αυτό. Μα, εντελώς ειλικρινά, τώρα που ξέρεις την αλήθεια... καλύτερα να πεθάνεις».
Σήκωσε το όπλο και σημάδεψε το κεφάλι μου. Έκλεισα τα μάτια. Άκουσα τον Γκάμπριελ
να ουρλιάζει - «ΜΗΝ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΕΙΣ ΜΗΝ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΕΙΣ ΜΗΝ...»
Ένα κλικ. Κι έπειτα ένας πυροβολισμός - τόσο δυνατός που έσβησε κάθε άλλο ήχο. Για
μερικά δευτερόλεπτα έπεσε σιωπή. Νόμισα πως πέθανα.
Αλλά δεν ήμουν τόσο τυχερή.
Άνοιξα τα μάτια μου. Ο Θίο εξακολουθούσε να είναι εκεί - σημαδεύοντας με το όπλο το
ταβάνι. Χαμογέλασε. Ακούμπησε το δάχτυλό του στα χείλη του, σημάδι να μη μιλήσω.
«Αλίσια;» φώναξε ο Γκάμπριελ. «Αλίσια;»
Τον άκουγα να στριφογυρίζει στην καρέκλα του, προσπαθώντας να γυρίσει για να δει τι
είχε συμβεί.
«Τι της έκανες, ρε καθίκι; Γαμημένε μαλάκα. Αχ, Χριστέ μου...»
Ο Θίο έλυσε τους καρπούς μου. Πέταξε το όπλο στο πάτωμα.Έπειτα με φίλησε στο μάγουλο
με απίστευτη τρυφερότητα. Βγήκε από το δωμάτιο κι η εξώπορτα βρόντηξε πίσω του. Ο
Γκάμπριελ κι εγώ μείναμε μόνοι. Έκλαιγε άγρια, με λυγμούς, με δυσκολία μπορούσε να
σχηματίσει λέξεις. Ψέλλιζε μονάχα το όνομά μου, ξανά και ξανά, θρηνώντας: «Αλίσια,
Αλίσια...»
Δεν μίλησα.
«Αλίσια; Που να πάρει ο διάολος, γαμώτο...»
Δεν μίλησα.
«Αλίσια, απάντησέ μου, Αλίσια - οχ, Θεέ μου...»
Δεν μίλησα. Πώς μπορούσα να μιλήσω; Ο Γκάμπριελ με είχε καταδικάσει σε θάνατο.
Οι νεκροί δεν μιλάνε.
Έλυσα το σύρμα γύρω απ’ τους αστραγάλους μου. Σηκώθηκα από την καρέκλα. Άπλωσα
τα χέρια μου στο πάτωμα. Τα δάχτυλά μου έκλεισαν γύρω από το όπλο.Ήταν ζεστό και βαρύ
στην παλάμη μου. Έκανα τον γύρο της καρέκλας και στάθηκα μπροστά στον Γκάμπριελ. Τα
δάκρυα κυλούσαν ποτάμι στα μάγουλά του. Τα μάτια του γούρλωσαν.
«Αλίσια; Ζεις - δόξα τω Θεώ, είσαι...»
Μακάρι να μπορούσα να πω ότι τον χτύπησα εκ μέρους των ηττημένων - ότι
υπερασπιζόμουν τους προδομένους, αυτούς που η καρδιά τους είχε ραγίσει - ότι ο Γκάμπριελ
είχε το βλέμμα ενός τύραννου, το βλέμμα του πατέρα μου. Έχει περάσει όμως η εποχή των
ψεμάτων. Η αλήθεια είναι πως ο Γκάμπριελ είχε ξαφνικά τα δικά μου μάτια - κι εγώ είχα τα
δικά του. Κάπου στην πορεία αλλάξαμε θέσεις.
Τώρα το έβλεπα. Ποτέ δεν θα ήμουν ασφαλής. Ποτέ δεν θα με αγαπούσαν. Όλες μου οι
ελπίδες έσβησαν - όλα μου τα όνειρα έγιναν κομμάτια - δεν έμεινε τίποτα, τίποτα - ο πατέρας
μου είχε δίκιο - δεν μου άξιζε να ζω. Ήμουν... ένα τίποτα. Αυτό μου έκανε ο Γκάμπριελ.
Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν σκότωσα τον Γκάμπριελ. Εκείνος με σκότωσε.
Εγώ απλώς πάτησα τη σκανδάλη.
2 355

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο αξιολύπητο», είπε η'Ιντιρα, «από το να βλέπεις όλα τα υπάρχοντα
κάποιου μέσα σ’ ένα χαρτόκουτο».
Έγνεψα καταφατικά. Κοίταξα το δωμάτιο γύρω μου θλιμμένα.
«Βασικά, είναι να απορείς», συνέχισε η 'Ιντιρα, «με το πόσα λίγα πράγματα είχε η Αλίσια.
Αν σκεφτείς τι σαβούρα μαζεύουν οι άλλες ασθενείς... Τα μόνα που είχε ήταν μερικά βιβλία,
λίγα σκίτσα, τα ρούχα της».
Η Ίντιρα κι εγώ αδειάζαμε το δωμάτιο της Αλίσια μετά από εντολή της Στέφανι. «Είναι
μάλλον απίθανο να ξυπνήσει ποτέ», είχε πει η Στέφανι, «και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής,
χρειαζόμαστε το κρεβάτι». Δουλεύαμε ως επί το πλείστον σιωπηλοί, αποφασίζοντας τι να
αποθηκεύσουμε και τι να πετάξουμε. Έψαξα προσεκτικά τα πράγματά της. Ήθελα να
βεβαιωθώ πως δεν υπήρχε τίποτα ενοχοποιητικό, που να μπορούσε να μου βάλει τρικλοποδιά.
Αναρωτήθηκα πώς είχε καταφέρει η Αλίσια να κρατήσει το ημερολόγιό της κρυμμένο κι
αθέατο για τόσο καιρό. Κάθε ασθενής, όταν ερχόταν στο Γκρόουβ, επιτρεπόταν να φέρει μαζί
του λίγα προσωπικά είδη. Η Αλίσια είχε φέρει έναν φάκελο με σχέδια και υποθέτω ότι έτσι
κατάφερε να μπάσει το ημερολόγιο. Ανοιξα τον φάκελο και ξεφύλλισα τα σκίτσα - ήταν
κυρίως σχέδια με μολύβι και σπουδές, τα οποία δεν είχαν ολοκληρωθεί. Μερικές πρόχειρες
γραμμές ζωντάνευαν αμέσως σε μια σελίδα, απίστευτα εκφραστικές, απεικονίζοντας μια
αλάνθαστη ομοιότητα.
Έδειξα ένα σκίτσο στην Ίντιρα. «Εσύ είσαι», της είπα. «

«Ναι, εσύ είσαι».


«Σοβαρά;» Η'Ιντιρα έδειξε να ενθουσιάζεται και το περιεργάστηκε με προσοχή. «Νομίζεις;
Δεν κατάλαβα ποτέ πως με ζωγράφιζε. Αναρωτιέμαι πότε το έφτιαξε. Καλό δεν είναι;»
«Όντως. Θα έπρεπε να το κρατήσεις».
Η 'Ιντιρα έκανε μια γκριμάτσα και μου το έδωσε πίσω. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό».
«Φυσικά και μπορείς. Δεν θα την πείραζε». Χαμογέλασα. «Κανένας δεν πρόκειται να το

«Μάλλον... πιθανώς όχι». Εκείνη έριξε μια ματιά στον πίνακα που ακουμπούσε όρθιος στον
τοίχο - αυτόν που έδειχνε εμένα και την Αλίσια στην έξοδο κινδύνου του κτιρίου που
καιγόταν, αυτόν που είχε καταστρέψει η Ελίφ. «Τι θα γίνει μ’ αυτόν; Θα τον πάρεις;»
Έγνεψα αρνητικά. «Θα τηλεφωνήσω στον Ζαν-Φελίξ. Ας αναλάβει αυτός».
Η 'Ιντιρα κούνησε το κεφάλι της. «Κρίμα που δεν μπορείς να τον κρατήσεις».
Περιεργάστηκα για μια στιγμή τον πίνακα. Δεν μου άρεσε. Απ’ όλα τα έργα της Αλίσια
ήταν το μοναδικό που δεν μου άρεσε. Περίεργο, αν σκεφτεί κανείς ότι είχε για θέμα εμένα.
Θέλω να είμαι σαφής - ποτέ δεν φαντάστηκα πως η Αλίσια θα πυροβολούσε τον Γκάμπριελ.
Είναι σημαντικό. Ποτέ μου δεν σκόπευα ούτε περίμενα να τον σκοτώσει. Το μόνο που ήθελα
ήταν να της ανοίξω τα μάτια για τον γάμο της, όπως είχαν ανοίξει και τα δικά μου. Η πρόθεσή
μου ήταν να της δείξω ότι ο Γκάμπριελ δεν την αγαπούσε, πως η ζωή της ήταν ένα ψέμα, 3©
γάμος τους μια πλάνη. Τότε μονάχα θα είχε την ευκαιρία, σαν κι εμένα, να χτίσει μια καινούρια
ζωή από τα ερείπια· μια ζωή βασισμένη στην αλήθεια, όχι στα ψέματα.
Δεν είχα ιδέα για τη συναισθηματική αστάθεια που την ταλάνιζε σε όλη της τη ζωή. Αλλιώς
ποτέ δεν θα έσπρωχνα τα πράγματα στα άκρα. Δεν είχα ιδέα πως θα αντιδρούσε έτσι. Κι όταν
η ιστορία βγήκε στις εφημερίδες και η Αλίσια δικάστηκε για φόνο, ένιωσα μια βαθιά
προσωπική ευθύνη· και την επιθυμία να εξιλεωθώ για τις τύψεις μου και να αποδείξω πως
δεν ήμουν υπεύθυνος για ό,τι συνέβη. Κι έτσι, έκανα αίτηση για τη θέση στο Γκρόουβ.Ήθελα
να τη βοηθήσω μετά τον φόνο, να την κάνω να καταλάβει τι είχε συμβεί, να το επεξεργαστεί
- και να απελευθερωθεί. Φυσικά, οι κυνικοί θα πουν ότι γύρισα στη σκηνή του εγκλήματος,
τρόπος του λέγειν, για να καλύψω τα ίχνη μου. Δεν ισχύει. Παρόλο που ήξερα πόσο
ριψοκίνδυνο ήταν κάτι τέτοιο, ότι ίσως με τσάκωναν, πως πιθανώς οι συνέπειες να ήταν
καταστροφικές, δεν είχα άλλη επιλογή - εξαιτίας αυτού που είμαι. Είμαι ψυχοθεραπευτής,
μην το ξεχνάτε. Η Αλίσια χρειαζόταν βοήθεια - και μονάχα εγώ ήξερα πώς να τη βοηθήσω.
'Ενιωθα νευρικότητα μήπως με αναγνωρίσει, μολονότι είχα φορέσει κουκούλα και είχα
αλλάξει τη φωνή μου. Ωστόσο, η Αλίσια δεν φάνηκε να με αναγνωρίζει και μου δόθηκε η
δυνατότητα να παίξω έναν καινούριο ρόλο στη ζωή της. Και τότε, εκείνη τη βραδιά στ@
Κέμπριτζ, κατάλαβα τελικά τι είχα αναπαραστήσει άθελά μου· το ξεχασμένο από καιρό
ναρκοπέδιο όπου είχα πατήσει. Ο Γκάμπριελ ήταν ο δεύτερος άντρας που καταδίκασε την
Αλίσια σε θάνατο· το ξύπνημα του αρχικού ψυχικού τραύματος ήταν παραπάνω απ’ όσο
μπορούσε να αντέξει. Και γι’ αυτό άρπαξε το όπλο και πήρε την εκδίκησή της, κάτι που χρόνια
περίμενε, όχι ενάντια στον πατέρα της - αλλά στον σύζυγό της. Όπως υποψιαζόμουν, ο φόνος
είχε πολύ παλιότερες και βαθύτερες ρίζες από τις δικές μου πράξεις.
Όταν όμως μου είπε ψέματα για το πώς πέθανε ο Γκάμπριελ, ήταν φανερό ότι η Αλίσια με
είχε αναγνωρίσει και με δοκίμαζε. Αναγκάστηκα να δράσω, να την κάνω να σωπάσει για
πάντα. Έριξα τεχνηέντως το φταίξιμο στον Κρίστιαν - μου φάνηκε θεία δίκη. Δεν είχα
καθόλου τύψεις που του έστησα παγίδα. Ο Κρίστιαν είχε αποτύχει με την Αλίσια, όταν εκείνη
τον είχε πιο πολλή ανάγκη από ποτέ· του άξιζε να τιμωρηθεί.
Δεν ήταν τόσο εύκολο να βουλώσω το στόμα της Αλίσια. Η ένεση με τη μορφίνη ήταν ό,τι
δυσκολότερο έχω κάνει στη ζωή μου. Καλύτερα που δεν πέθανε, αλλά κοιμάται - έτσι, μπορώ
ακόμη να την επισκέπτομαι καθημερινά, να κάθομαι δίπλα στο κρεβάτι της και να της κρατάω
το χέρι. Δεν την έχω χάσει.
«Τελειώσαμε;» ρώτησε ηΊντιρα, διακόπτοντας τις σκέψεις μου.
«Έτσι νομίζω».
«Ωραία. Πρέπει να φύγω. Έχω ραντεβού με ασθενή στις δώδεκα».
«Πήγαινε», την παρότρυνα.
«Θα τα πούμε στο μεσημεριανό φαγητό;»
«Ναι».
Η Ίντιρα μου έσφιξε το μπράτσο κι έφυγε.
Κοίταξα το ρολόι μου. Σκέφτηκα να φύγω κι εγώ νωρίς, να γυρίσω στο σπίτι. Αισθανόμουν
εξαντλημένος.Ήμουν έτοιμος να σβήσω το φως και να βγω από το δωμάτιο, όταν μια σκέψη
πέρασε από το μυαλό μου κι ένιωσα το κορμί μου να σφίγγεται.
Το ημερολόγιο. Πού ήταν;
Το βλέμμα μου πλανήθηκε στο δωμάτιο, όπου όλα ήταν τακτικά πακεταρισμένα σε
χαρτόκουτα. Είχαμε ψάξει τα πάντα. Περιεργάστηκα και ψαχούλεψα τα προσωπικά της
αντικείμενα ένα προς ένα.
Και δεν ήταν πουθενά.
Πώς ήταν δυνατόν να φάνηκα τόσο απρόσεκτος; Η Ίντιρα έφταιγε με την ατέλειωτη,
μου είχε αποσπασει την προσοχή και μ εκανε
στοχο μου.
Πού ήταν; Εδώ θα έπρεπε να είναι. Χωρίς το ημερολόγιο, υπήρχαν ελάχιστα αποδεικτικά
στοιχεία για να καταδικαστεί ο Κρίστιαν. Ήταν ανάγκη να το βρω.
Έψαξα όλο το δωμάτιο, νιώθοντας ολοένα και πιο φρενιασμένος όσο περνούσε η ώρα.
Αναποδογύρισα τα χαρτόκουτα, σκορπίζοντας το περιεχόμενό τους στο πάτωμα. Ξεδιάλεξα
τα πράγματα, αλλά δεν ήταν εκεί. Ξέσκισα τα ρούχα της, μα δεν βρήκα τίποτε. Άνοιξα βίαια
τον φάκελο με τις ζωγραφιές, τίναξα όλα τα σκίτσα κάτω, όμως το ημερολόγιο δεν βρισκόταν
ανάμεσά τους. Έπειτα έψαξα τα ντουλάπια, έβγαλα έξω όλα τα συρτάρια, βεβαιώθηκα ότι
ήταν άδεια και μετά τα πέταξα στην άκρη.
Δεν ήταν ούτε εκεί.
3 360

Στη ρεσεψιόν με περίμενε ο Τζούλιαν Μακμέιχον από το Ίδρυμα. Ήταν μεγαλόσωμος, με


κόκκινα σγουρά μαλλιά κι είχε αδυναμία σε φράσεις όπως «μεταξύ μας» ή «στο τέλος τέλος»
ή «το ρεζουμέ», που τις πετούσε συχνά στις συζητήσεις του· πολλές φορές ακόμα και στην
ίδια πρόταση. Ουσιαστικά ήταν καλοπροαίρετος άνθρωπος - το φιλικό πρόσωπο του
Ιδρύματος. Ήθελε να πούμε δυο κουβέντες προτού φύγω για το σπίτι μου.
«Μόλις έφυγα από το γραφείο του καθηγητή Διομήδη», με πληροφόρησε. «Σκέφτηκα πως
θα έπρεπε να το ξέρεις - παραιτήθηκε».
«Α, μάλιστα».
«Θα βγει νωρίτερα στη σύνταξη. Μεταξύ μας, αν δεν έφευγε με πρόωρη συνταξιοδότηση,
θα αναγκαζόταν να αντιμετωπίσει την έρευνα γι’ αυτό τον χαμό...» Ο Τζούλιαν ανασήκωσε
τους ώμους του. «Τον λυπάμαι, δεν μπορώ να πω - δεν είναι ιδιαίτερα ένδοξο τέλος για την
πολύχρονη κι επιφανή καριέρα του. Έτσι, τουλάχιστον, θα γλιτώσει τα νταραβέρια με τους
δημοσιογράφους και όλη τη φασαρία. Παρεμπιπτόντως, ανέφερε εσένα».
«Ο Διομήδης;»
«Ναι. Πρότεινε να πάρεις εσύ τη θέση του». Ο Τζούλιαν μού έκλεισε το μάτι. «Είπε ότι είσαι
ο πιο κατάλληλος».
Χαμογέλασα. «Καλοσύνη του».
«Δυστυχώς, στο τέλος τέλος, δεδομένου αυτού που συνέβη στην Αλίσια και με τη σύλληψη
του Κρίστιαν, δεν υπάρχει περίπτωση να κρατήσουμε το Γκρόουβ. Θα το κλείσουμε οριστικά».
«Δεν μπορώ να πω ότι εκπλήσσομαι. Αρα, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει θέση για
μένα;»
«Να σου πω, το ρεζουμέ είναι το εξής: σκοπεύουμε μέσα στους επόμενους μήνες να
ανοίξουμε εδώ μια καινούρια, πολύ πιο αποδοτική οικονομικά ψυχιατρική υπηρεσία. Και βα
θέλαμε να σκεφτείς σοβαρά να αναλάβεις εσύ τη διεύθυνσή της, Θίο».
Ήταν δύσκολο να κρύψω τον ενθουσιασμό μου. Συμφώνησα με μεγάλη ευχαρίστηση.
«Μεταξύ μας», είπα, χρησιμοποιώντας μια από τις φράσεις του, «μια τέτοια ευκαιρία
ονειρευόμουν». Και όντως - μια ευκαιρία να βοηθάω πραγματικά τους ανθρώπους, όχι απλώς
να τους δίνω φάρμακα· να τους βοηθάω με τον τρόπο που πιστεύω ότι θα έπρεπε να
βοηθηθούν. Όπως με βοήθησε η Ρουθ· κι εγώ προσπάθησα να βοηθήσω την Αλίσια.
Όλα μου πήγαν πολύ καλά - θα ήταν αχαριστία να μην το αναγνωρίσω. Φαίνεται σαν να
έχω ό,τι θέλησα ποτέ μου. Σχεδόν.
Τον περασμένο χρόνο, η Κάθι κι εγώ μετακομίσαμε από το κεντρικό Λονδίνο στο Σάρεϊ -
στο μέρος όπου μεγάλωσα. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, μου άφησε το σπίτι· παρόλο που η
μητέρα μου θα είχε την επικαρπία για όσο ζούσε, εκείνη αποφάσισε να το δώσει σ’ εμάς και
πήγε να μείνει σε ένα γηροκομείο.
Η Κάθι κι εγώ θεωρήσαμε ότι ο παραπανίσιος χώρος κι ο κήπος άξιζαν τον κόπο της
καθημερινής μετακίνησης στο Λονδίνο. Σκέφτηκα πως θα μας έκανε καλό. Υποσχεθήκαμε
στον εαυτό μας ότι θα μεταμορφώναμε το σπίτι και κάναμε σχέδια να το διακοσμήσουμε από
την αρχή και να το εξορκίσουμε. Ωστόσο, έναν χρόνο σχεδόν από τότε που μετακομίσαμε,
είναι ακόμη ανολοκλήρωτο, τα σχέδια έμειναν στη μέση, οι πίνακες και το κυρτό κάτοπτρο
που αγοράσαμε στην αγορά του Πορτομπέλο είναι ακόμη ακουμπισμένα πάνω στους
άβαφους τοίχους. Παραμένει σε μεγάλο βαθμό το σπίτι στο οποίο μεγάλωσα. Μα δεν με
πειράζει όπως φανταζόμουν ότι θα με πείραζε. Και μάλιστα είναι ειρωνικό, αλλά αισθάνομαι
πολύ άνετα.
Έφτασα στο σπίτι και μπήκα μέσα.Έβγαλα αμέσως το παλτό μου - ήταν υπερβολικά ζεστά,
σαν θερμοκήπιο. Χαμήλωσα λίγο τον θερμοστάτη στο χολ. Η Κάθι αγαπάει τη ζέστη, ενώ
εγώ προτιμώ περισσότερο να κρυώνω - οπότε η θερμοκρασία είναι ένας από τους μικρούς
καβγάδες μας. Άκουγα την τηλεόραση από το χολ. Η Κάθι βλέπει πολλή τηλεόραση τον
τελευταίο καιρό. Μια διαρκής μουσική επένδυση από σκουπίδια που υπογραμμίζει τη ζωή
μας σ’ αυτό το σπίτι.
Τη βρήκα στο σαλόνι, κουλουριασμένη στον καναπέ. Είχε στα γόνατά της μια τεράστια
σακούλα με τσιπς γαρίδας, που τα ψάρευε με λιγδιασμένα δάχτυλα και τα έχωνε στο στόμα
της. Όλο τέτοιες αηδίες τρώει· δεν είναι να απορεί κανείς που έχει παχύνει εδώ και κάποιο
καιρό. Δεν δουλεύει ιδιαίτερα τα τελευταία δύο χρόνια - κι έχει γίνει πολύ εσωστρεφής,
σχεδόν καταθλιπτική. Ο γιατρός της ήθελε να της δώσει αντικαταθλιπτικά, όμως δεν
συμφώνησα. Υποστήριξα ότι έπρεπε να βρει έναν ψυχοθεραπευτή και να μιλήσει για τα
συναισθήματά της· μέχρι που της πρότεινα να της συστήσω εγώ κάποιον. Απ’ ό,τι φαίνεται,
όμως, η Κάθι δεν θέλει να μιλήσει.
Μερικές φορές την πιάνω να με κοιτάζει περίεργα - κι αναρωτιέμαι τι να σκέφτεται. Μήπως
προσπαθεί να επιστρατεύσει το κουράγιο της για να μου πει για τον Γκάμπριελ και τη σχέση
τους; Μα δεν λέει κουβέντα. Κάθεται απλώς σιωπηλή, όπως έκανε κι η Αλίσια. Μακάρι να
μπορούσα να τη βοηθήσω - αλλά δεν φαίνεται να καταφέρνω να επικοινωνήσω μαζί της. Κι
εδώ είναι η τρομερή ειρωνεία: όλα αυτά τα έκανα για να κρατήσω την Κάθι - και την έχασα,
έτσι κι αλλιώς. 363

Ακούμπησα στο μπράτσο του καναπέ και την περιεργάστηκα για λίγο. «Μια ασθενής μου
πήρε υπερβολική δόση χαπιών», είπα. «Έχει πέσει σε κώμα». Καμιά αντίδραση. «Φαίνεται πως
κάποιο μέλος του προσωπικού ίσως της έδωσε επίτηδες τόσα χάπια. Ένας συνάδελφος».
Καμιά αντίδραση. «Μ’ ακούς;»
Εκείνη ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Δεν ξέρω τι να πω».
«Θα ήταν ωραίο να έδειχνες λίγη συμπόνια».
«Για ποιον; Για σένα;»
«Γι’ αυτή. Της έκανα για ένα διάστημα ατομική ψυχοθεραπεία. Τη λένε Αλίσια Μπέρενσον».
Της έριξα μια ματιά προφέροντας το όνομα. Η Κάθι δεν αντέδρασε. Δεν έδειξε το
παραμικρό συναίσθημα. Εγώ συνέχισα: «Είναι διάσημη, ή μάλλον περιβόητη. Πριν από μερικά
χρόνια όλοι μιλούσαν γι’ αυτή. Σκότωσε τον άντρα της... θυμάσαι;»
«Μπα, όχι ιδιαίτερα». Η Κάθι ανασήκωσε πάλι τους ώμους της κι άλλαξε κανάλι.
Κι έτσι συνεχίζουμε το παιχνίδι της προσποίησης.
Τον τελευταίο καιρό προσποιούμαι συνέχεια - σε πολύ κόσμο, και στον εαυτό μου μαζί.
Και μάλλον αυτός είναι ο λόγος που γράφω. Μια απόπειρα να παρακάμψω το τερατώδες εγώ
μου και να προσεγγίσω την αλήθεια για μένα - αν είναι εφικτό.
Χρειαζόμουν ένα ποτό. Πήγα στην κουζίνα κι έβαλα ένα σφηνάκι βότκα από την κατάψυξη.
Καθώς το ήπια μονορούφι, μου έκαψε τον λαιμό. Έβαλα και δεύτερο.
Αναρωτήθηκα τι θα έλεγε η Ρουθ αν πήγαινα να την ξαναβρώ, όπως έκανα πριν από έξι
χρόνια, και της τα ομολογούσα όλα; Ήξερα όμως ότι ήταν αδύνατο. Ήμουν ένα ολότελα
διαφορετικό πλάσμα, πιο ένοχο, λιγότερο ειλικρινές. Πώς μπορούσα να καθίσω απέναντι από
εκείνη την εύθραυστη γριούλα και να κοιτάξω τα ξέθωρα γαλάζια μάτια που με κράτησαν
ασφαλή για τόσα χρόνια και δεν μου πρόσφεραν παρά αξιοπρέπεια, καλοσύνη, αλήθεια - και
να αποκαλύψω πόσο αχρείος είμαι, πόσο σκληρός, εκδικητικός και διεστραμμένος· πόσο
ανάξιος απέναντι στη Ρουθ και όλα όσα προσπάθησε να κάνει για μένα; Πώς μπορούσα να
της πω ότι έχω καταστρέψει τρεις ζωές; Ότι δεν έχω κανέναν ηθικό κώδικα· είμαι ικανός για
τις χειρότερες πράξεις χωρίς ίχνος μεταμέλειας· κι η μόνη μου έγνοια είναι το τομάρι μου;
Καθώς θα της τα έλεγα όλα αυτά, ακόμα χειρότερο από το σοκ ή την απέχθεια, ή πιθανώς
ακόμα και τον φόβο στα μάτια της Ρουθ, θα ήταν το βλέμμα της θλίψης, της απογοήτευσης,
της αυτοκριτικής. Επειδή όχι μόνο την είχα απογοητεύσει, αλλά ξέρω πως θα σκεφτόταν ότι
εκείνη είχε αποτύχει μαζί μου - και με την ομιλητική θεραπεία. Γιατί κανένας ψυχοθεραπευτής
δεν έκανε ποτέ μεγαλύτερη προσπάθεια από τη Ρουθ. Είχε χρόνια να δουλέψει με κάποιον
ψυχικά σακατεμένο, ναι, αλλά ήταν τόσο νέος, σχεδόν παιδί, και τόσο πρόθυμος να αλλάξει,
να γίνει καλύτερος, να θεραπευτεί. Κι ωστόσο, παρά τις εκατοντάδες ώρες ψυχοθεραπείας,
όπου μιλούσε, άκουγε και ανέλυε, δεν κατάφερε να σώσει την ψυχή του.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας, βγάζοντάς με από τις σκέψεις μου.
Από τότε που μετακομίσαμε στο Σάρεϊ, οι βραδινοί επισκέπτες δεν ήταν κάτι συνηθισμένο·
δεν μπορούσα να θυμηθώ καν την τελευταία φορά που είχαμε καλέσει φίλους στο σπίτι.
«Περιμένεις κανέναν;» φώναξα, μα δεν πήρα απάντηση. Η Κάθι μάλλον δεν με άκουσε
λόγω της τηλεόρασης.
Πήγα στην εξώπορτα και άνοιξα. Προς μεγάλη μου έκπληξη, είδα τον υπαστυνόμο Αλε^.
Ήταν τυλιγμένος με το παλτό και το κασκόλ του και τα μάγουλά του ήταν
αναψοκοκκινισμένα.
«Καλησπέρα, κύριε Φέιμπερ», με χαιρέτησε.
«Υπαστυνόμε Αλεν; Τι δουλειά έχετε εδώ;»
«Ήμουν στη γειτονιά και είπα να πεταχτώ. Υπάρχουν κάποιες εξελίξεις για τις οποίες ήθελα
να σας ενημερώσω. Είναι βολική ώρα;»
Δίστασα λίγο. «Για να είμαι ειλικρινής, ετοιμαζόμουν να μαγειρέψω, οπότε...»
«Δεν θα σας καθυστερήσω πολύ».
Ο Αλεν χαμογέλασε. Ήταν φανερό πως δεν θα δεχόταν αρνητική απάντηση, κι έτσι
παραμέρισα και τον άφησα να περάσει. Χάρηκε που βρέθηκε μέσα. Έβγαλε τα γάντια και το
παλτό του.
«Έχει παγωνιά έξω», παρατήρησε. «Βάζω στοίχημα πως θα χιονίσει».
Τα γυαλιά του είχαν θολώσει. Τα έβγαλε και τα σκούπισε με το μαντίλι του.
«Φοβάμαι πως έχει πολλή ζέστη εδώ μέσα», είπα.
«Όσο περισσότερη, τόσο καλύτερα για μένα».
«Θα ταιριάζατε με τη γυναίκα μου».
Πάνω στην ώρα, η Κάθι πρόβαλε στον διάδρομο. Κοίταξε παραξενεμένη πρώτα εμένα κι
ύστερα τον υπαστυνόμο. «Τι συμβαίνει;»
«Κάθι, από δω ο υπαστυνόμος Άλεν. Είναι επικεφαλής της έρευνας για την ασθενή που
ανέφερα».
«Καλησπέρα, κυρία Φέιμπερ».
«Ο υπαστυνόμος Άλεν θέλει να μου μιλήσει. Δεν θα αργήσουμε. Ανέβα πάνω να κάνεις το
μπάνιο σου και θα σε φωνάξω όταν θα είναι έτοιμο το φαγητό». Έδειξα μ’ ένα νεύμα την
κουζίνα στον επιθεωρητή. «Μετά από σας».
Εκείνος έριξε άλλη μια ματιά στην Κάθι πριν κάνει μεταβολή και μπει στην κουζίνα. Τον
ακολούθησα, αφήνοντας την Κάθι στον διάδρομο, ώσπου άκουσα τα βήματά της να
ανεβαίνουν αργά τη σκάλα. ™
«Να σας προσφέρω κάτι να πιείτε;» ρώτησα.
«Ευχαριστώ, είστε πολύ ευγενικός. Ένα τσάι θα ήταν ό,τι πρέπει».
Είδα το βλέμμα του να στέκεται στη βότκα πάνω στον πάγκο. Χαμογέλασα.
«Η κάτι πιο δυνατό, αν προτιμάτε;»
«Όχι, ευχαριστώ. Το τσάι είναι μια χαρά για μένα».
«Πώς το πίνετε;»
«Δυνατό, σας παρακαλώ. Με ελάχιστο γάλα. Καθόλου ζάχαρη, προσπαθώ να την κόψω».
Καθώς μιλούσε, το μυαλό μου περιπλανιόταν - αναρωτιόμουν τι ήθελε κι αν έπρεπε να
αισθάνομαι νευρικότητα. Ο τρόπος του ήταν τόσο ευχάριστος, ώστε ήταν δύσκολο να μην
αισθάνομαι ασφαλής. Κι άλλωστε, τίποτα δεν μπορούσε να με παγιδεύσει, σωστά;
Άναψα τον βραστήρα και γύρισα προς το μέρος του.
«Δοιπόν, υπαστυνόμε; Τι θέλατε να μου πείτε;»
«Βασικά, για τον κύριο Μαρτέν».
«Τον Ζαν-Φελίξ; Αλήθεια;» Ξαφνιάστηκα. «Τι έγινε;»
«Να, ήρθε στο Γκρόουβ να μαζέψει τα υλικά ζωγραφικής της Αλίσια και πιάσαμε την
κουβέντα. Ενδιαφέρων τύπος ο κύριος Μαρτέν. Σχεδιάζει μια αναδρομική έκθεση του έργου
της Αλίσια. Θεωρεί πως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να επαναξιολογηθεί η καλλιτεχνική
της αξία. Τολμώ να πω ότι έχει δίκιο, χάρη σ’ όλη αυτή τη δημοσιότητα». Ο Άλεν μου έριξε
μια ματιά αξιολογώντας με. «Ίσως θέλετε να γράψετε για την περίπτωσή της, κύριε Φέιμπερ.
Είμαι βέβαιος ότι θα υπάρχει ενδιαφέρον για ένα βιβλίο ή κάτι παρόμοιο».
«Δεν το είχα σκεφτεί», αποκρίθηκα. «Και τι σχέση έχει η αναδρομική έκθεση του Ζαν-Φελίξ
μ’ εμένα, υ